Του Γρη­γό­ρη Μπέ­κου ✒

Μια αντι­προ­σω­πευ­τι­κή συλ­λο­γή του αμε­ρι­κα­νού συγ­γρα­φέα Τζον Τσί­βερ, του θεω­ρού­με­νου «Τσέ­χοφ των προ­α­στί­ων». Ενα λογο­τε­χνι­κό όρα­μα που συναρ­πά­ζει.

Το λογο­τε­χνι­κό ζητού­με­νο στις Ηνω­μέ­νες Πολι­τεί­ες είναι δια­χρο­νι­κά και — δικαιο­λο­γη­μέ­να ως έναν βαθ­μό — το επό­με­νο «μεγά­λο αμε­ρι­κα­νι­κό μυθι­στό­ρη­μα». Το ανε­ξά­ντλη­το χρυ­σω­ρυ­χείο όμως της αμε­ρι­κα­νι­κής παρά­δο­σης, από τον 19ο αιώ­να ακό­μη, είναι το διή­γη­μα. Ο βοστω­νέ­ζος συγ­γρα­φέ­ας Τζον Τσί­βερ (1912–1982) συνι­στά μια περί­πτω­ση ξεχω­ρι­στή, βρα­βευ­μέ­νη στα αμε­ρι­κα­νι­κά γράμ­μα­τα κατά τον 20ό αιώ­να, και κατέ­χει μια εξέ­χου­σα θέση μετα­ξύ των μεγά­λων μαστό­ρων της μικρής φόρ­μας παγκο­σμί­ως — πολ­λοί ήταν αυτοί που χρί­στη­καν ελα­φρά τη καρ­δία καλ­λι­τε­χνι­κοί επί­γο­νοι του ρώσου πατριάρ­χη του είδους, πλην όμως ο χαρα­κτη­ρι­σμός «Τσέ­χοφ των προ­α­στί­ων» στην προ­κει­μέ­νη περί­πτω­ση δεν είναι καθό­λου υπερ­βο­λι­κός. Ο Τζον Τσί­βερ, ο οποί­ος ανα­δεί­χθη­κε από κοι­νού με τον Τζον Απντάικ σε έναν αφο­σιω­μέ­νο χρο­νι­κο­γρά­φο, έναν παθια­σμέ­νο ανα­τό­μο των ηθών και των παθών της ανώ­τε­ρης μεσαί­ας τάξης στη Βορειο­α­να­το­λι­κή Ακτή των ΗΠΑ, μετα­φρά­στη­κε για πρώ­τη φορά στην ελλη­νι­κή γλώσ­σα το μακρι­νό 1984. Κυκλο­φό­ρη­σε τότε από τις εκδό­σεις Aquarius το τέταρ­το, εξαί­σιο μυθι­στό­ρη­μά του «Φάλ­κο­νερ» (1977), όπου ο ήρω­ας, ένας τοξι­κο­μα­νής καθη­γη­τής πανε­πι­στη­μί­ου, φυλα­κί­ζε­ται για τη δολο­φο­νία του αδελ­φού του και εν συνε­χεία ανα­πτύσ­σει μια ερω­τι­κή σχέ­ση με έναν συγκρα­τού­με­νό του. Περί­που τριά­ντα χρό­νια αργό­τε­ρα οι Εκδό­σεις Καστα­νιώ­τη επα­να­συ­στή­νουν επί της ουσί­ας στο ανα­γνω­στι­κό κοι­νό τον σπου­δαίο αυτόν συγ­γρα­φέα ανθο­λο­γώ­ντας εννέα από τα πιο γνω­στά διη­γή­μα­τά του σε έναν αρκε­τά αντι­προ­σω­πευ­τι­κό για το έργο του τόμο «Ο κολυμ­βη­τής και άλλες ιστο­ρί­ες», όπου περι­λαμ­βά­νο­νται οι πιο σκο­τει­νές ιστο­ρί­ες που έγρα­ψε όσο ζού­σε στη Νέα Υόρ­κη αλλά και οι πλέ­ον πολυ­δια­βα­σμέ­νες που εκτυ­λίσ­σο­νται στο Σέι­ντι Χιλ, το επι­νοη­μέ­νο — εμπνευ­σμέ­νο από την περιο­χή του Γου­έ­στσε­στερ — προ­ά­στιο που κατέ­στη έκτο­τε ένα μυθο­πλα­στι­κό αρχέ­τυ­πο. Στη δια­ση­μό­τε­ρη εξ αυτών η οποία προ­κρί­νε­ται και στον τίτλο ο Νέντι Μέριλ, ένας σύγ­χρο­νος Νάρ­κισ­σος — τον υπο­δύ­θη­κε ο Μπαρτ Λάν­κα­στερ στην ομώ­νυ­μη ται­νία (1968) του Φρανκ Πέρι — φθά­νει στο σπί­τι του αντι­συμ­βα­τι­κά, κολυ­μπώ­ντας σαν «προ­σκυ­νη­τής» μέσα σε ένα νοη­τό ποτά­μι, μια υδά­τι­νη αλυ­σί­δα που σχη­μα­τί­ζουν οι πισί­νες των φίλων και των γει­τό­νων του, για να αντι­κρί­σει κατά­μα­τα τις αυτα­πά­τες του. Στο «Καψου­ρο­τρά­γου­δο», μετα­ξύ άλλων, συνα­ντά­με μια σύγ­χρο­νη Εκά­τη που κατοι­κεί στο Βίλατζ και ξεπα­στρεύ­ει τους ερα­στές της με τη θανα­τε­ρή της αύρα, ενώ «Ο διαρ­ρή­κτης του Σέι­ντι Χιλ», ο άφρα­γκος Τζό­νι Χέικ, βιώ­νει την κλο­πή σαν έναν ηθι­κό θάνα­το κυνη­γη­μέ­νος από τις Ερι­νύ­ες. Μαθαί­νου­με πώς «Το τερά­στιο ραδιό­φω­νο» των Γου­έ­σκοτ μετα­τρέ­πε­ται, με έναν τρό­πο σου­ρε­α­λι­στι­κό, σε αδιά­κρι­το ωτα­κου­στή των γει­τό­νων, ενώ στην τρα­γε­λα­φι­κή ιστο­ρία «Ω πόλη των τσα­κι­σμέ­νων ονεί­ρων» παρα­κο­λου­θού­με τους κυνι­κούς προ­α­γω­γούς του «αμε­ρι­κα­νι­κού ονεί­ρου» που ξεφτί­ζει αλλά δεν πεθαί­νει. «Ο εξο­χι­κός σύζυ­γος» είναι η ιστο­ρία μιας κατα­φυ­γής, ενός έρω­τα στη μέση ηλι­κία με άλλα λόγια, η μοχθη­ρία του κόσμου ανα­δει­κνύ­ε­ται στο «Μονά­χα πες μου ποιος ήταν», ενώ η ταπεί­νω­ση ενός άνδρα από μια πλη­γω­μέ­νη γυναί­κα που εκδι­κεί­ται μετου­σιώ­νε­ται σε ένα θρί­λερ μικρού μήκους στο διή­γη­μα «Το τρέ­νο των πέντε και σαρά­ντα οκτώ». Η απα­ρά­μιλ­λη πρό­ζα του Τζον Τσί­βερ, του αμφι­σε­ξουα­λι­κού συντη­ρη­τι­κού οικο­γε­νειάρ­χη που πάλε­ψε με το αλκο­όλ και τις επι­θυ­μί­ες του, υμνεί τον πόνο και τη γλύ­κα της ζωής, άλλο­τε πυκνώ­νει σιβυλ­λι­κά, γίνε­ται μια αμφί­ση­μη σκο­τει­νιά και άλλο­τε δια­χέ­ε­ται, μοιά­ζει με έναν λυρι­κό καλ­πα­σμό προς το φως. Πρό­κει­ται για ένα λογο­τε­χνι­κό όρα­μα που θα σας συναρ­πά­σει.

[pl_alertbox type=“info”] Το άρθρο του Γρη­γό­ρη Μπέ­κου δημο­σιεύ­θη­κε στις 14-7-2013 στο Βήμα της Κυρια­κής[/pl_alertbox]