Ο Μέσα και ο Έξω: Κωστής Γκι­μο­σού­λης και Γιάν­νης Φακής (από την παρου­σί­α­ση του βιβλί­ου στο βιβλιο­πω­λείο «Little Tree»)

Κεί­με­νο του ποι­η­τή Γιώρ­γου Μαρ­κό­που­λου

Το 1983 εμφα­νί­στη­κε στο ουρά­νιο στε­ρέ­ω­μα της ποί­η­σης ένα υπέρ­λα­μπρο μονα­χι­κό αστέ­ρι που εξε­ρευ­νού­σε το σύμπαν από τις μέσα πλευ­ρές του, τις μη ορα­τές, ο Κωστής Γκι­μο­σού­λης. Τον ανα­κά­λυ­ψε, πριν απ’ όλους, το έμπει­ρο, το μονα­δι­κό, το εκ φύσε­ως άγρυ­πνο, το σοφό και δεσπό­ζον μάτι του Γιάν­νη Κοντού, στον οποίο αφιε­ρώ­νε­ται –όπως θα φανεί και παρα­κά­τω όχι τυχαία– και το υπό προ­σέγ­γι­σιν βιβλίο.

Και για να γίνω πιο συγκε­κρι­μέ­νος, ο Κωστής Γκι­μο­σού­λης, παρου­σιά­στη­κε το 1983, όπως ανέ­φε­ρα και παρα­πά­νω, με την συλ­λο­γή Ο ξυλο­κό­πος πυρε­τός και συνέ­χι­σε με τις συλ­λο­γές Η αγία μελά­νη (επί­σης το 1983), Το στό­μα κλέ­φτης (1986) και τα Επι­κίν­δυ­να παι­διά (1992), στις σελί­δες των οποί­ων επι­χει­ρεί να απε­ξαρ­θρώ­σει πλέ­ον όλες τις εσώ­τε­ρες αντι­δρά­σεις του, να φωτί­σει και να ερευ­νή­σει όλες εκεί­νες τις μύχιες εκδο­χές, τα όνει­ρα, τις φοβί­ες ή τις ανα­στο­λές που χωρίς να το ξέρου­με, είναι εκεί­νες που επι­βάλ­λουν τους κανό­νες της συμπε­ρι­φο­ράς μας ή προ­κα­θο­ρί­ζουν την χροιά των πρά­ξε­ών μας εν γένει. Στην προ­σπά­θειά του αυτή όμως, ό,τι απο­τε­λεί το ενδια­φέ­ρον, δεν είναι οι όποιες ανταύ­γειες φτά­νουν σε εμάς από την κατα­βύ­θι­σή του μέσα στο εμφα­νι­στή­ριο των ψυχι­κών του κατα­βο­λών, αλλά τα πρό­σω­πα που κατά την εν λόγω δια­δι­κα­σία προ­κύ­πτουν, ξεπρο­βάλ­λουν, τον περι­στοι­χί­ζουν και τον ακο­λου­θούν, κάνο­ντας πάνω του μάλι­στα μια περί­ερ­γη προ­βο­λή δικών τους επι­θυ­μιών. Και κάτι άλλο επί­σης, που είναι και το σπου­δαιό­τε­ρο: σε όλες τις συλ­λο­γές ο ποι­η­τής δεν απο­σπά­ται ούτε στιγ­μή από την προ­σπά­θειά του να ανα­κα­λύ­πτει τις βαθύ­τε­ρες δονή­σεις του ανθρώ­πι­νου σύμπα­ντος σε ολό­κλη­ρη την έκτα­ση της υπάρ­ξε­ώς του, έτσι όπως αυτές θέλει να φτά­νουν έως εκεί­νον, προ­κε­κλη­μέ­νες μέσα από τις υψη­λές δυνα­τό­τη­τες της γλώσ­σας. Γι’ αυτό κατα­φέρ­νει όλα στο τέλος, μέσα σε αυτή τη μυστι­κή παν­δαι­σία, και στις πιο ευτυ­χι­σμέ­νες τους στιγ­μές μάλι­στα, να λάμπουν με ένα ωραίο αμυ­δρό δικό τους φως, ή να εκπέ­μπουν μια όμορ­φα συγκρα­τη­μέ­νη από­κο­σμη μου­σι­κή, εκεί όπου η καρ­διά, τα μάτια, τα οστά και τα σπλά­χνα ακό­μη, γίνο­νται φλά­ου­τα εύη­χα μέσα στα κατα­κόκ­κι­να (πολύ κόκ­κι­νο άλλω­στε σε ολό­κλη­ρο το ποι­η­τι­κό έργο του Γκι­μο­σού­λη), ρου­μά­νια του αίμα­τός μας και της ψυχής.

Προ­σέξ­τε ένα ποί­η­μα –από­σπα­σμα– που φέρει τον τίτλο «Γκαρ­σό­νια»:

Τα παλιά γκαρ­σό­νια

τα κατα­λα­βαί­νεις από τα παπού­τσια.

Μαύ­ρα τις περισ­σό­τε­ρες φορές

καλο­γυα­λι­σμέ­να

και με τις σόλες φαγω­μέ­νες.

.….….….….….….….….….….

Κατά­γο­νται από Τρί­πο­λη

Αγρί­νιο και Άρτα.

Υπο­φέ­ρουν από πλή­ξη

κιρ­σούς

και χρό­νια αφα­σία.

Ένας απ’ αυτούς χτες

είχε νυχτε­ρι­νή βάρ­δια.

Όταν έφτα­σε η ώρα να σχο­λά­σει

έβγα­λε το βυσ­σι­νί σακά­κι με τα χάλ­κι­να κου­μπιά

άνοι­ξε την πόρ­τα

και βγή­κε έξω στο δρό­μο.

Η ώρα ήταν τρει­σή­μι­σι και χιό­νι­ζε.

Φτά­νο­ντας στο σπί­τι

βρή­κε τη γυναί­κα του να ροχα­λί­ζει ξεφυ­σώ­ντας

κάτω απ’ τα σκε­πά­σμα­τα

σαν μεγά­λη ιδρω­μέ­νη φάλαι­να.

Έβγα­λε τα παπού­τσια

και τις ιδρω­μέ­νες κάλ­τσες του

και μπή­κε στο μπά­νιο.

Ακού­μπη­σε το γεί­σο του νιπτή­ρα.

Κοί­τα­ξε το πρό­σω­πό του

στον καθρέ­φτη.

Ζόναρς, Φλό­κας, Λου­μί­δης, σκέ­φτη­κε.

Έχω σερ­βί­ρει πρώ­ην υπουρ­γούς

και βιο­μη­χά­νους.

Και­ρός τώρα να πάω κι έναν καφέ

στην πεθα­μέ­νη μάνα μου.

Πάντως, για να φύγου­με από την ποί­η­ση, από το 1988 ήδη, ο Κωστής Γκι­μο­σού­λης, είχε περά­σει και στην πεζο­γρα­φία, με τα βιβλία Στάχτη στα μάτια, Ο άγγε­λος της μηχα­νής, Μια νύχτα με την Κόκ­κι­νη, Ανα­το­λή, Χέρι στη φωτιά, για να φτά­σει το 2002 στο αρι­στουρ­γη­μα­τι­κό Βρέ­χει φως. Υπέ­ρο­χο και λεπτουρ­γη­μα­τι­κό, στη­ριγ­μέ­νο στη ζωή και την τρα­γι­κή κατά­λη­ξη του έρω­τα της Μαρί­ας Πολυ­δού­ρη και του Καρυω­τά­κη, ώσπου να φτά­σει στο επί­σης σημα­δια­κό, Για να μάθεις να πετάς, το 2011 στο οποίο ο Γκι­μο­σού­λης με μονα­δι­κή μαε­στρία σε κάνει να μην ξέρεις πότε βρί­σκε­σαι στο όνει­ρο, πότε στο παρα­μύ­θι, πότε στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και πότε στα πανέ­μορ­φα, στα κατά­λευ­κα σύν­νε­φα μιας ουρά­νιας ποί­η­σης.

Το Δυο μήνες στην απο­θή­κη, τίτλος συμ­βο­λι­κός του βιβλί­ου που κυκλο­φό­ρη­σε το 2013 και που με την λέξη «απο­θή­κη» υπο­δη­λώ­νει κάποιο νοση­λευ­τι­κό ίδρυ­μα, νοσο­κο­μείο, όπου ο ήρω­ας πέρα­σε μέρες ζοφε­ρές και εφιαλ­τι­κές, ίσως, από πλευ­ράς δια­θέ­σε­ως, να είναι το έργο που οδή­γη­σε τον Γκι­μο­σού­λη ώστε όλο και πιο πολύ μέσα σε μια βαθύ­τα­τη κρυ­φή μονα­ξιά ενδο­σκό­πη­σης, να φτά­σει στο τωρι­νό Ο Μέσα και ο Έξω, στου οποί­ου την σελί­δα 43, θα μας ανα­φέ­ρει: «Τον Κυναί­γει­ρο κι εμέ­να μας συν­δέ­ει το τέλος του κόσμου. Του δικού μας κόσμου. Είχα­με κι οι δυο μια εμπει­ρία θανά­του. Και αφού δεν πέσα­με μέσα στη μαύ­ρη τρύ­πα αλλά κάνα­με το γύρο της, ξυπνή­σα­με (επι­στρέ­ψα­με από κει) πιο δυνα­τοί».

Αλλά τι πρε­σβεύ­ει και πού κινεί­ται το βιβλίο αυτό; Ο Μέσα και ο Έξω; Είναι ένα βιβλίο «παι­χνι­διά­ρι­κο», θα ισχυ­ρι­ζό­μουν, και η πρό­θε­σή του έγκει­ται στο να είναι ενα­ντί­ον του φόβου του θανά­του και κυρί­ως του χρό­νου, ή στο να μετα­τρέ­πει το κακό σε καλό.

Και ο μύθος στον οποίο στη­ρί­ζε­ται; Δια­βά­στε τον: Υπήρ­χε στην γει­το­νιά του συγ­γρα­φέα ένας κύριος μεγά­λης ηλι­κί­ας, ο «Κυναί­γει­ρος», ηθο­ποιός, που τον κοί­τα­ζε σαν να τον μάτια­ζε και να τον ξεμά­τια­ζε από το κακό μάτι. Ήταν τρο­μα­κτι­κός, όπως είναι τρο­μα­κτι­κοί όλοι αυτοί που βλέ­που­νε μέσα μας. Ήταν βαθύ­τα­τα μισάν­θρω­πος και τους κορόι­δευε όλους· τους αγα­πού­σε όμως, διό­τι μόνο οι μισάν­θρω­ποι αγα­πούν τους ανθρώ­πους.

Κάποια στιγ­μή ο άνθρω­πος αυτός στά­θη­κε έξω από το τζά­μι του αφη­γη­τή για να ξεκου­ρα­στεί, διό­τι τον πονού­σε η μέση του, και έτσι άρχι­σαν να συζη­τούν. Αυτός είναι ο «Έξω» και ο Γκι­μο­σού­λης είναι ο «Μέσα» – όλοι εμείς είμα­στε οι «Μέσα». Παρό­τι θα μπο­ρού­σε να είναι ο πατέ­ρας μας, ο «Έξω» είναι πιο τολ­μη­ρός από εμάς, πιο άφο­βος και πιο τρε­λός από τον «Μέσα», και τους «Μέσα».

Όσο για τη δομή του βιβλί­ου, ας δια­βά­σου­με καλύ­τε­ρα το σημεί­ω­μα που παρα­τί­θε­ται στο οπι­σθό­φυλ­λο:

«Τους χωρί­ζει ένα παρά­θυ­ρο –γρά­φει– Απ’ τη μια μεριά ο “Μέσα”, απ’ την άλλη ο “Έξω”. Και τα λένε. […]

»Είκο­σι τέσ­σε­ρις συνα­ντή­σεις, όσα και τα γράμ­μα­τα της αλφα­βή­του. Κάθε γράμ­μα και μια λέξη. Κάθε λέξη και μια αφορ­μή. Κάθε συνά­ντη­ση μας πάει παρα­πέ­ρα. Μέχρι το απρό­βλε­πτο τέλος. Μοιά­ζει με θεα­τρι­κό. Με μυθι­στό­ρη­μα. Με είκο­σι τέσ­σε­ρα μικρά γέλια που γίνο­νται ένα μεγά­λο».

Ταυ­το­χρό­νως, από την αρχή κιό­λας του βιβλί­ου, ο συγ­γρα­φέ­ας μας πλη­ρο­φο­ρεί, ξαφ­νιά­ζο­ντάς μας, ότι ο Κυναί­γει­ρος δεν ήταν παρά «ένας κατώ­τε­ρης κατη­γο­ρί­ας ηθο­ποιός του Κουν, που είχε βγει από τη σχο­λή του και, σε κάποια στιγ­μή, είχε παί­ξει ρολά­κια σε έργα του Τσα­ρού­χη. Μας λέει ακό­μη ότι η γυναί­κα του είχε Αλτσχάι­μερ, νοση­λευό­ταν σε κάποια κλι­νι­κή της Βού­λας και εκεί­νος ήξε­ρε πως θα πεθά­νει, ώσπου και πέθα­νε, ενώ αργό­τε­ρα μας ανα­φέ­ρει πως είχαν και έναν γιο.

Λίγο πιο πάνω, έγρα­ψα τη φρά­ση «ξαφ­νιά­ζο­ντάς μας», και τού­το όχι τυχαία, αφού στην σελί­δα 39, ηθε­λη­μέ­να του «ξεφεύ­γει» ότι το πραγ­μα­τι­κό όνο­μα του Κυναί­γει­ρου ήταν «Γιάν­νης».

«― Αύριο θα πάω για μπά­νιο. Έχει φτά­ξει ο και­ρός. Κάνει ζέστη. Μια κοπέ­λα, απ’ τους πλα­νό­διους πωλη­τές στον πεζό­δρο­μο, που της το ’πα, θέλει να ’ρθει μαζί μου. Μου είπε: “Κύριε Γιάν­νη, θέλω κι εγώ να κάνω μπά­νιο. Να ’ρθω μαζί σας;” Για­τί οι νέοι με κυνη­γά­νε;

― Εσύ για­τί λες;

― Για­τί δεν τους λέω τα καθη­με­ρι­νά. Τα συμ­βα­τι­κά. Οι άνθρω­ποι μιλά­νε από συνή­θειο. Εγώ δεν το κάνω αυτό.», και στην σελί­δα 79, η συγκλο­νι­στι­κή στην αλή­θεια και στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τά της αφή­γη­ση: «Έφυ­γα για λίγες μέρες. Πήγα στο χωριό που βρί­σκε­ται στις παρυ­φές ενός βου­νού. Πήγα να δω και το σπί­τι που μου άφη­σε κλη­ρο­νο­μιά. Ποιος; Ο χοντρού­λης ο δάσκα­λός μου. […]

«Πίστευα, μπαί­νο­ντας στο σπί­τι, ότι θα δω παντού αυτόν που πέθα­νε. Όμως δεν τον είδα, για­τί τον είχα μέσα μου. Κι ήταν μια γλυ­κιά εγκυ­μο­σύ­νη. […]», και σε κάποιο άλλο σημείο: «Είναι τέλη Ιου­λί­ου και ζεσταί­νο­μαι. Δεν θέλω να δω κανέ­ναν. Κυρί­ως δεν θέλω τον Κυναί­γει­ρο. Ο ήλιος είναι ανε­λέ­η­τος. Με καί­ει, τον καίω. Σκέ­φτο­μαι το σπί­τι στο χωριό που μου τ’ άφη­σαν με δια­θή­κη. Κι εκεί θα κάνει ζέστη. Ακό­μα και στο βου­νό, τέτοια επο­χή και μεση­μέ­ρι, κάνει ζέστη. Αυτή την κλη­ρο­νο­μιά τη νιώ­θω σαν καμπού­ρα. “Πάρε μια καμπού­ρα», μου είπε και πέθα­νε» (σελί­δα 65). Ας θυμη­θού­με εδώ και την αφιέ­ρω­ση στις πρώ­τες σελί­δες του βιβλί­ου: «Για τον μεγά­λο μου αδερ­φό Γιάν­νη Κοντό – Η σκα­ντα­λιά σου μου λεί­πει». Όσο για το προ­α­να­φερ­θέν σπί­τι, κοντά στην Αγιά Λαρί­σης, ανή­κε στον Κοντό και στη δια­θή­κη του, όταν ανοί­χτη­κε μετά τον θάνα­τό του, το άφη­σε στον Γκι­μο­σού­λη. Συμπέ­ρα­σμα; Το βιβλίο αυτό, προ­φα­νώς άρχι­σε να γρά­φε­ται μετά τον θάνα­το του ποι­η­τή της Περι­με­τρι­κής, με συναι­σθή­μα­τα σύμ­μει­κτα, βυθι­σμέ­να ανά­με­σα στον ασή­κω­το πόνο, στην απελ­πι­σία αλλά και –αν κρί­νου­με από το τέλος– σε μια ουρά­νιας καθα­ρό­τη­τας χαρ­μο­λύ­πη. Έτσι λοι­πόν, ανά­με­σα σε όλα αυτά τα ετε­ρό­κλη­τα συναι­σθή­μα­τα, ο συγ­γρα­φέ­ας απο­κα­λεί το μέλ­λον «τόσο παγω­μέ­νο όσο ο θάνα­τος», αλλού ισχυ­ρί­ζε­ται ότι «Η ζωτι­κή ενέρ­γεια έχει φωτο­γρα­φη­θεί καθώς ο άνθρω­πος πεθαί­νει. Παύ­ει να είναι ανθρώ­πι­νη, οπό­τε και δεν με ενδια­φέ­ρει. Η μπα­τα­ρία σβή­νει, τα υγρά τελειώ­νουν. Η αύρα αυτή που μας κινεί απε­λευ­θε­ρώ­νε­ται, δια­λύ­ε­ται μέσα στον αέρα αλλά­ζο­ντας χρώ­μα­τα. […]» (σελί­δα 12), ενώ λίγο παρα­κά­τω μας δια­βε­βαιώ­νει ότι «όσα είπα­με και όσα έγι­ναν ήταν μετα­ξύ αστεί­ου και σοβα­ρού. Όπως ένα παι­χνί­δι. […]», γι’ αυτό και στις συνα­ντή­σεις τους συζη­τούν άλλο­τε σαν μεγά­λοι και άλλο­τε με μια παι­δι­κή αφο­πλι­στι­κή αθω­ό­τη­τα.

Η γλώσ­σα του Γκι­μο­σού­λη ρέει απρό­σκο­πτα, ο λόγος του δεν πλα­τειά­ζει (η συμπύ­κνω­ση της συνά­ντη­σης «24» είναι αρί­στη και από εκεί και μετά το βιβλίο απο­γειώ­νε­ται). Η ποί­η­ση, επί­σης, είναι παντα­χού παρού­σα, το χιού­μορ λεπτό­τα­το, η υπερ­βο­λή της φαντα­σί­ας μεθυ­στι­κή, καθό­τι και οι δύο ήρω­ες είναι «υπάρ­ξεις» –και δεν λέω άνθρω­ποι– είναι υπάρ­ξεις αλλό­κο­τες για τον κόσμο ετού­το ενώ η εγγυ­η­μέ­νη γρα­φή του Γκι­μο­σού­λη κάνει και αυτό το βιβλίο ονει­ρι­κό, συν­θε­μέ­νο από μια ψυχή και μια καρ­διά που δεν έιναι παρά από άχνη σύν­νε­φου φτιαγ­μέ­νη, από άχνη σύν­νε­φου –και όπως έχω πει και στο Για να μάθεις να πετάς– από φτε­ρά αόρα­τα αγγέ­λου.