Λίγο πριν τελειώ­σει αυτή η χρο­νιά, ήρθε άλλη μια σημα­ντι­κή βρά­βευ­ση για τον δια­κε­κρι­μέ­νο διη­γη­μα­το­γρά­φο μας, Ανδρέα Μήτσου. Στα Κρα­τι­κά Βρα­βεία Λογο­τε­χνί­ας 2015, που αφο­ρούν τις εκδό­σεις του έτους 2014, απέ­σπα­σε το Κρα­τι­κό Βρα­βείο Διη­γή­μα­τος-Νου­βέ­λας για την συλ­λο­γή διη­γη­μά­των: Η εξαί­σια γυναί­κα και τα ψάρια. Στην συζή­τη­ση που ακο­λου­θεί, ο συγ­γρα­φέ­ας μας μιλά για την βρά­βευ­ση του και θυμά­ται τότε που έγρα­φε για…εκείνη

συνέ­ντευ­ξη στον Νίκο Κουρμουλή

Τι σημαί­νει για εσάς αυτή η βρά­βευ­ση σε προ­σω­πι­κό επί­πε­δο και όσον αφο­ρά την επι­στρο­φή του βιβλίου

Χάρη­κα για το βιβλίο. Ίσως βοη­θά­ει αυτή η βρά­βευ­ση να θυμη­θούν κάποιοι με συγ­γε­νι­κή θέα­ση της δικής μου, την Εξαί­σια γυναί­κα της δικής τους ζωής και να απο­διώ­ξουν έτσι την δυσο­σμία της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Σε προ­σω­πι­κό επί­πε­δο, το εισπράτ­τω κάπως σαν ένα τελε­σί­δι­κο απο­χω­ρι­σμό του βιβλί­ου προς εμέ­να. Έναν «ένδο­ξο» και γι’αυτό σαρ­κα­στι­κό απο­χαι­ρε­τι­σμό. Κάθε χάδι, κάθε χει­ρο­κρό­τη­μα, σε ψηλώ­νει για λίγο, ώσπου να κοι­τα­χτείς μετά στον καθρέ­φτη και να δια­πι­στώ­σεις ότι είσαι κοντύτερος.

Πως φτά­σα­τε στην κοί­τη της συλο­γής διη­γη­μά­των Η εξαί­σια γυναί­κα και τα ψάρια. Ποιος ήταν ο κινη­τή­ριος μοχλός της αφήγησης;

Ο έρω­τας. Αυτός δίνει σχή­μα­τα και νέες μορ­φές στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Φτά­νεις όμως στην κοί­τη για να πιεις νερό και «το νερό γλυ­φό». Πασχί­ζω, να στραγ­γί­σω μιαν ανια­ρή καθη­με­ρι­νό­τη­τα, απο­στά­ζο­ντας φρέ­σκο χρό­νο. Τον ουσιώ­δη χρό­νο μου. Κι αυτό μπο­ρεί να συντε­λε­στεί μόνο με τη «συνά­ντη­ση», του αυθε­ντι­κού εαυ­τού, ο οποί­ος βολο­δέρ­νει, χωρίς σκο­πό. Τη συνά­ντη­ση αυτή, τη «στή­νει», μόνο ο έρωτας.

Ο έρω­τας ως τυφλή παρόρ­μη­ση, απει­λεί να δια­λύ­σει τους πρω­τα­γω­νι­στές του βιβλί­ου. Τι είναι αυτό που οδη­γεί την ακα­τα­νί­κη­τη δίψα τους; Στα όνει­ρα τα ψάρια, είναι επιθυμίες. 

Στα όνει­ρα, τα ψάρια είναι λαχτά­ρα. Κατά τη λαϊ­κή του­λά­χι­στον εκδο­χή των ονεί­ρων. Ο έρω­τας είναι η κινη­τή­ρια δύνα­μη  της ύπαρ­ξης. Μόνο με τον έρω­τα υπερ­βαί­νου­με τις ισχνές προ­δια­γρα­φές της φύσης μας. Πετά­με. Βέβαια, μέσα στον έρω­τα ακού­με και τον ήχο από τις αλυ­σί­δες μας. Ωραία το έλε­γε η Ρόζα Λού­ξε­μπουργκ: «Όποιος δεν κινεί­ται, δεν ακού­ει τις αλυ­σί­δες του». Και βέβαια, η λαχτά­ρα στη διάρ­κεια της πτή­σης, εύλο­γη και ανα­με­νό­με­νη. Δυστυ­χώς όμως, εγκα­θί­στα­ται ύστε­ρα μόνι­μα και μετά την απώλεια.

Συνή­θως τα διη­γή­μα­τα σας δια­τρέ­χο­νται από άντρες μέσης ηλι­κί­ας. Όπου είναι απο­φα­σι­σμέ­νοι να κάψουν και να καούν. Να πονέ­σουν και να πλη­γω­θούν. Παγι­δεύ­ο­νται σ’ένα θανα­τη­φό­ρο τέλ­μα. Πεί­τε μας γι αυτούς τους ήρω­ες, που τους συναντάτε;

Στον καθρέ­φτη μου. Πάντως, την προ­χω­ρη­μέ­νη ηλι­κία τη βιώ­νει κανείς ανε­ξαρ­τή­τως του βιο­λο­γι­κού χρό­νου του. Σε κάθε περί­πτω­ση,  έχου­με προη­γού­με­νη γνώ­ση. Εγώ βλέ­πω αυτούς τους υπε­ρή­λι­κες, είτε μέσα στον καθρέ­φτη μου, είτε να περ­πα­τούν πλάι μου, παρ’ ότι νεα­ροί. Και τους έβλε­πα πολ­λά χρό­νια. Από ηλι­κί­ες παι­δι­κές. Πετά­γο­νται σαν χέλια οι ερω­τευ­μέ­νοι, από το τέλ­μα του έρω­τα. Πετά­γο­νται όμως, μέσα από αυτή τη λάσπη και ανα­τα­ράσ­σο­νται ολόρ­θα. Και τότε, είν’ όμορ­φα πολύ, αυτά τα χέλια.

Η συγκε­κρι­μέ­νη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, έχει το στοι­χείο του παρα­λό­γου, που συνυ­πάρ­χει με την μαγε­μέ­νη φύση. Πεί­τε μας περισ­σό­τε­ρα για αυτό το «λοξό» βλέμμα

Παρά­λο­γη είναι η ζωή, η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ο χρό­νος. Αφού και­ρο­φυ­λα­κτεί ο θάνα­τος. Εγώ το βλέμ­μα μου, στην ευθεία γραμ­μή το κατευ­θύ­νω. Αυτό λοξο­δρο­μεί, από μόνο του. Για τού­το, λίγα μπο­ρώ να κάνω για να το απο­τρέ­ψω. Αλοι­θω­ρί­ζω και δε το’χω για κουσούρι.

Η συνεί­δη­ση των ηρώ­ων στο βιβλίο είναι κατα­κερ­μα­τι­σμέ­νη. Τι μπο­ρεί να τους συγκρο­τή­σει ξανά;

Η χαρά. Αλλά για να την εισπρά­ξεις, πρέ­πει να την εμπε­ριέ­χεις, να την ενέ­χεις. Να την έχεις απο­στά­ξει και εγκα­τα­στή­σει μέσα σου. Να της δώσεις χώρο. Ισχυ­ρί­ζο­μαι πως ο έρω­τας, η από­λυ­τη αγά­πη, είναι η συγκολ­λη­τι­κή ουσία της συνεί­δη­σης. Αυτή που το κατα­κερ­μα­τι­σμέ­νο άτο­μο, το ανα­συ­γκρο­τεί σε ενότητα.

Για­τί δια­λέ­γε­τε το διή­γη­μα ως φόρ­μα γραφής;
Η κάθε ιστό­ρη­ση διεκ­δι­κεί και επι­τυγ­χά­νει την έκτα­ση που δικαιού­ται. Έγνοια του συγ­γρα­φέα, είναι να εννο­ή­σει και να μην προ­δώ­σει, να μην απι­στή­σει σ’ αυτή τη δίκαια απαί­τη­σή της. Πρέ­πει να την ακού­ει και να υπα­κού­ει σ’ αυτήν. Να υποτάσσεται.
Από την επο­χή που γρά­φα­τε αυτά τα διη­γή­μα­τα μέχρι σήμε­ρα τι έχει μεσο­λα­βή­σει για τον συγ­γρα­φέα Ανδρέα Μήτσου; Αν κοι­τά­ξε­τε πίσω, τι μένει;
Μια εξαί­σια γυναί­κα, ως μυρω­διά. Ως αίσθη­ση. Κοι­τά­ζω συχνά μπρος-πίσω όταν περ­πα­τάω, βέβαιος πως ακούω τα βήμα­τά της. Καθί­στα­μαι βέβαια, τότε, γελοί­ος. Της δίνω άλλα ονό­μα­τα, πέρ­σι την ονό­μα­σα Αλε­ξάν­δρα, πήρε μεγα­λύ­τε­ρη φόρ­μα με το και­νούρ­γιο ομώ­νυ­μο μυθι­στό­ρη­μά μου (σημ: Η Αλε­ξάν­δρα). Χει­ρο­νο­μί­ες δηλα­δή θεα­τρι­κές, σαν τρα­γι­κός ηθο­ποιός πάνω στην σκη­νή, κάνει ο συγ­γρα­φέ­ας, πλά­θο­ντας μύθους και ήρω­ες. Ανα­κου­φί­ζε­ται μόνο στη σκέ­ψη, πως λίγοι  θεα­τές θα δουν την απελ­πι­σμέ­νη αυτή παρά­στα­σή του. Και αυτοί που θα μπο­ρέ­σουν να τη δουν, θα τον αγα­πή­σουν, θα τον κατα­λά­βουν και δεν θα τον παρε­ξη­γή­σουν, αφού παρό­μοια παρά­στα­ση δίνουν συχνά και οι ίδιοι.
Όταν δεν γρά­φε­τε, τι σας αρέ­σει να κάνετε; 
Να ξύνω μετά μανί­ας τα μολύ­βια μου και μετά να φυσώ βια­στι­κά πάνω στο γρα­φείο τα ξύσμα­τα. Και να γελώ όταν τελειώ­νω και βλέ­πω στον καθρέ­φτη το πρό­σω­πό μου μαυ­ρι­σμέ­νο, πασα­λει­μέ­νο, σαν Ινδιά­νο πολε­μι­στή. Τότε πλέ­νο­μαι με κρύο νερό μέχρι να καθα­ρί­σω. Και βγαί­νω αμέ­σως έξω από το σπί­τι πεντακάθαρος.