Εννέα χρό­νια μετά τον τρα­γι­κό θάνα­το του Έρνεστ Χέμιν­γου­εϊ, τα Νησιά της Καραϊ­βι­κής (μετά­φρα­ση: Αντώ­νης Καλο­κύ­ρης), δημο­σιεύ­τη­καν για πρώ­τη φορά, το 1970. Η περι­πε­τειώ­δης ιστο­ρία ενός τυχω­διώ­κτη, που φέρ­νει πολύ κοντά στο βιο­γρα­φι­κό προ­φίλ του Χέμιν­γου­εϊ, σε πλή­ρη δρά­ση. Τα μπαρ της Αβά­νας, η αντι­κα­τα­σκο­πεία, η ανε­ξί­τη­λη ανθρω­πο­γε­ω­γρα­φία των αυτο­ε­ξό­ρι­στων Ροβιν­σώ­νων του πολέ­μου, κάνουν την εμφά­νι­ση τους και γοη­τεύ­ουν. Εμείς από την μεριά μας πραγ­μα­το­ποιού­με ένα μακρο­βού­τι στην Ιστο­ρία, για να συνα­ντή­σου­με τον Έρνεστ Χέμιν­γου­εϊ στην έπαυ­λη «Φίν­κα Βίγια» της Αβά­νας. Οι συνή­θειες του στο νησί, οι έρω­τες του, η συνά­ντη­ση με τον Φιντέλ Κάστρο. Ένας άνθρω­πος που έγρα­ψε ότι έζη­σε στην κυριολεξία.

Αφή­νο­ντας τα αφρι­σμέ­να κύμα­τα πίσω στα τεί­χη της Μαλε­κόν, κατευ­θυ­νό­μα­στε νοτί­ως της παλιάς πόλης της Αβά­νας με τα εκα­το­ντά­δες στε­νά σοκά­κια. Βγαί­νο­ντας από τα όρια της κου­βα­νι­κής πρω­τεύ­ου­σας, η αρμύ­ρα της θάλασ­σας χάνε­ται για να αντι­κα­τα­στα­θεί από το καπνι­στό άρω­μα του τρο­πι­κού δάσους. Φτά­νου­με σ’ένα χωριό γεμά­το χαμό­σπι­τα, το Σαν Φραν­σί­σκο ντε Πάου­λα. Δέκα χιλιό­με­τρα μακριά από την Αβά­να. Στην έξο­δο του χωριού στρί­βου­με δεξιά και ανε­βαί­νου­με ένα ελι­κοει­δές δρο­μά­κι, που κατα­λή­γει σ’έναν κατά­φυ­το λόφο. Μπρο­στά μας ανοί­γε­ται σε όλη της την μεγα­λο­πρέ­πεια η «Φίν­κα Βίγια», το κατα­φύ­γιο του Έρνεστ Χέμιν­γου­εϊ για 22 χρό­νια. Το οποίο χτί­στη­κε το 1886 από τον Κατα­λα­νό αρχι­τέ­κτο­να Μιγκέλ Πασκουάλ ι Μπαγκέρ.

Οι χαρα­κτη­ρι­στι­κό­τε­ροι ήρω­ες του Χέμιν­γου­εϊ, ήταν ξένοι στον τόπο τους και πολε­μού­σαν σε άλλες πατρί­δες για τα ιδα­νι­κά τους. Ανα­φέ­ρου­με μερι­κά παρα­δείγ­μα­τα: Ο Ρόμπερτ Τζόρ­νταν από την Μοντά­να των Η.Π.Α συμ­με­τεί­χε με τους Ισπα­νούς παρ­τι­ζά­νους, στο Για ποιον χτυ­πά η καμπά­να (1940). Ο Φρέ­ντρικ Χέν­ρι ο τραυ­μα­τι­σμέ­νος αμε­ρι­κα­νός λιπο­τά­κτης του ιτα­λι­κού στρα­τού στο Απο­χαι­ρε­τι­σμός στα όπλα (1929). Ακό­μη και ο μονα­χι­κός Σαντιά­γο του Ο γέρος και η θάλασ­σα (1952), που ζού­σε σε μια κλει­στή κοι­νό­τη­τα ψαρά­δων στην βόρεια Κού­βα, είχε ισπα­νι­κή κατα­γω­γή. Ανα­λό­γως και ο Χέμιν­γου­εϊ από το Όουκ Παρκ του Ιλι­νόις, έζη­σε τη μισή του ζωή ως νομάς. Οι δυνα­μι­κοί, μονα­χι­κοί μυθι­στο­ρη­μα­τι­κοί ήρω­ες του, ανι­χνεύ­ο­νταν μέσα από το τρί­πτυ­χο: έρω­τας, πόλε­μος και σπορ. Ο διά­ση­μος συγ­γρα­φέ­ας βρή­κε εν αφθο­νία και τα τρία, στην Κού­βα. Ανα­κά­λυ­ψε τις χάρες του ψαρέ­μα­τος στο «απέ­ρα­ντο γαλά­ζιο ποτά­μι», έκα­νε έρω­τα με πολ­λές γυναί­κες και έγρα­ψε επτά βιβλία. «Μία αλη­θι­νή πρό­τα­ση τη φορά», κατά τη προ­σφι­λή του έκφρα­ση. Η «Φίν­κα Βίγια» του πρό­σφε­ρε πλή­ρη ελευ­θε­ρία κινή­σε­ων και κάλυ­ψη από τον έξω κόσμο, που τόσο χρειαζόταν.

Όταν ενη­με­ρώ­θη­κε πως κέρ­δι­σε το Νόμπελ Λογο­τε­χνί­ας του 1954, ο Χέμιν­γου­εϊ κάθι­σε στο ψάθι­νο χαλί του σαλο­νιού και δήλω­σε θριαμ­βευ­τι­κά στην μικρή παρέα που ήταν μαζε­μέ­νη: «Αυτό το Νόμπελ δεν ανή­κει σε μένα, αλλά στην Κού­βα. Τη χώρα που με βοή­θη­σε να εμπνευ­στώ και να γρά­ψω». Ο 85άχρονος Πάτρικ Χέμιν­γου­εϊ, τελευ­ταί­ος από τους τρεις γιους του Έρνεστ, σημεί­ω­νει στο ημε­ρο­λό­γιο του: «Πολ­λοί συγ­γρα­φείς όπως ο φίλος του Τζέιμς Τζό­υς, ζού­σαν μακριά από τις χώρες κατα­γω­γής τους, σε μέρη που τους πρό­σφε­ραν ένα ιδα­νι­κό συγ­γρα­φι­κό περι­βάλ­λον». Το 1939 σε ηλι­κία 40 χρό­νων, ο Χέμιν­γου­εϊ έφυ­γε από το σπί­τι και τον δεύ­τε­ρο γάμο του, για χάρη της διά­ση­μης πολε­μι­κής αντα­πο­κρί­τριας, Μάρ­θα Γκέλ­χορν. Η εγκα­τά­στα­ση στην Αβά­να ήταν άμε­ση. Ουσια­στι­κά η Γκέλ­χορν ήταν εκεί­νη που είχε δια­λέ­ξει την «Φίν­κα Βίγια», κάμ­πτο­ντας τις αρχι­κές αντιρ­ρή­σεις του Χέμιν­γου­εϊ. Στό­χος της ήταν ένα άνε­τος, αυτό­νο­μος χώρος, που παράλ­λη­λα θα κρα­τού­σε μακριά τον Χέμιν­γου­εϊ από τους… πει­ρα­σμούς. Λίγο πριν μετα­κο­μί­σουν ορι­στι­κά, το ζευ­γά­ρι έμε­νε για και­ρό στο ξενο­δο­χείο «Άμπος Μού­ντος», ένα κόσμη­μα μπα­ρόκ αρχι­τε­κτο­νι­κής στην παλιά Αβά­να. Εκεί γρά­φτη­κε το Για ποιον χτυ­πά η καμπά­να.

hemingway-writing

Σήμε­ρα καθέ­νας μπο­ρεί να επι­σκε­φτεί το σπί­τι. Θα δει τους χώρους, την γρα­φο­μη­χα­νή και τα μολύ­βια (νού­με­ρο 3) του Χέμιν­γου­εϊ, τα ποτά του, τους πίνα­κες των Μιρό, Πικάσ­σο. Γκρις (τα γνή­σια αντί­τυ­πα βρί­σκο­νται στην γενέ­τει­ρα του συγ­γρα­φέα, με προ­σω­πι­κή έγκρι­ση του Κάστρο), την συλ­λο­γή από αφρι­κα­νι­κά τοτέμ, όπως και τους γραμ­μέ­νους τοί­χους στις τουα­λέ­τες του σπι­τιού, όπου ο Χέμιν­γου­εϊ σημεί­ω­νε τις δια­κυ­μάν­σεις του βάρους και της πίε­σης του… Από το 2005 μια εξει­δι­κευ­μέ­νη ομά­δα αμε­ρι­κα­νών αρχι­τε­κτό­νων, πολι­τι­κών μηχα­νι­κών και δια­τη­ρη­τών έργων τέχνης, προ­σπα­θούν να δώσουν την αρχι­κή μορ­φή σ’αυτό το πανέ­μορ­φο οίκη­μα του 19ου αιώ­να. Δια­σώ­ζο­ντας επί­σης τα γρα­πτά του συγ­γρα­φέα. Μέχρι σήμε­ρα έχουν σωθεί περί τα 3.000 χειρόγραφα.

Παρό­τι ο συγ­γρα­φέ­ας είχε περά­σει το μεγα­λύ­τε­ρο μέρος της ζωής του στις κακου­χί­ες και σε αφι­λό­ξε­να εδά­φη, δεν έλε­γε όχι στην καλο­πέ­ρα­ση. Η «Φίν­κα Βίγια» είχε του­λά­χι­στον επτά άτο­μα υπη­ρε­τι­κό προ­σω­πι­κό, όπου μερι­μνού­σαν από τις προ­μή­θειες μέχρι την φιλο­ξε­νία των ανυ­πο­λό­γι­στων φίλων και γνω­στών του συγ­γρα­φέα. Μια από τις αγα­πη­μέ­νες του καθη­με­ρι­νές συνή­θειες εκτός σπι­τιού, ήταν η επί­σκε­ψη στο μπαρ «Ελ Φλο­ρι­ντί­τα», με την κόκ­κι­νη Κράι­σλερ. Το στρα­τη­γείο του, όπως το ονό­μα­ζε με τα «διπλά παγω­μέ­να ντά­κι­ρι». Χάρη σ’αυτό το μπαρ η φήμη του εξα­πλώ­θη­κε σε όλο το νησί. Εκεί προ­σπα­θού­σε να επου­λώ­σει τα βαριά του τραύ­μα­τα. Τόσο σε σωμα­τι­κό επί­πε­δο, όσο και σε ψυχο­λο­γι­κό. Είχε επι­βιώ­σει από δύο αερο­πο­ρι­κές συντρι­βές στην Αφρι­κή, είχε χωρί­σει με την Γκέλ­χορν και κάνο­ντας τον απο­λο­γι­σμό της ζωής του πάνω στη μπά­ρα του «Ελ Φλο­ρι­ντί­τα», δεν έμε­νε ποτέ ικα­νο­ποι­η­μέ­νος, μαρ­τυ­ρούν οι φήμες της επο­χής. Αφο­σιω­μέ­νη σύντρο­φος μέχρι τέλους, η καμω­μέ­νη από ξύλο καρυ­διάς βάρ­κα του, η «Πιλάρ».

Ο Χέμιν­γου­εϊ συνά­ντη­σε τον Κάστρο, για μια και μονα­δι­κή φορά το 1961, σ’έναν δια­γω­νι­σμό ψαρέ­μα­τος. Ο συγ­γρα­φέ­ας συνε­χά­ρη με ελα­φρά δόση ειρω­νεί­ας τον κομ­μου­νι­στή ηγέ­τη, για τις ικα­νό­τη­τες του στο ψάρε­μα. Ο Κάστρο εξο­μο­λο­γή­θη­κε πως διά­βα­ζε μετά μανί­ας το Για ποιον χτυ­πά η καμπά­να, όταν σχε­δί­α­ζε την γενι­κευ­μέ­νη επί­θε­ση κατά των κυβερ­νη­τι­κών στρα­τευ­μά­των στα βου­νά της «Σιέ­ρα Μαέ­στρα». Η συζή­τη­ση πάντως, δεν πήγε μακριά. Ανά­με­σα στους δύο άντρες, υπήρ­χε μια ευγε­νής από­στα­ση. Όταν οι διμε­ρείς σχέ­σεις Η.Π.Α και Κού­βας χει­ρο­τέ­ρευαν, πολ­λοί αμε­ρι­κα­να­νοί αξιω­μα­τού­χοι συμ­βού­λευ­σαν τον Χέμιν­γου­εϊ να εγκα­τα­λεί­ψει το νησί, για­τί αλλιώς θα «ανα­γκα­στούν» να τον κατη­γο­ρή­σουν ως υπο­στη­ρι­κτή του καθε­στώ­τος. Ο γιος του, Πάτρικ Χέμιν­γου­εϊ λέει περί αυτού: «Είναι αλή­θεια, τον πίε­ζαν πολύ. Ο πατέ­ρας μου έβλε­πε με συμπά­θεια την επα­νά­στα­ση στη Κού­βα. Όσον αφο­ρά όμως τον Κάστρο προ­σω­πι­κά, ήταν καχύ­πο­πτος. Δεν τον συμπα­θού­σε πολύ. Όταν τελι­κά έφυ­γε από την Κού­βα, είπε ότι δεν θα γύρι­ζε πίσω ποτέ. Αυτή η από­φα­ση, του προ­κά­λε­σε βαθιά κατά­θλι­ψη». Οι μελε­τη­τές του ισχυ­ρί­ζο­νται πως η αυτο­κτο­νία στο Αϊντα­χο, εν πολ­λοίς οφεί­λε­ται και στην απο­μά­κρυν­ση του από την «Φίν­κα Βίγια». Η κλη­ρο­νο­μιά του Έρνεστ Χέμιν­γου­εϊ στην Κού­βα, καλά κρα­τεί στις μέρες μας. Μάλι­στα έχει περά­σει και στους νεό­τε­ρους, που θέλουν να μάθουν τα πάντα για τον «Πάπα Ερνέ­στο». Ένα πρό­σω­πο, ένας συγ­γρα­φέ­ας που κατά­φε­ρε μόνος του να σπά­σει προ­κα­τα­λή­ψεις δεκα­ε­τιών. Δεν το λες και λίγο

πηγή: The Wall Street Journal

από­δο­ση: Ν.Κ

karaiviki-kastan