«ΣΧΕΤΙΚΑ με το γρά­ψι­μο: σκε­φτό­μουν συχνά ότι κανο­νι­κά δεν είχα το δικαί­ω­μα να δια­βά­ζω βιβλία. Κοι­τού­σα γύρω μου, τι έκα­νε ο κόσμος, σε πόσο φρι­κτή κατά­στα­ση βρι­σκό­ταν. Δού­λε­ψα σε μια φάμπρι­κα για λίγο και­ρό, μέχρι που με διώ­ξα­νε. Εκεί­νη η φάμπρι­κα ήταν σκέ­το ερεί­πιο. Δεν υπήρ­χε καν παρα­γω­γή, οι μηχα­νές ήταν πανάρ­χαιες, χαλα­σμέ­νες, δεν υπήρ­χε θέρ­μαν­ση, τα παρά­θυ­ρα δεν είχαν τζά­μια, τον χει­μώ­να είχε παγω­νιά μέσα στον χώρο παρα­γω­γής, ο κόσμος έπι­νε σνα­πς για πρω­ι­νό για να μην πεθά­νει από το κρύο. Και καθη­με­ρι­νός και συνε­χής έλεγ­χος. Έλεγ­χος και συνε­δριά­σεις. Έκα­ναν τον κόσμο κου­ρέ­λι, είτε ήσουν εργά­της, είτε για­τρός. Για ποια λογο­τε­χνία λοι­πόν να μιλή­σου­με; Το θέμα, στη Ρου­μα­νία, ήταν η επι­βί­ω­ση ενός ολό­κλη­ρου λαού…»

Με τη Χέρ­τα Μύλερ στο «Σπί­τι της λογο­τε­χνί­ας» του δυτι­κού Βερο­λί­νου (φωτό: Δημή­τρης Κορ­δε­λάς)

Την κυνη­γού­σα για μια συνέ­ντευ­ξη τρία χρό­νια. Από τον και­ρό που μας την έκα­νε γνω­στή εκεί­νο το Νόμπελ που ξάφ­νια­σε τους περισ­σό­τε­ρους, όλους όσοι δεν την είχαν δια­βά­σει ποτέ, ούτε ήξε­ραν την προ­σω­πι­κή της ιστο­ρία. Μια επί­μο­νη αλλη­λο­γρα­φία με τον εκδο­τι­κό της οίκο που κάθε τόσο ανα­ζω­πυ­ρω­νό­ταν, κι ύστε­ρα στα­μα­τού­σε, κι ύστε­ρα ξανάρ­χι­ζε. Δεν έλε­γε ποτέ όχι, δεν έλε­γε όμως ούτε το ναι.

Κάποια στιγ­μή απο­φά­σι­σα να πιέ­σω λίγο περισ­σό­τε­ρο την κατά­στα­ση, δια­κιν­δυ­νεύ­ο­ντας ακό­μα και μια αρνη­τι­κή απά­ντη­ση. Το ηλε­κτρο­νι­κό μήνυ­μα που μου έστει­λε η ίδια αυτή τη φορά, κινιό­ταν και πάλι στην ασα­φή ζώνη μετα­ξύ του όχι και του ναι. Έγρα­φε: «Αγα­πη­τέ Α.Χ. Σας ευχα­ρι­στώ για την πρό­τα­σή σας, αλλά προς το παρόν δεν αισθά­νο­μαι ότι είμαι σε θέση να δώσω συνέ­ντευ­ξη. Δεν μπο­ρώ καν να σκε­φτώ ότι θα καθί­σω μια ολό­κλη­ρη ώρα μπρο­στά σε μια κάμε­ρα. Μου είναι αδύ­να­το να βγά­λω από το μυα­λό μου την αίσθη­ση της ανά­κρι­σης. Από την άλλη, πολύ ευχα­ρί­στως θα δεχό­μουν να βοη­θή­σω και εσάς και τον εκδο­τι­κό οίκο. Πόσο μάλ­λον αφού ακούω από πολ­λές πλευ­ρές πόσο καλός εκδο­τι­κός οίκος είναι. Και μπο­ρώ να κατα­νο­ή­σω ότι η οικο­νο­μι­κή και κοι­νω­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της Ελλά­δας αφή­νει βαθιά τα σημά­δια της. Γι’ αυτόν τον λόγο αφή­νω ανοι­χτό το ενδε­χό­με­νο μιας συνέ­ντευ­ξης στο άμε­σο μέλ­λον».

Δεν έχα­σα την ευκαι­ρία. Της απα­ντώ πως κατα­λα­βαί­νω πολύ καλά τα αισθή­μα­τά της, πως μπο­ρώ να φαντα­στώ ότι μια δημο­σιο­γρα­φι­κή «ανά­κρι­ση» μπρο­στά σε ένα άγνω­στο πρό­σω­πο, με τους προ­βο­λείς να στέλ­νουν το έντο­νο φως τους πάνω της, και με ένα μικρό­φω­νο στο τρα­πέ­ζι, δεν είναι ό,τι καλύ­τε­ρο για έναν άνθρω­πο που πέρα­σε πολ­λές φορές από τα ανα­κρι­τι­κά γρα­φεία ενός δικτα­το­ρι­κού καθε­στώ­τος. Και μπο­ρώ να το κατα­λά­βω, της έγρα­ψα, διό­τι μεγά­λω­σα κι εγώ σε μια δικτα­το­ρία, και μικρό παι­δί ακό­μη ανα­γκα­ζό­μουν να πηγαί­νω κάθε τόσο στην ασφά­λεια και να δέχο­μαι τις «νου­θε­σί­ες» των αστυ­νο­μι­κών διευ­θυ­ντών που δεν «κατα­λά­βαι­ναν» πώς και ο πατέ­ρας μου, τότε κρα­τού­με­νος στη Γυά­ρο και στη Λέρο, δεν υπο­γρά­φει μια δήλω­ση μετα­νοί­ας για να επι­στρέ­ψει στο σπί­τι του και στα παι­διά του που τόσο τον έχουν ανά­γκη…

Προ­χώ­ρη­σα ακό­μα περισ­σό­τε­ρο. Της πρό­τει­να να περι­μέ­νου­με την επό­με­νη άνοι­ξη, όταν θα έλιω­ναν τα χιό­νια στο Βερο­λί­νο και θα μπο­ρού­σα­με να πάμε σε ένα πάρ­κο, να καθί­σου­με σε ένα παγκά­κι και να κάνου­με την κου­βε­ντού­λα μας χωρίς προ­βο­λείς και μικρό­φω­να, μόνο με τις «ψεί­ρες» στους για­κά­δες μας και με την κάμε­ρα κρυμ­μέ­νη πίσω από ένα δέν­δρο, εκα­τό μέτρα μακριά, ώστε να μην τη βλέ­που­με.

Λίγο και­ρό μετά ήρθε η απά­ντη­σή της. Δεχό­ταν να δώσει συνέ­ντευ­ξη όπως από την αρχή της είχα ζητή­σει, δηλα­δή γύρω από ένα τρα­πέ­ζι, με προ­βο­λείς, μικρό­φω­νο και διερ­μη­νέα. Ξεκα­θά­ρι­ζε ότι δεν ήθε­λε να πάμε στο σπί­τι της αλλά σε ένα πανέ­μορ­φο κτί­ριο των αρχών του 20ού αιώ­να, στο οποίο στε­γά­ζε­ται ένα είδος πολι­τι­στι­κής λέσχης. Ο μόνος όρος που έβα­ζε ήταν η κου­βέ­ντα μας να μην ξεπερ­νού­σε τη μία ώρα, όρος που κι αυτός δεν τηρή­θη­κε, αφού ο χρό­νος της συνέ­ντευ­ξης στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα διπλα­σιά­στη­κε.

Όταν την είδα να φτά­νει ντυ­μέ­νη στα μαύ­ρα, με τα χέρια της να τρέ­μουν ελα­φρά και τα μεγά­λα, έντο­να βαμ­μέ­να, μάτια της να με κοι­τά­ζουν λίγο με περιέρ­γεια και λίγο με αγω­νία, κατά­λα­βα ότι ήταν ταραγ­μέ­νη όσο κι εγώ, ίσως περισ­σό­τε­ρο από μένα. Και συνει­δη­το­ποί­η­σα αμέ­σως ότι η γυναί­κα αυτή, από τους μεγα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φείς της επο­χής μας, της οποί­ας το έργο δεν θυμί­ζει το έργο κανε­νός άλλου, βρι­σκό­ταν εκεί μπρο­στά μου, κι ότι η παρου­σία της ήταν κάτι σαν δώρο, το δώρο σε έναν συνο­μή­λι­κό της που ερχό­ταν από μια δοκι­μα­ζό­με­νη χώρα και τύχαι­νε να φρο­ντί­ζει την έκδο­ση των βιβλί­ων της στη γλώσ­σα του. Το βλέμ­μα της ακου­μπού­σε πάνω μου, ύστε­ρα έφευ­γε, ξανα­γυρ­νού­σε, έφευ­γε πάλι, σαν να ήθε­λε να βεβαιω­θεί πως είχε πάρει τη σωστή από­φα­ση να κατα­στρα­τη­γή­σει τις αρχές της και να ανοί­ξει την καρ­διά της μπρο­στά σε μια ψυχρή τηλε­ο­πτι­κή κάμε­ρα.

Είχα απο­στη­θί­σει μια ευγε­νι­κή φρά­ση στα γερ­μα­νι­κά που έλε­γε πόσο χαι­ρό­μουν για τη γνω­ρι­μία – έτσι για να σπά­σει ο πάγος. Μια φρά­ση ήταν μόνο αλλά τα μπέρ­δε­ψα, την είπα ανά­πο­δα, πήγα να τη διορ­θώ­σω, τα έχα­σα χει­ρό­τε­ρα, εκεί­νη χαμο­γέ­λα­σε, μάλ­λον της άρε­σε που ήμουν κι εγώ αμή­χα­νος, αλλά προ­σπά­θη­σε να μην το δεί­ξει, πάω να κάνω ένα τσι­γά­ρο πριν αρχί­σου­με, είπε, και βγή­κε στον κήπο.

Τελι­κά θα ήταν μια από τις ωραιό­τε­ρες κου­βέ­ντες που είχα με συγ­γρα­φέα στη ζωή μου.

Αγα­πη­τή Χέρ­τα Μύλερ,

Δεί­ξα­τε μεγά­λο θάρ­ρος και αντι­στα­θή­κα­τε στην κατα­πί­ε­ση και την τρο­μο­κρα­τία των πολι­τι­κών. Για το καλ­λι­τε­χνι­κό περιε­χό­με­νο αυτής της αντί­στα­σης σας απο­νέ­με­ται αυτό το βρα­βείο. Το έργο σας είναι ένας αγώ­νας που συνε­χί­ζε­ται –και οφεί­λει να συνε­χι­στεί–, ένα είδος εξο­ρί­ας δίχως επι­στρο­φή. Και παρό­τι είπα­τε ότι διδα­χτή­κα­τε τη συγ­γρα­φή από τη σιω­πή και την απο­σιώ­πη­ση, μας χαρί­σα­τε λέξεις που μας συγκι­νούν, άμε­σα και βαθύ­τα­τα. Με τη σιω­πή. Για τη σιω­πή. Επι­τρέψ­τε μου να εκφρά­σω τα θερ­μό­τα­τα συγ­χα­ρη­τή­ρια εκ μέρους της Σου­η­δι­κής Ακα­δη­μί­ας και σας προ­σκα­λώ να δεχτεί­τε το Βρα­βείο Νόμπελ Λογο­τε­χνί­ας από τα χέρια της Α.Ε. του βασι­λέ­ως.

(Το σκε­πτι­κό με το οποίο η Χέρ­τα Μύλερ πέρα­σε στο χρυ­σό βιβλίο της Ιστο­ρί­ας της λογο­τε­χνί­ας.)

«Στην πόλη, στο γυμνά­σιο, πήγα παρά την αντί­δρα­ση της μάνας μου. Εκεί­νη ήθε­λε να γίνω μοδί­στρα, να μεί­νω στο χωριό. Ήξε­ρε ότι η πόλη θα με δια­φθεί­ρει. Και με διέ­φθει­ρε. Άρχι­σα να δια­βά­ζω βιβλία. Όλο και περισ­σό­τε­ρο είχα την εντύ­πω­ση ότι το χωριό ήταν ένα κου­τί μέσα στο οποίο γεν­νιέ­σαι, παντρεύ­ε­σαι και πεθαί­νεις. Όλοι οι χωρια­νοί ζού­σαν σε μια περα­σμέ­νη επο­χή. Γεν­νιό­ντου­σαν ήδη γέροι. Αν θέλεις να ξανα­γί­νεις νέα, πρέ­πει να εγκα­τα­λεί­ψεις το χωριό: έτσι σκε­φτό­μουν. Στο χωριό έσκυ­βαν όλοι το κεφά­λι στην εξου­σία, αλλά και μετα­ξύ τους, ο ένας κατα­σκό­πευε τον άλλο, μέχρι αυτο­κα­τα­στρο­φής.

»Το χωριό βρί­σκε­ται στην επαρ­χία Μπα­νάτ, στα σύνο­ρα άλλο­τε με την Ουγ­γα­ρία, σήμε­ρα με τη Σερ­βία. Στο Μπα­νάτ, όπως και στην Τραν­συλ­βα­νία, ζού­σαν, ήδη από τον και­ρό της αστρο­ουγ­γρι­κής αυτο­κρα­το­ρί­ας, μεγά­λες γερ­μα­νι­κές μειο­νό­τη­τες. Η περιο­χή μας στην αρχή ανή­κε στην Αυστρο­ουγ­γα­ρία, μετά στην Ουγ­γα­ρία, οι παπ­πού­δες μου μιλού­σαν μόνο γερ­μα­νι­κά. Ο παπ­πούς μου, που ήταν έμπο­ρος σιτη­ρών και αποι­κια­κών και πήγαι­νε συχνά στη Βιέν­νη ή τη Βου­δα­πέ­στη για δου­λειές, μιλού­σε και λίγα ουγ­γρι­κά. Μετά τον Β΄ παγκό­σμιο πόλε­μο η περιο­χή περι­ήλ­θε στη Ρου­μα­νία και ξαφ­νι­κά οι κάτοι­κοι βρέ­θη­καν να ζουν σε μια άλλη χώρα. Κι όταν, το ’45, ήρθε ο κομου­νι­σμός, η περιου­σία του παπ­πού μου απαλ­λο­τριώ­θη­κε, και από τη μια μέρα στην άλλη έμει­νε φτω­χός. Το κρά­τος τούς πήρε τα πάντα, κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που δεν αγά­πη­σαν ποτέ ιδιαί­τε­ρα τη νέα τους πατρί­δα – γι’ αυτό και δεν έμα­θαν ποτέ τους ρου­μά­νι­κα. Αλλά και οι γονείς μου μιλού­σαν άσχη­μα τα ρου­μά­νι­κα, η μητέ­ρα μου δεν έμα­θε ποτέ της σωστά τη γλώσ­σα, δού­λευε στα χωρά­φια και δεν βγή­κε σχε­δόν ποτέ από το χωριό. Στο χωριό δεν υπήρ­χαν Ρου­μά­νοι, εκτός από τον αστυ­νό­μο και τον για­τρό. Και κανείς δεν ήθε­λε να έχει σχέ­σεις μαζί τους, κανείς δεν τους μιλού­σε αν δεν ήταν σοβα­ρή ανά­γκη. Ούτε και στο σχο­λείο έμα­θα τη γλώσ­σα, αφού, εκτός από μερι­κά μαθή­μα­τα που γίνο­νταν στα ρου­μά­νι­κα, μιλού­σα­με κι εκεί γερ­μα­νι­κά. Έτσι, όταν στα δεκα­πέ­ντε μου πήγα στην πόλη για να φοι­τή­σω στο λύκειο, ουσια­στι­κά μιλού­σα κάκι­στα τη γλώσ­σα.

»Ο επί­ση­μος όρος στη Ρου­μα­νία για να χαρα­κτη­ρί­σουν ανθρώ­πους σαν κι εμάς ήταν “συγκα­τοι­κού­σες εθνό­τη­τες”: μας επέ­τρε­παν δηλα­δή να ζού­με κι εμείς εκεί, μαζί τους. Ο όρος από μόνος του σε πλη­γώ­νει, ο κόσμος οργι­ζό­ταν, αφού ζού­σαν σε εκεί­να τα μέρη πριν ακό­μα καθί­σει στο σβέρ­κο τους η Ρου­μα­νία. Με άλλα λόγια η σχέ­ση τους με το ρου­μά­νι­κο κρά­τος ήταν από την αρχή προ­βλη­μα­τι­κή. Ουσια­στι­κά δεν υπήρ­χε σχέ­ση.

»Νομί­ζω ότι μια μεγά­λη τομή σε αυτές τις σχέ­σεις ήταν ο εθνι­κο­σο­σια­λι­σμός. Η Ρου­μα­νία του Αντο­νέ­σκου ήταν φασι­στι­κή, στο πλευ­ρό του Χίτλερ, ο ρου­μα­νι­κός στρα­τός πολέ­μη­σε με τους Γερ­μα­νούς στο Στά­λιν­γκραντ, και οι περισ­σό­τε­ροι Γερ­μα­νό­φω­νοι της χώρας πήγαν στη Βέρ­μαχτ ή στα Ες-Ες. Όταν εισέ­βα­λε η Σοβιε­τι­κή Ένω­ση, η Ρου­μα­νία ανα­γκά­στη­κε να αλλά­ξει στρα­τό­πε­δο τις τελευ­ταί­ες μέρες του πολέ­μου. Αργό­τε­ρα, η Ρου­μα­νία πλα­στο­γρά­φη­σε την ιστο­ρία της, από το ’45 και ύστε­ρα κανέ­να σχο­λι­κό βιβλίο και κανείς άλλος δεν μιλού­σε για την επο­χή Αντο­νέ­σκου, η Ρου­μα­νία προ­σποιού­νταν ότι ήταν πάντο­τε στο πλευ­ρό των συμ­μά­χων. Έρι­ξαν λοι­πόν όλες τις ευθύ­νες στις μειο­νό­τη­τες· κι αυτό πλή­γω­σε τη μειο­νό­τη­τα, για­τί οι Ρου­μά­νοι όχι μόνο δεν ήταν ειλι­κρι­νείς με την ιστο­ρία τους, αλλά και συκο­φά­ντη­σαν τους άλλους. Κι ύστε­ρα ήρθαν οι κυρώ­σεις, τα στρα­τό­πε­δα εργα­σί­ας στη Σοβιε­τι­κή Ένω­ση, όπως το περι­γρά­φω στο βιβλίο μου Ο άγγε­λος της πεί­νας, οι διωγ­μοί. Η γερ­μα­νι­κή μειο­νό­τη­τα ήταν και πάλι η μονα­δι­κή που χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε για τα κατα­να­γκα­στι­κά μέτρα ανοι­κο­δό­μη­σης, αν και οι Ρου­μά­νοι ήταν εξί­σου ανα­με­μειγ­μέ­νοι στις κατα­στρο­φές που υπέ­στη­σαν οι Σοβιε­τι­κοί. Ο πατέ­ρας μου, που στον πόλε­μο ήταν στα Ες-Ες, συνε­λή­φθη αμέ­σως μόλις επέ­στρε­ψε στο χωριό. Η μητέ­ρα μου, που δεν ήταν στον πόλε­μο, πιά­στη­κε και έμει­νε έγκλει­στη πέντε χρό­νια σε στρα­τό­πε­δο εργα­σί­ας στην Ουκρα­νία. Δεν υπήρ­χε ούτε ένας στρα­τιώ­της ανά­με­σα στους αιχ­μα­λώ­τους, πήραν μόνο αθώ­ους πολί­τες. Γυναί­κες, γέρους, παι­διά, όσοι ήταν υπερ­βο­λι­κά νέοι ή γέροι για τον πόλε­μο.

»Η σχέ­ση λοι­πόν με τους Ρου­μά­νους και την κοι­νό­τη­τα ήταν περί­πλο­κη, και για μένα την ίδια. Συνει­δη­το­ποί­η­σα από νωρίς πόσο μπλεγ­μέ­νη ήταν σε εκεί­νο το έγκλη­μα η μειο­νό­τη­τα από την οποία κατά­γο­μαι, αλλά και ο πατέ­ρας μου και ολό­κλη­ρη η γενιά του. Από το πρώ­το μου βιβλίο κιό­λας, Γού­βες, περιέ­γρα­ψα την εμπλο­κή της μειο­νό­τη­τας, τον οπορ­του­νι­σμό τους. Έπει­τα από αυτό το βιβλίο η κοι­νό­τη­τα του χωριού με απέ­κλει­σε, με απο­κή­ρυ­ξε, δεν τολ­μού­σα πια να πάω στο χωριό, ο κόσμος μού επι­τί­θε­το, με έφτυ­νε, έλε­γαν ότι τους είχα εκθέ­σει, ότι τους είχα συκο­φα­ντή­σει. Το γεγο­νός ότι οι Ρου­μά­νοι δεν είχαν επε­ξερ­γα­στεί το δικό τους μερί­διο στην Ιστο­ρία, δεν σήμαι­νε ότι εγώ δεν θα έπρε­πε να κάνω αυτό που θεω­ρού­σα σωστό για τη δική μου μειο­νό­τη­τα, και να κατη­γο­ρή­σω τον πατέ­ρα μου για το ότι συμ­με­τεί­χε στα εγκλή­μα­τα και ότι ποτέ του δεν τα κατα­δί­κα­σε, έστω και εκ των υστέ­ρων. Σύμ­φω­νοι, ίσως δεν είχε την απα­ραί­τη­τη μόρ­φω­ση, ήταν ένας απλός αγρό­της, υπάρ­χουν όμως στά­σεις ζωής, για τις οποί­ες δεν χρειά­ζε­ται να είσαι ιδιαί­τε­ρα δια­βα­σμέ­νος για να τις ακο­λου­θή­σεις, αρκεί να σκέ­φτε­σαι.

»Δεν γινό­ταν λοι­πόν να ξανα­πάω στο χωριό, επει­δή με απει­λού­σαν. Η μητέ­ρα μου ήρθε κάπο­τε κλαί­γο­ντας στην πόλη και μου είπε πόσο άσχη­μα της φέρε­ται ο κόσμος στο χωριό επει­δή είχα γρά­ψει εκεί­νο το βιβλίο. Στα χωρά­φια, για παρά­δειγ­μα, σε εκεί­να τα απέ­ρα­ντα σοσια­λι­στι­κά χωρά­φια όπου μάζευαν καλα­μπό­κι, κανείς δεν δεχό­ταν να δου­λέ­ψει μαζί της. Και ο παπ­πούς μου, που τότε ήταν σχε­δόν ενε­νή­ντα χρο­νών, έλε­γε ότι ο κου­ρέ­ας δεν τον ξύρι­ζε πια εξαι­τί­ας εκεί­νου του βιβλί­ου. Οι γονείς μου και οι παπ­πού­δες μου λοι­πόν υπέ­φε­ραν και η μητέ­ρα μου ήρθε στην πόλη σαν χαμέ­νη, λέγο­ντας: “Μα δεν μπο­ρείς να γρά­ψεις για κάτι άλλο; Εσύ δεν είσαι ανα­γκα­σμέ­νη να ζεις εκεί, εγώ όμως υπο­φέ­ρω.”».

Παρα­τασ­σό­μα­σταν σε ζευ­γά­ρια – τι έκφρα­ση γι’ αυτά τα πέντε εξα­θλιω­μέ­να συντάγ­μα­τα από γουρ­λω­μέ­να μάτια, μεγά­λες μύτες, βαθου­λω­μέ­να μάγου­λα. Οι κοι­λιές και τα πόδια είχαν φου­σκώ­σει από το νερό, που προ­κα­λού­σε δυστρο­φία. Είτε είχε παγω­νιά είτε αβά­στα­χτη ζέστη, βρά­δια ολό­κλη­ρα περ­νού­σαν σε στά­ση προ­σο­χής. Μονά­χα οι ψεί­ρες μπο­ρού­σαν να κινού­νται πάνω μας. Στις ατέ­λειω­τες κατα­με­τρή­σεις μπο­ρού­σαν να χορ­τά­σουν αίμα και να παρε­λαύ­νουν στην άθλια σάρ­κα μας, να περ­πα­τά­νε πάνω μας ώρες ολό­κλη­ρες, από το κεφά­λι μέχρι το εφή­βαιο. Συνή­θως οι ψεί­ρες χόρ­ται­ναν αίμα και έπε­φταν για ύπνο μέσα στις ραφές της βαμ­βα­κε­ρής στο­λής μας, κι εμείς εξα­κο­λου­θού­σα­με να στέ­κου­με προ­σο­χή. Ο διοι­κη­τής του στρα­το­πέ­δου, ο Σιστ­βαν­γιό­νοφ, εξα­κο­λου­θού­σε να ουρ­λιά­ζει. Το μικρό του όνο­μα δεν το ξέρα­με. Λεγό­ταν απλώς σύντρο­φος Σιστ­βαν­γιό­νοφ. Ένα όνο­μα αρκε­τά μεγά­λο, ώστε να τραυ­λί­ζει κανείς από τον φόβο του όταν το ξεστό­μι­ζε. Με το όνο­μα σύντρο­φος Σιστ­βαν­γιό­νοφ, μου ερχό­ταν πάντο­τε στο νου το βού­ι­σμα της ατμά­μα­ξας που μας εκτό­πι­σε. Και η λευ­κή εσο­χή στην εκκλη­σία, στην πατρί­δα, Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΘΕΤΕΙ ΣΕ ΚΙΝΗΣΗ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ. Ίσως να έπρε­πε να στέ­κου­με για ώρες προ­σο­χή μπρο­στά σε αυτή τη λευ­κή εσο­χή. Όταν η σάρ­κα εξα­φα­νι­στεί από το σώμα σου, τότε το να κου­βα­λάς τα κόκα­λα σε βαραί­νει, σε τρα­βά­ει μέσα στη γη.

Στο προ­σκλη­τή­ριο έκα­να εξά­σκη­ση, ώστε να ξεχνιέ­μαι όταν στε­κό­μα­στε προ­σο­χή και να μην ξεχω­ρί­ζω την εισπνοή από την εκπνοή. Και να στρέ­φω το βλέμ­μα προς τα πάνω χωρίς να σηκώ­νω το κεφά­λι. Και να ανα­ζη­τώ την άκρη κάποιου σύν­νε­φου στον ουρα­νό, απ’ όπου να μπο­ρεί να κρε­μά­σει κανείς τα κόκα­λά του.

Aπό το μυθι­στό­ρη­μα Ο άγγε­λος της πεί­νας, σ. 25.

«Όχι, ποτέ δεν πέρα­σε από το μυα­λό μου κάτι τέτοιο. Νομί­ζω ότι το ύφος που δια­λέ­γει ο καθέ­νας για να γρά­ψει, έχει να κάνει με την ψυχο­σύν­θε­σή του. Αν υπο­θέ­σου­με ότι η γρα­φή μου έχει κάτι το ποι­η­τι­κό, δεν ήταν κάτι που διά­λε­ξα προ­σπα­θώ­ντας να μπερ­δέ­ψω τη λογο­κρι­σία. Από όταν άρχι­σα να δια­βά­ζω βιβλία, η ποι­η­τι­κή γλώσ­σα ήταν αυτή που με άγγι­ζε. Μου άρε­σε να δια­βά­ζω ποί­η­ση, με βοη­θού­σε κατά κάποιον τρό­πο να αντι­με­τω­πί­ζω την καθη­με­ρι­νό­τη­τα. Όταν για παρά­δειγ­μα με καλού­σαν για ανα­κρί­σεις στη μυστι­κή αστυ­νο­μία, έφερ­να διαρ­κώς ποι­ή­μα­τα στο μυα­λό μου. Δεν μπο­ρώ να προ­σεύ­χο­μαι, δεν πιστεύω στον Θεό. Πιστεύω όμως ότι τα ποι­ή­μα­τα είναι κάτι σαν αντι­στάθ­μι­σμα, ένα υπο­κα­τά­στα­το, είναι ίσως οι προ­σευ­χές εκεί­νων που δεν πιστεύ­ουν στον Θεό. Συχνά, όταν οι ανα­κρί­σεις γίνο­νταν αβά­στα­χτες, έλε­γα μέσα μου ποι­ή­μα­τα για να προ­στα­τέ­ψω τον εαυ­τό μου.

»Το κόλ­πο να γρά­ψεις κάτι περί­πλο­κο για να μην το κατα­λά­βει η λογο­κρι­σία, νομί­ζω ότι, σε τελευ­ταία ανά­λυ­ση, δεν λει­τουρ­γεί. Η γλώσ­σα έχει ανά­γκη από μια άλλου είδους ελευ­θε­ρία, μια εσω­τε­ρι­κή ελευ­θε­ρία, που σου είναι απα­ραί­τη­τη επει­δή δεν μπο­ρείς να κάνεις δια­φο­ρε­τι­κά, όχι επει­δή είσαι ανα­γκα­σμέ­νος.

»Νομί­ζω ότι η μισή λογο­τε­χνία σε ολό­κλη­ρο τον κόσμο είναι αυτό που ονο­μά­ζου­με αυτο­βιο­γρα­φι­κή, με τη στε­νή ή την ευρεία έννοια. Νομί­ζω ότι σε συγ­γρα­φείς που έχουν ζήσει σε ολο­κλη­ρω­τι­κά καθε­στώ­τα και έχει κιν­δυ­νέ­ψει η ζωή τους, συμ­βαί­νει συχνό­τε­ρα να αυτο­βιο­γρα­φού­νται. Αν ζεις νιώ­θο­ντας περι­κυ­κλω­μέ­νος, αν φοβά­σαι για τη ζωή σου επει­δή σε απει­λεί κάποιο καθε­στώς, για τι άλλο να γρά­ψεις; Εμέ­να του­λά­χι­στον δεν μου έμε­νε άλλο περι­θώ­ριο, έγρα­φα για να βοη­θή­σω τον εαυ­τό μου, για να προ­σπα­θή­σω να ζήσω. Πώς μπο­ρείς να ζήσεις; Αυτό ανα­ρω­τιό­μουν συχνά. Δεν είχα απά­ντη­ση. Ούτε και σήμε­ρα μπο­ρώ να δώσω μια απά­ντη­ση. Όταν όμως γρά­φεις, έχεις του­λά­χι­στον την εντύ­πω­ση πως σου δίνε­ται η δυνα­τό­τη­τα να πεις ότι δεν δια­θέ­τεις απα­ντή­σεις.

»Το θέμα που έχεις δια­λέ­ξει μπο­ρεί να είναι καλό ή κακό. Σημα­σία έχει πώς το δια­μορ­φώ­νεις γλωσ­σι­κά. Ευτυ­χώς, η ζωή δεν περι­μέ­νει να την κατα­γρά­ψεις. Και όταν το κάνεις, πρέ­πει να δια­λύ­σεις ό,τι έχεις βιώ­σει εις τα εξ ων συνε­τέ­θη, να το απο­συ­ναρ­μο­λο­γή­σεις πλή­ρως, και τον πρώ­το λόγο να τον έχει η γλώσ­σα. Η γλώσ­σα έχει τη δική της λογι­κή, τους δικούς της κανό­νες. Αλλά­ζει τις ισορ­ρο­πί­ες. Το ίδιο το βλέμ­μα σου αλλά­ζει, με τη γλώσ­σα.

»Η γλώσ­σα είναι ένα εργα­λείο. Από μόνη της δεν μπο­ρεί να κάνει τίπο­τα. Εγώ είμαι εκεί­νη που τη δαμά­ζω και βάζω τις λέξεις εδώ ή εκεί. Και υπάρ­χουν πολ­λοί που λένε ότι από την επο­χή των κομπιού­τερ αλλά­ξα­νε τα πράγ­μα­τα, ότι τα κομπιού­τερ σε παρα­σύ­ρουν, γι’ αυτό και τα βιβλία βγαί­νουν μεγα­λύ­τε­ρα. Αυτό, εγώ, δεν το κατα­λα­βαί­νω. Χαί­ρο­μαι αν τελειώ­σω τις λίγες εκα­το­ντά­δες σελί­δες μου, περισ­σό­τε­ρες δεν μου βγαί­νουν. Αν βγουν παρα­πά­νω, τότε κατα­λα­βαί­νω ότι κάτι δεν πάει καλά και τις πετάω. Υπάρ­χουν πολ­λοί που λένε ότι δεν μπο­ρούν να πετά­ξουν πράγ­μα­τα που έχουν γρά­ψει. Για μένα δεν υπάρ­χει ομορ­φό­τε­ρο πράγ­μα από το να πετάς, όταν βλέ­πεις ότι κάτι είναι περιτ­τό. Δεν νομί­ζω λοι­πόν ότι η γλώσ­σα είναι ανε­ξάρ­τη­τη. Είναι σημα­ντι­κή, αλλά δεν είναι αυτο­δύ­να­μη. Τι είναι η γλώσ­σα; Δεν είναι παρά αυτό που φτιά­χνου­με εμείς οι ίδιοι. Στις δικτα­το­ρί­ες το βλέ­που­με καθα­ρά: η γλώσ­σα μπο­ρεί να κάνει τα πάντα, να σε σώσει, να σε πλη­γώ­σει, μπο­ρεί να σώσει ζωές, μέχρι και να σκο­τώ­σει. Εξαρ­τά­ται από τον τρό­πο που τη χρη­σι­μο­ποιού­με».

Ο τοί­χος έστε­κε πυρο­βο­λη­μέ­νος και άδειος.

Δύο γέροι χωρι­κοί κεί­το­νταν στο έδα­φος, οι σόλες τους κοι­τού­σαν προς το δωμά­τιο. Σε κύκλο γύρω από το κεφά­λι τους βαριές αρβύ­λες. Το μετα­ξω­τό της μαντί­λι είχε γλι­στρή­σει από το κεφά­λι στον λαι­μό της. Ο μαύ­ρος γού­νι­νος σκού­φος του όχι. Ποιος άρα­γε να ήταν, να ήταν ο ίδιος, να ήταν ο τελευ­ταί­ος;

Θα μπο­ρού­σες να ανοί­ξεις αυτά τα δύο πτώ­μα­τα, ρώτη­σε η Αντί­να, ο Πάουλ ανοι­γό­κλει­σε το ψαλι­δά­κι για τα νύχια, αυτό θα ήταν χει­ρό­τε­ρο και από το να μου ζητού­σες να ανοί­ξω τη μητέ­ρα μου και τον πατέ­ρα μου, της λέει. Ο πατέ­ρας μου με έδερ­νε συχνά, τον φοβό­μουν. Όταν έβλε­πα το χέρι του στο φαγη­τό, πώς κρα­τού­σε το ψωμί, μου έφευ­γε ο φόβος. Τότε ήταν σαν κι εμέ­να, τότε ήμα­σταν ίδιοι. Όταν όμως με χτυ­πού­σε, δεν μπο­ρού­σα να σκε­φτώ ότι με το ίδιο χέρι έτρω­γε και ψωμί.

Ο Πάουλ πήρε μια βαθιά ανά­σα, ύστε­ρα από κού­ρα­ση ημε­ρών. Εκεί που άλλοι έχουν την καρ­διά, αυτοί έχουν ένα νεκρο­τα­φείο, είπε η Αντί­να, όλοι τους νεκροί, μικροί και ματω­μέ­νοι σαν παγω­μέ­να βατό­μου­ρα. Ο Πάουλ σκού­πι­σε τα δάκρυα στα μάτια του, τους σιχαί­νο­μαι, και να που τώρα τους κλαίω. Πού βρέ­θη­κε αυτή η συμπό­νια, ρωτά­ει.

Η σκη­νή της εκτέ­λε­σης του ζεύ­γους Τσα­ου­σέ­σκου, από το μυθι­στό­ρη­μα Η αλε­πού ήταν και τότε ο κυνη­γός, σ. 224.

Στο δεξί μου αυτί έχω φωλιά­σει το μικρό­φω­νο. Ο Κώστας μετα­φρά­ζει ψιθυ­ρι­στά για να μην περά­σει ο ήχος της φωνής του στην ται­νία, χάνω λέξεις, πολ­λές λέξεις αλλά δεν πει­ρά­ζει, τις λέξεις που χάνω μου τις υπα­γο­ρεύ­ουν τα μάτια της, μάτια βαμ­μέ­να μαύ­ρα όπως από τον και­ρό της δεκα­ε­τί­ας του εξή­ντα, πάνω από ένα έντο­να κόκ­κι­νο κρα­γιόν. Είναι η μονα­δι­κή χρω­μα­τι­κή νότα πάνω της, μια αντί­στι­ξη στο μαύ­ρο φόρε­μα, στο μαύ­ρο μαλ­λί, στο μαύ­ρο μάτι. Μ’ αρέ­σει αυτή η υπο­ψία κοκε­τα­ρί­ας, την ίδια απα­ράλ­λα­κτη εικό­να προ­τεί­νει στον κόσμο εδώ και χρό­νια, έτσι ήταν βαμ­μέ­νη και ντυ­μέ­νη τη βρα­διά της απο­νο­μής του Νόμπελ, όταν το βλέμ­μα της πάλι ερευ­νού­σε τους χώρους και τους ανθρώ­πους, χαμή­λω­νε στο πάτω­μα κι ύστε­ρα γυρ­νού­σε στον άνθρω­πο που την παρου­σί­α­ζε για να περά­σει σαν χάδι πάνω από τους προ­σκε­κλη­μέ­νους γύρω της και να επι­στρέ­ψει πάλι στο πάτω­μα, αμή­χα­νο και φοβι­σμέ­νο και συγκι­νη­μέ­νο και υπε­ρή­φα­νο ταυ­τό­χρο­να, πριν από τη συνέ­ντευ­ξη είδα αρκε­τές φορές εκεί­νη τη σκη­νή, κάθε φορά που τυχαί­νει να μας επι­βρα­βεύ­ουν το πρό­σω­πό μας διη­γεί­ται όλη τη ζωή μας, αρκεί να υπάρ­χει κάποιος ικα­νός να το δια­βά­σει, τώρα το βλέμ­μα της είναι λιγό­τε­ρο αμή­χα­νο και υπε­ρή­φα­νο, αλλά είναι εξί­σου φοβι­σμέ­νο και συγκι­νη­μέ­νο, αυτή δεν είναι συνέ­ντευ­ξη, είναι περισ­σό­τε­ρο εξο­μο­λό­γη­ση, ορι­σμέ­νες ερω­τή­σεις δεν έχουν νόη­μα, υπο­νο­ού­νται όπως υπο­νο­ού­νται και κάποιες απα­ντή­σεις, τι άλλο θα μπο­ρού­σε να είχε γίνει αυτή η κοπέ­λα με το αδύ­να­το κορ­μί που θυμί­ζει μίσχο, χιλιά­δες φορές διά­βα­σα την παρο­μοί­ω­ση αλλά είναι η πρώ­τη φορά που πραγ­μα­τι­κά βλέ­πω ένα κορ­μί που θυμί­ζει μίσχο, τι άλλο παρά συγ­γρα­φέ­ας, να γεν­νιέ­σαι σε μια χώρα που δεν σε θέλει, που σε θεω­ρεί ξένη και τη θεω­ρείς ξένη, με γονείς σχε­δόν αγράμ­μα­τους, με έναν πατέ­ρα που δια­λέ­γει να συμπα­ρα­τα­χτεί με τη χει­ρό­τε­ρη πλευ­ρά της Ιστο­ρί­ας και μια μητέ­ρα που βρί­σκε­ται ξαφ­νι­κά σε στρα­τό­πε­δο εργα­σί­ας για να πλη­ρώ­σει αμαρ­τί­ες που δεν ήταν δικές της και που θέλει να σε κάνει μοδί­στρα, ενώ εσύ πνί­γε­σαι και θέλεις να πας στην πόλη, είναι σαν το ποτά­μι που ήθε­λε να περά­σει ο Χανίφ Κιου­ρέι­σι, εκεί ήταν μια γέφυ­ρα, εδώ ήταν ένα ξεχαρ­βα­λω­μέ­νο τρέ­νο που σε έφε­ρε σε μια νέα ζωή και σε μια νέα γλώσ­σα, μια γλώσ­σα που δεν ήταν η δική σου αλλά ήταν της πατρί­δας σου, κι εκεί αρχί­ζεις να τα σκέ­φτε­σαι όλα από την αρχή, τον ναζί πατέ­ρα, το απο­πνι­χτι­κό χωριό, και απο­φα­σί­ζεις να γυρί­σεις σελί­δα, παρό­τι η ζωή σου δεν έχει ακό­μα σελί­δες πολ­λές, και κάνεις νέους φίλους, ανθρώ­πους που σου διδά­σκουν ότι είναι δύσκο­λο να ζεις χωρίς ελευ­θε­ρία, κι εσύ είσαι έτοι­μη από και­ρό να πάρεις απο­φά­σεις, δεν θέλεις να μοιά­σεις του πατέ­ρα, ούτε θέλεις να σκύ­ψεις το κεφά­λι, το βλέμ­μα ναι, το κεφά­λι όχι, κι αρχί­ζεις να γρά­φεις, κι αυτά που γρά­φεις δεν αρέ­σουν ούτε στο χωριό ούτε στους γρα­φειο­κρά­τες, αλλά εσύ συνε­χί­ζεις να γρά­φεις και να ονει­ρεύ­ε­σαι, να ονει­ρεύ­ε­σαι να φύγεις για να γρά­φεις ελεύ­θε­ρα, να γρά­φεις ελεύ­θε­ρα για το πόσο σου λεί­πει η ελευ­θε­ρία, στο μετα­ξύ περ­νάς από ανα­κρι­τι­κά γρα­φεία, ήταν το μόνο μέρος σε όλο το Βου­κου­ρέ­στι που θερ­μαι­νό­ταν, μου είπες κάποια στιγ­μή, η ειρω­νεία της Ιστο­ρί­ας, τα βιβλία σου γέμι­σαν ανα­κρι­τές και χαφιέ­δες και μπά­τσους, και νυχτε­ρι­νά τραμ και καρού­λια με καλώ­δια σε αυλές εργο­στα­σί­ων και φίλες που χάνο­νται ξαφ­νι­κά από προ­σώ­που γης, η ειρω­νεία της Ιστο­ρί­ας, οι πιο καλοί σου ανα­γνώ­στες ήταν αυτοί της μυστι­κής αστυ­νο­μί­ας, ζύγια­ζαν την κάθε λέξη, την έβγα­ζαν από τη σελί­δα και την παρα­τη­ρού­σαν εξο­νυ­χι­στι­κά, οι λέξεις μπο­ρούν να σκο­τώ­σουν αλλά και να αφυ­πνί­σουν, αυτοί δεν φοβό­ντου­σαν τον θάνα­το, τρέ­φο­νταν με τον θάνα­το, αυτοί δεν φοβό­ντου­σαν τίπο­τα, έτσι κι αλλιώς όταν έπε­σε ο δικτά­το­ρας οι περισ­σό­τε­ροι από αυτούς βρέ­θη­καν πάλι στα γρα­φεία τους, κατέ­βα­σαν τα σφυ­ρο­δρέ­πα­να και τα στά­χυα και τα κόκ­κι­να αστέ­ρια και κρέ­μα­σαν ειδυλ­λια­κά τοπία από την Ελβε­τία κι εκεί­νη τη σημαία με την τρύ­πα στη μέση, εσύ όμως είχες ήδη φύγει, ή μάλ­λον δεν ήσουν ποτέ εκεί, τώρα περ­πα­τού­σες στους μεγά­λους δρό­μους μιας πόλης που κάπο­τε ήταν χωρι­σμέ­νη στα δύο, είχες τη σκιά των Ρου­μά­νων μπά­τσων πάντα πίσω σου, και έπρε­πε να μάθεις τη γλώσ­σα από την αρχή, η μακρι­νή πατρί­δα δεν μιλού­σε την ίδια γλώσ­σα που μιλού­σες εσύ, ήταν ίδια αλλά και τόσο δια­φο­ρε­τι­κή, τώρα έπαιρ­νες εσύ την κάθε λέξη και την παρα­τη­ρού­σες, προ­σπα­θού­σες να τη μάθεις από την αρχή, και το βλέμ­μα σου κοί­τα­ζε ολό­γυ­ρα, μάζευε χρώ­μα­τα αλλά δεν ήταν χαρού­με­νο, όλοι εκεί­νοι που έμει­ναν πίσω, τα χρό­νια που έμει­ναν πίσω, τα χρό­νια που πήγαν χαμέ­να, το παρελ­θόν βρί­σκε­ται πάντα καρ­φω­μέ­νο στη γη, στο πάτω­μα, ίσως γι’αυτό το βλέμ­μα σου ακό­μα κι εκεί­νη τη μεγά­λη για σένα βρα­διά επέ­στρε­φε στο πάτω­μα.

Κι όμως δια­κρί­νω ένα χαμό­γε­λο. Ένα αδιό­ρα­το χαμό­γε­λο, ενώ μιλάς.

«Δεν ξέρω να απα­ντή­σω στο ερώ­τη­μά σας. Δεν ξέρω ποιο ήταν το χει­ρό­τε­ρο στοι­χείο του καθε­στώ­τος. Ο σοσια­λι­σμός άλλα­ζε διαρ­κώς. Ήταν η δεκα­ε­τία του ’50, όταν γεν­νή­θη­κα, ήταν μια ζοφε­ρή επο­χή, τότε πέθα­νε ο Στά­λιν, αλλά ο στα­λι­νι­σμός δεν έπα­ψε να υπάρ­χει. Κρά­τη­σε για χρό­νια, και η χώρα ήταν γεμά­τη φυλα­κές και στρα­τό­πε­δα. Όλοι φοβό­ντου­σαν, μπο­ρού­σες να κατα­λή­ξεις στο στρα­τό­πε­δο για το παρα­μι­κρό. Πάντα ήθε­λα να κατα­λά­βω πώς λει­τουρ­γεί μια δικτα­το­ρία, πώς φτά­νεις μέχρι εκεί; Αυτό είναι το απί­στευ­το, πώς γίνε­ται κάτι τέτοιο; Πώς μπο­ρείς να κάνεις όλους τους ανθρώ­πους να φοβού­νται; Δεν έχει να κάνει με ιδε­ο­λο­γία, για τον Τσα­ου­σέ­σκου δεν είχε σημα­σία αν αγα­πού­σες το κόμ­μα ή όχι, έπρε­πε απλώς να φοβά­σαι. Πάντα έλε­γα ότι ο φόβος ήταν το μονα­δι­κό προ­ϊ­όν που παρή­γα­γε ο σοσια­λι­σμός, μονά­χα αυτό λει­τουρ­γού­σε. Όλα τα υπό­λοι­πα ερχό­ντου­σαν σε δεύ­τε­ρη μοί­ρα. Ήθε­λα από πάντα να κατα­λά­βω πώς στε­ριώ­νει μια δικτα­το­ρία, πώς στη συνέ­χεια στε­ριώ­νει ακό­μα πιο πολύ, ώστε στο τέλος να επι­κρα­τεί το από­λυ­το σκο­τά­δι.

»Από την αρχή προ­σπά­θη­σα να κρα­τή­σω την αξιο­πρέ­πειά μου. Κι αυτό είχε να κάνει με τη βιο­γρα­φία του πατέ­ρα μου. Πάντα σκε­φτό­μουν ότι ο πατέ­ρας μου ήταν στα Ες-Ες στα δεκα­ε­φτά του χρό­νια. Τον κατη­γο­ρού­σα γι’ αυτό. Στα δεκα­πέ­ντε μου πήγα στην πόλη, δύο χρό­νια αργό­τε­ρα έγι­να κι εγώ δεκα­ε­πτά. Σκέ­φτη­κα λοι­πόν ότι έχω την ηλι­κία που είχε τότε ο πατέ­ρας μου, και ζω σε μια δικτα­το­ρία· δεν θέλω να συγκρί­νω τις δύο κατα­στά­σεις, ζω όμως σε μια δικτα­το­ρία. Αν λοι­πόν συμ­βι­βα­στώ με τη δικτα­το­ρία, έλε­γα στον εαυ­τό μου, τότε θα κάνω κάτι παρό­μοιο με εκεί­νο που είχε κάνει τότε κι ο πατέ­ρας μου. Αυτό ήταν για μένα μια μεγά­λη προει­δο­ποί­η­ση. Κι όχι μόνο ο πατέ­ρας μου αλλά ολό­κλη­ρη η μειο­νό­τη­τα, πώς συμπε­ρι­φέρ­θη­κε τότε. Δεν περί­με­να λοι­πόν τίπο­τε από τα γρα­φτά μου: μονά­χα να μου δώσουν ένα εσω­τε­ρι­κό στή­ριγ­μα, και να με βοη­θή­σουν να εκφρά­ζο­μαι με ειλι­κρί­νεια. Αυτό ήταν όλο.

»Με ρωτά­τε αν η εγκα­τά­στα­σή μου στη Γερ­μα­νία ήταν επι­στρο­φή σε ένα είδος πατρί­δας ή αν ήταν εξο­ρία. Ήταν εξο­ρία. Τον πρώ­το μάλι­στα και­ρό –ήρθα στη Γερ­μα­νία το ’87, ο Τσα­ου­σέ­σκου θα έμε­νε για άλλα τρία χρό­νια στην εξου­σία– δεχό­μουν απει­λές για τη ζωή μου από τις μυστι­κές υπη­ρε­σί­ες της Ρου­μα­νί­ας. Έπρε­πε να προ­σέ­χω να μη με δολο­φο­νή­σουν, και οι γερ­μα­νι­κές μυστι­κές υπη­ρε­σί­ες μου έδι­ναν οδη­γί­ες για όλα όσα δεν επι­τρε­πό­ταν να κάνω: Να μην πηγαί­νω σε σπί­τια ανθρώ­πων που δεν γνω­ρί­ζω, να μη ζω σε ισό­γεια, να μην πηγαί­νω περί­πα­το σε πάρ­κα, τα πρώ­τα τρία χρό­νια ζού­σα ακό­μα στη σκιά του καθε­στώ­τος, αν και εγώ σκε­φτό­μουν ότι αν ήθε­λαν να με δολο­φο­νή­σουν θα το είχαν κάνει στη Ρου­μα­νία, θα τους ήταν ευκο­λό­τε­ρο. Αυτό ήταν το ένα. Το άλλο ήταν ότι στην αρχή δεν με ήθε­λαν στη Γερ­μα­νία. Έλε­γα διαρ­κώς ότι ήρθα για πολι­τι­κούς λόγους, δρα­πέ­τευ­σα από μια δικτα­το­ρία, δεν ήρθα για να επι­σκε­φτώ τον θείο μου στη Γερ­μα­νία, τον θείο μου στη Ρου­μα­νία δεν ήθε­λα να τον δω, το ίδιο και τον θείο μου στη Γερ­μα­νία, ένας άνθρω­πος πάνω από τα τριά­ντα δεν πηγαί­νει στους θεί­ους του. Και ήταν δύσκο­λο, επει­δή οι αρχές εδώ με ρωτού­σαν “μα τελι­κά είσαι Γερ­μα­νί­δα ή πολι­τι­κή πρό­σφυ­γας” κι εγώ απα­ντού­σα ότι είμαι και τα δύο. “Και τα δύο δεν γίνε­ται”, μου έλε­γαν, “δεν υπάρ­χει κατάλ­λη­λο έντυ­πο και για τα δύο”. Κι εγώ τελι­κά απά­ντη­σα ότι ήμουν πολι­τι­κή πρό­σφυ­γας, οπό­τε δεν πήρα τη γερ­μα­νι­κή υπη­κο­ό­τη­τα, παρά μόνο ύστε­ρα από ενά­μι­ση χρό­νο, και τότε την πήρα ως ξένη, όχι όπως οι υπό­λοι­ποι που είχαν έρθει από τη Ρου­μα­νία. Η μητέ­ρα μου π.χ. την πήρε αυτό­μα­τα, η μητέ­ρα μου ήταν ενά­μι­ση χρό­νο Γερ­μα­νί­δα, ενώ εγώ όχι. Η μητέ­ρα μου ήταν ένας συνη­θι­σμέ­νος άνθρω­πος, εγώ όμως όχι, άσε που τα έβα­λα και με τις αρχές επει­δή ήθε­λα να επι­βά­λω αυτήν την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, και τους έλε­γα “βρί­σκο­μαι εδώ όχι επει­δή έχω γερ­μα­νι­κό αίμα, αλλά επει­δή είμαι πολι­τι­κή πρό­σφυ­γας, δια­φο­ρε­τι­κά δεν θα ερχό­μουν”. Αυτό μου προ­κά­λε­σε μεγά­λες δυσκο­λί­ες στην αρχή.

»Παρ’ όλα αυτά, βαθιά μέσα μου, σκε­φτό­μουν ότι είχα σωθεί. Όταν ήρθα στη Γερ­μα­νία ήμουν ένας άνθρω­πος χωρίς μέλ­λον, τα νεύ­ρα μου ήταν κλο­νι­σμέ­να, μπέρ­δευα το κλά­μα με το γέλιο, αν δεν ερχό­μουν, δεν θα άντε­χα για πολύ ακό­μα. Και στη Ρου­μα­νία δεν γινό­ταν να πάω στον ψυχί­α­τρο, τα ψυχια­τρεία ήταν παραρ­τή­μα­τα του καθε­στώ­τος. Είχα ακού­σει ότι βρι­σκό­μουν σε μια λίστα της Διε­θνούς Αμνη­στί­ας ως άμε­σα απει­λού­με­νη, και ότι ο τότε υπουρ­γός Eξω­τε­ρι­κών, Χανς-Ντί­τριχ Γκέν­σερ, με είχε σε μια λίστα όταν ήρθε επί­ση­μη επί­σκε­ψη στη Ρου­μα­νία. Με βοή­θη­σε λοι­πόν η Γερ­μα­νία. Αλλά όταν έφτα­σα εδώ, μου συμπε­ρι­φέρ­θη­καν με πολύ παρά­δο­ξο τρό­πο.

»Στην αρχή είχα μεγά­λες δυσκο­λί­ες προ­σαρ­μο­γής. Διό­τι, εντά­ξει, μιλού­σα τη γλώσ­σα, συχνά όμως δεν κατα­λά­βαι­να το νόη­μα, κατα­λά­βαι­να τις λέξεις αλλά όχι απα­ραί­τη­τα και το νόη­μα. Ήμουν δια­φο­ρε­τι­κά κοι­νω­νι­κο­ποι­η­μέ­νη. Φυσι­κά ήμουν ξένη, και θα μεί­νω ξένη. Ήμουν πάνω από τριά­ντα χρο­νών όταν ήρθα από τη Ρου­μα­νία. Στη Ρου­μα­νία ήμουν ξένη, και εδώ είμαι σχε­δόν ξένη. Έτσι είναι, αλλά δεν μπο­ρώ να κατη­γο­ρή­σω κάποια από τις δύο χώρες γι’ αυτό, απλώς έτσι είναι.

»Τους πρώ­τους μήνες στη Γερ­μα­νία με πονού­σαν τα μάτια μου. Όλα ήταν χρω­μα­τι­στά κι εγώ ήμουν συνη­θι­σμέ­νη να βλέ­πω γκρί­ζο πάνω σε γκρί­ζο. Το χρώ­μα της Ανα­το­λι­κής Ευρώ­πης ήταν το γκρί­ζο πάνω σε γκρί­ζο. Τον πρώ­το και­ρό ρου­φού­σα κάθε εικό­να που έβρι­σκα μπρο­στά μου σε αφί­σες ή σε περιο­δι­κά. Αν τύχαι­νε να πάω σε κάποιο εστια­τό­ριο, μέχρι να έρθει το φαγη­τό, έβα­ζα τα κλά­μα­τα. Διό­τι ήταν αυτή η τερά­στια δια­φο­ρά… Έβγαι­να στον δρό­μο και ξαφ­νι­κά έβλε­πα παντού δια­φη­μί­σεις για προ­ϊ­ό­ντα, παρα­τη­ρού­σα πόσο μεγά­λη ήταν η δια­φο­ρά σε μια κοι­νω­νία, η οποία δεν έχει γνω­ρί­σει τη στέ­ρη­ση και τον πόνο. Και τον φόβο. Τότε μόνο κατά­λα­βα τι είχαν κλέ­ψει από τον κόσμο στη Ρου­μα­νία. Τι είδους καθη­με­ρι­νό­τη­τα μπο­ρεί να υπάρ­χει και πόσα είχε κλέ­ψει εκεί­νη η δικτα­το­ρία από τη ζωή μας. Είχα τόσους φίλους στη Ρου­μα­νία που ήταν ανα­γκα­σμέ­νοι να εξα­κο­λου­θούν να ζουν με εκεί­νον τον τρό­πο ενώ εγώ βρι­σκό­μουν πλέ­ον εδώ, στον κανα­πέ μου. Και αυτό δεν είναι ευχά­ρι­στο συναί­σθη­μα. Αισθά­νε­σαι συνε­χώς ενο­χές, σκέ­φτε­σαι αν αξί­ζεις μια τέτοια εύνοια της τύχης, αν έχεις κερ­δί­σει με την αξία σου αυτό που ζεις… Ήταν μεγά­λος βρα­χνάς για μένα…»

Η δια­δρο­μή ενός παι­διού, από τότε που βοσκού­σε αγε­λά­δες μέχρι εδώ, στο Δημαρ­χείο της Στοκ­χόλ­μης, είναι παρά­δο­ξη. Αυτό που μου συμ­βαί­νει τώρα, μου έχει συμ­βεί συχνά: βλέ­πω τον εαυ­τό μου σαν θεα­τής. Σήμε­ρα σκέ­φτο­μαι όλους εκεί­νους που βρί­σκο­νται θαμ­μέ­νοι στο νεκρο­τα­φείο, θύμα­τα της ρου­μα­νι­κής μυστι­κής αστυ­νο­μί­ας. Έχω δει πολ­λούς ανθρώ­πους να καταρ­ρέ­ουν, και έχω φτά­σει κι εγώ στα όρια της κατάρ­ρευ­σης. Όμως λίγο πριν καταρ­ρεύ­σω, μπό­ρε­σα να φύγω από τη Ρου­μα­νία. Από τότε κιό­λας ήμουν πολύ τυχε­ρή, χωρίς να το αξί­ζω. Για­τί την τύχη δεν μπο­ρεί κανείς να την αξί­ζει. Την ευτυ­χία μπο­ρείς να την μοι­ρα­στείς, την τύχη όμως όχι. Και τώρα, που βρί­σκο­μαι εδώ, στη Στοκ­χόλ­μη, και βλέ­πω τον εαυ­τό μου σαν θεα­τής, είμαι και πάλι τυχε­ρή. Για­τί αυτό το βρα­βείο βοη­θά να θυμί­σου­με τους προ­σχε­δια­σμέ­νους διωγ­μούς και τον αφα­νι­σμό ανθρώ­πων σ’ εκεί­νους που έχουν ζήσει τέτοιους διωγ­μούς και να τους δεί­ξου­με σε όσους ευτυ­χώς δεν χρειά­στη­κε να τους ζήσουν. Για­τί μέχρι σήμε­ρα υπάρ­χουν δικτα­το­ρί­ες όλων των ειδών. Μερι­κές από αυτές υπάρ­χουν ήδη εδώ και πολ­λά χρό­νια και μας προ­κα­λούν κάθε φορά τη φρί­κη, όπως το Ιράν, άλλες πάλι, όπως η Ρωσία ή η Κίνα, έχουν φορέ­σει έναν δημο­κρα­τι­κό μαν­δύα, φιλε­λευ­θε­ρο­ποιούν την οικο­νο­μία τους, τα ανθρώ­πι­να δικαιώ­μα­τα όμως εξα­κο­λου­θούν να βρί­σκο­νται στην επο­χή του στα­λι­νι­σμού και του μαοϊ­σμού. Η λογο­τε­χνία δεν μπο­ρεί να τα αλλά­ξει όλα αυτά, όμως, έστω και εκ των υστέ­ρων, μπο­ρεί να επι­νο­ή­σει μια γλώσ­σα ικα­νή να μας δεί­ξει όσα συμ­βαί­νουν μέσα μας και γύρω μας όταν εκτρο­χιά­ζο­νται οι αρχές. Η λογο­τε­χνία συνο­μι­λεί με τον καθέ­να μας ξεχω­ρι­στά, είναι προ­σω­πι­κή ιδιο­κτη­σία που παρα­μέ­νει στο μυα­λό μας. Δεν υπάρ­χει τίπο­τε άλλο ικα­νό να μπο­ρεί να συνο­μι­λή­σει με τον ίδιο μας τον εαυ­τό τόσο διεισ­δυ­τι­κά, όσο ένα βιβλίο. Και δεν ζητά τίπο­τε, εκτός ίσως από το να σκε­φτού­με και να νιώ­σου­με.

Από την ευχα­ρι­στή­ρια ομι­λία της κατά τη διάρ­κεια της τελε­τής απο­νο­μής του Νόμπελ.

«Όχι, δεν ένιω­σα αυτό που φαντά­ζε­ται ο κόσμος. Στην αρχή ήμουν μου­δια­σμέ­νη, επει­δή δεν το περί­με­να. Ήξε­ρα ότι βρι­σκό­μουν στη λίστα υπο­ψη­φί­ων εδώ και μερι­κά χρό­νια, αλλά σκε­φτό­μουν ότι στη λίστα βρί­σκο­νται πολ­λοί και παρα­μέ­νουν εκεί. Σκε­φτό­μουν άλλω­στε ότι υπάρ­χει μια γεω­πο­λι­τι­κή στρα­τη­γι­κή για τα βρα­βεία Νόμπελ. Το είχε πάρει ο συγκλο­νι­στι­κός Ίμρε Κέρ­τες πριν από όχι πολύ και­ρό, Ούγ­γρος, από την Ανα­το­λι­κή Ευρώ­πη, το βασι­κό θέμα του ήταν βέβαια το Ολο­καύ­τω­μα, αλλά επί­σης και η στα­λι­νι­κή, σοσια­λι­στι­κή Ουγ­γα­ρία, το είχε επε­ξερ­γα­στεί και αυτό, οπό­τε το θέμα είχε καλυ­φθεί. Λίγο αργό­τε­ρα το πήρε η Ελφρί­ντε Γέλι­νεκ από την Αυστρία, που γρά­φει και αυτή στα γερ­μα­νι­κά, σκε­φτό­μουν λοι­πόν ότι έχει χαθεί κάθε πιθα­νό­τη­τα, μέχρι να ξανα­φτά­σει η σει­ρά μου, έλε­γα, θα έχω πεθά­νει. Όντως δεν το περί­με­να. Στη λογο­τε­χνία δεν υπάρ­χει ΤΟ καλύ­τε­ρο. Δεν είναι όπως το μπε­τόν, που το ένα χαρ­μά­νι είναι καλύ­τε­ρο από ένα άλλο, επει­δή αντέ­χει απο­δε­δειγ­μέ­να περισ­σό­τε­ρο. Η λογο­τε­χνία έχει κάτι το συγκε­χυ­μέ­νο, έχει να κάνει με το προ­σω­πι­κό γού­στο και τον τρό­πο που προ­σεγ­γί­ζου­με τα πράγ­μα­τα, με την ψυχο­σύν­θε­σή μας, θα μπο­ρού­σα κάλ­λι­στα να μην είχα πάρει ποτέ κανέ­να βρα­βείο. Αυτό είναι το ένα. Το άλλο είναι ότι τα βρα­βεία δεν με βοη­θά­νε ούτε στο ελά­χι­στο όταν γρά­φω. Δεν είναι παρά μια ανα­γνώ­ρι­ση, ξέρω πολύ καλά ότι δεν θα με απαλ­λά­ξουν από τον πόνο της συγ­γρα­φής, ούτε θα την κάνουν ευκο­λό­τε­ρη. Δεν υπάρ­χει κάποιο στά­τους στη λογο­τε­χνία, θα ήταν παρά­λο­γο κάτι τέτοιο. Μόνο στους ανό­η­τους συμ­βαί­νει να κοκο­ρεύ­ο­νται επει­δή πήραν ένα βρα­βείο. Νομί­ζω ότι έχω ζήσει πολ­λά στη ζωή μου, γι’ αυτό βλέ­πω από κάποια από­στα­ση αυτού του είδους τα πράγ­μα­τα, εξα­κο­λου­θώ να λέω μέσα μου “και λοι­πόν;” Όχι, δεν έχω κανέ­να πρό­βλη­μα με το Νόμπελ. Ούτε με έχει μεθύ­σει, ούτε με κάνει να κοκο­ρεύ­ο­μαι».

Ένας λαγός μονά­χος

βαθιά μέσ’ στο λαρύγ­γι ήταν ο φόβος

στη χώρα εκεί­νη που πια δεν κατοι­κώ.

Μα τώρα εδώ στην άλλη

μου ’χουν φορέ­σει το κεφά­λι

σαν να ’ταν στρώ­ση σαντι­γί

πάνω από ένα τρω­κτι­κό.

Από τα ποι­ή­μα­τα-κολάζ που βρί­σκο­νται στον τόμο Το τόλ­μη­μα της μνή­μης, σ. 29.

«Τα τελευ­ταία δύο χρό­νια έκα­να μόνο κολάζ. Πάντα έκα­να αυτήν τη δου­λειά, κι όταν κάνω κολάζ, δεν μπο­ρώ να κάνω τίπο­τε άλλο, αυτός είναι από μόνος του ένας κόσμος ολό­κλη­ρος. Πάντο­τε μετα­ξύ του ενός βιβλί­ου και του άλλου δεν έγρα­φα απο­λύ­τως τίπο­τα για δύο, τρία χρό­νια. Έτσι το συνη­θί­ζω, σκέ­φτο­μαι ότι στο μετα­ξύ πρέ­πει να ζήσω. Μερι­κές φορές, για μένα η συγ­γρα­φή είναι το αντί­θε­το της ζωής. Θέλω λοι­πόν να ζήσω εντε­λώς φυσιο­λο­γι­κά, σαν να μην υπήρ­χε τίπο­τε. Και ύστε­ρα από κάθε βιβλίο, σκε­φτό­μουν, “αχ, αυτό ήταν το τελευ­ταίο”.

»Έχω και μια ζωή έξω από τα βιβλία, δια­φο­ρε­τι­κά θα κατέρ­ρεα. Τα νεύ­ρα μου δεν είναι σε καλή κατά­στα­ση. Όταν ήρθα από τη Ρου­μα­νία ένιω­θα πολύ άσχη­μα, τώρα είμαι καλύ­τε­ρα, όταν όμως βρί­σκο­μαι σε κατα­στά­σεις στρες, τότε συνει­δη­το­ποιώ ότι οι αντο­χές μου δεν είναι μεγά­λες. Το γρά­ψι­μο μου δημιουρ­γεί ακραίο στρες, αφο­σιώ­νο­μαι τόσο πολύ σε αυτό, ώστε δεν υπάρ­χει τίπο­τε άλλο γύρω μου.

»Πιστεύ­ε­τε ότι τα ποι­ή­μα­τά μου έχουν κάτι το παι­δι­κό; Ίσως να έχε­τε δίκιο. Ίσως να είναι ένα αντι­στάθ­μι­σμα σε όσα συνή­θως γρά­φω. Στα μυθι­στο­ρή­μα­τα και στα δοκί­μιά μου η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα είναι εξαι­ρε­τι­κά ζοφε­ρή, αλλά αυτή δεν ήταν δική μου επι­λο­γή, γρά­φω γι’ αυτά που έχω βιώ­σει, και τα ποι­ή­μα­τα-κολάζ είναι η άλλη μου πλευ­ρά, μόνο με αυτόν τον τρό­πο μπο­ρώ να την εκφρά­σω. Είμαι άνθρω­πος που του αρέ­σουν τα αστεία. Μη νομί­ζε­τε ότι η ζωή σε μια δικτα­το­ρία είναι μόνο ζοφε­ρή, ειδι­κά σε δύσκο­λες επο­χές σε πιά­νει μια παρά­ξε­νη ευφο­ρία, γίνε­σαι κυνι­κός, επι­στρα­τεύ­εις το χιού­μορ σου, είναι μηχα­νι­σμοί που σε κάνουν να αντέ­χεις αυτήν την κατά­στα­ση. Σκα­ρώ­νω λοι­πόν κι εγώ στι­χά­κια και αυτό έχει κάτι το παλα­βό. Ψάχνω τις λέξεις. Όταν ήρθα από τη Ρου­μα­νία, είδα ότι εδώ υπήρ­χαν τόσα όμορ­φα περιο­δι­κά, με καλό χαρ­τί, με υπέ­ρο­χα χρώ­μα­τα, περιο­δι­κά που ο κόσμος τα δια­βά­ζει και μετά τα πετά­ει! Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που με έκα­νε να αρχί­ζω να ψαλι­δί­ζω, σκε­φτό­μουν ότι σε κάτι μπο­ρεί να χρη­σι­μεύ­σουν. Κι ύστε­ρα ανα­κά­λυ­ψα ότι η λογο­τε­χνι­κή γρα­φή είναι απλώς μια συνη­θι­σμέ­νη γλώσ­σα που τη συν­θέ­τεις με ασυ­νή­θι­στο τρό­πο. Ο συγ­γρα­φέ­ας δεν έχει μια δική του γλώσ­σα, χρη­σι­μο­ποιεί τη γλώσ­σα που φτιά­χνουν εκεί­νοι που δεν γρά­φουν, απλώς μερι­κές φορές συν­δυά­ζει τις λέξεις ασυ­νή­θι­στα, τις βάζει να συνα­ντιού­νται με άλλες λέξεις, και τότε το απο­τέ­λε­σμα είναι ποί­η­ση. Στο σπί­τι έχω ένα ολό­κλη­ρο εργα­στή­ριο, έχω ψαλι­δι­σμέ­νες και ταξι­νο­μη­μέ­νες αλφα­βη­τι­κά σε συρ­τά­ρια χιλιά­δες λέξεις. Όταν έρχο­μαι σπί­τι και ανοί­γω τα συρ­τά­ρια, ξέρω ότι οι λέξεις με περι­μέ­νουν να γυρί­σω. Και όταν αρχί­ζω να τις ξεδια­λέ­γω και να σκα­ρώ­νω κεί­με­να, τότε σκέ­φτο­μαι ότι είναι όπως σε έναν σιδη­ρο­δρο­μι­κό σταθ­μό, οι λέξεις περι­μέ­νουν να τις πάρω μαζί μου σε κάποιο κεί­με­νο, μερι­κές μπαί­νουν, άλλες όχι, άλλες μπαί­νουν αλλά ξανα­βγαί­νουν. Αυτές για μένα είναι δρα­μα­τι­κές στιγ­μές που τις βιώ­νω με όλες μου τις αισθή­σεις, και φυσι­κά έχουν να κάνουν με τη βιο­γρα­φία μου. Είναι ένα αντι­στάθ­μι­σμα, μπο­ρώ να τις έχω στο σπί­τι μου και να είμαι σίγου­ρη ότι δεν θα μου τις πάρει κανείς. Τόσα και τόσα χρό­νια φοβό­μουν τις κατ’ οίκον έρευ­νες, έκρυ­βα λοι­πόν πράγ­μα­τα στα σπί­τια άλλων για να μην τα βρουν, αν έκα­ναν έρευ­να. Όλα αυτά που κάνω τώρα σαν αστείο, έχουν τελι­κά σχέ­ση με τη βιο­γρα­φία μου…»

Τα ποι­ή­μα­τα-κολάζ που φτιά­χνει θυμί­ζουν ανώ­νυ­μα σημειώ­μα­τα. Κι όχι μόνο επει­δή χρη­σι­μο­ποιεί γράμ­μα­τα ψαλι­δι­σμέ­να από τα περιο­δι­κά και τις εφη­με­ρί­δες, όπως έκα­ναν παλιά, πριν εφευ­ρε­θεί το κομπιού­τερ, όσοι ήθε­λαν να στεί­λουν ανώ­νυ­μες πλη­ρο­φο­ρί­ες ή απει­λές. Μοιά­ζουν με λέξεις ριγ­μέ­νες και κολ­λη­μέ­νες πάνω στο χαρ­τί σχε­δόν στην τύχη, από ανώ­νυ­μο ποι­η­τή σε ανώ­νυ­μο ανα­γνώ­στη. Μοιά­ζουν εντε­λώς παρά­ται­ρα, σχε­δόν ένα παι­χνί­δι, αλλά αν το καλο­σκε­φτείς εντάσ­σο­νται αρμο­νι­κά σε ό,τι έχει γρά­ψει μέχρι σήμε­ρα η Μύλερ.

Οι λέξεις. Πάντα οι λέξεις.

Στο τελευ­ταίο κεφά­λαιο του πρώ­του της βιβλί­ου Γού­βες –δημο­σιεύ­τη­κε το 1982 στο Βου­κου­ρέ­στι, στη συνέ­χεια λογο­κρί­θη­κε και ξανα­κυ­κλο­φό­ρη­σε δύο χρό­νια αργό­τε­ρα κου­τσου­ρε­μέ­νο κατά τέσ­σε­ρα κεφά­λαια– η ηρω­ί­δα ξυπνά­ει στις πέντε και μισή τα ξημε­ρώ­μα­τα. Σηκώ­νε­ται, γδύ­νε­ται, κάνει μπά­νιο, σκου­πί­ζε­ται με τη χτέ­να, χτε­νί­ζε­ται με την οδο­ντό­βουρ­τσα, πίνει ένα φλι­τζά­νι ψωμί, βγά­ζει ρολόι, δακτυ­λί­δια και παπού­τσια, παίρ­νει τον ανελ­κυ­στή­ρα, ύστε­ρα πηγαί­νει στο περί­πτε­ρο για να πάρει το τραμ, κατε­βαί­νει τρεις στά­σεις πριν ανέ­βει, μπαί­νει στο γρα­φείο, λέει στο επα­νι­δείν, κρε­μά­ει το παλ­τό στο γρα­φείο, κάθε­ται στην κρε­μά­στρα και δου­λεύ­ει οκτώ ώρες. Όλα ανά­πο­δα, οι λέξεις όλες αντε­στραμ­μέ­νες, αλλά η ουσία είναι εκεί, όλοι μπο­ρού­με να ανα­γνω­ρί­σου­με τη φρί­κη –ή την ομορ­φιά– μιας εργά­σι­μης μέρας, την τελε­τουρ­γία της καθη­με­ρι­νό­τη­τας.

Οι λέξεις. Πάντα οι λέξεις.

Στις πρώ­τες αρά­δες του μυθι­στο­ρή­μα­τός της Το αγρί­μι της καρ­διάς η ηρω­ί­δα επι­μέ­νει: «Οι λέξεις στο στό­μα μας κάνουν την ίδια ζημιά που κάνουν τα πόδια μας στο χορ­τά­ρι». Το χορ­τά­ρι, όταν το ποδο­πα­τή­σου­με, δεν μπο­ρεί ποτέ πια να είναι ίδιο, ακό­μα κι αν επα­νέλ­θει στη θέση του, ακό­μα κι αν η πατού­σα μας δεν το έχει νεκρώ­σει. Ναι, οι λέξεις, όπως άλλω­στε και η σιω­πή, μπο­ρούν ακό­μα και να σκο­τώ­σουν. Ο κάθε νεκρός, λέει η ίδια παρα­κά­τω, αφή­νει πίσω του ένα σακί με λέξεις. Οι λέξεις φτιά­χνουν βιο­γρα­φί­ες, φτιά­χνουν ιστο­ρί­ες, φτιά­χνουν ατμό­σφαι­ρες. Κι όλο το έργο της Χέρ­τα Μύλερ είναι ένα μεγά­λο ποί­η­μα, ένα μεγά­λο ατμο­σφαι­ρι­κό ποί­η­μα, αν πάρεις τις λέξεις τοις μετρη­τοίς μπο­ρεί και να χαθείς, οι λέξεις πρέ­πει να αφή­νουν χώρο στους υπαι­νιγ­μούς, στις νύξεις, στις αλλη­γο­ρί­ες, στις παρο­μοιώ­σεις, στις μετα­φο­ρές. Η Σου­η­δι­κή Ακα­δη­μία τη βρά­βευ­σε διό­τι μπό­ρε­σε στα κεί­με­νά της να συντρο­φεύ­σει την ποί­η­ση με την ευθύ­τη­τα του πεζού λόγου, διό­τι κάποια στιγ­μή όλες εκεί­νες οι λέξεις που αιω­ρού­νται και πετά­νε, χαμη­λώ­νουν, συγκε­ντρώ­νο­νται, φτιά­χνουν ένα μωσαϊ­κό που η ίδια, σαν αρχαί­ος Βαλ­κά­νιος τεχνί­της, τιθα­σεύ­ει και καθο­δη­γεί και καρ­φώ­νει, φτιά­χνο­ντας εικό­νες που ο υπο­μο­νε­τι­κός ανα­γνώ­στης δεν θα ξεχά­σει ποτέ.

«Χαρ­το­μά­ντι­λο έχεις;» με ρωτού­σε κάθε μέρα η μητέ­ρα στην εξώ­πορ­τα πριν βγω έξω. Δεν είχα. Και επει­δή δεν είχα, ξανα­πή­γαι­να στο δωμά­τιο για να μου δώσει χαρ­το­μά­ντι­λο. Κάθε πρωί ήμουν χωρίς χαρ­το­μά­ντι­λο, για­τί κάθε πρωί περί­με­να την ίδια ερώ­τη­ση. Το χαρ­το­μά­ντι­λο ήταν κάθε πρωί η από­δει­ξη της μητρι­κής στορ­γής. Αργό­τε­ρα μέσα στη μέρα έπρε­πε να τα βγά­λω πέρα μόνη μου. Η ερώ­τη­ση «χαρ­το­μά­ντι­λο έχεις;» ήταν μια έμμε­ση τρυ­φε­ρό­τη­τα. Η απρο­κά­λυ­πτη τρυ­φε­ρό­τη­τα θα μας έφερ­νε σε δύσκο­λη θέση. Τέτοια πράγ­μα­τα, οι αγρό­τες δεν τα γνώ­ρι­ζαν. Η αγά­πη μεταμ­φιε­ζό­ταν σε ερώ­τη­ση. Μόνο έτσι μπο­ρού­σες να την εκφέ­ρεις στε­γνά, σαν δια­τα­γή. Σαν να ήσουν στη δου­λειά. Ο από­το­μος τόνος υπο­γράμ­μι­ζε την τρυ­φε­ρό­τη­τα. Κάθε φορά στε­κό­μουν χωρίς χαρ­το­μά­ντι­λο στην πόρ­τα, και αμέ­σως μετά βρι­σκό­μουν με χαρ­το­μά­ντι­λο. Μόνο έτσι έβγαι­να στον δρό­μο, λες και μαζί με το χαρ­το­μά­ντι­λο ήταν και η μητέ­ρα μου μαζί.

Από την ομι­λία της στην τελε­τή απο­νο­μής του Νόμπελ.

 


Από­σπα­σμα από το βιβλίο του Ανταί­ου Χρυ­σο­στο­μί­δηΟι κεραί­ες της επο­χής μου ΙΙ.

Δεί­τε την τηλε­ο­πτι­κή συνέ­ντευ­ξη: http://webtv.ert.gr/ert2/keraies-tis-epoxis-mas/18apr2015-i-kerees-tis-epochis-mas/