Της Μαρι­λέ­νας Αστρα­πέλ­λου*

Στο πρώ­το κεφά­λαιο του Χορ­τα­ρια­σμέ­νου δρό­μου, του τελευ­ταί­ου βιβλί­ου της Άνν Ένραϊτ, ένας νεα­ρός άνδρας, ο Νταν, ανα­κοι­νώ­νει στη μητέ­ρα του ότι θέλει να γίνει ιερέ­ας. Εκεί­νη δεν αντι­δρά, δεν φωνά­ζει και δεν προ­σπα­θεί να του αλλά­ξει γνώ­μη. Απλώς, πηγαί­νει και ξαπλώ­νει στο κρε­βά­τι της για να ζήσει σιω­πη­λή και από­μα­κρη το δρά­μα της.  «Όμως εγώ σου αρέ­σω μανού­λα;» τη ρωτά­ει η μικρή της κόρη εκφρά­ζο­ντας την ανη­συ­χία της, για το κατά πόσο μπο­ρεί να μοι­ρά­ζε­ται την ίδια μοί­ρα με το αδερ­φό της, όταν αντι­λαμ­βά­νε­ται τη βου­βή απο­δο­κι­μα­σία της μητέ­ρας της. «Μου αρέ­σεις τώρα», της απα­ντά­ει εκεί­νη, δίνο­ντας έμφα­ση στο χρο­νι­κό επίρ­ρη­μα. Έτσι είναι τα πράγ­μα­τα. Σε αυτή τη μητριαρ­χι­κή οικο­γέ­νεια η μάνα έχει επι­λέ­ξει την αμεί­λι­κτη ειλι­κρί­νεια ως μέσο σύν­δε­σης με τα τέσ­σε­ρα παι­διά της. Η Ένραϊτ δεν συμπε­ρι­λαμ­βά­νει βεβαί­ως τον σχο­λια­σμό, την ερμη­νεία στη σιω­πή της μάνας, απ’ ό,τι θα απο­δει­χθεί μάλ­λον είναι φορ­τι­σμέ­νη από τη μύχια γνώ­ση ότι η μελ­λο­ντι­κή απο­χή του γιου από τον γάμο έχει άλλη αιτία και όχι την επι­θυ­μία του να αφο­σιω­θεί στον Θεό.  Ούτε χαρα­κτη­ρί­ζει ή σχο­λιά­ζει τον τρό­πο που η γυναί­κα δια­παι­δα­γω­γεί τα παι­διά της. Υπάρ­χει όμως όλη η πλη­ρο­φο­ρία ανά­με­σα στις γραμ­μές χάρη στην ακρί­βεια της γρα­φής της Ένραϊτ, για όποιον ξέρει να κοι­τά­ζει από τις χαρα­μά­δες και να βλέ­πει τον ελέ­φα­ντα στο δωμά­τιο. Αυτό ακρι­βώς κάνει και η ίδια η συγ­γρα­φέ­ας. Βλέ­πει και αντι­λαμ­βά­νε­ται για­τί ξέρει να κοι­τά­ζει. Τη βλέ­πεις να μπαί­νει σε έναν χώρο, όπως το εστια­τό­ριο όπου συνα­ντη­θή­κα­με πριν από την εκδή­λω­ση στον ΙΑΝΟ τον περα­σμέ­νο μήνα, και τη νιώ­θεις ότι τον σαρώ­νει με το σπιν­θι­ρο­βό­λο βλέμ­μα της με μια υπο­ψία θυμη­δί­ας. Μπο­ρεί και να φαντά­ζε­ται τις ιστο­ρί­ες πίσω από τα άγνω­στα πρό­σω­πα, να προ­σπα­θεί να μαντέ­ψει σε ποιό «ατέρ­μο­νο, μη δια­θέ­σι­μο, ταραγ­μέ­νο ιδα­νι­κό» είναι εγκλω­βι­σμέ­νοι όλοι αυτοί οι άνθρω­ποι που τρώ­νε και πίνουν σε ένα κλί­μα γενι­κής ευθυ­μί­ας.

«Πώς είναι η δική σας η μητέ­ρα;» τη ρώτη­σα το βρά­δυ πριν από την εκδή­λω­ση, πεπει­σμέ­νη ότι, ως έναν βαθ­μό του­λά­χι­στον, είναι η προ­σω­πι­κή της εμπει­ρία αυτή που επα­να­λαμ­βά­νει στα βιβλία της με τις στα­θε­ρά μητριαρ­χι­κές οικο­γέ­νειες. «Ω, είναι μια πολύ γλυ­κιά γυναί­κα» διέ­ψευ­σε τη θεω­ρία μου. Αλλά πρό­σθε­σε: «Ίσως θα έπρε­πε να αρχί­σω να γρά­φω για τους πατε­ρά­δες. Για κάποιο λόγο είναι πάντα κατα­πιε­σμέ­νοι, εξα­φα­νι­σμέ­νοι, ή πεθα­μέ­νοι».

Ο «λόγος» είναι φεμι­νι­στι­κός αλλά όχι επει­δή η ίδια θέλει να τιμω­ρή­σει έστω και ασυ­νεί­δη­τα τους άνδρες. «Η μητέ­ρα ήταν ανέ­κα­θεν μια ιερή φιγού­ρα στην Ιρλαν­δία εξαι­τί­ας του καθο­λι­κι­σμού» εξη­γού­σε την επό­με­νη μέρα στον Ιανό. «Η μάνα που αντέ­χει και είναι αξιο­θαύ­μα­στη για­τί μπο­ρεί να τα κατα­φέ­ρει όλα. Ηθε­λα να δεί­ξω ότι υπάρ­χει και η άλλη πλευ­ρά. Οτι είναι πολύ δύσκο­λο να αντα­πε­ξέλ­θεις στις οικο­γε­νεια­κές υπο­χρε­ώ­σεις, ότι η μητρό­τη­τα είναι ένας αγώ­νας και αυτό είναι εντά­ξει».

Πάντως, αν αλη­θεύ­ει ότι κάθε συγ­γρα­φέ­ας γρά­φει το ίδιο βιβλίο, τότε εκεί­νο που ανα­λο­γεί στην Άνν Ένραϊτ είναι ο αγώ­νας όχι μόνο της μάνας αλλά όλης της οικο­γέ­νειας. Οι σχέ­σεις των αδερ­φών μετα­ξύ τους, συγκά­τοι­κοι και συνο­δοι­πό­ροι στην παι­δι­κή ηλι­κία μέχρις ότου ενη­λι­κιω­θούν, πάρουν τον δρό­μο τους και γίνουν ξένοι ο ένας για τον άλλον. Οπως στη Συγκέ­ντρω­ση (Βρα­βείο Booker 2007) όπου η αφη­γή­τρια προ­σπα­θεί να συμ­φι­λιω­θεί με την αυτο­κτο­νία του απο­ξε­νω­μέ­νου αδελ­φού της. Ή στο Ξεχα­σμέ­νο βαλς όπου δυο αδερ­φές έχουν κρα­τή­σει φαι­νο­με­νι­κά ισχυ­ρό τον δεσμό τους αλλά ενί­ο­τε κλυ­δω­νί­ζο­νται από αξε­πέ­ρα­στους παι­δι­κούς αντα­γω­νι­σμούς. Στον Χορ­τα­ρια­σμέ­νο δρό­μο μια οικο­γέ­νεια προ­σπα­θεί να επα­νε­νω­θεί γύρω από ένα χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο τρα­πέ­ζι αλλά όλα τα μέλη της θα προ­τι­μού­σαν να βρί­σκο­νται οπου­δή­πο­τε αλλού. Η αλή­θεια είναι ότι δεν υπάρ­χει πιο πρό­σφο­ρο πεδίο για δρά­μα και συγκρού­σεις όμως αυτό που καθι­στά τα βιβλία της Ένραϊτ μονα­δι­κά στο είδος τους, και όχι άλλη μια οικο­γε­νεια­κή σάγκα, είναι αυτή η παρα­τη­ρη­τι­κό­τη­τα που εμβο­λί­ζει τη γρα­φή της, την τόσο ισορ­ρο­πη­μέ­νη ανά­με­σα στον λυρι­σμό και τον νατου­ρα­λι­σμό. Η Ένραϊτ βυθο­σκο­πεί και δεν πλα­τιά­ζει και χάρη σε αυτή την ικα­νό­τη­τά της και το ευφυ­έ­στα­το χιού­μορ της, έχει πλή­ρη επί­γνω­ση της γελοιό­τη­τας του τρα­γι­κού. Στο κάτω-κάτω αυτοί είναι οι άνθρω­ποί μας, όσοι δεν επι­λέ­ξα­με να αγα­πή­σου­με αλλά αγα­πά­με έτσι κι αλλιώς. Είναι μια μεγά­λη συγ­γρα­φέ­ας.


*Η κ. Μαρι­λέ­να Αστρα­πέλ­λου είναι δημο­σιο­γρά­φος