Ο Ρομπέρ­το Μπο­λά­νιο θεω­ρού­σε πως ο Ντα­νιέλ Σάδα υπήρ­ξε μακράν ο κορυ­φαί­ος λογο­τέ­χνης του Μεξι­κού, από τη γενιά του. Ο Σάδα διέ­θε­τε το τέλειο «αυτί» για τις φωνές της πατρί­δας του. Τις ανα­πα­ρι­στού­σε σε όλη τους την υπο­βλη­τι­κό­τη­τα. Μια πολυ­φω­νι­κή παρέ­λα­ση από ουρ­λια­χτά, γέλια, βία, κατά­ρες, ψιθύ­ρους, τρα­γού­δια.

Πολ­λοί συνέ­κρι­ναν το μπα­ρόκ ύφος του Σάδα με εκεί­νο του σημα­ντι­κό­τα­του Κου­βα­νού συγ­γρα­φέα Χοσέ Λεσά­μα Λίμα. Σε αντί­θε­ση με την απο­τύ­πω­ση της μεθυ­στι­κής λαμπρό­τη­τας των τρο­πι­κών που κυριαρ­χεί στο έργο του πρώ­του, ο Σάδα κατά­θε­σε την δική του προ­φο­ρι­κή επι­νοη­τι­κό­τη­τα. Την γλώσ­σα της ερή­μου. Ένα μικρο­κλί­μα λέξε­ων όπου ο πλού­τος προ­έρ­χε­ται από τα βάθη της παρά­δο­σης.

Εξω­τε­ρι­κά ο Ντα­νιέλ Σάδα έμοια­ζε με «χασά­πη», όπως έλε­γε χαρι­το­λο­γώ­ντας ο Μπο­λά­νιο. Tρα­χύς, φαλα­κρός και με παρα­πα­νί­σια κιλά, μεγά­λω­σε στις αχα­νείς εκτά­σεις του βορεί­ου Μεξι­κού. Από νεα­ρή ηλι­κία ένιω­θε απο­συ­νά­γω­γος των μεγά­λων πόλε­ων και της μητρο­πο­λι­τι­κής κουλ­τού­ρας. Δεν αισθα­νό­ταν άνε­τα με συνα­δέλ­φους του που πλα­σα­ρι­ζό­ντου­σαν είτε με ύφος κρακ ντί­λερ, είτε σαν μπο­έμ απο­λι­θώ­μα­τα, είτε σαν τρα­πε­ζί­τες. Ο πρό­ω­ρος θάνα­τος της συζύ­γου και η νεφρι­κή του ανε­πάρ­κεια, ήταν μετα­ξύ άλλων, οι μεγά­λες πλη­γές της ζωής του.

Σε όλη του την καριέ­ρα ο Σάδα μπό­λια­σε την λογο­τε­χνι­κή συν­θή­κη του δευ­τέ­ρου μισού του 20ου αιώ­να. Μια δια­κρι­τή φωνή που ξεπρό­βαλ­λε από το σκο­τά­δι. Συναρ­πα­στι­κές αφη­γη­μα­τι­κές πρά­ξεις, μέσα από ένα απα­ρά­μιλ­λο στυλ. Πέθα­νε στα 58 του χρό­νια και εξέ­δω­σε περί­που 20 βιβλία πεζο­γρα­φί­ας και ποί­η­σης.

Το σύντο­μο μυθι­στό­ρη­μα Μία από τις δύο (μετά­φρα­ση: Κλαί­τη Σωτη­ριά­δου) έχει όλα τα χαρα­κτη­ρι­στι­κά μιας γλυ­κό­πι­κρης κομε­ντί, που παί­ζει κρυ­φτό με την σεξουα­λι­κή έντα­ση και την…αμαρτία. Στο βιβλίο πρω­τα­γω­νι­στούν, οι αδερ­φές Γκα­μάλ. Μεγα­λο­κο­πέ­λες, ορφα­νές και απί­στευ­τα όμοιες. Οι δίδυ­μες Γκλό­ρια και Κον­στι­του­σιόν δια­τη­ρούν εργα­στή­ριο ραπτι­κής στο Οκά­μπο, μια επαρ­χια­κή πόλη στις ερη­μιές του βορεί­ου Μεξι­κού. Μεγα­λώ­νουν σαν ένα ζευ­γά­ρι κάκτων, που σπα­νί­ως βγαί­νει από το σπί­τι τους.

Όλα τα προη­γού­με­να χρό­νια έμε­ναν πιστές στις ραπτο­μη­χα­νές τους, μέχρι τελι­κής πτώ­σε­ως. Μετά το θανά­σι­μο δυστύ­χη­μα των γονιών τους, η γυναί­κα που τις μεγά­λω­νει, είναι η θεία τους. Κάποια στιγ­μή η δρα­στή­ρια θεία τις καλεί σ’ έναν γάμο, όπου είναι καλε­σμέ­νοι και αρκε­τοί νέοι εργέ­νη­δες. Η κηδε­μό­νας έχει προ­τεί­νει επα­νει­λημ­μέ­νως στις δίδυ­μες να βρουν έναν τρό­πο να δια­φο­ρο­ποι­η­θούν μετα­ξύ τους. Αλλά είναι πολύ αργά για την Γκλό­ρια και την Κον­στι­του­σιόν. Με τα χρό­νια έχουν ανα­πτύ­ξει ένα ξεκά­θα­ρο ενω­τι­κό πνεύ­μα. Ουδείς και τίπο­τα δεν πρό­κει­ται να τις χωρί­σει και με κανέ­ναν τρό­πο…

Στον γάμο η μία γνω­ρί­ζει έναν γοη­τευ­τι­κό εργέ­νη. Τον φιλό­τι­μο Όσκαρ. Ξάφ­νου η μετα­ξύ τους ισορ­ρο­πία ραγί­ζει. Τα αμφί­ση­μα συναι­σθή­μα­τα της μιας προς την άλλη, που υπέ­βο­σκαν χρό­νια, βγαί­νουν στην επι­φά­νεια. Ο δεσμός τους τελι­κά, μπο­ρεί να είναι μια κατά­ρα. Πάραυ­τα οι δίδυ­μες εξα­πα­τούν τον μνη­στή­ρα επί έξι μήνες, αφή­νο­ντας τον να νομί­ζει ότι είναι…μία η γυναί­κα με την οποία πλα­γιά­ζει…

Μέσα από αυτή την κωμι­κο­τρα­γι­κή συνο­μω­σία ο Ντα­νιέλ Σάδα, στο­χά­ζε­ται πάνω στο πώς οι ειλι­κρι­νείς δια­κη­ρύ­ξεις περί αγά­πης, αφο­σί­ω­σης και πίστης, μπο­ρούν να τινα­χτούν στον αέρα. Ο Σάδα δεν ρισκά­ρει να πέσει στη παγί­δα του μελό. Οι συχνές παρεμ­βά­σεις του αφη­γη­τή, δίνουν στον ανα­γνώ­στη την απα­ραί­τη­τη από­στα­ση που χρειά­ζε­ται, έτσι ώστε να απο­φευ­χθούν οι εύκο­λες ταυ­τί­σεις. Ο συγ­γρα­φέ­ας επι­μέ­νει στις εσω­τε­ρι­κές σκέ­ψεις των διδύ­μων, που δίνουν χρώ­μα στην πλο­κή, ζωντα­νεύ­ο­ντας το δρά­μα.

Μία ιδιο­συ­γκρα­σια­κή, παρά­ξε­νη ιστο­ρία συναι­σθη­μα­τι­κών ελιγ­μών, που δεί­χνει ξεκά­θα­ρα την εφευ­ρε­τι­κή πρό­ζα ενός μεγά­λου στυ­λί­στα των λατι­νο­α­με­ρι­κα­νι­κών γραμ­μά­των.

Πηγή: New York Times

978-960-03-6084-4b