Ο Ανταίος Χρυσοστομίδης καταγράφει τη συνάντησή του με τον Ντάνιελ Κέλμαν στο βιβλίο του Οι κεραίες της εποχής μου

Ο νεό­τε­ρος όλων. Πατέ­ρας Αυστρια­κός. Μητέ­ρα Γερ­μα­νί­δα. Τόπος γέν­νη­σης το Μόνα­χο. Χρό­νος γέν­νη­σης το 1975. Όταν ο μικρός Ντά­νιελ γίνε­ται έξι χρο­νών, η οικο­γέ­νεια μετα­κο­μί­ζει στη Βιέν­νη.

Πρώ­το μυθι­στό­ρη­μα το 1997. Είναι μόλις είκο­σι δύο χρο­νών. Ακο­λου­θούν, μέχρι το 2001, άλλα τρία μυθι­στο­ρή­μα­τα. Δεν έχει κανέ­να πρό­βλη­μα να σου πει ότι θέλει να τα ξεχά­σει αυτά τα τέσ­σε­ρα πρώ­τα μυθι­στο­ρή­μα­τα.

Εγώ και ο ΚαμίνσκιΎστε­ρα, το 2003, κυκλο­φο­ρεί το Εγώ και ο Καμίν­σκι. Η ιστο­ρία ενός χωρίς ηθι­κούς φραγ­μούς δημο­σιο­γρά­φου που απο­φα­σί­ζει να χρη­σι­μο­ποι­ή­σει κάθε θεμι­τό κι αθέ­μι­το μέσο για να πάρει συνέ­ντευ­ξη από έναν διά­ση­μο γέρο ζωγρά­φο ο οποί­ος τα έχει ελα­φρώς χαμέ­να, ζει απο­μο­νω­μέ­νος και δεν θέλει να έχει επα­φές με κανέ­ναν. Οι δυο τους, παρ’ όλα αυτά, θα απο­κτή­σουν μια σχέ­ση, και το φινά­λε του βιβλί­ου (γλυ­κό­πι­κρο όπως όλο το βιβλίο) θα στη­θεί μπρο­στά στη θάλασ­σα. Η αιω­νιό­τη­τα, ο θάνα­τος, το αξε­διά­λυ­το μυστή­ριο της ζωής, η σύζευ­ξη νιό­της και γηρα­τειών, ο έρω­τας, όλα είναι μια απέ­ρα­ντη, αινιγ­μα­τι­κή θάλασ­σα.

Οι κρι­τι­κοί τον προ­σέ­χουν, γρά­φουν διθυ­ραμ­βι­κές κρι­τι­κές, αυτός ο νεα­ρός ξαν­θός με τα σαρ­κώ­δη χεί­λη έχει κάτι να πει, και το λέει με τον καλύ­τε­ρο τρό­πο. Δεν τον αντι­με­τω­πί­ζουν ως μια «νέα ελπί­δα» της γερ­μα­νι­κής λογο­τε­χνί­ας. Τον αντι­με­τω­πί­ζουν ήδη ως συγ­γρα­φέα.

Δυο χρό­νια αργό­τε­ρα, κι ενώ γίνε­ται τριά­ντα χρο­νών, ο Κέλ­μαν παρα­δί­δει στον (νέο του) εκδο­τι­κό οίκο τη Μέτρη­ση του κόσμου, μυθι­στό­ρη­μα με ήρω­ες δύο πασί­γνω­στους Γερ­μα­νούς ήρω­ες: τον Αλε­ξά­ντερ φον Χού­μπολτ, ο οποί­ος θα θελή­σει να μετρή­σει τον κόσμο δια­σχί­ζο­ντας ζού­γκλες, δοκι­μά­ζο­ντας δηλη­τή­ρια, τρώ­γο­ντας ψεί­ρες, συνα­ντώ­ντας ανθρω­πο­φά­γους, κατα­κτώ­ντας κορυ­φές ηφαι­στεί­ων· και τον Καρλ Φρί­ντριχ Γκά­ους, ο οποί­ος δεν μπο­ρεί να ζήσει χωρίς γυναί­κες και, κλει­σμέ­νος διαρ­κώς στο σπί­τι του, προ­σπα­θεί να βρει τις εξι­σώ­σεις που θα του δώσουν την αίσθη­ση του χώρου και του χρό­νου. Οι δυο τους, στο τέλος του μυθι­στο­ρή­μα­τος, γερα­σμέ­νοι, διά­ση­μοι αλλά και ελά­χι­στα ευτυ­χείς, θα συνα­ντη­θούν για πρώ­τη φορά στη ζωή τους, θα ανταλ­λά­ξουν ελά­χι­στες λέξεις μετα­ξύ τους αλλά και οι δύο θα έχουν την αίσθη­ση ότι κατά­λα­βαν ο ένας την πικρία του άλλου – διό­τι ποιος είπε ότι η επι­τυ­χία δεν συνο­δεύ­ε­ται από πικρία;

Αυτό που συνέ­βη στη Γερ­μα­νία με τη Μέτρη­ση του κόσμου δύσκο­λα μπο­ρεί να συγκρι­θεί με άλλες εκδο­τι­κές επι­τυ­χί­ες. Μυθι­στό­ρη­μα που καμιά σχέ­ση δεν έχει με τη λογι­κή των μπεστ σέλερ ή με τους κανό­νες ενός συμ­βα­τι­κού ιστο­ρι­κού μυθι­στο­ρή­μα­τος,

Η μέτρηση του κόσμου

το βιβλίο του Κέλ­μαν ξεπερ­νά­ει σε λίγους μήνες το ένα εκα­τομ­μύ­ριο αντί­τυ­πα μόνο στη Γερ­μα­νία (υπο­λο­γί­ζε­ται ότι οκτώ χρό­νια αργό­τε­ρα έχει αγγί­ξει τα δύο εκα­τομ­μύ­ρια αντί­τυ­πα σε πωλή­σεις, γεγο­νός χωρίς προη­γού­με­νο με την εξαί­ρε­ση του Αρώ­μα­τος του Ζίσκιντ). Κάθε Γερ­μα­νός, νέος ή γέρος, πλού­σιος ή μερο­κα­μα­τιά­ρης, θρη­σκευό­με­νος ή λαϊ­κός, δια­νο­ού­με­νος ή μη, αισθά­νε­ται την ανά­γκη να δια­βά­σει την ανα­τρε­πτι­κή, σατι­ρι­κή αλλά και εξαι­ρε­τι­κά τρυ­φε­ρή ματιά του Κέλ­μαν πάνω στα δύο μεγά­λα σύμ­βο­λα του γερ­μα­νι­κού εθνι­κι­σμού.

Η Μέτρη­ση του κόσμου όμως δεν παρέ­μει­νε μόνο γερ­μα­νι­κή υπό­θε­ση. Η επι­τυ­χία ακο­λού­θη­σε το βιβλίο στις μετα­φρα­στι­κές περι­δια­βά­σεις του στον κόσμο, σε χώρες όπου ο Χού­μπολτ και ο Γκά­ους ήταν απλώς ονό­μα­τα στη μεγά­λη εγκυ­κλο­παί­δεια των επι­στη­μών και του ανθρώ­πι­νου πολι­τι­σμού. Το βιβλίο μετα­φρά­ζε­ται σε πάνω από σαρά­ντα πέντε γλώσ­σες του πλα­νή­τη (ανά­με­σά τους στη γλώσ­σα Ουρ­ντού ή στη γλώσ­σα των νήσων Φερό­ες με τους 49.000 κατοί­κους) και γνω­ρί­ζει παντού, ή σχε­δόν παντού, μεγά­λη επι­τυ­χία. Ο Κέλ­μαν αντι­με­τω­πί­ζε­ται από τη Χιλή μέχρι την Ιαπω­νία ως το μεγά­λο νέο ταλέ­ντο της ευρω­παϊ­κής λογο­τε­χνί­ας.

Ευτυ­χώς όμως ο Κέλ­μαν είναι πολύ νέος για να θελή­σει να καθί­σει στην πολυ­θρό­να της δόξας μετρώ­ντας τα (πολ­λά) χρή­μα­τα που έβγα­λε από αυτή τη χρυ­σο­φό­ρα Μέτρη­ση. Αδια­φο­ρώ­ντας για το αν οι κρι­τι­κοί τον περί­με­ναν στη γωνία ή για το αν θα επα­να­λάμ­βα­νε την προη­γού­με­νη επι­τυ­χία του, έγρα­ψε τη Φήμη, ένα «μυθι­στό­ρη­μα σε εννέα ιστο­ρί­ες» που επα­να­φέ­ρει κατά κάποιον τρό­πο τη λογο­τε­χνία του σε πιο δια­χει­ρί­σι­μες κατα­στά­σεις. Η Φήμη δεν γνώ­ρι­σε την επι­τυ­χία της Μέτρη­σης, αλλά και δεν απο­γο­ή­τευ­σε τους θια­σώ­τες του συγ­γρα­φι­κού του ταλέ­ντου. Παί­ζο­ντας τον ρόλο του μετα­βα­τι­κού έργου, η Φήμη μοιά­ζει να ανοί­γει τον δρό­μο στα επό­με­να έργα του Κέλ­μαν, που έτσι κι αλλιώς θα έπρε­πε να απο­γα­λα­κτι­στούν από τη σκιά του τρο­με­ρού εμπο­ρι­κού προ­γό­νου τους.

Φήμη

Στο ερώ­τη­μα για­τί γίνε­ται κανείς συγ­γρα­φέ­ας, ο Κέλ­μαν δίνει την πιο απο­μυ­θο­ποι­η­τι­κή και την πιο απλή απά­ντη­ση που έχει δώσει συγ­γρα­φέ­ας σε αυτή τη σει­ρά συνε­ντεύ­ξε­ων. «Νομί­ζω ότι δεν απο­φα­σί­ζεις από την αρχή να γίνεις συγ­γρα­φέ­ας. Αυτό προ­κύ­πτει οργα­νι­κά από την αγά­πη σου για τα βιβλία και τη λογο­τε­χνία. Με άλλα λόγια, ο καθέ­νας που δια­βά­ζει πολύ, κάποια στιγ­μή, ειδι­κά αν είναι νέος, σκέ­φτε­ται να γρά­ψει και ο ίδιος κάτι. Η δια­φο­ρά μετα­ξύ εκεί­νου που γίνε­ται συγ­γρα­φέ­ας κι εκεί­νου που δεν γίνε­ται, είναι ότι ο πρώ­τος επι­μέ­νει, ενώ ο δεύ­τε­ρος όχι». Για να γίνεις καλός συγ­γρα­φέ­ας χρειά­ζε­ται να έχεις το σχε­τι­κό ταλέ­ντο, για να γίνεις όμως απλώς συγ­γρα­φέ­ας χρειά­ζε­ται επι­μο­νή και, προ­φα­νώς, σκλη­ρή δου­λειά. Την έφε­ση, έτσι κι αλλιώς, την έχεις από τη στιγ­μή που δια­βά­ζεις λογο­τε­χνία.

Ο ίδιος, μεγα­λω­μέ­νος σε σπί­τι καλ­λι­τε­χνών, δεν είχε κανέ­να πρό­βλη­μα να εκφρά­σει από νωρίς την πρό­θε­σή του να γίνει συγ­γρα­φέ­ας. Κάποιες ανη­συ­χί­ες του πατέ­ρα, ο οποί­ος ήξε­ρε «εξ ιδί­ας πεί­ρας» τι σημαί­νει να είσαι καλ­λι­τέ­χνης και να μην έχεις πάντα τα απα­ραί­τη­τα χρή­μα­τα για να ζήσεις, παρέ­μει­ναν σε επί­πε­δο απλού προ­βλη­μα­τι­σμού. «Δεν είχα όμως ποτέ μου αυτό το είδος οικο­γε­νεια­κής αντι­πο­λί­τευ­σης και επι­μο­νής που είχαν άλλοι, να γίνω δικη­γό­ρος ή οδο­ντο­για­τρός». Θα απο­δει­χθεί τελι­κά ότι οι σπου­δές του στη Φιλο­σο­φία και τη Λογο­τε­χνία θα του λύσουν, από πολύ νωρίς, κάθε οικο­νο­μι­κό πρό­βλη­μα.

Η φιγού­ρα του πατέ­ρα, πάντως, μοιά­ζει να έχει παί­ξει καθο­ρι­στι­κό ρόλο στη ζωή του Κέλ­μαν. Όταν τον ρωτή­σεις πώς και τα κατά­φε­ρε, σε ηλι­κία είκο­σι οκτώ χρο­νών, να γρά­ψει τόσο πει­στι­κά για την τρί­τη ηλι­κία (Εγώ και ο Καμίν­σκι), σε παρα­πέ­μπει αμέ­σως σε αυτόν.

«Ναι, το θέμα των γηρα­τειών με συνάρ­πα­ζε και με τρό­μα­ζε πάντα, κι είναι ένα σημα­ντι­κό θέμα όχι μόνο στον Καμίν­σκι αλλά και στο τρί­το μέρος της Μέτρη­σης. Για­τί διά­λε­ξα αυτό το θέμα; Σίγου­ρα είχα πολ­λές αφορ­μές, η σημα­ντι­κό­τε­ρη όμως είναι ότι γεν­νή­θη­κα όταν ο πατέ­ρας μου ήταν ήδη σαρά­ντα επτά ετών, ήταν δηλα­δή πιο μεγά­λος από ό,τι είναι συνή­θως ένας γονιός. Έζη­σα, με άλλα λόγια, από πολύ κοντά αυτά που προ­κα­λεί το γήρας στον άνθρω­πο, τη σωμα­τι­κή και πνευ­μα­τι­κή αδυ­να­μία. Κατά­λα­βα από νωρίς ότι είναι ψέμα αυτό που λέγε­ται, ότι με τα χρό­νια οι άνθρω­ποι γίνο­νται σοφό­τε­ροι, ότι ηρε­μούν, ότι δέχο­νται γαλή­νια τα γηρα­τειά. Συνή­θως οι γέροι είναι νέοι φυλα­κι­σμέ­νοι σε κορ­μιά γέρων, δηλα­δή άνθρω­ποι που κανέ­νας δεν τους προ­ε­τοί­μα­σε για το πόσο γρή­γο­ρα κατα­λή­γεις σε αυτό το σημείο. Όσο για τον δικό μου φόβο για τα γηρα­τειά, δεν είναι ακρι­βώς φόβος, κάτι δηλα­δή που να με κάνει να ξαγρυ­πνώ ή να μου προ­κα­λεί πανι­κό, είναι η συνεί­δη­ση της τρα­γι­κό­τη­τας της ζωής. Δεν μπο­ρώ να πω ότι δεν με απα­σχο­λούν, και σίγου­ρα θα χαι­ρό­μουν αν μπο­ρού­σα να τα απο­φύ­γω. Τα γηρα­τειά όμως δεν τα απο­φεύ­γει κανείς, εκτός κι αν πεθά­νει νωρίς, πράγ­μα που δεν το βρί­σκω καθό­λου καλή λύση».

Ο πατέ­ρας του πεθαί­νει το 2005, τη χρο­νιά της μεγα­λύ­τε­ρης επι­τυ­χί­ας του γιου του, σε ηλι­κία εβδο­μή­ντα οκτώ χρο­νών. Στο μετα­ξύ ο ίδιος ο Ντά­νιελ έχει ήδη παντρευ­τεί και μοι­ρά­ζει τις μέρες του ανά­με­σα στη Βιέν­νη και το Βερο­λί­νο, ζώντας πιο έντο­να αυτόν τον δυϊ­σμό που ένιω­θε από μικρός ανά­με­σα στη γερ­μα­νι­κή και την αυστρια­κή του ταυ­τό­τη­τα. Για τόπο εγκα­τά­στα­σης στη Γερ­μα­νία επι­λέ­γει φυσι­κά το Βερο­λί­νο, τη συνοι­κία που κάπο­τε ήταν γνω­στή ως συνοι­κία των φτω­χών και των Τούρ­κων, και τώρα είναι από τα μέρη στα οποία βρί­σκεις περισ­σό­τε­ρο τη βερο­λι­νέ­ζι­κη ιντε­λι­γκέν­τσια, το Κρόι­σμπεργκ.

«Η εικό­να που είχα πάντα για την πολυ­τέ­λεια, δεν ήταν μια τερά­στια παρα­θα­λάσ­σια έπαυ­λη αλλά πολ­λά μικρά δια­με­ρί­σμα­τα σε δια­φο­ρε­τι­κές πόλεις του κόσμου. Νομί­ζω ότι είναι υπέ­ρο­χο να μπο­ρείς να μοι­ρά­ζεις την ύπαρ­ξή σου σε δια­φο­ρε­τι­κές πόλεις. Ειδι­κά τώρα, στην επο­χή των λάπτοπ, μπο­ρείς να πάρεις το γρα­φείο σου μαζί και να δου­λέ­ψεις σε οποια­δή­πο­τε πόλη».

Το δια­μέ­ρι­σμα στο Κρόι­σμπεργκ ήταν ένα μικρό δια­μέ­ρι­σμα, με άδειους τοί­χους και ελά­χι­στα έπι­πλα. Ακό­μα και η βιβλιο­θή­κη, πράγ­μα σπά­νιο για συγ­γρα­φέα, φιλο­ξε­νού­σε μονά­χα κάποιες ξένες εκδό­σεις των βιβλί­ων του – ήταν φανε­ρό ότι αυτή ήταν μια προ­σω­ρι­νή κατοι­κία, η κατοι­κία ενός εργέ­νη συγ­γρα­φέα, περισ­σό­τε­ρο τόπος απο­μό­νω­σης παρά κανο­νι­κή κατοι­κία. Η γυναί­κα του δού­λευε σε πρε­σβεί­ες στο εξω­τε­ρι­κό (ο Κέλ­μαν ήξε­ρε π.χ. τα πάντα για το… Καζακ­στάν!) και ο ίδιος ζού­σε στο Βερο­λί­νο περί­που ως ξένος.

«Ξέρε­τε, η δια­φο­ρά μετα­ξύ Βερο­λί­νου και Βιέν­νης, είναι όση η δια­φο­ρά μετα­ξύ Βερο­λί­νου και Μονά­χου. Μεγά­λω­σα στην Αυστρία, αλλά τώρα που έγι­να γνω­στός, για τους περισ­σό­τε­ρους Αυστρια­κούς ακού­γο­μαι ως Γερ­μα­νός. Είναι τόσο μεγά­λη η μνη­σι­κα­κία που τρέ­φουν οι Αυστρια­κοί για τους Γερ­μα­νούς, ώστε το γεγο­νός ότι ανα­φε­ρό­ταν στο αυτί του βιβλί­ου πως γεν­νή­θη­κα στο Μόνα­χο, με έκα­νε αυτο­μά­τως στα μάτια τους Γερ­μα­νό, ένας Γερ­μα­νός που είχε παρει­σφρή­σει πονη­ρά στις τάξεις τους. Αυτή δε η μνη­σι­κα­κία είναι τόσο μεγά­λη και τόσο ζωντα­νή, ώστε εμπό­δι­σε πολ­λούς Αυστρια­κούς ακό­μα και να δια­βά­σουν τα βιβλία μου».

Ένας λοι­πόν κατά το ήμι­συ Γερ­μα­νός που έχει τη δυνα­τό­τη­τα να κρί­νει τους Γερ­μα­νούς από μια κάποια από­στα­ση. Μήπως οφεί­λε­ται και σε αυτό η μεγά­λη επι­τυ­χία της Μέτρη­σης του κόσμου; Μήπως αυτό που μπο­ρού­σε να λει­τουρ­γή­σει αρνη­τι­κά (το γεγο­νός, δηλα­δή, ότι έπαιρ­νε κάποια γερ­μα­νι­κά στε­ρε­ό­τυ­πα και τα απο­δο­μού­σε με το θρά­σος και την ειρω­νι­κή διά­θε­ση ενός ξένου), τελι­κά λει­τούρ­γη­σε θετι­κά και απο­σό­βη­σε τις αντι­δρά­σεις που εύκο­λα θα μπο­ρού­σαν να υπάρ­ξουν;

«Είναι παρά­ξε­νο, αλλά αυτό που λες», μου απα­ντά­ει, «το συνει­δη­το­ποιούν μονά­χα οι εκτός Γερ­μα­νί­ας. Στη Γερ­μα­νία, αντί­θε­τα, η Μέτρη­ση του κόσμου δια­βά­στη­κε ως ένα κωμι­κό μυθι­στό­ρη­μα για κάποιους τρε­λούς επι­στή­μο­νες. Σε όλα τα άλλα μέρη του κόσμου δια­βά­στη­κε ως ένα κωμι­κό μυθι­στό­ρη­μα για τους Γερ­μα­νούς. Ένα άλλο παρά­δο­ξο φαι­νό­με­νο όσον αφο­ρά το ίδιο μυθι­στό­ρη­μα είναι ότι πολ­λοί Γερ­μα­νοί καθη­γη­τές πανε­πι­στη­μί­ων έγρα­φαν συνε­χώς άρθρα στις εφη­με­ρί­δες απο­κα­λύ­πτο­ντας τα λάθη που υπήρ­χαν στο μυθι­στό­ρη­μα. Αυτή είναι μια τυπι­κή γερ­μα­νι­κή αντί­δρα­ση, το να ανα­ζη­τάς παντού λάθη. Κι επι­βε­βαιώ­νει το κλι­σέ ότι οι Γερ­μα­νοί είναι πολύ αυστη­ροί, ότι δεν έχουν καμιά αίσθη­ση του χιού­μορ, ότι είναι ιδιαί­τε­ρα προ­σκολ­λη­μέ­νοι στα πραγ­μα­τι­κά γεγο­νό­τα. Επει­δή, όμως, με τη σει­ρά τους, στις παρα­τη­ρή­σεις τους αυτές έκα­ναν ένα σωρό λάθη, ξαφ­νι­κά ανα­κά­λυ­ψα γοη­τευ­μέ­νος ότι ναι, και οι Γερ­μα­νοί καθη­γη­τές κάνουν λάθη. Το χει­ρό­τε­ρο ήταν ότι δεν κατά­λα­βαν την παι­γνιώ­δη διά­θε­ση του βιβλί­ου, ούτε την καλ­λι­τε­χνι­κή ιδέα που υπήρ­χε πίσω από αυτό».

Οι σκέ­ψεις του αυτές μου φέρ­νουν στο νου μια δική μου δια­πί­στω­ση, απο­τέ­λε­σμα πολ­λών ημε­ρών παρα­μο­νής στη Φραν­κφούρ­τη λόγω της περί­φη­μης Διε­θνούς Έκθε­σης Βιβλί­ου που γίνε­ται κάθε χρό­νο εκεί: ότι οι Γερ­μα­νοί δεν είναι τόσο καλά οργα­νω­μέ­νοι, όσο λέει ο μύθος και τα χιλιά­δες σχε­τι­κά ανέκ­δο­τα.

«Όχι δεν είναι. Αυτό όμως είναι ένα καλο­φυ­λαγ­μέ­νο μυστι­κό, κάτι που οι ίδιοι απο­κρύ­πτουν ακό­μα και από τον εαυ­τό τους. Πάρ­τε, για παρά­δειγ­μα, τις υπη­ρε­σί­ες του σιδη­ρο­δρο­μι­κού δικτύ­ου της Γερ­μα­νί­ας: είναι φρι­κτές. Οι καθυ­στε­ρή­σεις είναι πολ­λές. Δεν ξέρω για­τί, αλλά τα τελευ­ταία χρό­νια τα πράγ­μα­τα έχουν αλλά­ξει. Ένας φίλος μου που γεν­νή­θη­κε και μεγά­λω­σε στην Ανα­το­λι­κή Γερ­μα­νία λέει πάντα με έναν αέρα ικα­νο­ποί­η­σης: “Δεν είναι αλή­θεια πως μας κατέ­κτη­σε η Δύση. Εμείς την κατα­κτή­σα­με. Κι αν δεν το πιστεύ­εις, ρίξε μια ματιά στα τρέ­να!” Έχει κατά κάποιον τρό­πο δίκιο. Σε ορι­σμέ­να πράγ­μα­τα, όπως με τα τρέ­να, είναι ενο­χλη­τι­κό, γενι­κό­τε­ρα όμως δεν το βλέ­πω ανα­γκα­στι­κά σαν κάτι κακό…»

Αυτό το κομ­μά­τι της συζή­τη­σης γίνε­ται μέσα σε ένα άψο­γο τρέ­νο, που καλύ­πτει τη δια­δρο­μή Βερο­λί­νο-Αμβούρ­γο, και το οποίο ξεκί­νη­σε στην ώρα του, χωρίς ούτε ένα λεπτό καθυ­στέ­ρη­ση. Μια μέρα μετά τη συνέ­ντευ­ξη, ο Κέλ­μαν έπρε­πε να πάει να μιλή­σει στο Αμβούρ­γο στο πλαί­σιο ενός κύκλου στον οποίο παρου­σιά­ζο­νταν κάθε φορά «ένας συγ­γρα­φέ­ας κι ένα βιβλίο». Του ζητή­σα­με να τον συνο­δεύ­σου­με ώστε να κινη­μα­το­γρα­φή­σου­με κάποια στιγ­μιό­τυ­πα από την εκδή­λω­ση, με την υπό­σχε­ση ότι δεν θα του γινό­μα­σταν βάρος και ότι θα τον αφή­να­με ήσυ­χο μόλις θα πατού­σα­με το πόδι μας στο Αμβούρ­γο.

Στο τρέ­νο, πιο χαλα­ρός και με την αίσθη­ση ότι η «επί­ση­μη» συνέ­ντευ­ξη έχει τελειώ­σει, ο Κέλ­μαν είναι περισ­σό­τε­ρο ο εαυ­τός του. Πίσω από αυτό το γλυ­κό πρό­σω­πο του πρό­ω­ρα μεγα­λω­μέ­νου εφή­βου, κρύ­βε­ται ένας άντρας ευγε­νι­κός, προ­ση­νής αλλά και με πλή­ρη συνεί­δη­ση των ορί­ων που ο ίδιος ορί­ζει και που επι­τρέ­πουν ή όχι στους άλλους να τον προ­σεγ­γί­σουν. Το κινη­τό του χτυ­πά­ει συνε­χώς, τα περισ­σό­τε­ρα τηλε­φω­νή­μα­τα είναι επαγ­γελ­μα­τι­κά, επαγ­γελ­μα­τι­κό είναι και το ύφος με το οποίο τα διεκ­πε­ραιώ­νει. Του αρέ­σει η κου­βέ­ντα, είναι κοι­νω­νι­κός (σε αυτό είναι περισ­σό­τε­ρο Αυστρια­κός παρά Γερ­μα­νός), και δεν τσι­γκου­νεύ­ε­ται το χαμό­γε­λό του. Όταν σου ξεδι­πλώ­νει τις σκέ­ψεις του, δεν δίνει καθό­λου την εντύ­πω­ση ότι κατέ­χει τη μονα­δι­κή αλή­θεια, το αντί­θε­το, συνέ­χεια επα­να­λαμ­βά­νει ότι αυτές είναι κάποιες δικές του σκέ­ψεις, τίπο­τα παρα­πά­νω.

«Όταν οι άνθρω­ποι δεν δια­βά­ζουν εφη­με­ρί­δες, δεν πηγαί­νουν σινε­μά, δεν αγο­ρά­ζουν βιβλία, μπο­ρούν και ζουν χωρίς να τους αγγί­ζει το παρελ­θόν. Ειδάλ­λως, ανα­πό­φευ­κτα τους αγγί­ζει. Αυτή τη στιγ­μή, στη Γερ­μα­νία, ζού­με μια περί­ο­δο γκρί­νιας όσον αφο­ρά το παρελ­θόν. Έχει γίνει πια τόσο βαρε­τό, λένε μερι­κοί, ας στα­μα­τή­σου­με να μιλά­με συνε­χώς γι’ αυτό το θέμα. Κι αυτοί που εκφρά­ζο­νται έτσι δεν είναι κατ’ ανά­γκη δεξιοί ή φασί­στες, απλώς θεω­ρούν ότι τώρα πια έχου­με ξεκα­θα­ρί­σει τι συνέ­βη στο παρελ­θόν. Και πράγ­μα­τι, η Γερ­μα­νία είναι ίσως η μόνη χώρα στον κόσμο η οποία είπε, για δεύ­τε­ρη φορά, ας μην ξεχά­σου­με τι συνέ­βη, ας μιλή­σου­με για τα πάντα, ας συζη­τή­σου­με ποιος έκα­νε τι. Δες τη Ρωσία: κανείς δεν μιλά­ει για τα γκου­λάγκ, κανείς δεν συζη­τά για όποιες ατο­μι­κές ή συλ­λο­γι­κές ευθύ­νες υπήρ­ξαν. Είναι σαν να λένε, ναι, συνέ­βη­σαν τρο­με­ρά πράγ­μα­τα στο παρελ­θόν, τώρα όμως ας τα αγνο­ή­σου­με κι ας προ­χω­ρή­σου­με μπρο­στά. Στη Γερ­μα­νία, αντί­θε­τα, απο­φά­σι­σαν να συζη­τή­σουν τόσο για το Τρί­το Ράιχ όσο και για τα όσα συνέ­βαι­ναν στη ΛΔΓ, άνοι­ξαν τους φακέ­λους και φρό­ντι­σαν να είναι προ­σβά­σι­μοι στον καθέ­να. Κι αν δια­λύ­ο­νται φιλί­ες και οικο­γέ­νειες, δεν πει­ρά­ζει, είναι κάτι που θα το αντέ­ξου­με.

Με τον Κώστα Κοσμά και τον Κέλ­μαν, στο σπί­τι του τελευ­ταί­ου στο Βερο­λί­νο
(φωτό Δημή­τρης Κορ­δε­λάς)

»Η Αυστρία δεν το τόλ­μη­σε. Μετά τον πόλε­μο οι Αυστρια­κοί είπαν “εμείς υπήρ­ξα­με το πρώ­το θύμα”, κι ύστε­ρα τίπο­τα, δεν ξανα­σχο­λή­θη­καν με το παρελ­θόν. Ο πατέ­ρας μου ο οποί­ος, ως μισός Εβραί­ος, είχε βρε­θεί σε στρα­τό­πε­δο κατα­να­γκα­στι­κής εργα­σί­ας, στα τέλη της δεκα­ε­τί­ας του ’40 απο­φά­σι­σε εξορ­γι­σμέ­νος να εγκα­τα­λεί­ψει την Αυστρία και να έρθει στη Γερ­μα­νία, διό­τι δεν μπο­ρού­σε να δεχτεί τον τρό­πο με τον οποίο η πατρί­δα του δια­χει­ρι­ζό­ταν αυτό το θέμα. Σίγου­ρα, στη Γερ­μα­νία συνέ­βη­καν οι φρι­κα­λε­ό­τη­τες που όλοι ξέρου­με, αλλά στη συνέ­χεια ο τρό­πος με τον οποίο οι Γερ­μα­νοί χει­ρί­στη­καν το θέμα ήταν υπο­δειγ­μα­τι­κός».

Όταν η συζή­τη­ση έχει φτά­σει σε αυτό το σημείο, δεν μπο­ρείς να μην κάνεις την κλα­σι­κή ερώ­τη­ση. Μα πώς έγι­ναν όλα αυτά; Ποια η ρίζα όλης αυτής της φρί­κης; Πώς το έκα­νε ένας λαός με τόση μεγά­λη κουλ­τού­ρα; Πώς συμ­βι­βά­ζο­νται οι ανοι­χτοί λάκ­κοι με τα γυμνά πτώ­μα­τα από τους θαλά­μους αερί­ων με τα κουαρ­τέ­τα που έπαι­ζαν Σού­μπερτ συνο­δεύ­ο­ντας τα θύμα­τα στους χώρους του θανά­του;

Την ίδια ερώ­τη­ση θα κάνω λίγους μήνες αργό­τε­ρα και στον Μάρ­τιν Βάλ­ζερ, ο οποί­ος λόγω ηλι­κί­ας είναι πιο αρμό­διος να απα­ντή­σει. Εμέ­να, όμως, με ενδια­φέ­ρει να ακού­σω τι έχει να πει για το θέμα αυτός ο νεα­ρός, με ενδια­φέ­ρει να ακού­σω τι μπο­ρεί να σκέ­φτε­ται η νέα γενιά των Γερ­μα­νών. Ο Κέλ­μαν χαμο­γε­λά­ει, ρίχνει μια ματιά στα κατα­πρά­σι­να λιβά­δια που τρέ­χουν έξω από το παρά­θυ­ρο και προ­σπα­θεί να προ­στα­τεύ­σει τον εαυ­τό του: «Αν είχα μια καλή εξή­γη­ση», απα­ντά­ει, «θα ήμουν παγκο­σμί­ως γνω­στός γι’ αυτήν. Πολύς κόσμος ανα­ζη­τά μια απά­ντη­ση σε αυτά τα ερω­τή­μα­τα, και φυσι­κά ούτε εγώ την έχω βρει». Επι­μέ­νω. Δεν γίνε­ται, κάπως θα τον έχει απα­σχο­λή­σει το θέμα, του λέω. Τελι­κά ενδί­δει: «Υπάρ­χει, στο καλό και στο κακό, ένα τυπι­κό χαρα­κτη­ρι­στι­κό της γερ­μα­νι­κής κουλ­τού­ρας, το οποίο κατά τη γνώ­μη μου καθο­ρί­ζει τη γερ­μα­νι­κή σκέ­ψη. Οι Γερ­μα­νοί έχουν τη συνή­θεια να ερμη­νεύ­ουν την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και τα γεγο­νό­τα σύμ­φω­να με κάποιες αφη­ρη­μέ­νες ιδε­ο­λο­γι­κές αρχές. Αν μπο­ρέ­σεις να πεί­σεις τον γερ­μα­νι­κό λαό πως για κάποιον αφη­ρη­μέ­νο λόγο είναι απα­ραί­τη­το να κάνει κάτι το πολύ απάν­θρω­πο, τότε θα το κάνει. Διό­τι είναι πει­σμέ­νος ότι κάνει το καλό. Κάτι τέτοιο δεν θα μπο­ρού­σε να συμ­βεί στους λαούς της Νότιας Ευρώ­πης. Εκεί θα έλε­γαν “μπο­ρεί να είναι απα­ραί­τη­το, αλλά εγώ δεν θα το κάνω”. Ίσως λοι­πόν αυτή να είναι η ουσία του καλού και του κακού προ­σώ­που της Γερ­μα­νί­ας: αυτό το επί­πε­δο μιας θεω­ρη­τι­κής αίσθη­σης του καθή­κο­ντος, καθώς επί­σης και η ικα­νό­τη­τα να μη συγκι­νεί­ται από τον πόνο και το δρά­μα του άλλου. Η συμπε­ρι­φο­ρά ενός Γερ­μα­νού υπα­κού­ει σε κανό­νες. Βεβαί­ως, αυτά που λέω δεν εξη­γούν τα πάντα, είναι απλώς μια δική μου θεω­ρία. Μπο­ρεί να λέω ανοη­σί­ες».

Το τρέ­νο πλη­σιά­ζει σε έναν σταθ­μό. Το βαγό­νι στο οποίο καθό­μα­στε είναι σχε­δόν άδειο. Μια γυναί­κα μιας κάποιας ηλι­κί­ας σηκώ­νε­ται και βαδί­ζει προς την έξο­δο. Περ­νώ­ντας από μπρο­στά μας, γυρί­ζει και του λέει αυστη­ρά στα γερ­μα­νι­κά: «Λες ένα σωρό βλα­κεί­ες», και απο­μα­κρύ­νε­ται.

Ο Κέλ­μαν ξαφ­νιά­ζε­ται και, για κάποια δευ­τε­ρό­λε­πτα, η αμη­χα­νία κυριαρ­χεί στο πρό­σω­πό του. «Προ­φα­νώς άκου­σε τι έλε­γα, και δεν συμ­φω­νεί», κατέ­λη­ξε. Ύστε­ρα όμως, και για αρκε­τά λεπτά, μένει σιω­πη­λός.

Όταν έρχε­ται η ώρα, πηγαί­νου­με στο μέρος που ο Κέλ­μαν μας έχει υπο­δεί­ξει. Είναι ένας χώρος βαμ­μέ­νος στα μαύ­ρα, πρώ­ην γκα­ράζ ή απο­θή­κη ή κάτι τέτοιο, στις παρυ­φές του ιστο­ρι­κού κέντρου της πόλης του Αμβούρ­γου. Στην άκρη της αίθου­σας έχουν στή­σει μια μικρή σκη­νή, κι από κάτω έχουν τοπο­θε­τή­σει στη σει­ρά μεταλ­λι­κές καρέ­κλες. Στην άκρη, δίπλα στην είσο­δο, ένα μικρό αυτο­σχέ­διο μπαρ που­λά­ει ποτά, ανα­ψυ­κτι­κά και σάντουιτς. Το κοι­νό που έρχε­ται είναι όλων των ηλι­κιών. Πλη­ρώ­νουν, ο καθέ­νας, οκτώ ευρώ, ύστε­ρα δια­λέ­γουν μια καρέ­κλα και κάθο­νται. Πάντα θαύ­μα­ζα τους Γερ­μα­νούς που πηγαί­νουν να ακού­σουν μια συζή­τη­ση περί λογο­τε­χνί­ας ή κάποιον συγ­γρα­φέα να δια­βά­ζει απο­σπά­σμα­τα από το τελευ­ταίο του βιβλίο, και πλη­ρώ­νουν εισι­τή­ριο. Αφε­νός δίνουν την ευκαι­ρία στους συγ­γρα­φείς τους να βγά­ζουν ένα σεβα­στό εισό­δη­μα (οι περισ­σό­τε­ροι Γερ­μα­νοί συγ­γρα­φείς ζού­νε κυρί­ως από τέτοιου είδους παρου­σιά­σεις κι όχι από τα ποσο­στά των βιβλί­ων τους), αφε­τέ­ρου δεί­χνουν ότι γι’ αυτούς η λογο­τε­χνία είναι ένα είδος ψυχα­γω­γί­ας όπως το σινε­μά ή το θέα­τρο, και πρέ­πει να το πλη­ρώ­σουν.

Η συζή­τη­ση ξεκι­νά­ει με τον δημο­σιο­γρά­φο, τον Μόριτζ φον Ούσλαρ, να μπαί­νει αμέ­σως στο θέμα της μεγά­λης εμπο­ρι­κής επι­τυ­χί­ας της Μέτρη­σης του κόσμου. Πιέ­ζει τον Κέλ­μαν να πει αριθ­μούς, να πει αν έγι­νε πλού­σιος, να πει τη γνώ­μη του για τοΆρω­μα του Ζίσκιντ. Ο Κέλ­μαν απα­ντά­ει, έχει φορέ­σει το ρού­χο του επαγ­γελ­μα­τία, μονά­χα ένα έμπει­ρο μάτι θα κατα­λά­βαι­νε ότι δεν του αρέ­σουν ιδιαί­τε­ρα αυτού του είδους οι συζη­τή­σεις. Όχι, η επι­τυ­χία δεν του άλλα­ξε τη ζωή. Ναι, απέ­κτη­σε μια οικο­νο­μι­κή άνε­ση, δεν θα έλε­γε όμως ότι είναι πλού­σιος. Όχι, δεν έχει άγχος για την επι­τυ­χία του επό­με­νου βιβλί­ου, δεν τον πήρα­νε άλλω­στε και τα χρό­νια, αλί­μο­νο αν σκε­φτό­ταν από τώρα έτσι.

Για το θέμα της επι­τυ­χί­ας είχα­με συζη­τή­σει κι εμείς την προη­γού­με­νη μέρα, στο σπί­τι του στο Βερο­λί­νο, αλλά όχι με λογι­στι­κούς όρους. Σύμ­φω­νοι, η Μέτρη­ση έχει χιού­μορ, έχει ειρω­νεία, έχει φαντα­σία. Πρό­τει­νε ένα άλλο είδος ιστο­ρι­κού μυθι­στο­ρή­μα­τος. Δια­βά­ζε­ται εύκο­λα. Αρκούν όμως για να εξη­γή­σουν την τρο­με­ρή επι­τυ­χία του; Άρα­γε, ο ίδιος περί­με­νε μια τέτοια επι­τυ­χία;

«Όχι. Και πιστεύω ότι για να που­λή­σει τόσο πολ­λά ένα λογο­τε­χνι­κό βιβλίο που δεν έχει καμιά σχέ­ση με τη λογι­κή των μπεστ σέλερ, σημαί­νει ότι υπήρ­ξε μια σει­ρά συμ­πτώ­σε­ων αλλά και παρα­νο­ή­σε­ων. Κάποιοι το αγό­ρα­σαν για­τί ήθε­λαν να μάθουν πώς ήταν η επο­χή που περι­γρά­φε­ται στο βιβλίο· κάποιοι άλλοι για­τί τους ενδιέ­φε­ρε η πρώ­ι­μη επο­χή της σύγ­χρο­νης επι­στή­μης· υπήρ­ξαν άνθρω­ποι που το αγό­ρα­σαν διό­τι νόμι­ζαν πως θα διά­βα­ζαν ένα “σοβα­ρό” ιστο­ρι­κό βιβλίο, όπως υπήρ­ξαν και άνθρω­ποι που το αγό­ρα­σαν χωρίς να ξέρουν τι ακρι­βώς θα διά­βα­ζαν, απλώς επει­δή είχαν ακού­σει ότι το βιβλίο άρε­σε, κι ότι που­λού­σε πολ­λά. Και παρό­λο που εξα­κο­λου­θώ να πιστεύω ότι ένα βιβλίο πρέ­πει να δια­βά­ζε­ται κατ’ αρχάς για αισθη­τι­κούς λόγους, δεν με δυσα­ρε­στεί καθό­λου το γεγο­νός ότι προ­σέγ­γι­σαν το βιβλίο άνθρω­ποι για τους πιο παρά­ται­ρους λόγους. Πιστεύω ότι το μέγε­θος της επι­τυ­χί­ας του βιβλί­ου οφεί­λε­ται και σε αυτές τις παρα­νο­ή­σεις. Φυσι­κά, ούτε οι παρα­νο­ή­σεις εξη­γούν το φαι­νό­με­νο, οι παρα­νο­ή­σεις θα μπο­ρού­σαν να εξη­γή­σουν 200–300.000 αντί­τυ­πα, όχι ενά­μι­σι εκα­τομ­μύ­ριο πωλή­σεις μόνο στη Γερ­μα­νία. Εξα­κο­λου­θώ, λοι­πόν, να τα έχω χαμέ­να, και να σκέ­φτο­μαι ότι όλο αυτό μπο­ρεί να είναι ένα τερά­στιο λάθος των υπο­λο­γι­στών, και ότι θα μου τηλε­φω­νή­σουν μια μέρα από τον εκδο­τι­κό μου οίκο για να μου πουν ότι ξέρε­τε, ήταν όλα μια πλά­νη».

Ένα χρό­νο αργό­τε­ρα, τον Μάιο του 2009, η Έκθε­ση Βιβλί­ου της Θεσ­σα­λο­νί­κης έχει ως τιμώ­με­νη χώρα τη Γερ­μα­νία. Και η Γερ­μα­νία, σε συνερ­γα­σία με το Ινστι­τού­το Γκαί­τε της Θεσ­σα­λο­νί­κης, στέλ­νει δέκα συγ­γρα­φείς, μερι­κοί από τους οποί­ους πρώ­της δια­λο­γής. Ανά­με­σά τους ο Ντά­νιελ Κέλ­μαν, ο οποί­ος δέχε­ται να μεί­νει μια ολό­κλη­ρη εβδο­μά­δα στην Ελλά­δα και να λάβει μέρος σε τρεις μεγά­λες εκδη­λώ­σεις-συζη­τή­σεις. Η πρώ­τη από αυτές στην Αθή­να, οι άλλες δύο στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, στο πλαί­σιο της έκθε­σης.

Η εκδή­λω­ση της Αθή­νας είναι η πιο φιλό­δο­ξη. Την οργα­νώ­νου­με οι Εκδό­σεις Καστα­νιώ­τη με το Μέγα­ρο Μου­σι­κής, και ο Κέλ­μαν θα βρε­θεί στο πάνελ με άλλες δύο «νέες φωνές» της ευρω­παϊ­κής λογο­τε­χνί­ας, τον Ιτα­λό Νικο­λό Αμα­νί­τι (ο οποί­ος είναι λίγο μεγα­λύ­τε­ρος από τους άλλους δύο) και τον Περου­βια­νό αλλά πλέ­ον μόνι­μο κάτοι­κο Ισπα­νί­ας Σαντιά­γο Ρον­κα­λιό­λο. Στη συζή­τη­ση εκεί­νη ο Κέλ­μαν (εμφα­νώς ο πιο δια­νο­ού­με­νος από τους τρεις) είχε την ευκαι­ρία να πει τι είναι λογο­τε­χνία γι’ αυτόν. «Μου αρέ­σει να επι­νοώ ιστο­ρί­ες, να διε­ρευ­νώ άλλες ζωές, ζωές που εγώ δεν θα ζήσω ποτέ. Ξέρω ότι μερι­κές φορές η μυθο­πλα­σία προ­κα­λεί φρί­κη, όμως ακό­μα μεγα­λύ­τε­ρη φρί­κη προ­κα­λεί η έλλει­ψη μυθο­πλα­σί­ας στη ζωή. Η καλή λογο­τε­χνία μας κάνει να ζού­με άλλες ζωές χωρίς την οδύ­νη που πολ­λές φορές νιώ­θου­με όταν ζού­με την πραγ­μα­τι­κή ζωή. Ιδιαί­τε­ρα όταν δια­βά­ζου­με τα κλα­σι­κά αρι­στουρ­γή­μα­τα έχου­με την αίσθη­ση ότι αντλού­με από αυτά μια άλλη ζωή την οποία προ­σθέ­του­με στη δική μας: είναι ένας τρό­πος θέα­σης του κόσμου με τα μάτια ενός άλλου. Δια­βά­ζο­ντας γινό­μα­στε, δηλα­δή, κατά κάποιον τρό­πο ένας άλλος, κι αυτό είναι κάτι που μας κάνει πιο πλού­σιους, διευ­ρύ­νει τις δυνα­τό­τη­τες της ύπαρ­ξής μας, της ζωής μας».

Στη Θεσ­σα­λο­νί­κη θα λάβει μέρος σε δύο μεγά­λες εκδη­λώ­σεις, μία για να παρου­σιά­σει το βιβλίο του Φήμη και μία, μαζί με τον Βάλ­ζερ, τον Σούλ­τσε, τον Μονιού­δη και τη Γιού­λια Φρανκ με θέμα «Οι συγ­γρα­φείς βλέ­πουν την ιστο­ρία: είκο­σι χρό­νια μετά την πτώ­ση του Τεί­χους». Στη δεύ­τε­ρη αυτή συζή­τη­ση ο Κέλ­μαν επα­νέ­λα­βε μια άπο­ψη που είχε πει και στη συνέ­ντευ­ξή του, ένα χρό­νο πριν, στο Βερο­λί­νο. «Είναι ίσως αλή­θεια ότι σήμε­ρα δεν απαι­τού­με από τους συγ­γρα­φείς πολ­λές πολι­τι­κές τοπο­θε­τή­σεις αλλά, εδώ που τα λέμε, νομί­ζω ότι αυτό είναι μια καλή εξέ­λι­ξη. Διό­τι αν μας έχει διδά­ξει κάτι ο 20ός αιώ­νας, είναι ότι οι καλ­λι­τέ­χνες δεν είναι ιδιαί­τε­ρα αξιό­πι­στοι από πολι­τι­κή άπο­ψη. Αρκεί, για παρά­δειγ­μα, να θυμη­θού­με ότι μια μικρή αλλά σημα­ντι­κή ομά­δα καλ­λι­τε­χνών υπήρ­ξαν υμνη­τές του Χίτλερ, όπως μια πολύ μεγα­λύ­τε­ρη ομά­δα καλ­λι­τε­χνών υπήρ­ξαν υμνη­τές του Στά­λιν. Το ότι ανα­γκα­στή­κα­με να προ­σγειω­θού­με και να δεχτού­με ότι οι συγ­γρα­φείς δεν είναι οπωσ­δή­πο­τε πιο σοφοί και αξιό­πι­στοι πολι­τι­κά από τους οδο­ντο­για­τρούς ή τους μηχα­νι­κούς, είναι κατά τη γνώ­μη μου μια πολύ θετι­κή εξέ­λι­ξη. Ένας συγ­γρα­φέ­ας μπο­ρεί να έχει άπο­ψη για την πολι­τι­κή ακρι­βώς όπως ένας οποιοσ­δή­πο­τε άλλος πολί­της, αλλά δεν μπο­ρεί να θεω­ρεί­ται πιο ειδι­κός από τους άλλους. Η δημο­κρα­τία είναι ένα σύστη­μα που ζει χάρη σε μια σει­ρά άχα­ρων και συχνά επώ­δυ­νων συμ­βι­βα­σμών, και στους καλ­λι­τέ­χνες δεν αρέ­σουν οι συμ­βι­βα­σμοί: με άλλα λόγια, οι καλ­λι­τέ­χνες κιν­δυ­νεύ­ουν περισ­σό­τε­ρο από άλλους πολί­τες να κατα­λή­ξουν σε ακραί­ες ιδε­ο­λο­γί­ες, επει­δή αυτές φαντά­ζουν στα μάτια τους πιο ενδια­φέ­ρου­σες από ό,τι οι ανια­ρές, καθη­με­ρι­νές διερ­γα­σί­ες της δημο­κρα­τί­ας».

Στη Θεσ­σα­λο­νί­κη ο Κέλ­μαν πέρα­σε καλά, κατά δική του ομο­λο­γία πολύ καλύ­τε­ρα από ό,τι συνή­θως περ­νά όταν πηγαί­νει να παρου­σιά­σει ένα βιβλίο ή να μιλή­σει σε διά­φο­ρα συνέ­δρια. Ξέχα­σε τη δίαι­τά του, χαι­ρό­ταν τον ήλιο, ανα­κά­λυ­ψε ότι οι Έλλη­νες έχουν τον τρό­πο να επι­κοι­νω­νούν με μια αμε­σό­τη­τα που του αρέ­σει. Συνε­χώς επα­να­λάμ­βα­νε ότι θα του ήταν δύσκο­λο να επι­στρέ­ψει στη μου­ντά­δα της ζωής του στη Γερ­μα­νία.

Οι Θεσ­σα­λο­νι­κείς του αντα­πέ­δω­σαν τα καλά του λόγια περι­μέ­νο­ντας σε μια τερά­στια ουρά για να τους υπο­γρά­ψει βιβλία. Η επι­τυ­χία. Ένα θέμα που επα­νέρ­χε­ται. Σε μια συνέ­ντευ­ξή του στον Μανό­λη Πιμπλή για την εφη­με­ρί­δα Τα Νέα λέει κάτι που μου τρα­βά­ει την προ­σο­χή: «Βρί­σκω πολύ γοη­τευ­τι­κή τη φρά­ση του Ντί­ρεν­ματ, ότι μια ιστο­ρία δεν ολο­κλη­ρώ­νε­ται αν δεν βρει τη χει­ρό­τε­ρη εκδο­χή της. Όταν, την ώρα που γρά­φεις, φοβά­σαι για την επι­τυ­χία αυτού που κάνεις, αυτό σημαί­νει ότι πρέ­πει οπωσ­δή­πο­τε να συνε­χί­σεις. Η μεγα­λύ­τε­ρη απε­λευ­θέ­ρω­ση είναι να κάνεις αυτό που φοβά­σαι». Τη συζη­τά­με τρώ­γο­ντας σε ένα εστια­τό­ριο πάνω στα Κάστρα. Λίγο πριν έχει κλεί­σει τηλε­φω­νι­κώς ένα δια­μέ­ρι­σμα που πολιορ­κού­σε και­ρό, σε ένα από τα πιο ωραία και ακρι­βά μέρη του ανα­το­λι­κού Βερο­λί­νου, δίπλα στο θέα­τρο του Μπρεχτ. Είναι ικα­νο­ποι­η­μέ­νος με τον εαυ­τό του. «Αυτά είναι τα καλά της επι­τυ­χί­ας που με ρωτού­σες», μου λέει.

Ένα χρό­νο πριν, στο μικρό άδειο δια­μέ­ρι­σμα του Κρόιτσ­μπεργκ τον είχα ρωτή­σει: «Μα δεν φοβά­σαι την επι­τυ­χία; Δεν φοβά­σαι που ήρθε τόσο νωρίς;» «Όχι και πολύ», είχε απα­ντή­σει. «Φυσι­κά η επι­τυ­χία έχει εν δυνά­μει κάτι επι­κίν­δυ­νο και κατα­στρο­φι­κό, αλλά ακρι­βώς τα ίδια χαρα­κτη­ρι­στι­κά έχει και η απο­τυ­χία. Πιστεύω ότι η επι­τυ­χία μπο­ρεί να σε κάνει ανό­η­το, η απο­τυ­χία μπο­ρεί να σε κάνει κακό. Άσχη­μα πράγ­μα­τα και τα δύο».

Chapeau, χερ Κέλ­μαν, chapeau.

pic17-02