Έκα­νε πολύ κρύο, ήταν μια κλα­σι­κή χει­μω­νιά­τι­κη μέρα. Στο δρό­μο δεν κυκλο­φο­ρού­σε τίπο­τα, το μόνο που έβλε­πε κανείς ήταν τα φώτα από τα δια­με­ρί­σμα­τα στις πολυκατοικίες.

Ο Βαγ­γέ­λης και η Σταυ­ρού­λα κάθο­νταν, όπως κάθε μέρα στο δωμά­τιό τους. Η τηλε­ό­ρα­ση ήταν ανοι­χτή, τα σχο­λι­κά βιβλία σκορ­πι­σμέ­να στο τρα­πέ­ζι, πάνω στα κρε­βά­τια τους σακου­λά­κια από τσι­πς και γκο­φρέ­τες. Εκεί­νη τη στιγ­μή έτρω­γαν από ένα χάμπουρ­γκερ ο καθέ­νας και έπι­ναν ένα τερά­στιο ποτή­ρι με αναψυκτικό.

«Ουφ, το βαρέ­θη­κα αυτό το παι­χνί­δι», είπε σε κάποια στιγ­μή ο Βαγ­γέ­λης, κάνο­ντας ένα διά­λειμ­μα από το ηλε­κτρο­νι­κό που έπαι­ζε στον υπο­λο­γι­στή του.

«Τότε άσε εμέ­να να παί­ξω», γκρί­νια­ξε η Σταυ­ρού­λα και σηκώ­θη­κε ρίχνο­ντας το πιά­το με το χάμπουρ­γκερ στο κρε­βά­τι της. Το κέτσαπ και η μου­στάρ­δα χύθη­καν, τα σεντό­νια λερώθηκαν.

«Ορί­στε, είδες τι έκα­νες; Μάζε­ψέ τα τώρα».

«Όχι, εσύ να τα μαζέ­ψεις που κάθε­σαι και παί­ζεις ενώ θέλω να παί­ξω κι εγώ».

Τελι­κά θα τα μάζευε η μητέ­ρα τους…

Ο Βαγ­γέ­λης σκού­πι­σε τα γυα­λιά του και σηκώ­θη­κε να αρπά­ξει τα πατα­τά­κια της αδερ­φής του. Λαχά­νια­σε με τα δύο βήμα­τα που έκα­νε. Τρά­βη­ξε τα πατα­τά­κια και η σακού­λα σκί­στη­κε. Όλα έπε­σαν στο πάτωμα.

«Εσύ φταις.»

«Όχι, εσύ».

Τα δύο αδέρ­φια άρχι­σαν να μαλώ­νουν μετα­ξύ τους. Κι όσο πέρ­να­γε η ώρα και μάλω­ναν, τόσο και κου­ρά­ζο­νταν. Η φωνή τους έβγαι­νε με ζόρι, δεν ανέ­πνε­αν κανονικά.

Τελι­κά κάθι­σαν και οι δύο μπρο­στά στον υπο­λο­γι­στή και άρχι­σαν ένα και­νού­ριο παιχνίδι.

Ήταν δυο χοντρά παι­δά­κια που έτρω­γαν συνέ­χεια και κάθο­νταν διαρ­κώς να παί­ζουν παι­χνί­δια μπρο­στά από την οθό­νη ή έβλε­παν τηλε­ό­ρα­ση. Φίλους δεν είχαν, θα μπο­ρού­σαν να μιλά­νε με τα άλλα παι­διά της πολυ­κα­τοι­κί­ας τους, αλλά κι αυτά μάλ­λον δεν είχαν φίλους κι έπαι­ζαν συνέ­χεια ηλε­κτρο­νι­κά. Είχαν δει κάποια από αυτά στην είσο­δο, όταν έφευ­γαν ή έρχο­νταν από το σχο­λείο, αλλά δεν είχαν μιλή­σει μαζί τους, ούτε χαιρετηθεί.

«Βαριέ­μαι!», είπε μετά από δυο ώρες παι­χνι­διού ο Βαγγέλης.

«Κι εγώ», συμ­φώ­νη­σε η Σταυρούλα.

Και τότε τους ήρθε η ιδέα. Θυμή­θη­καν ότι στο πατά­ρι είχαν φυλά­ξει παλιό­τε­ρα ηλε­κτρο­νι­κά παι­χνί­δια, θα μπο­ρού­σαν να τα κατε­βά­σουν και να παί­ξουν με αυτά. Θα τους φαί­νο­νταν σαν καινούρια.

Έβα­λαν μια καρέ­κλα μπρο­στά από την ντου­λά­πα για να ανέ­βουν. Με τα χίλια ζόρια ανέ­βη­κε ο Βαγ­γέ­λης, αφού τον έσπρω­χνε και η Σταυ­ρού­λα. Φοβή­θη­κε για μια στιγ­μή μην τυχόν και σπά­σει η καρέ­κλα, τόσο πολύ έτρι­ζε. Τεντώ­θη­κε για να ανοί­ξει την ντουλάπα.

«Έλα…λίγο ακό­μα…», του έλε­γε η Σταυ­ρού­λα, αλλά ο αδερ­φός της είχε λαχα­νιά­σει. Επι­πλέ­ον φοβό­ταν και το ύψος από την καρέ­κλα που είχε ανέβει.

Με τα χίλια ζόρια κατά­φε­ρε τελι­κά και άνοι­ξε την ντου­λά­πα. Δεν ήξε­ρε τι έψα­χνε, δεν μπο­ρού­σε να δει και πολύ καλά. Τέντω­σε το χέρι του και τρά­βη­ξε κάτι και τότε σαν να κρέ­μο­νταν και να στη­ρί­ζο­νταν όλα τα πρά­μα­τα από αυτό που τρά­βη­ξε ο Βαγ­γέ­λης, ξεχύ­θη­καν όλα και έπε­σαν στο πάτω­μα. Μετά από λίγο ακο­λού­θη­σε και ο Βαγ­γέ­λης, που έχα­σε την ισορ­ρο­πία του και έπε­σε πάνω στην αδερ­φή του.

«Άουτς…με πονάς…σήκω», φώνα­ζε η Σταυ­ρού­λα αρχί­ζο­ντας τις φωνές και τα κλά­μα­τα. Και ο Βαγ­γέ­λης όμως πόνα­γε. Και όσο προ­σπα­θού­σε να κινη­θεί, τόσο πιο δύσκο­λα ήταν, καθώς πάτα­γε πάνω σε αυτά που είχαν χυθεί στο πάτωμα.

«Ααα­αα…..», έκα­ναν τα δύο αδέλ­φια. «Τι είναι όλα αυτά;»

Στο χαλί βρί­σκο­νταν ένα σωρό παι­χνί­δια χυμέ­να, παι­χνί­δια που δεν είχαν ξανα­δεί στη ζωή τους. Στρα­τιω­τά­κια, μπά­λες και τόπια, σκοι­νά­κι, λάστι­χο, επι­τρα­πέ­ζια, αυτοκινητάκια.

Δε θυμό­ντου­σαν να έχουν ξανα­πιά­σει αυτά τα παι­χνί­δια, ήταν τα παι­χνί­δια των γονιών τους.

Ο Βαγ­γέ­λης και η Σταυ­ρού­λα στά­θη­καν ακί­νη­τοι πάνω από τον πλού­το αυτών των παι­χνι­διών. Ακί­νη­τοι και αμί­λη­τοι. Κοι­τά­χτη­καν μετα­ξύ τους και σαν συν­νε­νοη­μέ­νοι άρχι­σαν να μαζεύ­ουν και να τακτο­ποιούν τις κού­τες που είχαν πέσει για να τους μεί­νει χώρος.

Και όταν μετά από ώρες τα κατά­φε­ραν και παρό­λο που είχαν όρε­ξη να δουν πως παί­ζο­νται αυτά τα παι­χνί­δια, έπε­σαν στα κρε­βά­τια τους αποκαμωμένοι.

Τα παλιά αυτά παι­χνί­δια όμως τους άνοι­ξαν την όρε­ξη να ασχο­λη­θούν μαζί τους. Σιγά-σιγά τις επό­με­νες μέρες τα κου­βα­λού­σαν κάτω, στο γκα­ράζ, εκεί που είναι και οι απο­θή­κες των δια­με­ρι­σμά­των. Έτσι είχαν πολύ χώρο για να τα απλώ­σουν και να παί­ξουν. Τα τακτο­ποιού­σαν στα ράφια, φρο­ντί­ζο­ντας να τα φτά­νουν και να τα βγά­ζουν γρή­γο­ρα, ενώ παράλ­λη­λα έψα­χναν να βρουν λύσεις για το πώς θα τα απλώνουν.

Η μέρα τους απο­κτού­σε κι ένα δια­φο­ρε­τι­κό νόη­μα μετά το σχο­λείο. Οι γονείς τους ήταν παρα­ξε­νε­μέ­νοι στην αρχή, δεν είχαν συνη­θί­σει από το Βαγ­γέ­λη και τη Σταυ­ρού­λα να βγαί­νουν από το δια­μέ­ρι­σμά τους, ούτε καν από το δωμά­τιό τους. Δεν είχαν συνη­θί­σει να βλέ­πουν τον υπο­λο­γι­στή κλει­στό και τα χάμπουρ­γκερ πάνω στο τρα­πέ­ζι της κου­ζί­νας αφά­γω­τα. Έτσι απο­φά­σι­σαν να ακο­λου­θή­σουν τα απι­διά τους, να δουν πού πήγαι­ναν. Και τι χαρά ένιω­σαν βλέ­πο­ντάς τα να στή­νουν τα παλιά παι­χνί­δια και να τα τακτοποιούν.

«Ε…θέλεις να σου δεί­ξω πώς παί­ζε­ται αυτό;», είπε μια φορά μια για­γιά στη Σταυ­ρού­λα, που την είδε τυχαία στο υπό­γειο. Η για­γιά της έδει­ξε το σκοινάκι.

«Θα φέρω και την εγγο­νή μου να παί­ξε­τε, και αυτή δεν έχει παρέα…»

Και μετά από την εγγο­νή, προ­στέ­θη­κε και ένα αγο­ρά­κι από το δεύ­τε­ρο και έπει­τα άλλα δύο αδελ­φά­κια από τον τέταρ­το και άλλο ένα αγό­ρι από τον πρώ­το. Τελευ­ταίο ήρθε ένα κορι­τσά­κι από το διπλα­νό δια­μέ­ρι­σμα των παιδιών.

Κάθε από­γευ­μα μαζεύ­ο­νταν στο υπό­γειο, έστη­ναν στρα­τούς, έπαι­ζαν επι­τρα­πέ­ζια, έκα­ναν σκοι­νά­κι και λάστι­χο. Και κάθε από­γευ­μα άρχι­σαν να μαθαί­νουν τα παλιά παι­χνί­δια το κου­τσό, το κυνη­γη­τό, το κρυ­φτό. Ο παπ­πούς και η για­γιά του ισο­γεί­ου τους ετοί­μα­ζαν λιχου­διές, κου­λου­ρά­κια και μπι­σκό­τα, όχι χάμπουρ­γκερ και πίτσες, ούτε τσι­πς και γαρι­δά­κια. Κάθο­νταν κι αυτοί αρκε­τές φορές εκεί, κάνο­ντας παρέα στα παι­διά, λέγο­ντάς τους ιστο­ρί­ες, βοη­θώ­ντας τα.

Και κάθε βρά­δυ ο Βαγ­γέ­λης και η Σταυ­ρού­λα γύρ­να­γαν απο­κα­μω­μέ­νοι κι έπε­φταν για ύπνο, κου­ρα­σμέ­νοι αλλά ευτυχισμένοι.

Αυτός ο Νοέμ­βρης για πολ­λούς ανθρώ­πους δεν έφε­ρε τίπο­τα και­νού­ριο. Για το Βαγ­γέ­λη και τη Σταυ­ρού­λα όμως έφε­ρε φίλους, κάτι που δεν είχαν ξανα­γνω­ρί­σει στη ζωή τους. Όσο πέρ­να­γε ο και­ρός, τα παι­διά άρχι­σαν να λαχα­νιά­ζουν λιγό­τε­ρο, να ανα­πνέ­ουν πιο καλά, να αφή­νουν τα χάμπουρ­γκερ αφά­γω­τα πάνω στο τρα­πέ­ζι της κου­ζί­νας. Μέχρι που στα­μά­τη­σαν να αγο­ρά­ζο­νται κι αυτά. Όσο πέρ­να­γε ο και­ρός η τηλε­ό­ρα­ση έπα­ψε να είναι συνέ­χεια ανοι­χτή στο δωμά­τιό τους, το ίδιο και ο υπο­λο­γι­στής, τα ηλε­κτρο­νι­κά παι­χνί­δια είχαν αρχί­σει να παλιώ­νουν, δε χρειά­ζο­νταν καινούρια.

Και όσο πέρ­να­γε ο και­ρός άρχι­σαν και οι υπό­λοι­ποι ένοι­κοι της πολυ­κα­τοι­κί­ας να γνω­ρί­ζο­νται μετα­ξύ τους, να κατε­βαί­νουν στο υπό­γειο για να δια­σκε­δά­ζουν κι αυτοί με τα παι­διά, να στα­μα­τά­νε τις γκρί­νιες. Και βέβαια να κάνουν σχέ­δια και όνει­ρα για την άνοι­ξη και το καλο­καί­ρι, για το πώς θα δια­μορ­φώ­σουν το χώρο έξω από την πολυ­κα­τοι­κία για να παί­ζουν τα παιδιά…

Και τελι­κά ποιος να φαντα­ζό­ταν ότι όλα αυτά ξεκί­νη­σαν ένα κρύο από­γευ­μα του Νοέμ­βρη, με κάποια παλιά παιχνίδια…