Ο τίτλος του άρθρου είναι δανει­σμέ­νος από την Washington Post. Μέσα από τις σελί­δες της (όπως και άλλων μεγά­λων ΜΜΕ των Η.Π.Α), συνε­χί­ζε­ται ο διά­λο­γος για τις συνέ­πειες του πρό­σφα­του βρα­βεί­ου Νόμπελ. Οι συντά­κτες της εφη­με­ρί­δας-όπως και πολ­λοί άνθρω­ποι του βιβλί­ου- υπο­στη­ρί­ζουν πως η Σου­η­δι­κή Ακα­δη­μία υπέ­πε­σε στον πει­ρα­σμό της υπερ­βο­λής, αφή­νο­ντας εκτός διά­κρι­σης, συγ­γρα­φείς όπως ο μεγά­λος Κενυά­της Νγκού­γκι γουά Θιόν­γκο. Τα βιβλία του οποί­ου απο­τε­λούν ανά­χω­μα στην ανα­δυό­με­νη μισαλ­λο­δο­ξία του ρατσι­σμού επί των ημε­ρών Τραμπ, όπως και της σαρω­τι­κής ανό­δου των υπερ­συ­ντη­ρη­τι­κών κυβερ­νή­σε­ων στην Ευρώπη.

Το 1953 ήταν η τελευ­ταία φορά που βρα­βεύ­ο­νταν κάποιος πέρα από τα όρια της λογο­τε­χνί­ας.  Φυσι­κά, ανα­φε­ρό­μα­στε στον Ουίν­στον Τσώρ­τσιλ και το πεντά­το­μο έργο του «Β΄ Παγκό­σμιος Πόλε­μος». Ένα έργο που σύμ­φω­να με το σκε­πτι­κό της Ακα­δη­μί­ας βρα­βεύ­τη­κε λόγω «της σαφούς ιστο­ρι­κής και βιο­γρα­φι­κής περι­γρα­φής, όπως και για την λαμπρή υπε­ρά­σπι­ση των ανθρω­πί­νων αξιών». Προ­φα­νώς ο έπαι­νος στην πολε­μι­κή ρητο­ρι­κή του Τσώρ­τσιλ, ξεχνά την συμ­με­το­χή του σε εγκλή­μα­τα ενα­ντί­ον αυτό­χθο­νων πλη­θυ­σμών της Αφρι­κής, μετα­ξύ των οποί­ων και της οικο­γέ­νειας του Θιόνγκο.

Η ανα­γκαιό­τη­τα του Νγκού­γκι γουά Θιόν­γκο, πέρα του ότι είναι συγ­γρα­φέ­ας μονα­δι­κών δυνα­το­τή­των, απο­τε­λεί εδώ και δεκα­ε­τί­ες την αφύ­πνη­ση των κατα­πιε­σμέ­νων λαών. Μια ανυ­πό­τα­κτη γρα­φή. Γεν­νή­θη­κε το 1938 από οικο­γέ­νεια αγρο­τών, σ’ένα χωριό βόρεια του Ναϊ­ρό­μπι. Ενη­λι­κιώ­θη­κε μέσα στην επα­νά­στα­ση των Μάου Μάου (που αργό­τε­ρα οδή­γη­σε στην ανε­ξαρ­τη­σία της Κένυας) για να ακο­λου­θή­σει η σφο­δρή απά­ντη­ση της κυβέρ­νη­σης Τσώρ­τσιλ, με 150.000 αιχ­μα­λώ­τους σε στρα­τό­πε­δα συγκέ­ντρω­σης, όπου βασα­νί­στη­καν άγρια και ακρω­τη­ριά­στη­καν. Στοι­χεία που είδαν το φως της δημο­σιό­τη­τας από  τα εμπι­στευ­τι­κά αρχεία του Φόρεϊν Όφις, το 2012. Μνή­μες από εκεί­νη την σκλη­ρή περί­ο­δο κατα­γρά­φη­καν και στο Πέτα­λα από αίμα  (μτφρ: Σταυ­ρού­λα Αργυ­ρο­πού­λου) που πρω­το­κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1977.

Η ιστο­ρία δια­θέ­τει εν μέρη αστυ­νο­μι­κή πλο­κή και ξεκι­νά με την διε­ρεύ­νη­ση μιας θεα­μα­τι­κής, τρι­πλής δολο­φο­νί­ας. Ένας αφη­γη­μα­τι­κός άξο­νας εγκλή­μα­τος και δολο­πλο­κιών, που κατα­λή­γουν στην απο­γο­ή­τευ­ση του ορά­μα­τος για μια Κένυα ελεύ­θε­ρη και ανε­ξάρ­τη­τη. Την τρο­μο­κρα­τία της αποι­κιο­κρα­τί­ας, δια­δέ­χε­ται η τρα­γω­δία του δεσπο­τι­σμού στην ελεύ­θε­ρη Αφρι­κή. Το Πέτα­λα από αίμα, έχει μια σενα­ρια­κή κάτο­ψη παρα­πλα­νη­τι­κά απλή. Σε πρώ­το επί­πε­δο παρα­κο­λου­θού­με την δύσκο­λη έρευ­να των φόνων, στην ενδο­χώ­ρα της Κένυας. Καθώς όμως οι εμπλε­κό­με­νες ιστο­ρί­ες των τεσ­σά­ρων υπό­πτων εξε­λίσ­σο­νται, ανα­δύ­ε­ται μια ολέ­θρια εικό­να του σύγ­χρο­νου Τρί­του Κόσμου. Η οποία εντο­πί­ζε­ται στην βαθιά απαι­σιο­δο­ξία των πολι­τών για τις εκλεγ­μέ­νες ή μη κυβερ­νή­σεις όπως και για τους πολι­τι­κούς αρχη­γούς, που προ­δί­δουν το κοι­νό αίσθη­μα ξανά και ξανά.

Το βιβλίο με το που είδε το φως της δημο­σιό­τη­τας, σήκω­σε αμέ­σως οξύ­τα­τες αντι­δρά­σεις. Σε τέτοιο βαθ­μό μάλι­στα που ο Νγκού­γκι γουά Θιόν­γκο μπή­κε με το έτσι θέλω φυλα­κή  από την κυβέρ­νη­ση της Κένυας, χωρίς απτές κατη­γο­ρί­ες. Αυτή η βίαιη κάθειρ­ξη του συγ­γρα­φέα, δημιούρ­γη­σε παγκό­σμιο σοκ. Πλή­θος δια­νο­ου­μέ­νων από την Τόνι Μόρι­σον μέχρι και τον Χάρολντ Πίντερ προ­σέ­τρε­ξαν για συμπα­ρά­στα­ση. Ένα μυθι­στό­ρη­μα, μια απελ­πι­σμέ­νη πολι­τι­κή δήλω­ση, ένα εκρη­κτι­κό κεί­με­νο που δεν μπο­ρεί να αφή­σει κανέ­ναν αδιά­φο­ρο. Σύντο­μα στα βιβλιοπωλεία