ΕΡ: Ποιοι ήταν οι λόγοι που σας έκα­ναν να ξεκι­νή­σε­τε το ταξί­δι στην περι­πέ­τεια της γρα­φής

Δεν ξέρω αν υπήρ­ξαν συγκε­κρι­μέ­νοι λόγοι για την ενα­σχό­λη­ση μου με την γρα­φή. Περισ­σό­τε­ρο νομί­ζω ότι οδη­γή­θη­κα σ’ αυτήν, από έναν συν­δυα­σμό χαρα­κτή­ρα και κλί­σης που εντά­θη­κε από την μονα­χι­κή μου φύση ως παδιού, η οποία ευνο­ού­σε την εμμο­νι­κή αφιέ­ρω­ση στη «δημιουρ­γι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα», είτε ζωγρα­φι­κή ήταν αυτή, είτε ανά­γνω­ση, είτε γρα­φή αργό­τε­ρα. Για χρό­νια φιλο­δο­ξού­σα να γρά­ψω, χωρίς να το τολ­μώ. Όταν επι­τέ­λους το απο­φά­σι­σα, πλη­σί­α­ζα πια τα τριά­ντα.

ΕΡ: Ποιες ήταν οι δυσκο­λί­ες που αντι­με­τω­πί­σα­τε ως συγ­γρα­φέ­ας στα πρώ­τα σας βήμα­τα. 

Ένας συν­δυα­σμός παρα­λυ­τι­κής ασφά­λειας και υπερ­τρο­φι­κής φιλο­δο­ξί­ας, σε βαθ­μό που ανα­ρω­τιέ­μαι πως κατά­φε­ρα τελι­κά να ολο­κλη­ρώ­σω ένα πρώ­το κεί­με­νο. Ακό­μη και σήμε­ρα γρά­φω μέσα σε έναν παρό­μοιο συναι­σθη­μα­τι­κό «κόμπο», έτσι που οδη­γού­μαι να γεμί­ζω σελί­δες με ρυθ­μούς ταχύ­τα­τους ώστε να προ­λά­βω την προ­κα­τα­βο­λι­κή απο­γο­ή­τευ­ση και τα μόνι­μα αισθή­μα­τα ματαιό­τη­τας που με κατα­διώ­κουν. Όσον αφο­ρά το εκδο­τι­κό μέρος, είχα την τύχη να γίνω γρή­γο­ρα δεκτός από έναν μεγά­λο εκδο­τι­κό οίκο και έτσι δεν ταλαι­πω­ρή­θη­κα πολύ ως πλά­νης και άστε­γος. 

ΕΡ: Τι μπο­ρεί να θυσιά­σει κανείς για να είναι συγ­γρα­φέ­ας ή καλ­λι­τέ­χνης γενι­κό­τε­ρα. 

Νομί­ζω ότι κανείς στη ζωή δεν θυσιά­ζει επί της ουσί­ας τίπο­τα. Ειδι­κό­τε­ρα σε σχέ­ση με επι­λο­γές που έχει κάνει ο ίδιος, χωρίς κατα­να­γκα­σμούς και εξω­τε­ρι­κές πιέ­σεις. Πάντα οδη­γού­μα­στε στη συγκρι­τι­κά ευκο­λό­τε­ρη για εμάς οδό, με την έννοια ότι συνή­θως ακο­λου­θού­με τις εσω­τε­ρι­κές παρορ­μή­σεις μας, ακό­μη και αν αυτές δεί­χνουν δύσκο­λες ή ενδε­χο­μέ­νως επί­πο­νες στα μάτια τρί­των. Η ενα­σχό­λη­ση με τη γρα­φή προ­ϋ­πο­θέ­τει και ταυ­τό­χρο­να οδη­γεί σε κάποιας μορ­φής κοι­νω­νι­κή απο­μό­νω­ση, αλλά για μένα αυτό ήταν δεδο­μέ­νο ούτως ή άλλως. Υπό αυτή την έννοια, η λογο­τε­χνία υπήρ­ξε σωτη­ρία. 

ΕΡ: Σε ποιο βαθ­μό έχει επη­ρε­ά­σει η συγ­γρα­φή τη ζωή σας και η ζωή σας τα κεί­με­να.

Η ζωή μου επη­ρε­ά­ζει περισ­σό­τε­ρο τα κεί­με­να μου απ’ ό,τι το αντί­στρο­φο. Αντλώ υλι­κό από τις ανα­μνή­σεις και τις εμπει­ρί­ες μου επί μονί­μου βάσε­ως. Αντι­στρό­φως, δεν μπο­ρώ να πω ότι η ζωή μου έχει χρω­μα­τι­στεί απο­φα­σι­στι­κά από το γεγο­νός ότι είμαι συγ­γρα­φέ­ας, πέραν του χρό­νου και της σκέ­ψης που αφιε­ρώ­νω συστη­μα­τι­κά στο γρά­ψι­μο. Ίσως αυτό να είναι καλό, για την δια­τή­ρη­ση της δημιουρ­γι­κής μου εγρή­γορ­σης. 

ΕΡ: Τι πιστεύ­ε­τε ότι έχει αλλά­ξει ή τι έχει δια­φο­ρο­ποι­η­θεί μέσα σας σε συγ­γρα­φι­κό επί­πε­δο, από τότε που ξεκι­νή­σα­τε. 

Πιστεύω ότι είμαι καλύ­τε­ρος, για να το πω απλά. Θεω­ρώ ότι επε­ξερ­γά­ζο­μαι πιο γρή­γο­ρα τις ιδέ­ες που με ενδια­φέ­ρουν και τις αξιο­ποιώ πιο απο­τε­λε­σμα­τι­κά. Από την άλλη, ο αυθορ­μη­τι­σμός και η αθω­ό­τη­τα έχουν και αυτά τη δεδο­μέ­νη αξία τους.

ΕΡ: Τι σημαί­νει για εσάς λογο­τε­χνία.

Η λογο­τε­χνία είναι το πλέγ­μα από ανε­ξά­ντλη­τες αφη­γή­σεις, δυνά­μει άπει­ρες, που συνι­στούν το απο­τύ­πω­μα της ανθρώ­πι­νης εμπει­ρί­ας απ’ την αυγή της ύπαρ­ξης της μέχρι σήμε­ρα, έχο­ντας τη μορ­φή κει­μέ­νων. Λογο­τε­χνία, για να γίνω λιγό­τε­ρο υψι­πε­τής, είναι ένας τρό­πος να περ­νάς το χρό­νο σου βυθι­ζό­με­νος στον κόσμο των ιστο­ριών και στα ατέ­λειω­τα ταξί­δια που σου προ­σφέ­ρουν, ζώντας μ’ αυτό τον τρό­πο πολ­λές περισ­σό­τε­ρες ζωές και εμπει­ρί­ες από εκεί­νες που ανα­λο­γούν στο φτω­χό σου σαρ­κίο και όλα αυτά με το επι­πρό­σθε­το δώρο της αισθη­τι­κής-γλωσ­σι­κής από­λαυ­σης. Η δημιουρ­γι­κή συμ­με­το­χή σ’ αυτό τον παράλ­λη­λο κόσμο, μέσα από τη γρα­φή και την παρα­γω­γή πρω­τό­τυ­που έργου, είναι για μένα εκεί­νο που έχω ορί­σει παι­διό­θεν ως τη σημα­ντι­κό­τε­ρη και εκλε­κτό­τε­ρη απο­στο­λή που μπο­ρεί να επι­διώ­ξει κανείς.  

ΕΡ: Πως μπο­ρεί­τε να χαρα­κτη­ρί­σε­τε την περί­ο­δο που δια­νύ­ου­με.

Την ορί­ζω ως «μετα­βα­τι­κή», έχο­ντας πλή­ρη συναί­σθη­ση ότι κάθε επο­χή της ανθρώ­πι­νης Ιστο­ρί­ας απο­τε­λεί το ίδιο, δεδο­μέ­νου ότι η ίδια η Ιστο­ρία (του­λά­χι­στον υπό την δυτι­κή εκδο­χή της) συνι­στά εξ’ ορι­σμού μια μετά­βα­ση. Ωστό­σο στις μέρες μας το γεγο­νός αυτό εντεί­νε­ται από την πτώ­ση των ιδε­ο­λο­γιών που μας συνό­δευαν για δεκα­ε­τί­ες, αν όχι αιώ­νες, και από την απου­σία εκεί­νου που θα τις αντι­κα­θι­στού­σε επαρ­κώς ως το αντί­πα­λο δέος του ωμού καπι­τα­λι­στι­κού υλι­σμού. Αντί γι’ αυτό υπάρ­χει μονά­χα ο κατα­να­λω­τι­σμός, η λατρεία του εαυ­τού, η ψηφια­κή τεχνο­λο­γία, οι περι­φε­ρεια­κοί πόλε­μοι, η κατα­στρο­φή του φυσι­κού περι­βάλ­λο­ντος, καθώς και διά­φο­ρα νεκρο­ζώ­ντα­να κου­φά­ρια των μετα­φυ­σι­κών και πολι­τι­κών θρη­σκειών του παρελ­θό­ντος. Δεν έχω ιδέα πως θα μοιά­ζει η συνέ­χεια όλων αυτών στο απώ­τε­ρο μέλ­λον, αλλά κάτι μου λέει ότι δεν θα είναι πολύ ευχά­ρι­στη.

ΕΡ: Ποια βιβλία ή συγ­γρα­φείς σας έχουν επη­ρε­ά­σει δια­χρο­νι­κά και για­τί.

Δύσκο­λο να απα­ντή­σω σ’ αυτό για­τί θα προ­ϋ­πέ­θε­τε ότι έχω ορί­σει τον δια­χρο­νι­κό λογο­τε­χνι­κό «εαυ­τό μου», πράγ­μα που δεν ισχύ­ει. Προ­σπα­θώ­ντας ωστό­σο να προ­σεγ­γί­σω το πνεύ­μα της ερώ­τη­σης θα έλε­γα σίγου­ρα Μαρ­σέλ Προυστ, Γεώρ­γιος Βιζυ­η­νός, Γιό­ζεφ Ροτ, Βιρ­τζί­νια Γουλφ, Γκρά­χαμ Γκριν, Βλα­ντί­μιρ Ναμπό­κοφ, Μαξ Φρις, Χόρ­χε Λουίς Μπόρ­χες, Ορχάν Παμούκ, Ρομπέρ­το Μπο­λά­νιο. Ο καθέ­νας και η καθε­μιά τους απο­τε­λεί μια κορυ­φή που με καλεί κατά και­ρούς να μετρή­σω το μέγε­θος της ανε­πάρ­κειας μου.

ΕΡ: Όταν δεν γρά­φε­τε, με τι σας αρέ­σει να ασχο­λεί­στε

Με διά­φο­ρα χόμπι όπως είναι η φωτο­γρα­φία, το σινε­μά, τα ταξί­δια, οι περι­η­γή­σεις ή και οι άσκο­ποι περί­πα­τοι. Επί­σης και για να μην εξι­δα­νι­κεύω, περι­γρά­φο­ντας παρα­πλα­νη­τι­κά μια εντε­λώς εστέτ ζωή, η σωστή απά­ντη­ση είναι πρω­τί­στως «βιο­πο­ρί­ζο­μαι», που σημαί­νει ότι ασκώ καθη­με­ρι­νά τα καθή­κο­ντα μου ως ένας υπάλ­λη­λος του Ελλη­νι­κού Δημο­σί­ου. 

ΕΡ: Τι σας παρα­κι­νεί να γρά­φε­τε ιστο­ρί­ες

Η ψευ­δαί­σθη­ση ότι αφη­γού­με­νος παρα­πλα­νώ τον Χρό­νο και τον Θάνα­το καλο­πιά­νο­ντας τους, κλεί­νο­ντας τους κάπως το μάτι. Είναι σίγου­ρο ότι δεν πρό­κει­ται να είναι περισ­σό­τε­ρο επιει­κείς μαζί μου μόνο και μόνο επει­δή τυχαί­νει να γρά­φω ιστο­ρί­ες, αλλά η παρα­νό­η­ση αυτή, έπει­τα από χρό­νια τρι­βής στο εν λόγω πεδίο, μου έχει δημιουρ­γή­σει τον ψυχο­λο­γι­κό κατα­να­γκα­σμό να επι­νοώ και να κατα­γρά­φω διαρ­κώς, λες και αν δεν το κάνω, η Βενε­τιά πρό­κει­ται να χάσει κάποιο πολύ σημα­ντι­κό βελό­νι. 

Το νέο μυθι­στό­ρη­μα του Νίκου Α. Μάντη με τίτλο Σφάλ­μα συστή­μα­τος, θα κυκλο­φο­ρή­σει σύντο­μα από τις εκδό­σεις μας.