Ο Αμε­ρι­κα­νός συγ­γρα­φέ­ας εγκα­τέ­λει­ψε το θρη­σκευ­τι­κό του δόγ­μα του πριν από 16 χρό­νια αλλά εξα­κο­λου­θεί να γρά­φει μακά­βριες ιστο­ρί­ες «λογο­τε­χνι­κού τρόμου».

Όταν ο Μπράιαν Έβεν­σον ήταν δεκα­ε­πτά χρο­νών, ξύπνη­σε μια νύχτα και είδε μια φιγού­ρα να γλι­στρά μέσα στο δωμά­τιό του από την ανοι­χτή πόρ­τα. Έπει­τα η φιγού­ρα στά­θη­κε ακί­νη­τη και άρχι­σε να τον κοι­τά­ζει. Η συρό­με­νη πόρ­τα ήταν τοπο­θε­τη­μέ­νη ανά­με­σα σε δύο βιβλιο­θή­κες, δημιουρ­γώ­ντας έτσι ένα μικρό υπνο­δω­μά­τιο στο σαλό­νι του σπι­τιού που ο Μπράιαν μοι­ρα­ζό­ταν με τους γονείς και τα τέσ­σε­ρα αδέλ­φια του, στην πόλη Πρό­βο, στην Πολι­τεία της Γιού­τα. Καθώς η φιγού­ρα στε­κό­ταν εκεί, «ασά­λευ­τη, σχε­δόν ολό­κλη­ρη μέσα στη σκιά», ο Έβεν­σον δεν μπο­ρού­σε να κου­νη­θεί. Ούτε μπο­ρού­σε να δια­κρί­νει το πρό­σω­πο της φιγού­ρας, παρό­τι ήταν σίγου­ρος ότι ανή­κε «σε κάποιο κακό­βου­λο πλά­σμα». «Εν τέλει, εντε­λώς αιφ­νί­δια», μου έγρα­ψε σε ένα του e-mail ο Έβεν­σον, «η μέρα ξημέ­ρω­σε, η πόρ­τα μου παρέ­με­νε κλει­στή και κανείς δε βρι­σκό­ταν πλέ­ον εκεί. Ωστό­σο η εντύ­πω­ση ότι κάποιος είχε εμφα­νι­στεί στο σημείο εκεί­νο ήταν τόσο ισχυ­ρή, τόσο δυνα­τή, που δεν μπο­ρού­σα να την αρνη­θώ. Πρό­κει­ται για μια εμπει­ρία που μού δημιουρ­γεί μιαν ανη­συ­χα­στι­κή σύγ­χυ­ση ακό­μα και σήμερα».

Πολ­λά από τα μυθι­στο­ρή­μα­τα και τα διη­γή­μα­τα που έγρα­ψε ο Έβεν­σον στις δεκα­ε­τί­ες που μεσο­λά­βη­σαν, διε­ρευ­νούν αυτό το είδος της ύπου­λης αβε­βαιό­τη­τας. Στο ομό­τι­τλο διή­γη­μα της πρό­σφα­της συλ­λο­γής του A Collapse of Horses, ένας οικο­γε­νειάρ­χης που δεν κατο­νο­μά­ζε­ται, περ­πα­τά στην εξο­χή, ώσπου φτά­νει σε ένα φρά­χτη και αντι­κρί­ζει «άλο­γα, κατά τα φαι­νό­με­να νεκρά, να κεί­το­νται στο χώμα». Ύστε­ρα παρα­τη­ρεί «έναν άντρα στην πέρα πλευ­ρά του φρά­χτη να γεμί­ζει την ταΐ­στρα τους με νερό, απο­στρέ­φο­ντας το βλέμ­μα» και ανα­ρω­τιέ­ται αν αυτός ο άντρας έχει δει τα άλο­γα που ‘ναι αρα­δια­σμέ­να στο έδα­φος. Η ασά­φεια της σκη­νής παρα­λύ­ει τον αφη­γη­τή. Το σκά­ει. «Τα εγκα­τέ­λει­πα για πάντα, με τη σκέ­ψη ότι δεν ήταν νεκρά, αλλά σχε­δόν ζωντα­νά» εξη­γεί κατό­πιν στον ανα­γνώ­στη. Όμως στο τέλος του διη­γή­μα­τος, η αβε­βαιό­τη­τα θα αλλοιώ­σει όχι μόνο τη συνεί­δη­σή του, αλλά, με μια κατα­χθό­νια ανα­τρο­πή, ακό­μα και τη ζωή της οικο­γέ­νειάς του. «Η άγνοια είναι κάτι που μπο­ρείς να απο­δε­χτείς μονά­χα για ένα σύντο­μο διά­στη­μα», γρά­φει ο Έβεν­σον. «Όχι, ακό­μα κι αν εκεί­νο που πρέ­πει να απο­δε­χτείς είναι τρο­με­ρό, όπως ένα ανε­ξή­γη­τα νεκρό κοπά­δι άλο­γα, όπως ακό­μα και μια ανε­ξή­γη­τα νεκρή οικο­γέ­νεια, και πάλι θα πρέ­πει να αντι­με­τω­πί­σεις την άγνοια».

Η γρα­φή του Έβεν­σον περι­γρά­φε­ται συνή­θως ως «λογο­τε­χνι­κός τρό­μος». Σε ένα άλλο σημείο της συλ­λο­γής A Collapse of Horses, δύο απο­ξε­νω­μέ­νοι παι­δι­κοί φίλοι ξανα­ζω­ντα­νεύ­ουν ένα σαδι­στι­κό παι­χνί­δι∙ εργά­τες ορυ­χεί­ων ενός μακρι­νού πλα­νή­τη βρί­σκο­νται στην καρ­διά μιας απροσ­διό­ρι­στης, δολο­φο­νι­κής συνω­μο­σί­ας∙ ένας άντρας που ταξι­δεύ­ει με αυτο­κί­νη­το στην έρη­μο της Νεβά­δα για να απο­δε­χτεί μια κλη­ρο­νο­μιά στη Γιού­τα, έρχε­ται αντι­μέ­τω­πος με ένα δυσοί­ω­νο αντι­κεί­με­νο, στις τουα­λέ­τες ενός φαγά­δι­κου∙ και –ένα σενά­ριο που ανα­κα­λεί την παι­δι­κή ηλι­κία του Έβεν­σον– κάποιος που δεν μπο­ρεί να κοι­μη­θεί, περι­μέ­νει την εκδι­κη­τι­κή επα­νεμ­φά­νι­ση ενός εισβο­λέα που ο ίδιος απώ­θη­σε λίγο νωρί­τε­ρα. Η μυθο­πλα­σία του Έβεν­σον είναι σε ίσες ποσό­τη­τες εμμο­νι­κή, πει­ρα­μα­τι­κή και βίαιη. Μπο­ρεί να κλο­νί­σει την ψυχή –τόσο του ανα­γνώ­στη, όσο και του ίδιου του Έβεν­σον, ο οποί­ος ισχυ­ρί­ζε­ται πως, την επο­χή που έγρα­φε το διή­γη­μα The Munich Window, στο εργα­στή­ριο πλη­ρο­φο­ρι­κής ενός κολε­γί­ου,  ένας διπλα­νός τον ρώτη­σε «αν ένιω­θε καλά». «Τότε μονά­χα συνει­δη­το­ποί­η­σα ότι έτρε­μα», είπε ο Έβεν­σον, «ότι η πλη­κτρο­λό­γη­ση και η διόρ­θω­ση εκεί­νης της ιστο­ρί­ας ήταν βασα­νι­στι­κές για μένα».

Ο Έβεν­σον γεν­νή­θη­κε το 1966 στο Έιμς της Άιο­βα, αλλά μεγά­λω­σε στο Πρό­βο, όπου ο πατέ­ρας του δίδα­σκε Φυσι­κή στο Πανε­πι­στή­μιο Μπρί­γκαμ Γιανγκ, το οποίο τελού­σε υπό την ιδιο­κτη­σία και τη διεύ­θυν­ση της Εκκλη­σί­ας των Μορ­μό­νων. Παρό­λο που και οι δύο γονείς του Έβεν­σον ήταν πιστοί Μορ­μό­νοι οι οποί­οι ανέ­θρε­ψαν τα παι­διά τους μέσα στην ενο­ρία της εκκλη­σί­ας τους, ήταν ωστό­σο, σύμ­φω­να με τον Έβεν­σον, «μεγά­λοι και παρα­γω­γι­κοί αμφι­σβη­τί­ες». Πέραν του ότι ο πατέ­ρας του ήταν, κατά την περι­γρα­φή του Έβεν­σον, ένας «αυστη­ρός επι­στή­μο­νας», ήταν επι­προ­σθέ­τως και ο επι­κε­φα­λής της τοπι­κής οργά­νω­σης του Δημο­κρα­τι­κού Κόμ­μα­τος. «Ένα αρκε­τά άχα­ρο καθή­κον στη Γιού­τα», βεβαιώ­νει ο συγ­γρα­φέ­ας, «όπου η συντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία του κόσμου ήταν Ρεπου­μπλι­κά­νοι… Απέ­κτη­σα σαφή αίσθη­ση της ασυμ­φω­νί­ας ανά­με­σα σε εκεί­να που οι άνθρω­ποι πίστευαν και εκεί­να που έκα­ναν, στις περι­στά­σεις όπου η ηθι­κή τους θόλω­νε, ή όταν η οπτι­κή τους ανα­προ­σάρ­μο­ζε την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ώστε να αντα­πο­κρί­νε­ται στις προ­κα­τα­λή­ψεις τους».

Ο Έβεν­σον σπού­δα­σε ως προ­πτυ­χια­κός φοι­τη­τής στο Μπρί­γκαμ Γιανγκ, κι έπει­τα στο Πανε­πι­στή­μιο Ουά­σινγ­κτον στο Σιάτλ, όπου ανα­δεί­χθη­κε αρχη­γός των πιστών φοι­τη­τών. Ήταν «βαθιά αφο­σιω­μέ­νος στο Μορ­μο­νι­σμό» μου είπε, «δου­λεύ­ο­ντας με αξιό­λο­γα, φιλε­λεύ­θε­ρα άτο­μα που νοια­ζό­ντου­σαν βαθιά για τους ανθρώ­πους στις ενο­ρί­ες τους». «Υπήρ­ξε μια στιγ­μή στα τέλη της δεκα­ε­τί­ας του ’80», συνέ­χι­σε ο ίδιος, «που φαι­νό­ταν ότι η Εκκλη­σία ανοι­γό­ταν, γινό­ταν πιο φιλε­λεύ­θε­ρη… Όμως μετά πήρε την αντί­θε­τη κατεύ­θυν­ση, σφίγ­γο­ντας τα λου­ριά, με απο­τέ­λε­σμα να οδη­γη­θεί σε μεγα­λύ­τε­ρο συντη­ρη­τι­σμό. Κοι­τώ­ντας ανα­δρο­μι­κά τα πράγ­μα­τα, δεν πιστεύω ότι επρό­κει­το ποτέ να ανοι­χτεί περισ­σό­τε­ρο, αλλά την επο­χή εκεί­νη, όντας μέρος της, δεν μπο­ρού­σα να το αντιληφθώ».

Ανέ­λα­βε την πρώ­τη του πανε­πι­στη­μια­κή θέση ως διδά­σκων δημιουρ­γι­κής γρα­φής στο Μπρί­γκαμ Γιανγκ. Λίγο μετά το διο­ρι­σμό του, εξέ­δω­σε το πρώ­το του βιβλίο, μια συλ­λο­γή διη­γη­μά­των υπό τον τίτλο Altmanns Tongue. Στο βιβλίο αυτό υπάρ­χουν χαρα­κτή­ρες που βγαί­νουν δαγκώ­νο­ντας μέσα από φέρε­τρα, που δια­τά­ζο­νται να φάνε τις ακρω­τη­ρια­σμέ­νες γλώσ­σες άλλων χαρα­κτή­ρων, και οι οποί­οι προ­σπα­θούν να ακρω­τη­ριά­σουν τα δικά τους γαγ­γραι­νώ­δη άκρα. Μετά την έκδο­ση του βιβλί­ου, μία φοι­τή­τρια παρα­πο­νέ­θη­κε με μια ανώ­νυ­μη επι­στο­λή στους ηγέ­τες της Εκκλη­σί­ας για την «από­λαυ­ση» της βίας που αισθάν­θη­κε ότι προ­ω­θού­σε το βιβλίο, γεγο­νός που ανά­γκα­σε τον Έβεν­σον, ο οποί­ος ήταν ακό­μα νέος και χωρίς μόνι­μη θέση, να υπε­ρα­σπι­στεί το δικαί­ω­μά του στην «ακα­δη­μαϊ­κή ελευ­θε­ρία». Απέ­στει­λε μια επι­στο­λή στη διοί­κη­ση του πανε­πι­στη­μί­ου και τους καθη­γη­τές που τον επέ­βλε­παν, λέγο­ντας ότι ο σκο­πός της μυθο­πλα­σί­ας του ήταν «να παρου­σιά­σει τον τρό­μο της βίας, οδη­γώ­ντας έτσι στην κατα­δί­κη της». Ποτέ δεν έλα­βε μια ευθεία απά­ντη­ση. Ωστό­σο, όπως πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε αργό­τε­ρα, ο ισχυ­ρι­σμός του είχε αρχειο­θε­τη­θεί με την επι­σή­μαν­ση ότι «το βιβλίο είναι απο­λύ­τως απα­ρά­δε­κτο για ένα μέλος του διδα­κτι­κού προ­σω­πι­κού του Μπρί­γκαμ Γιανγκ, και, σε περί­πτω­ση που επα­να­λη­φθούν παρό­μοιες εκδό­σεις στο μέλ­λον, θα υπάρ­ξουν συνέπειες».

Το 1995, ο Έβεν­σον παραι­τή­θη­κε από το Μπρί­γκαμ και ανέ­λα­βε μια θέση στο Πολι­τεια­κό Πανε­πι­στή­μιο της Οκλα­χό­μα. Στα­μά­τη­σε να εκκλη­σιά­ζε­ται προς τα τέλη της δεκα­ε­τί­ας του ’90. Κατά τη διάρ­κεια εκεί­νης της περιό­δου, θυμά­ται ο Έβεν­σον, «οι ιερείς της ενο­ρί­ας μου με καλού­σαν σπο­ρα­δι­κά και με επέ­πλητ­ταν για τη γρα­φή μου. Τίπο­τα το επι­θε­τι­κό, απλά μια υπό­μνη­ση ότι έπρε­πε να ‘‘ανα­λο­γι­στώ την επί­πτω­ση που θα είχαν τα βιβλία μου σε νεα­ρούς και αστό­χα­στους ανα­γνώ­στες’’». Το 2000 εγκα­τέ­λει­ψε την Εκκλη­σία των Μορ­μό­νων, έπα­ψε να είναι μέλος της. «Όταν το έκα­να αυτό», είπε ο Έβεν­σον, «υπήρ­ξαν ακα­ριαί­ες αντι­δρά­σεις». Ο επί­σκο­πός του προ­σπά­θη­σε να τον μετα­πεί­σει, συστή­νο­ντάς του να προ­σευ­χη­θεί. Αλλά ο ίδιος είχε τελειώ­σει με το Μορ­μο­νι­σμό. Μετά από έναν περί­που χρό­νο, έλα­βε ένα γράμ­μα που έκα­νε δεκτή την παραί­τη­σή του, και που, όπως λέει, «στιγ­μά­τι­ζε το όνο­μά μου, θέτο­ντάς το εκτός Εκκλη­σί­ας». «Δεν ήξε­ρα πώς θα ένιω­θα, μέχρι που έλα­βα εκεί­νο το γράμ­μα», είπε ο Έβεν­σον, «αλλά αισθάν­θη­κα τρο­με­ρή ανακούφιση».

Παρό­λο που ο Έβεν­σον έχει εγκα­τα­λεί­ψει την εκκλη­σία εδώ και δεκα­έ­ξι χρό­νια, εξα­κο­λου­θεί να ανα­τρέ­χει στο παρελ­θόν, γρά­φο­ντας μακά­βριες ιστο­ρί­ες που εξε­τά­ζουν κρι­τι­κά τη γλώσ­σα της θρη­σκευ­τι­κής πίστης. Το πρώ­το του μυθι­στό­ρη­μα Father of Lies (1998) το οποίο ο Samuel R. Delany χαρα­κτή­ρι­σε ως ένα δείγ­μα «πατριαρ­χι­κού τρό­μου» πάνω στην «κοι­νο­το­πία του κακού», ανα­φέ­ρε­ται στον κοσμή­το­ρα Έλντον Φοκς, ισχυ­ρό γέρο­ντα σε μια επι­νοη­μέ­νη σέκτα, την Εκκλη­σία του Αίμα­τος του Αμνού. (Η ισχύς του Έλντον στο εσω­τε­ρι­κό της σέκτας τον προ­φυ­λάσ­σει από την από­δο­ση ευθυ­νών.) Στο βιβλίο The Open Curtain του 2008, ο Ραντ, ένας αστα­θής Μορ­μό­νος έφη­βος, ανα­πτύσ­σει μια εμμο­νή σε σχέ­ση με την (πραγ­μα­τι­κή) δολο­φο­νία της Άννας Πού­λι­τζερ στα χέρια του Ουί­λιαμ Χού­περ Γιανγκ, εγγο­νού του Μπρί­γκαμ Γιανγκ (εκ των θεμε­λιω­τών του Μορ­μο­νι­σμού). Η δολο­φο­νία ίσως να σχε­τι­ζό­ταν με ένα αμφι­λε­γό­με­νο και βρα­χύ­βιο δόγ­μα του Μορ­μο­νι­σμού, πιο γνω­στό ως «εξι­λέ­ω­ση του αίμα­τος», κάτι που συν­δέ­ε­ται με τον χαμό του Ραντ. (Ο Έβεν­σον άρχι­σε να γρά­φει το μυθι­στό­ρη­μα όταν ήταν ακό­μα Μορ­μό­νος, και το ολο­κλή­ρω­σε σε ένα καθε­στώς εθε­λού­σιου αφο­ρι­σμού). Στις «Έσχα­τες Μέρες» (2009) – επε­ξερ­γα­σία μιας νου­βέ­λας του Έβεν­σον από το 2003 υπό τον τίτλο «Η Αδελ­φό­τη­τα του Ακρω­τη­ρια­σμού»– ένας μονό­χει­ρας πρώ­ην ιδιω­τι­κός ερευ­νη­τής ονό­μα­τι Κλάιν, διεισ­δύ­ει στις τάξεις μιας αίρε­σης της οποί­ας τα μέλη πιστεύ­ουν ότι η απο­κο­πή από τις προ­σω­πι­κές τους ακρό­τη­τες (κυρί­ως όμως από τα ίδια τους τα άκρα) τους φέρ­νει πιο κοντά στο Θεό.

«Κλέ­βω πολ­λών λογιών πράγ­μα­τα από την αυθε­ντία του θρη­σκευ­τι­κού λόγου», είπε ο Έβεν­σον για το ρόλο του Μορ­μο­νι­σμού στη γρα­φή του, «καθώς και από την ξύλι­νη ορο­λο­γία της θρη­σκεί­ας με την οποία ανα­τρά­φη­κα». Πιστεύ­ει ότι τόσο οι «Έσχα­τες Μέρες» όσο και το Father of Lies είναι «πολύ σκλη­ρά για να τα δια­βά­σουν οι μορ­μό­νοι, επει­δή ενδέ­χε­ται να συναι­σθαν­θούν (πολ­λές φορές και υπο­συ­νεί­δη­τα) το ανα­πο­δο­γύ­ρι­σμα του θρη­σκευ­τι­κού λόγου με τον οποίο μεγά­λω­σαν, και τη μετα­τρο­πή του σε κάτι βαθιά αιρε­τι­κό, ελλεί­ψει άλλου πιο ακρι­βούς χαρακτηρισμού».

Όταν ρώτη­σα τον Έβεν­σον αν η αβε­βαιό­τη­τα είχε μετα­τρα­πεί σε ένα άλλο είδος πίστης για κεί­νον, με δεδο­μέ­νη πλέ­ον την απου­σία του Μορ­μο­νι­σμού, απά­ντη­σε: «Αν πρό­κει­ται για κάποιο είδος πίστης, αυτή είναι πολύ παρά­ξε­νη, μολο­νό­τι μπο­ρεί να υπάρ­ξει μια αλλό­κο­τη και αδια­νό­η­τη αίσθη­ση ανα­κού­φι­σης στη συνει­δη­το­ποί­η­ση ότι δεν υπάρ­χει καμιά από­λυ­τη βεβαιό­τη­τα για τους ανθρώ­πους». Κι ωστό­σο, πρό­σθε­σε, «δεν είναι ακρι­βώς θρη­σκεία. Είναι απλά ένας τρό­πος ύπαρ­ξης σε έναν αβέ­βαιο κόσμο».


*Το κεί­με­νο του Adrian Van Young δημο­σιεύ­θη­κε στο αμε­ρι­κα­νι­κό περιο­δι­κό The New Yorker (Φεβρουά­ριος, 2016).

Μετά­φρα­ση από τα αγγλι­κά: Νίκος Α. Μάντης

evenson_esxates-6098-1