Το τρί­το μυθι­στό­ρη­μα του Τούρ­κου συγ­γρα­φέα και δικη­γό­ρου των ανθρω­πί­νων δικαιω­μά­των Μπουρ­χάν Σον­μέζ έχει τίτλο: Ισταν­μπούλ Ισταν­μπούλ (μτφρ: Θάνος Ζαρά­γκα­λης) και είναι μια αλλη­γο­ρι­κή ωδή στις αντι­θέ­σεις της αρχαί­ας μητρό­πο­λης. Συνή­θως όταν ένας συγ­γρα­φέ­ας οριο­θε­τεί με την αγά­πη του την πόλη στην οποία μεγά­λω­σε, τις περισ­σό­τε­ρες φορές προ­κύ­πτει ένας μπα­νάλ απο­λο­γι­σμός. Εξαι­ρού­νται ο Τζέιμς Τζόις που μετέ­φε­ρε τα ομη­ρι­κά έπη στο Δου­βλί­νο και ο Λόρενς Ντά­ρελ με την αμί­μη­τη Αλε­ξάν­δρεια. Ένα από­σταγ­μα αγά­πης για εκεί­νους που γαλου­χή­θη­καν στα σπλά­χνα της: τους παρά­φρο­νες, τους μονα­χι­κούς και τους προ­φή­τες. Από κάποια από­στα­ση ακο­λου­θεί η Νάπο­λι της Έλε­να Φερά­ντε και το Λον­δί­νο της Ζέι­ντι Σμιθ. Η Ισταν­μπούλ του Σον­μέζ κινεί­ται στο υψη­λό επί­πε­δο των προη­γου­μέ­νων, πλη­σιά­ζο­ντας το πνεύ­μα του Τζόις.

Αρχι­κά ο Σον­μέζ οδη­γεί την αφή­γη­ση του σ’ένα παγω­μέ­νο κελί, στα έγκα­τα της σύγ­χρο­νης μεγα­λού­πο­λης, όπου κρα­τού­νται τέσ­σε­ρις άντρες. Σ’αυτό το σκλη­ρό ανα­κρι­τι­κό περι­βάλ­λον, τα μυα­λά των ανθρώ­πων ξεφεύ­γουν με αινίγ­μα­τα και παρα­βο­λές. Συν­θέ­τουν με την φαντα­σία τους ένα πολύ­χρω­μο ψηφι­δω­τό για την ίδια την Πόλη. «Κατ’αυτό τον τρό­πο θέλω να γεφυ­ρώ­σω το σχί­σμα που υπάρ­χει μέσα στην ψυχή και το μυα­λό πολ­λών συμπο­λι­τών μου, ανά­με­σα στην πεσι­μι­στι­κή και την αισιό­δο­ξη πλευ­ρά της Ισταν­μπούλ», σημειώ­νει ο συγ­γρα­φέ­ας. Η σκέ­ψη του Σον­μέζ γειτ­νιά­ζει μ’εκείνη του Έντουαρντ Σαϊντ για το Κάι­ρο. Ο μεγά­λος στο­χα­στής έλε­γε κάπο­τε για την πόλη του: «Του­λά­χι­στον είναι μια πόλη με πλού­σια ιστο­ρία, ανά­λο­γη της Αθή­νας και της Ρώμης. Όμως έχεις την αίσθη­ση ότι η ιστο­ρι­κή μνή­μη, δεν μπο­ρεί να δια­τη­ρη­θεί».

Ο Σον­μέζ στο βιβλίο πραγ­μα­το­ποιεί μερι­κές μόνο νύξεις για την αλη­θι­νή ιστο­ρία της πόλης του. Τις περισ­σό­τε­ρες φορές την βλέ­πει μέσα από το πρί­σμα μυθι­στο­ρη­μά­των που αγα­πά, όπως: «Το δεκα­ή­με­ρο του Βοκ­κά­κιου» του Βοκ­κά­κιου, ή το «Μόμπι Ντικ» του Χέρ­μαν Μέλ­βιλ. Ο Σον­μέζ καλεί­ται να αντι­με­τω­πί­σει την διχα­στι­κή λογι­κή του σχή­μα­τος που απο­κα­λεί­ται «Λογο­τε­χνία της Ισταν­μπούλ». Ένα κλι­σέ που τοπο­θε­τεί οτι­δή­πο­τε ανή­κει στο παρελ­θόν, στη σφαί­ρα του δοξα­σμέ­νου μεγα­λεί­ου, ενώ η σημε­ρι­νή μητρό­πο­λη αντι­με­τω­πί­ζε­ται ως μια άσχη­μη μοντέρ­να κατα­σκευή. «Αμφό­τε­ρες οι ερμη­νεί­ες είναι δημιουρ­γή­μα­τα ψευ­δαι­σθή­σε­ων», λέει ο συγ­γρα­φέ­ας και συνε­χί­ζει: «Στο μυθι­στό­ρη­μα ήθε­λα να ενώ­σω τον διά­σπαρ­το χρό­νο της Ισταν­μπούλ. Εάν είσαι κάτω απ’το έδα­φος, δεν έχεις τον συνή­θη προ­σα­να­το­λι­σμό. Τα σημεία του ορί­ζο­ντα παύ­ουν. Ο μόνος δρό­μος, είναι προς τα πάνω. Ο χρό­νος ακο­λού­θως μετα­κι­νεί­ται απο­κλει­στι­κά, προς τα πάνω. Δεν έχει άλλες εναλ­λα­κτι­κές. Όταν λοι­πόν ο χρό­νος κλεί­νε­ται σ’ένα κελί, ενο­ποιεί­ται. Το παρελ­θόν, περ­νά σχε­δόν ολό­κλη­ρο στο παρόν και στον πόνο των ανθρώ­πων που υπο­φέ­ρουν».

Με όσα συμ­βαί­νουν στην Τουρ­κία τον τελευ­ταίο και­ρό, δεν μπο­ρεί κανείς να απο­φύ­γει την πολι­τι­κή κου­βέ­ντα. Ο Σον­μέζ είναι απο­φα­σι­σμέ­νος στο να μην θίγει άμε­σα τα καυ­τά θέμα­τα. Όχι επει­δή φοβά­ται τόσο για την ζωή του, αλλά: «Δεν μπο­ρώ να γίνω διδα­κτι­κός. Δεν είμαι σε θέση να υπο­δεί­ξω στο τι πρέ­πει να κάνει ο καθέ­νας και τι όχι και βέβαια δεν μπο­ρεί να είμαι αυτός που γνω­ρί­ζει τις σωστές λύσεις. Όταν άρχι­σα να γρά­φω το μυθι­στό­ρη­μα, οι περισ­σό­τε­ροι γνω­στοί μου πίστευαν ότι θα έγρα­φα κάτι για την πολι­τι­κή ιστο­ρία της Τουρ­κί­ας. Έμε­σα έχει από­λυ­τη σχέ­ση με τα τεκται­νό­με­να στη χώρα μου, αλλά κατά βάθος είναι ένα μυθι­στό­ρη­μα για τον έρω­τα, τον πόνο, το γέλιο (που μας λεί­πει αφό­ρη­τα), την ελπί­δα και τα όνει­ρα του καθε­νός».

Ένα προ­σω­πι­κό μυθι­στό­ρη­μα, παρά ένα ιδε­ο­λο­γι­κό μανι­φέ­στο. Ο Σον­μέζ έχει κουρ­δι­κή κατα­γω­γή. Πήρε την από­φα­ση να ασχο­λη­θεί με τα ανθρώ­πι­να δικαιώ­μα­τα, μετά από την συμ­με­το­χή του σε μια αναί­μα­κτη κατά τα άλλα δια­δή­λω­ση το 1996. Συνε­λή­φθη, υπέ­στη βασα­νι­στή­ρια, που λίγο έλει­ψαν να στοι­χί­σουν τη ζωή του. Όταν το ρωτούν εάν το Ισταν­μπούλ Ισταν­μπούλ, είναι απο­τέ­λε­σμα εκεί­νης της δυσά­ρε­στης εμπει­ρί­ας, ο ίδιος δια­φω­νεί: «Σίγου­ρα έχω βάλει μερι­κά πράγ­μα­τα από την σύλ­λη­ψη μου. Στην Τουρ­κία αν συλ­λη­φθεί κάποιος ή βασα­νι­στεί, γίνε­ται αμέ­σως κοι­νω­νι­κό γεγο­νός. Για να γίνει αντι­λη­πτό αυτό που λέω θα παρα­θέ­σω ενδει­κτι­κά νού­με­ρα που έχουν προ­κύ­ψει από στα­τι­στι­κές μελέ­τες. Όταν ήμουν μικρός, ξέσπα­σε στη χώρα το πρα­ξι­κό­πη­μα του Κενάν Εβρέν (δεκα­ε­τία ’80). Τα επί­ση­μα στοι­χεία ανα­φέ­ρουν ότι τα πρώ­τα δυο χρό­νια, συνε­λή­φθη­σαν και βασα­νί­στη­καν περί­που 500.000 άνθρω­ποι. Οι περισ­σό­τε­ροι ήταν νέοι, συν­δι­κα­λι­στές και δια­νο­ού­με­νοι. Τώρα ας δού­με τη σημε­ρι­νή κατά­στα­ση. Από το πρα­ξι­κό­πη­μα-παρω­δία του Ιου­λί­ου έως και σήμε­ρα, έχουν συλ­λη­φθεί σχε­δόν 30.000 άνθρω­ποι. Δηλα­δή, αυτή τη στιγ­μή που μιλά­με στην Τουρ­κία οι περισ­σό­τε­ρες οικο­γέ­νειες έχουν και από έναν κρα­τού­με­νο. Έτσι όταν μιλά­με για τέτοιας έκτα­σης κατα­στο­λή, δεν μπο­ρεί να αφο­ρά μόνο εμέ­να. Ή για να το θέσω καλύ­τε­ρα, δεν είναι μια προ­σω­πι­κή ιστο­ρία. Είναι ιστο­ρί­ες που μας αφο­ρούν όλους. Το βιβλίο, αυτό προ­σπα­θεί να κάνει. Να συγκε­ρά­σει τις μαρ­τυ­ρί­ες των συναν­θρώ­πων μου».

Ο Σον­μέζ είναι από τους συγ­γρα­φείς που κύριο μέλη­μα του είναι η προ­σέγ­γι­ση του καλού, της ευτυ­χί­ας. «Η ομορ­φιά που ανα­δύ­ει το καλό, βρί­σκε­ται παντού και είναι ανα­γνω­ρί­σι­μη. Δεν είναι ζήτη­μα αισθη­τι­κής, απο­τε­λεί πια και μέγι­στο πολι­τι­κό δια­κύ­βευ­μα. Όταν για παρά­δειγ­μα υπε­ρα­σπι­στή­κα­με το πάρ­κο Γκε­ζί από το να γίνει εμπο­ρι­κό κέντρο, ήταν πολι­τι­κή πρά­ξη. Δεν ήταν ένας αγώ­νας για να σώσου­με ένα όμορ­φο σημείο της πόλης. Σήμε­ρα δεν μπο­ρού­με να τα ξεχω­ρή­σου­με. Προ­σω­πι­κά αγω­νί­ζο­μαι για δικαιο­σύ­νη, ομορ­φιά, ισό­τη­τα». Ο συγ­γρα­φέ­ας υπο­στη­ρί­ζει ότι δεν ανή­κου­με στο παρελ­θόν, αλλά στο συνε­χές τώρα. Εάν θέλου­με να έχου­με καλό μέλ­λον, θα πρέ­πει να παλέ­ψου­με γι αυτό. «Οτι­δή­πο­τε κάνει ο καθέ­νας ξεχω­ρι­στά για την πόλη και τον εαυ­τό του, θα πρέ­πει να γνω­ρί­ζει τον ακρι­βή αντί­κτυ­πο και για τους άλλους»

Πηγή: Culture trip