Ο Άμος Οζ επι­στρέ­φει στις ρίζες του: στο κιμπούτς των αρχών της δεύ­τε­ρης δεκα­ε­τί­ας στη ζωή του Ισρα­ήλ. Σε μια περί­ο­δο όπου η χώρα έδι­νε μάχη για να στή­σει ένα κρά­τος πάνω στις αρχές του σοσια­λι­σμού, που δεν θα απέ­κλειε τις ανά­γκες των καθη­με­ρι­νών ανθρώ­πων. Το κιμπούτς ήταν τότε μια σύν­θε­τη δομή μέσα στην απλό­τη­τα της, που λάμ­βα­νε υπό­ψιν τις εθνι­κές ιδιαι­τε­ρό­τη­τες της περιο­χής και τις προ­κλή­σεις των συνό­ρων. Σε αυτό τον τόμο ο Άμος Οζ παρου­σιά­ζει οκτώ μικρές ιστο­ρί­ες που συν­δέ­ο­νται μετα­ξύ τους εσω­τε­ρι­κά, ενώ κάθε μία έχει την δυνα­τό­τη­τα να στα­θεί και αυτό­νο­μα.

Ένα από τα χαρα­κτη­ρι­στι­κό­τε­ρα πρό­σω­πα που ανα­δει­κνύ­ει ο συγ­γρα­φέ­ας είναι ο Γιο­άβ Κάρ­νι. Ο οποί­ος ήταν το πρώ­το παι­δί που γεν­νή­θη­κε στο κιμπούτς και μεγα­λώ­νο­ντας έγι­νε και ο πρώ­τος γραμ­μα­τέ­ας του. Όπως όλα τα μέλη της κοι­νό­τη­τας κρα­τού­σε σκο­πιά τη νύχτα και απο­λάμ­βα­νε την ησυ­χία του τοπί­ου. Ο Άμος Οζ περι­γρά­φει αδρά, πως αυτή του ειρή­νευ­ση, ερχό­ταν σε πλή­ρη αντί­θε­ση με τα πολι­τι­κά του καθή­κο­ντα το πρωί. Συνα­ντά μια γυναί­κα που έχει αφή­σει τον σύζυ­γο της και μαζί σκια­γρα­φούν τα ευρύ­τε­ρα προ­βλή­μα­τα της κοι­νό­τη­τας μέσα από τις μεγά­λες δυσκο­λί­ες που έχουν ανα­κύ­ψει.

Στο βιβλίο βλέ­που­με τις χαρές και τις λύπες των ανθρώ­πων του κιμπούτς. Τους θριάμ­βους και τις απο­τυ­χί­ες τους. Αισθα­νό­μα­στε τον πόνο του πατέ­ρα που αφή­νει πράγ­μα­τα μισοει­πω­μέ­να. Την αγω­νία του ουτο­πι­κού ιδε­α­λι­στή που θέλει να διδά­ξει την χαμέ­νη γλώσ­σα της Μεσο­γεί­ου, την «Εσπε­ρά­ντο». Οι άνθρω­ποι της κοι­νό­τη­τας, πλεγ­μέ­νες κλω­στές μιας μεγά­λης ταπι­σε­ρί, που βγαί­νουν στο βιβλίο σαν μια υπέ­ρο­χη φωτο­γρα­φία στιγ­μής μιας σημα­ντι­κής ιστο­ρι­κής περιό­δου. Ένα από τα πλου­σιό­τε­ρα βιβλία του Άμοζ Οζ σε επί­πε­δο κατα­σκευ­ής χαρα­κτή­ρων, φαντα­σί­ας και ρεα­λι­στι­κής προ­σέγ­γι­σης.

Ο Άμος Οζ πέρα­σε από την εμπει­ρία του κιμπούτς στην εφη­βεία του και παρέ­μει­νε για περί­που τριά­ντα χρό­νια. Η κίνη­ση αυτή του μετέ­πει­τα συγ­γρα­φέα δεν συν­δέ­ο­νταν άμε­σα με το σοσια­λι­στι­κό όνει­ρο. Αλλά με την οικο­γε­νεια­κή του κατά­στα­ση. Την αυτο­κτο­νία της μητέ­ρας του λόγω βαθιάς κατά­θλι­ψης και την ένο­χη σιω­πή του πατέ­ρα του. Κάτι που κατα­γρά­φη­κε έξο­χα στο «Ιστο­ρία αγά­πης και σκό­τους» (μετά­φρα­ση: Ιακώβ Σιμπή, επί­με­τρο: Μάγκυ Κοέν).

Κάθε μέλος της κοι­νό­τη­τας στο «Μετα­ξύ φίλων» δεί­χνει να γνω­ρί­ζει πολύ καλά τους τρό­πους και τις ιδιαι­τε­ρό­τη­τες του διπλα­νού του. Όμως τα φαντά­σμα­τα που στοι­χειώ­νουν πολ­λούς, δύσκο­λα κρύ­βο­νται. Για παρά­δειγ­μα ο χαρα­κτή­ρας με το όνο­μα Τσβι Προ­βί­ζορ ένας άγγε­λος κακών όπως ανα­φέ­ρε­ται στο βιβλίο, υπο­δέ­χε­ται τους συντρό­φους του ανα­με­τα­δί­δο­ντας κατα­στρο­φι­κά περι­στα­τι­κά απ’ όλο τον κόσμο. Έως ότου συνα­ντά μια όμορ­φη χήρα με το όνο­μα Λού­να Μπλανκ.

Μέσα από την οικειό­τη­τα που ανα­πτύσ­σε­ται μετα­ξύ τους, η Λού­να Μπλανκ περι­μέ­νει μια κίνη­ση από τη μεριά του, η οποία δεν έρχε­ται ποτέ. Μια βρα­διά η γυναί­κα τρα­βά το χέρι του Τσβι Προ­βί­ζορ και το βάζει στο στή­θος της. Ο Άμος Οζ γρά­φει συντα­ρα­κτι­κά: «…ο Τσβι ταρά­χτη­κε και το τρά­βη­ξε με μια κίνη­ση από­το­μη, βίαιη σχε­δόν, ανοι­γο­κλεί­νο­ντας νευ­ρι­κά τα μάτια. Ποτέ του δεν άγγι­ζε τους άλλους ηθε­λη­μέ­να και τον έπια­νε παγω­μά­ρα στην παρα­μι­κρή επα­φή…». Κάπο­τε η Λού­να Μπλανκ έφυ­γε για την Αμε­ρι­κή και ο Τσβι Προ­βί­ζορ, γύρι­σε στην κηπου­ρι­κή του.

Ο συγ­γρα­φέ­ας στο παρα­πά­νω χωρίο, με μαε­στρι­κό τρό­πο δεί­χνει ανά­γλυ­φα το πως η έλξη μπο­ρεί να ανα­κο­πεί από το ανεί­πω­το. Με απλά λόγια ο Άμος Οζ μας συγκι­νεί με την βου­βή θλί­ψη, που στέ­κε­ται με ευφρά­δεια πάνω δεσμά της ύπαρ­ξης. Είναι ένα από­σπα­σμα που χαρα­κτη­ρί­ζει μεγά­λο μέρος της ψυχο­σύν­θε­σης του συγ­γρα­φέα. Ο Άμος Οζ λατρεύ­ει την από­στα­ση μετα­ξύ πάθους και απώ­θη­σης. Αυτό εξάλ­λου είναι το μεσο­διά­στη­μα, όπου η ζωή ανα­σταί­νε­ται και λυγί­ζει. Όπως έχει πει και ο ίδιος: «Για δεκα­ε­τί­ες λογό­κρι­να μέσα μου την ιστο­ρία της οικο­γέ­νειας μου. Ήταν ένα μεγά­λο ταμπού. Μέσα στα χρό­νια ο αρχι­κός θυμός μετα­τρά­πη­κε σε περιέρ­γεια, συμπό­νια, χιού­μορ και μια αέναη περι­πλά­νη­ση». Τελι­κά μέσα από την λογο­τε­χνία ο Άμος Οζ έγι­νε καλύ­τε­ρος από τον πατέ­ρα του…