Το τελευ­ταίο βιβλίο της Μαριάν­νας Τζιαν­τζή, Αντίο στις αυλές των θαυ­μά­των, είναι ένα πολι­τι­κό μυθι­στό­ρη­μα με την κοι­νω­νι­κή έννοια του όρου. Στις 15 Σεπτεμ­βρί­ου του 2001 τρεις παλιοί φίλοι ξεκι­νούν από την Αθή­να για να πάνε στην Ελευ­σί­να, στην κηδεία του Στέ­λιου Καζαν­τζί­δη, χωρίς κανείς τους να είναι τυπι­κός θαυ­μα­στής του τρα­γου­δι­στή. Πηγαί­νουν για δια­φο­ρε­τι­κούς λόγους ο καθέ­νας: μια γυναί­κα για­τί ελπί­ζει να ζωντα­νέ­ψει μια χαμέ­νη αγά­πη· ένας άντρας για­τί μπερ­δεύ­ει την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα με τους εφιάλ­τες του και ο τρί­τος για να πει αντίο σε όλα. Στην συνέ­ντευ­ξη που ακο­λου­θεί η δημο­σιο­γρά­φος και συγ­γρα­φέ­ας, μας εξο­μο­λο­γεί­ται μερι­κές σκέ­ψεις της τόσο για το μυθι­στό­ρη­μα, όσο και για την ζωή γύρω μας.

Συνέ­ντευ­ξη στον Νίκο Κουρ­μου­λή

 Πεί­τε μας για για το πως οδη­γη­θή­κα­τε στην συγ­γρα­φή του Αντίο στις αυλές των θαυ­μά­των

Το υλι­κό συσ­σω­ρευό­ταν εδώ και χρό­νια, με τη μορ­φή σημειώ­σε­ων, δια­λό­γων, εικό­νων, παρα­τη­ρή­σε­ων αλλά και νοε­ρών «πρέ­πει να…». Εννοώ την εσω­τε­ρι­κή πίε­ση ότι έπρε­πε να μιλή­σω για ανθρώ­πους και τόπους που έτυ­χε να γνω­ρί­σω, είτε από πρώ­το είτε από δεύ­τε­ρο ή και τρί­το χέρι, και που δεν θα ήθε­λα να χαθούν.

 Ξετυ­λίξ­τε μας τα πορ­τρέ­τα των τριών πρω­τα­γω­νι­στών

 Έχου­με και λέμε, Άγγε­λος,  Παύ­λος και Λένα. Ο Άγγε­λος, ο νεα­νι­κός έρω­τας της Λένας, ήταν κάπο­τε το χαϊ­δε­μέ­νο παι­δί της ζωής: όμορ­φος, χαρι­σμα­τι­κός, ανή­συ­χος, γόνος «καλής οικο­γε­νεί­ας», δοσμέ­νος στον αντι­δι­κτα­το­ρι­κό αγώ­να και στο όνει­ρο να αλλά­ξει τον κόσμο. Ο Άγγε­λος θα βου­λιά­ξει στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της μετα­πο­λί­τευ­σης, ενώ τον Παύ­λο θα τον συντρί­ψει το φάντα­σμα του εκτε­λε­σμέ­νου πατέ­ρα του. Ο Παύ­λος θα παρα­δο­θεί στο φόβο καιι την τρέ­λα, ενώ η Λένα για πολ­λά χρό­νια θα ζει στη φως και τη σκιά που άφη­σε το πέρα­σμα του Άγγε­λου από τη ζωή της, όπως θα ζει στο φως και τη σκιά των νεα­νι­κών της αυλών των θαυ­μά­των.

 Αυτή η πορεία προς την Ελευ­σί­να, τι σημα­το­δο­τεί για εσάς

 Η πορεία προς την Ελευ­σί­να είναι ένας απο­χαι­ρε­τι­σμός στους χθε­σι­νούς μύθους, ένα αντίο και στη μετα­πο­λε­μι­κή αισιο­δο­ξία, στις παλιές βεβαιό­τη­τες.

 Με τον θάνα­το του Καζα­τζί­δη, κλεί­νει μια περί­ο­δος για το λαϊ­κό τρα­γού­δι, για την λαϊ­κή πολι­τι­στι­κή έκφρα­ση;

Ο θάνα­τος του λαϊ­κού τρα­γου­διού είχε συντε­λε­στεί πολ­λά χρό­νια πριν τον βιο­λο­γι­κό θάνα­το του Καζαν­τζί­δη. Εννοώ ο θάνα­τος της παρη­γο­ρη­τι­κής λει­τουρ­γί­ας των λαϊ­κών τρα­γου­διών και ειδι­κά της φωνής του Καζαν­τζί­δη. Η συρ­ροή χιλιά­δων ανθρώ­πων στην Ελευ­σί­να την ημέ­ρα της κηδεί­ας συμ­βο­λί­ζει τον εντα­φια­σμό μιας Ελλά­δας που δεν υπάρ­χει πια. Η Ελευ­σί­να, λίκνο αρχέ­γο­νων μυστη­ρί­ων και σύμ­βο­λο της μετα­πο­λε­μι­κής βιο­μη­χα­νι­κής ανά­πτυ­ξης, εκπρο­σω­πεί ένα σύγ­χρο­νο μυστή­ριο: το τέλος της διαρ­κούς προ­ό­δου όπως την αντι­λαμ­βα­νό­μα­σταν παλιό­τε­ρα.

 Όταν ξεθω­ριά­ζουν οι μύθοι, πως συνε­χί­ζουν οι αλή­θειες;

Οι αλή­θειες υπάρ­χουν ανε­ξάρ­τη­τα από εμάς. Σήμε­ρα οι μύθοι είναι βρα­χύ­βιοι και λιγό­τε­ρο συλ­λο­γι­κοί  Αλλά­ζει ο τρό­πος πρό­σλη­ψης της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, αλλά­ζουν και οι μύθοι που κατα­σκευά­ζου­με για να την κάνου­με πιο υπο­φερ­τή. τη συνο­δεύ­ουν.  Και όταν η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα γίνε­ται αβά­στα­χτη, όπως συμ­βαί­νει σήμε­ρα, γαν­τζω­νό­μα­στε στους ατο­μι­κούς μας μύθους, στις ατο­μι­κές σωσί­βιες λέμ­βους.

 Όταν κοι­τά­τε γύρω σας αυτή την επο­χή, τι παρα­τη­ρεί­τε;

 Από το «ήταν όλα σιω­πη­λά για­τί τα ’σκια­ζε η φοβέ­ρα και τα πλά­κω­νε η σκλα­βιά», έχου­με φτά­σει σε μια κατά­στα­ση όπου όλα κραυ­γά­ζουν για­τί τα σκιά­ζει μια απρό­σω­πη φοβέ­ρα, τα πλα­κώ­νει μια σκλα­βιά χωρίς ορα­τές αλυ­σί­δες. Κραυ­γές σκόρ­πιες, εκκω­φα­ντι­κές και άλλο τόσο άναρ­θρες, κραυ­γές που δεν έγι­ναν ακό­μα τρα­γού­δι εξέ­γερ­σης, ούτε είναι σίγου­ρο ότι κάπο­τε θα γίνουν.

 Το δημο­ψή­φι­σμα και ότι ακο­λού­θη­σε, τι συνέ­πειες είχε για τον κόσμο που πίστε­ψε ότι μπο­ρούν να αλλά­ξουν τα πράγ­μα­τα.

 Το καλο­καί­ρι του 2015 δεν χάθη­κε απλώς μια μάχη, αλλά ξεκί­νη­σε μια ήττα διαρ­κεί­ας. Κάπο­τε την ατο­μι­κή ήττα, τη συν­θη­κο­λό­γη­ση, του­λά­χι­στον για τους αρι­στε­ρούς, τη σημα­το­δο­τού­σε η υπο­γρα­φή της δήλω­σης μετα­νοί­ας, όμως σήμε­ρα υπο­γρά­φου­με χωρίς ν’ αγγί­ξου­με μολύ­βι και χαρ­τί, καμιά φορά χωρίς καν να μας ζητη­θεί.

 Όταν λέμε κρί­ση τι εννο­ού­με ακρι­βώς;

 Η κρί­ση εκφρά­ζε­ται στο εποι­κο­δό­μη­μα, τις ιδέ­ες, την καλ­λι­τε­χνι­κή δημιουρ­γία, την πολι­τι­κή εκπρο­σώ­πη­ση, στις προ­σω­πι­κές σχέ­σεις, συχνά με οδυ­νη­ρό και βίαιο και τρό­πο. Όμως η πηγή της κρί­σης βρί­σκε­ται στην παρα­γω­γή, στις αλλα­γές που από τη δεκα­ε­τία του ’80 συντε­λού­νται στον τρό­πο που παρά­γε­ται και δια­νέ­με­ται ο πλού­τος σε παγκό­σμια κλί­μα­κα Αλλα­γές που για την ανά­γνω­ση και την ερμη­νεία τους απαι­τεί­ται η γλώσ­σα των αριθ­μών και της γεω­γρα­φί­ας, όχι των συναι­σθη­μά­των ή των εικό­νων. Η λογο­τε­χνία, τα τρα­γού­δια, το σινε­μά απο­τυ­πώ­νουν το πέρα­σμα της κρί­σης, όμως δεν μπο­ρούν να την ερμη­νεύ­σουν.

 Υπάρ­χουν άρα­γε οι ανε­ξε­ρεύ­νη­τες αυλές των θαυ­μά­των;

 Υπάρ­χουν αυλές των θαυ­μά­των, μόνο που συχνά είτε τις προ­σπερ­νά­με, είτε είναι περι­φραγ­μέ­νες και μας απα­γο­ρεύ­ε­ται η είσο­δος.

 Όταν δεν ασχο­λεί­στε με την συγ­γρα­φή βιβλί­ων, τι σας απα­σχο­λεί;

Η συγ­γρα­φή δεν αρχί­ζει και ούτε τελειώ­νει μπρο­στά στο λευ­κό χαρ­τί ή την οθό­νη του υπο­λο­γι­στή. Γύρω μας υπάρ­χουν ανα­ρίθ­μη­τες ιστο­ρί­ες που γυρεύ­ουν να ειπω­θούν, ψίθυ­ροι, φωνές που γυρεύ­ουν να ακου­στούν, χρώ­μα­τα, νήμα­τα, παρα­μύ­θια παλιά και νέα. Συχνά μάς πνί­γουν τα προ­βλή­μα­τα της επι­βί­ω­σης, όμως ο άνθρω­πος δεν είναι το άθροι­σμα των προ­βλη­μά­των του.