Με στα­μά­τη­σε μια κοπε­λί­τσα που έτρε­με μες στο παλ­τό της. Κάθι­σε πίσω μαζε­μέ­νη, ανή­συ­χη. Άρχι­σε να σου­ρου­πώ­νει, με κοί­τα­ζε δει­λά μέσα απ’ τον καθρέ­φτη. Τη λυπή­θη­κα. Ήταν αδυ­να­τού­λα, καλο­ντυ­μέ­νη, φαι­νό­ταν ευγε­νι­κή. Έβα­λα στη χαμη­λή έντα­ση μια απα­λή μου­σι­κή, να μην την τρο­μά­ξω με τα ρεμπέ­τι­κα, τόσο λεπτε­πί­λε­πτη που έδει­χνε. Φάνη­κε να χαλα­ρώ­νει, απλώ­θη­κε πιο άνε­τα στο κάθι­σμα. Τα γόνα­τά της κάπως μυτε­ρά, τις γάμπες δεν τις έβλε­πα. Τα χέρια της κατά­λευ­κα, ξέσφι­ξαν το χερού­λι της τσά­ντας της. Το ταξί γλι­στρού­σε στους ήσυ­χους δρό­μους, τα φώτα στο καντράν έδι­ναν την αίσθη­ση της άνε­σης, αλλά και της ψευ­δαί­σθη­σης ότι βρί­σκε­σαι σε κέντρο δια­σκέ­δα­σης, μια έξα­ψη νυχτε­ρι­νής ζωής. Ένα ζευ­γά­ρι με στα­μά­τη­σε γελα­στό, ο άντρας κάθι­σε μπρο­στά δίπλα μου, η γυναί­κα πλάι στην κοπε­λί­τσα. Ήταν ντυ­μέ­νοι κάπως άτσα­λα, χωρίς γού­στο, η γυναί­κα βαμ­μέ­νη παρα­πά­νω απ’ όσο έπρε­πε κι ο άντρας γυά­λι­ζε απ’ τo ζελέ. Το κορί­τσι μόλις που σιγο­ψι­θύ­ρι­σε στην καλη­σπέ­ρα της γυναί­κας και ζού­φω­ξε ακό­μα πιο πολύ στη θέση του. Θα ’χαμε κάνει κάνα χιλιό­με­τρο, όταν ο άντρας είπε να στα­μα­τή­σου­με. Είχε ησυ­χία, ο δρό­μος δεν ήταν ούτε από­με­ρος ούτε πολυ­σύ­χνα­στος. Ο άντρας έβγα­λε μαχαί­ρι. Κατέ­βαι­νε το χρή­μα, είπε και το ακού­μπη­σε απα­λά στο λαι­μό μου. Η κοπε­λί­τσα ανα­στέ­να­ξε, ήσυ­χα, είπε η γυναί­κα, ήσυ­χα και δεν θα τρέ­ξει τίπο­τα. Είχα όλο κι όλο σαρά­ντα έξι ευρώ είσπρα­ξη, την έδω­σα στον άντρα, πφ… είπε, πέσα­με σε άχρη­στο. Η γυναί­κα πίσω άνοι­γε την τσά­ντα της κοπέ­λας. Εδώ πάμε καλά, είπε, ξηγιέ­ται κατο­στά­ρι­κα η μικρή. Τα έχω για το φρο­ντι­στή­ριο, ψιθύ­ρι­σε, με φωνή που έτρε­με, το κορί­τσι. Είδα από τον καθρέ­φτη τα μάτια της βουρ­κω­μέ­να. Ωραίο παλ­τό, σίγου­ρα μου το χαρί­ζεις, έτσι δεν είναι, είπε η γυναί­κα κι έσφι­ξε με τα δάχτυ­λά της το μάγου­λο του κορι­τσιού. Της το ’βγα­λε επι­δέ­ξια. Το κορί­τσι τρε­μού­λια­ζε με μικρούς σπα­σμούς, ενώ τα δάκρυα κυλού­σαν σιω­πη­λά από τα μάτια της. Ήσυ­χα, της είπα, μη φοβά­σαι, όλα θα τελειώ­σουν σε λίγο. Είσαι σωστός, είπε ο άντρας, κοί­τα τι θα γίνει, αφού είσαι τόσο συνερ­γά­σι­μος, δεν θα σε πει­ρά­ξω. Εντά­ξει; Ένευ­σα ναι, σκύ­βο­ντας το κεφά­λι. Ένιω­θα μια τρυ­φε­ρή υπο­τα­γή. Ήθε­λα να του κάνω διά­φο­ρες εκδου­λεύ­σεις. Να του ανά­ψω το τσι­γά­ρο, να του δώσω το κινη­τό μου από μόνος μου, πικρά­θη­κα που πρό­λα­βε και μου το πήρε εκεί­νος. Το βλέμ­μα του, αν και έκο­βε σαν μαχαί­ρι, το φώτι­σε ένα χαμό­γε­λο. Ήξε­ρε πώς αισθα­νό­μουν. Άπλω­σε το χέρι, το έχω­σε μέσα απ’ το σακά­κι μου, το ένιω­σα πάνω στην καρ­διά μου, με ψαχού­λε­ψε ως τα νεφρά, τρε­μού­λια­σα σαν γυναί­κα που τη χαϊ­δεύ­ουν, δεν πιστεύω να ’χεις κάνα κρυ­φό πορ­το­φό­λι, είπε, το βλέμ­μα του ήταν τώρα άδειο, παγω­μέ­νο. Ένευ­σα όχι δου­λι­κά, χαμο­γε­λώ­ντας σχε­δόν. Αυτή η δου­λι­κό­τη­τα με ηρε­μού­σε, με προ­στά­τευε. Έχο­ντάς την υπο­τα­γή για ασπί­δα, δεν κιν­δύ­νευα. Ε… σαρά­ντα έξι ευρώ ήταν όλα κι όλα, δεν χρειά­ζο­νται χαζο­μά­ρες. Όμως μέσα μου ήθε­λα να ήταν περισ­σό­τε­ρα, εκα­τό, δια­κό­σια, γι’ αυτόν, να τον ευχαριστήσω.

Αφη­νό­μου­να σ’ αυτό το αίσθη­μα της υπο­τα­γής με διά­θε­ση σχε­δόν αγα­πη­τι­κή, ενώ παράλ­λη­λα με λογό­κρι­να και ανέ­λυα την κατά­στα­ση του φόβου που είχε μετα­τρα­πεί σε συμπά­θεια, και μ’ άρε­ζε. Δεν με πεί­ρα­ζε που ήμουν γελοί­ος. Αρκεί που ήμουν ασφαλής.

Η γυναί­κα ανα­κά­τε­ψε τα μαλ­λιά του κορι­τσιού, έλα, μην κλαις, ο μπα­μπάς θα σου πάρει άλλο παλ­τό. Η κοπέ­λα ανα­τα­ρά­ζο­νταν αλλά δεν ακου­γό­ταν λυγ­μός. Η γυναί­κα τής ξεκού­μπω­σε το χρυ­σό της ρολο­γά­κι απ’ το χέρι. Στα­μά­τη­σε στον καρ­πό σαν να ακρο­α­ζό­ταν το σφυγ­μό της, αλλά όχι, μπά­νι­ζε το μπλου­ζά­κι της. Βγάλ’ το, είπε, έλα, δεν θα σου λεί­ψει, θα πάρεις άλλο, μπο­ρείς. Άκου­γα κάποιο θόρυ­βο από το σώμα του κορι­τσιού, κάτι σαν ανά­σα κάποιου που πνί­γε­ται, κι ένιω­σα στην πλά­τη του καθί­σμα­τός μου το τρέ­μου­λο των γονά­των της. Δεν κου­νή­θη­κε, κι η γυναί­κα ανα­γκά­στη­κε να την ξεντύ­σει. Το στή­θος της χωρίς εσώ­ρου­χο άστρα­ψε. Κατέ­βα­σα το βλέμ­μα απ’ τον καθρέ­φτη. Το κινη­τό της εκεί­νη τη στιγ­μή κου­δού­νι­σε σαν εφιάλ­της, ακό­μα κι ο άντρας τινά­χτη­κε. Η γυναί­κα έψα­ξε νευ­ρι­κά ανά­με­σα στα χυμέ­να πράγ­μα­τα της τσά­ντας του κορι­τσιού, είχε γλι­στρή­σει στο κάθι­σμα, πλάι στην κοπέ­λα, κι η γυναί­κα έσκυ­ψε όλη πάνω της για να το πιά­σει. Πέρα­σαν λίγα δευ­τε­ρό­λε­πτα ώσπου να το κλεί­σει. Το ’βαλε στην τσέ­πη της. Το κορί­τσι είχε σκε­πά­σει το στή­θος με τα μπρά­τσα της, κι ύστε­ρα, σαν σε παραί­σθη­ση, είδα το ένα μπρά­τσο να ξεσταυ­ρώ­νε­ται και ν’ απλώ­νε­ται πάνω στη γυναί­κα. Κάτι άστρα­ψε στα δάχτυ­λά της παράλ­λη­λα με το αγριε­μέ­νο πεί­σμα στο βλέμ­μα της. Πριν καρ­φω­θεί το στυ­λό με το επί­χρυ­σο πενά­κι στο μάγου­λο της γυναί­κας, πρό­λα­βα να σκε­φτώ πως δεν ήταν το παλ­τό, ούτε το ρολόι, ήταν το εκτε­θει­μέ­νο στή­θος της που την ώθη­σε στη μάταιη επα­νά­στα­ση. Δεν είχε προ­λά­βει να στά­ξει ούτε μια στα­γό­να αίμα απ’ το τρυ­πη­μέ­νο μάγου­λο κι ο άντρας στρά­φη­κε σαν αίλου­ρος πάνω απ’ το κορί­τσι. Άκου­γα τα πνι­χτά βογκη­τά της κάθε φορά που τη χτυ­πού­σε το μαχαί­ρι. Η άλλη γυναί­κα είχε στη­ρί­ξει το κεφά­λι της στο κάθι­σμα κι ήταν ακί­νη­τη. Ο άντρας απλώ­θη­κε πάνω μου, άνοι­ξε την πόρ­τα και μ’ έσπρω­ξε ήρε­μα έξω. Χωρίς να με κοι­τά­ξει, άνα­ψε τη μηχα­νή κι απο­μα­κρύν­θη­κε σπι­νά­ρο­ντας, ταυ­τό­χρο­να άκου­σα το σώμα του κορι­τσιού, το κρακ που έκα­νε το κεφά­λι της πάνω στο κράσπεδο.

Ο δρό­μος άδειος, ήσυ­χος, θαρ­ρείς στα­μα­τη­μέ­νος, αιω­ρού­με­νος στον παγω­μέ­νο αέρα.


Το διή­γη­μα Στο ταξί περι­λαμ­βά­νε­ται στη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των της Μαρί­ας Κου­γιουμ­τζή Για­τί κάνει τόσο κρύο στο δωμά­τιό σου;.