Τον Μάριο Βάρ­γκας Λιό­σα γνώ­ρι­σα τον Ιού­νιο του 2003 όταν ήρθε με τη γυναί­κα του Πατρί­σια στην Αθή­να για να παρου­σιά­σει το βιβλίο του Η γιορ­τή του τρά­γου. Την εκδή­λω­ση, στο αίθριο πάνω από τη Στοά του Βιβλί­ου, είχα­με οργα­νώ­σει από κοι­νού οι Εκδό­σεις Καστα­νιώ­τη με το Ινστι­τού­το Θερ­βά­ντες (διευ­θύ­ντρια τότε η Νάτι Γάλ­βεζ), κι ήταν ίσως η πιο πετυ­χη­μέ­νη και μαζι­κή εκδή­λω­ση που είχα­με κατα­φέ­ρει μέχρι τότε με ξένο συγ­γρα­φέα στην Αθή­να. Στην εκδή­λω­ση εκεί­νη ο Λιό­σα είχε δώσει μια διά­λε­ξη με θέμα Λογο­τε­χνία και πολι­τι­κή, η οποία, τον Δεκέμ­βριο της ίδιας χρο­νιάς, εκδό­θη­κε σε ένα μικρό κομ­ψό βιβλια­ρά­κι από το Θερ­βά­ντες.

Φανα­τι­κός ανα­γνώ­στης και θαυ­μα­στής των βιβλί­ων του από παλιά, είχα επι­τέ­λους την ευκαι­ρία να τον γνω­ρί­σω από κοντά, να έχω πολ­λές συζη­τή­σεις μαζί του, να παρευ­ρί­σκο­μαι στις συνε­ντεύ­ξεις του, να απα­ντώ στις δεκά­δες ερω­τή­σεις του για την Ελλά­δα. Άνθρω­πος ανοι­χτός και σχε­δόν πάντα γελα­στός, απλός και προ­ση­νής, ο Λιό­σα κατα­φέρ­νει να κερ­δί­ζει από την αρχή τον συνο­μι­λη­τή του – και εμέ­να με κέρ­δι­σε ήδη από το αερο­δρό­μιο, όπου μόλις άνοι­ξε η αυτό­μα­τη πόρ­τα των Αφί­ξε­ων και ο ίδιος έκα­νε την εμφά­νι­σή του, πριν ακό­μα τον χαι­ρε­τί­σω, τον ρώτη­σα: Λιό­σα ή Γιό­σα;, κι εκεί­νος απά­ντη­σε Λιό­σα, έτσι το προ­φέ­ρου­με στα μέρη μου, για­τί;, για να τελειώ­νει ένας καβγάς που κρα­τά­ει χρό­νια, του απά­ντη­σα, κι εκεί­νος έβα­λε αμέ­σως τα γέλια και, συνε­χί­ζο­ντας το παι­χνί­δι της ανα­βο­λής των τυπι­κών χαι­ρε­τι­σμών, με ρώτη­σε αμέ­σως με τίνος το μέρος ήμουν.

Τον είδα ένα ή δυο χρό­νια αργό­τε­ρα, πάντα με την Πατρί­σια, όταν οι δυο τους έκα­ναν ένα σύντο­μο πέρα­σμα από την Αθή­να πηγαί­νο­ντας στη Χαλ­κι­δι­κή, και μου τηλε­φώ­νη­σαν να φάμε μαζί. Όπως και τον Ιού­νιο του 2003, οι περισ­σό­τε­ρες κου­βέ­ντες μας στρά­φη­καν γύρω από πολι­τι­κά θέμα­τα, κι εγώ είχα βρει την ευκαι­ρία να τον ρωτή­σω για την περί­φη­μη όσο και ατυ­χή υπο­ψη­φιό­τη­τά του για τη θέση του Προ­έ­δρου του Περού. Ήταν, μου είχε πει, το μονα­δι­κό πράγ­μα για το οποίο θα μετα­νιώ­νει σε όλη την υπό­λοι­πη ζωή του.

Όταν ξεκι­νή­σα­με τις «Κεραί­ες» ήταν βεβαί­ως από τους πρώ­τους συγ­γρα­φείς που είχα σκε­φτεί. Έγρα­ψα αμέ­σως στη γραμ­μα­τέα του της Μαδρί­της, κι εκεί­νη με παρέ­πεμ­ψε στη γραμ­μα­τέα του της Λίμα. Τους τελευ­ταί­ους έξι μήνες, μου εξή­γη­σε, ο Λιό­σα τους είχε περά­σει στη Λίμα, θα επέ­στρε­φε στη Μαδρί­τη τον Μάρ­τιο για λίγες μόνο μέρες, κι ύστε­ρα θα ξανά­φευ­γε για κάπου αλλού. Ήταν η πρώ­τη φορά, μετά την ήττα του στις εκλο­γές του 1990, που επέ­στρε­φε κι έμε­νε τόσο και­ρό στο Περού, κι αυτό μου είχε κάνει, θυμά­μαι, εντύ­πω­ση, για­τί είχα την αίσθη­ση ότι ο Λιό­σα είχε κλεί­σει πλέ­ον τους λογα­ρια­σμούς του με τη γενέ­τει­ρά του και δεν επέ­στρε­φε εκεί παρά μόνο για σύντο­μες επι­σκέ­ψεις.

Μου απά­ντη­σε ο ίδιος. Όταν θα επέ­στρε­φε στη Μαδρί­τη θα έμε­νε εκεί μόνο δύο μέρες, τον απα­ραί­τη­το χρό­νο για να αδειά­σει και να ξανα­γε­μί­σει τις βαλί­τσες του, δεν θα είχε και­ρό για συνε­ντεύ­ξεις, ευχα­ρί­στως να την κάνα­με λίγους μήνες αργό­τε­ρα, το φθι­νό­πω­ρο. Εγώ όμως επέ­με­να. Δεν ήξε­ρα αν οι «Κεραί­ες» θα είχαν συνέ­χεια, και δεν ήθε­λα να τελειώ­σου­με τη σει­ρά χωρίς τον Λιό­σα. Του το εξή­γη­σα. Με παρα­κά­λε­σε να μην επι­μέ­νω. Του απά­ντη­σα ότι επι­μέ­νω. Τελι­κά δέχτη­κε. Μόνο για σένα θα το κάνω, μου είπε.

Πόσο μεγά­λη ήταν η χάρη που μου έκα­νε, το κατά­λα­βα μονά­χα όταν χτυ­πή­σα­με το κου­δού­νι του δια­με­ρί­σμα­τός του στο κέντρο της Μαδρί­της, ένα από­γευ­μα του Μαρ­τί­ου του 2007, και μας άνοι­ξε ο ίδιος. Τρεις τερά­στιες κόκ­κι­νες κηλί­δες στο πρό­σω­πό του. Τον κοί­τα­ξα ερω­τη­μα­τι­κά. Είδε το βλέμ­μα μου, και καλω­σο­ρί­ζο­ντάς μας, μου εξή­γη­σε: «Καρ­κί­νος του δέρ­μα­τος, αλλά είναι πλέ­ον σε υπο­χώ­ρη­ση. Μην ανη­συ­χεί­τε, προς το παρόν, του­λά­χι­στον, δεν θα πεθά­νω». Τώρα που κατα­λά­βαι­να τον λόγο της άρνη­σής του, ένιω­θα πολύ άσκη­μα για την επι­μο­νή μου. «Ξέχνα το, δεν ήξε­ρες», μου είπε.

Τον ευχα­ρί­στη­σα. Δεν του το είπα, αλλά μου έκα­νε (αυτός ο ωραί­ος άντρας να βγει σημα­δε­μέ­νος στην οθό­νη) ένα δώρο που δεν θα ξεχά­σω ποτέ στη ζωή μου.

Πώς γίνε­ται κάποιος συγ­γρα­φέ­ας; Κάθε φορά, με τον ένα ή τον άλλο τρό­πο, κάνω την ίδια ερώ­τη­ση στους συγ­γρα­φείς που συνα­ντώ, αλλά δεν έχω ποτέ την ίδια απά­ντη­ση. Σίγου­ρα, πολ­λοί από τους γνω­στούς συγ­γρα­φείς του κόσμου έχουν να θυμού­νται μια δύσκο­λη παι­δι­κή ηλι­κία. Ο Μάριο Βάρ­γκας Λιό­σα ανή­κει σε αυτούς. Γεν­νη­μέ­νος σε ένα σπί­τι όπου διά­βα­ζαν όλοι («ακό­μα θεω­ρώ ότι το σημα­ντι­κό­τε­ρο πράγ­μα που συνέ­βη στη ζωή μου ήταν το ότι έμα­θα να δια­βά­ζω»), ο μικρός Μάριο αρχί­ζει να δια­βά­ζει και να γρά­φει από πολύ νωρίς. «Έχω ακό­μα στο νου μου τους χαρα­κτή­ρες από τις περι­πε­τειώ­δεις ιστο­ρί­ες που διά­βα­ζα: είναι πιο ζωντα­νοί στη μνή­μη μου από τους ίδιους τους συμ­μα­θη­τές μου. Κι είναι πιθα­νό η ανά­γνω­ση, αυτό δηλα­δή που εγώ ένιω­θα ως ευλο­γία, να μου γέν­νη­σε την ιδέα να αρχί­σω να γρά­φω κι εγώ. Προ­σω­πι­κά δεν το θυμά­μαι, η μητέ­ρα μου όμως έλε­γε πάντα ότι μόλις τελεί­ω­να ένα βιβλίο, καθό­μου­να κι έγρα­φα τη συνέ­χεια, για να ξεπε­ρά­σω τη στε­νο­χώ­ρια μου που οι ιστο­ρί­ες αυτές κάπο­τε τέλειω­ναν».

Τα βιβλία, η ανά­γνω­ση, τα πρώ­τα γρα­ψί­μα­τα, ερχό­ντου­σαν να καλύ­ψουν το κενό της έλλει­ψης του πατέ­ρα. Ο πατέ­ρας εγκα­τα­λεί­πει από πολύ νωρίς το σπί­τι, και η οικο­γέ­νεια της μητέ­ρας, όλοι συντη­ρη­τι­κοί και αυστη­ροί καθο­λι­κοί που δεν μπο­ρού­σαν να δεχτούν με τίπο­τα την ιδέα ενός δια­ζυ­γί­ου, προ­τι­μούν να πεί­σουν το μικρό αγό­ρι ότι ο πατέ­ρας του πέθα­νε και ότι τον βλέ­πει ψηλά, από τον ουρα­νό.

Ύστε­ρα, ξαφ­νι­κά, μια μέρα, όταν ο Μάριο είναι δέκα χρο­νών, η μητέ­ρα τού ανα­κοι­νώ­νει ότι όχι, ο πατέ­ρας δεν πέθα­νε, ότι είναι ζωντα­νός, ότι μένει σε ένα ξενο­δο­χείο εκεί κοντά, κι ότι μπο­ρού­νε να πάνε αμέ­σως να τον δού­νε. «Δεν νομί­ζω ότι έχω υπο­στεί μεγα­λύ­τε­ρο σοκ στη ζωή μου. Και πάμε στο ξενο­δο­χείο κι εκεί βλέ­πω έναν άγνω­στο κύριο που προ­φα­νώς ήταν ο πατέ­ρας μου».

Οι γονείς του τα ξανα­βρί­σκουν, ο ιερός πυρή­νας της οικο­γέ­νειας ανα­συ­γκρο­τεί­ται, ο ανα­πά­ντε­χος πατέ­ρας μπαί­νει στη ζωή του Μάριο με έναν βίαιο και βλο­συ­ρό τρό­πο. Οι συγκρού­σεις αρχί­ζουν μόλις ο πατέ­ρας αντι­λαμ­βά­νε­ται ότι ο γιος του είναι ένας ευαί­σθη­τος έφη­βος, ότι γρά­φει ποι­ή­μα­τα. «Ήταν αυτο­δη­μιούρ­γη­τος, θαύ­μα­ζε κάθε αυτο­δη­μιούρ­γη­το άνθρω­πο, και ό,τι είχε σχέ­ση με λογο­τε­χνία και πολι­τι­κή ήταν κάτι που ο ίδιος αδυ­να­τού­σε να κατα­λά­βει. Ήταν ιδιαί­τε­ρα καχύ­πο­πτος με τη λογο­τε­χνία, αφού τη συνέ­δεε στο μυα­λό του με έναν μπο­έ­μι­κο τρό­πο ζωής. Έτσι, από την αρχή, προ­σπα­θεί να ανα­χαι­τί­σει την κλί­ση μου για τη λογο­τε­χνία. Αυτός είναι και ο λόγος που με στέλ­νει στη στρα­τιω­τι­κή σχο­λή».

Η ζωή, όμως, ως γνω­στόν παί­ζει περί­ερ­γα παι­χνί­δια. Ο αυταρ­χι­κός πατέ­ρας δεν θα μπο­ρού­σε ποτέ του να φαντα­στεί ότι, στέλ­νο­ντας τον γιο του στη στρα­τιω­τι­κή σχο­λή, θα του έδι­νε το υλι­κό για το πρώ­το σπου­δαίο μυθι­στό­ρη­μά του Η πόλη και τα σκυ­λιά. «Στη στρα­τιω­τι­κή σχο­λή υπέ­φε­ρα πολύ, για­τί οι συν­θή­κες δια­βί­ω­σης ήταν ιδιαί­τε­ρα σκλη­ρές. Ταυ­τό­χρο­να όμως μάθαι­να για πρώ­τη φορά ποια ήταν πραγ­μα­τι­κά η χώρα μου. Μεγα­λω­μέ­νος σε μια υπερ­προ­στα­τευ­τι­κή οικο­γέ­νεια, δεν ήξε­ρα ότι το Περού ήταν μια τόσο άγρια χώρα, με συγκρού­σεις, ανι­σό­τη­τες, προ­κα­τα­λή­ψεις, συνε­χή βία».

Στη σχο­λή ο Λιό­σα δια­βά­ζει πολύ. Και γεύ­ε­ται για πρώ­τη φορά την εμπει­ρία του επαγ­γελ­μα­τία συγ­γρα­φέα, αφού γρά­φει δεκά­δες ερω­τι­κά γράμ­μα­τα για λογα­ρια­σμό των συμ­φοι­τη­τών του, οι οποί­οι τον πλη­ρώ­νουν με τσι­γά­ρα. «Αυτό το είδος λογο­τε­χνί­ας γινό­ταν απο­δε­κτό», κοροϊ­δεύ­ει σήμε­ρα, «διό­τι όλοι το θεω­ρού­σαν μια καθα­ρά αντρι­κή ενα­σχό­λη­ση».

Όταν απο­φοι­τά, απο­φα­σί­ζει να γρα­φτεί στη Νομι­κή Σχο­λή του Πανε­πι­στη­μί­ου (πάλι η πίε­ση της οικο­γέ­νειας), αλλά ήδη στον πρώ­το χρό­νο κατα­λα­βαί­νει πως δεν θα γίνει ποτέ δικη­γό­ρος. «Δεν πίστευα λέξη από όσα με δίδα­σκαν εκεί μέσα». Στη Σχο­λή Ανθρω­πι­στι­κών Σπου­δών νιώ­θει καλύ­τε­ρα. Κι όταν την τελειώ­νει, κερ­δί­ζει μια υπο­τρο­φία για διδα­κτο­ρι­κό στην Ισπα­νία. Ήταν το όνει­ρό του, να φύγει.

Στο μετα­ξύ, στα δεκα­ε­νιά του, έχει κάνει μια «τρέ­λα», όπως απο­κα­λεί σήμε­ρα τον γάμο του με τη θεία του Χού­λια, η οποία του ενέ­πνευ­σε ένα από τα δημο­φι­λέ­στε­ρα μυθι­στο­ρή­μα­τά του. Οι γάμοι όμως, ειδι­κά όταν συν­δυά­ζο­νται με σπου­δές, χρειά­ζο­νται χρή­μα­τα, και ο Βάρ­γκας Λιό­σα ανα­γκά­ζε­ται να κάνει ένα σωρό δου­λειές για να επι­ζή­σουν αυτός και η θεία-σύζυ­γος. Παρ’ όλα αυτά, το 1957, κατορ­θώ­νει να εκδώ­σει το πρώ­το του βιβλίο, μια συλ­λο­γή διη­γη­μά­των με τον τίτλο Τα αντρά­κια.

Όταν, ένα χρό­νο αργό­τε­ρα, το ζευ­γά­ρι εγκα­θί­στα­ται στη Μαδρί­τη, ο Μάριο νιώ­θει πανευ­τυ­χής. Έχει χρό­νο να μελε­τά και να γρά­φει, και –κυρί­ως– να ζει πλέ­ον στην Ευρώ­πη. «Η Ευρώ­πη ήταν πάντα το μεγά­λο όνει­ρο. Ιδιαί­τε­ρα η Γαλ­λία. Πίστευα ότι αν δεν πήγαι­να στη Γαλ­λία, δεν θα γινό­μουν ποτέ πραγ­μα­τι­κός συγ­γρα­φέ­ας. Έβλε­πα τη Μαδρί­τη μονά­χα ως το πρώ­το βήμα για την εγκα­τά­στα­σή μου στη Γαλ­λία. Ήμουν ένας Περου­βια­νός από­λυ­τα γοη­τευ­μέ­νος από την ευρω­παϊ­κή λογο­τε­χνία». Έχει ήδη μάθει γαλ­λι­κά και είναι μέγας θαυ­μα­στής των υπαρ­ξι­στών. «Θαύ­μα­ζα κυρί­ως τον Σαρτρ και τις ιδέ­ες του περί στρα­τευ­μέ­νης λογο­τε­χνί­ας: ο Σαρτρ υπήρ­ξε πολύ σημα­ντι­κός στα πρώ­τα χρό­νια της δια­μόρ­φω­σής μου ως συγ­γρα­φέα».

Εκεί­νη την επο­χή υπήρ­χαν ελά­χι­στες πολι­τι­στι­κές ανταλ­λα­γές μετα­ξύ των χωρών της Λατι­νι­κής Αμε­ρι­κής. Όσο βρί­σκε­ται στη Λίμα, ο Λιό­σα δια­βά­ζει, πέρα από τους Γάλ­λους, τους Άγγλους, τους Ιτα­λούς και τους Βορειο­α­με­ρι­κά­νους, μονά­χα περου­βια­νούς συγ­γρα­φείς. Ήταν εξαι­ρε­τι­κά δύσκο­λο να βρει κανείς βιβλία άλλων λατι­νο­α­με­ρι­κά­νων συγ­γρα­φέ­ων. Τους Λατι­νο­α­με­ρι­κά­νους θα τους γνω­ρί­σει το 1960, όταν το ζευ­γά­ρι μετα­κο­μί­ζει στη γαλ­λι­κή πρω­τεύ­ου­σα.

«Στο Παρί­σι αρχί­ζω να συνα­ντώ λατι­νο­α­με­ρι­κα­νούς συγ­γρα­φείς που ζού­σαν εκεί ή ήταν απλώς περα­στι­κοί. Ανα­κα­λύ­πτω έτσι μια πολύ ενδια­φέ­ρου­σα λογο­τε­χνία, τον Κορ­τά­σαρ, τον Καρ­πε­ντιέρ, τον Γκαρ­σία Μάρ­κες. Έγι­να στε­νός φίλος του Χού­λιο Κορ­τά­σαρ που ζού­σε στο Παρί­σι. Θυμά­μαι ότι είχα­με κατα­λή­ξει στο συμπέ­ρα­σμα ότι αρχί­σα­με να απο­κτά­με λατι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κη συνεί­δη­ση μονά­χα χάρη στο… Παρί­σι: εκεί, στην καρ­διά της Ευρώ­πης, ανα­κα­λύ­πτα­με ότι, η λατι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κη, είναι μια κοι­νό­τη­τα με κοι­νά προ­βλή­μα­τα, κοι­νό παρελ­θόν, κοι­νή ιστο­ρία, κοι­νή γλώσ­σα. Η ιδέα των εθνι­κο­τή­των είναι ίσως παντού συζη­τή­σι­μη, αλλά στη Λατι­νι­κή Αμε­ρι­κή είναι απο­λύ­τως παρά­λο­γη και τεχνη­τή. Θυμά­μαι ότι εκεί­να τα χρό­νια είχε κυκλο­φο­ρή­σει ένα τεύ­χος του περιο­δι­κού Les lettres Nouvelles (ήταν ένα καλό λογο­τε­χνι­κό περιο­δι­κό με διευ­θυ­ντή τον Μορίς Ναδό), αφιε­ρω­μέ­νο στη Λατι­νι­κή Αμε­ρι­κή. Το κύριο άρθρο ήταν του Οκτά­βιο Παζ, που έλε­γε ότι το Παρί­σι είναι η πρω­τεύ­ου­σα της λατι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κης λογο­τε­χνί­ας. Διό­τι μέσω της γαλ­λι­κής πρω­τεύ­ου­σας, πολ­λοί λατι­νο­α­με­ρι­κά­νοι συγ­γρα­φείς ανα­κά­λυ­πταν τη Λατι­νι­κή Αμε­ρι­κή ως πολι­τι­στι­κή οντό­τη­τα. Αυτό ίσχυε εκα­τό τοις εκα­τό για μένα, και πολ­λούς άλλους της γενιάς μου».

Είναι, βεβαί­ως, τα χρό­νια όπου γρά­φο­νται (κάποια έχουν ήδη γρα­φτεί) τα μεγά­λα βιβλία της λατι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κης λογο­τε­χνί­ας, αυτά που θα κάνουν όλη την υφή­λιο να παρα­λη­ρεί. «Δεν ήταν πάντως ένα λογο­τε­χνι­κό κίνη­μα με κοι­νές αισθη­τι­κές αρχές· υπήρ­χαν μεγά­λες δια­φο­ρές και μεγά­λη ποι­κι­λία γενε­ών. Κάποιοι συγ­γρα­φείς ήταν τότε εξή­ντα ή εβδο­μή­ντα χρο­νών, εμείς ήμα­σταν τριά­ντα. Ο κοι­νός παρο­νο­μα­στής μας ήταν το αίσθη­μα ότι ήμα­σταν Λατι­νο­α­με­ρι­κά­νοι, ότι ανή­κα­με σε μια κοι­νό­τη­τα ετε­ρο­γε­νή αλλά με κοι­νές ρίζες, και ότι μοι­ρα­ζό­μα­σταν μια κοι­νή οπτι­κή για πολ­λά θέμα­τα της διε­θνούς πολι­τι­κής και λογο­τε­χνι­κής σκη­νής. Τότε, στις αρχές της δεκα­ε­τί­ας του ’60, υπήρ­χε μετα­ξύ μας και μια πολι­τι­κή συγ­γέ­νεια: ήμα­σταν όλοι αρι­στε­ροί, συμπα­θού­ντες της επα­νά­στα­σης του Κάστρο στην Κού­βα».

Όλα άρχι­σαν να αλλά­ζουν στα μέσα της ίδιας δεκα­ε­τί­ας. «Τότε άρχι­σαν οι πρώ­τες δια­φω­νί­ες. Κάποιοι έγι­ναν περισ­σό­τε­ρο κρι­τι­κοί με τα όσα συνέ­βαι­ναν στην Κού­βα (ανά­με­σά τους κι εγώ) αλλά μέχρι το τέλος του ’60 υπήρ­χε ένα είδος πολι­τι­κής σύμπνοιας και συγ­γέ­νειας. Μετά όλα άλλα­ξαν, υπήρ­ξε μια μεγά­λη ρήξη, κυρί­ως για πολι­τι­κούς λόγους».

Ο υπό­λοι­πος όμως κόσμος δεν αντι­λαμ­βά­νε­ται αυτές τις δια­φο­ρές, αυτές τις δια­φω­νί­ες. Στην Ευρώ­πη όλοι τρέ­χουν να δια­βά­σουν Λατι­νο­α­με­ρι­κά­νους: είναι η επα­να­στα­τι­κή διά­θε­ση και η αισιο­δο­ξία που φέρ­νει η επα­νά­στα­ση του Κάστρο, είναι η μαγεία του και­νούρ­γιου, είναι και ο μύθος του μαγι­κού ρεα­λι­σμού που, κακώς, θα θεω­ρη­θεί κοι­νό χαρα­κτη­ρι­στι­κό όποιου λογο­τε­χνι­κού έργου ερχό­ταν από εκεί­νη την ήπει­ρο.

«Ακό­μα και σήμε­ρα υπάρ­χουν κάποια κλι­σέ για τον μαγι­κό ρεα­λι­σμό. Για πολ­λά χρό­νια κυριαρ­χού­σε η εντύ­πω­ση ότι η λατι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κη λογο­τε­χνία ήταν φαντα­σια­κή, ότι ήταν μια λογο­τε­χνία που εμπνε­ό­ταν από την καθα­ρή φαντα­σία. Αυτό δεν ήταν ποτέ αλή­θεια. Υπάρ­χουν μερι­κοί πολύ σημα­ντι­κοί συγ­γρα­φείς για τους οποί­ους το φαντα­σια­κό στοι­χείο είναι ουσιώ­δες, όπως ο Μπόρ­χες και ο Γκαρ­σία Μάρ­κες. Όμως για τους υπό­λοι­πους υπήρ­χαν και υπάρ­χουν πολ­λές δια­φο­ρε­τι­κές απο­χρώ­σεις. Πιστεύω, πάντως, ότι παρά τις τόσες δια­φο­ρές μας, το κοι­νό μας στοι­χείο ήταν ότι ουσια­στι­κά είχα­με την ίδια ιδέα για τη λογο­τε­χνία. Την ιδέα ότι λογο­τε­χνία δεν είναι απλώς η επι­νό­η­ση πρω­τό­τυ­πων χαρα­κτή­ρων και ιστο­ριών, αλλά η επι­νό­η­ση πρω­τό­τυ­πων μορ­φών ως προς τον χει­ρι­σμό του χρό­νου και της οπτι­κής γωνί­ας. Και, φυσι­κά, για μας η γλώσ­σα και το ύφος ήταν απο­λύ­τως ουσιώ­δη. Αυτή, νομί­ζω, ήταν και η μεγά­λη δια­φο­ρά μας από τους λατι­νο­α­με­ρι­κα­νούς συγ­γρα­φείς του παρελ­θό­ντος. Εκεί­νοι, με έναν πολύ ρομα­ντι­κό τρό­πο, πίστευαν ότι το σημα­ντι­κό στη λογο­τε­χνία είναι να έχεις πρω­τό­τυ­πη ιστο­ρία και πρω­τό­τυ­πους χαρα­κτή­ρες».

Η πόλη και τα σκυ­λιά άρχι­σε να γρά­φε­ται το 1958. Εκδί­δε­ται το 1963 και από την αρχή θεω­ρεί­ται ένα από τα σημα­ντι­κό­τε­ρα βιβλία του λατι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κου «μπουμ». Δίνει από την αρχή το στίγ­μα του συγ­γρα­φέα Βάρ­γκας Λιό­σα, έτσι όπως μέσα από την περι­γρα­φή μιας στρα­τιω­τι­κής σχο­λής ανε­βαί­νει επί σκη­νής όλη η βία και ο αυταρ­χι­σμός που ζού­σαν οι χώρες της Λατι­νι­κής Αμε­ρι­κής. Αλλα­γή σκη­νι­κού με το δεύ­τε­ρο μυθι­στό­ρη­μα, Το πρά­σι­νο σπί­τι(1965), που πολ­λοί (κυρί­ως βορειο­α­με­ρι­κα­νοί κρι­τι­κοί) θεω­ρούν ότι είναι το αρι­στούρ­γη­μά του: Αμα­ζό­νιος, ένα μπορ­ντέ­λο στη ζού­γκλα, ένα πολυ­φω­νι­κό μυθι­στό­ρη­μα, η λογο­τε­χνι­κή μετα­φο­ρά ενός ολό­κλη­ρου ανθρώ­πι­νου σύμπα­ντος. Το βιβλίο τιμή­θη­κε, δυο χρό­νια αργό­τε­ρα, με το σημα­ντι­κό­τε­ρο λογο­τε­χνι­κό βρα­βείο της Λατι­νι­κής Αμε­ρι­κής, το Ρόμο­λο Γαλιέ­γος, τότε στην πρώ­τη του έκδο­ση, κερ­δί­ζο­ντας σε ψήφους τις υπο­ψη­φιό­τη­τες του Γκαρ­σία Μάρ­κες και του παλαί­μα­χου Χουάν Κάρ­λος Ονέ­τι.

Τρί­το βιβλίο, τρί­τος λογο­τε­χνι­κός ογκό­λι­θος, το μυθι­στό­ρη­μα Συζη­τή­σεις στη Μητρό­πο­λη (ελλη­νι­κός τίτλος Μα πώς πέσα­με τόσο χαμη­λά;), το πιο πικρό βιβλίο του συγ­γρα­φέα, σκο­τει­νό πορ­τρέ­το μιας δικτα­το­ρί­ας που μοιά­ζει να μην έχει τέλος. Άλλη αλλα­γή κλί­μα­τος με το μυθι­στό­ρη­μα Ο Παντα­λέ­ων και οι επι­σκέ­πτριες, μια σατυ­ρι­κή εκδο­χή του Πρά­σι­νου σπι­τιού, εμπνευ­σμέ­νη από μια είδη­ση στην εφη­με­ρί­δα που έλε­γε ότι η περου­βια­νή κυβέρ­νη­ση είχε προ­σλά­βει πόρ­νες για να ανα­κου­φί­ζουν τους στρα­τιώ­τες που υπη­ρε­τού­σαν στη ζού­γκλα.

Στο πέμ­πτο βιβλίο του αυτο­βιο­γρα­φεί­ται, καθώς περι­γρά­φει με μυθι­στο­ρη­μα­τι­κό τρό­πο τον γάμο με τη θεία Χού­λια: ένα απο­λαυ­στι­κό βιβλίο, από τις μεγα­λύ­τε­ρες εμπο­ρι­κές επι­τυ­χί­ες του. Στο έκτο βιβλίο του, Ο πόλε­μος της συντέ­λειας του κόσμου (1981), ο Λιό­σα δοκι­μά­ζει, επί­σης με επι­τυ­χία, τις δυνά­μεις του στο ιστο­ρι­κό μυθι­στό­ρη­μα. Τρία χρό­νια αργό­τε­ρα δίνει ένα μυθι­στό­ρη­μα στο οποίο οι δια­φο­ρε­τι­κές οπτι­κές γωνί­ες καθο­ρί­ζουν τόσο τη μορ­φή όσο και το περιε­χό­με­νό του. Το Μια ιστο­ρία για τον Μάυ­τα που θυμί­ζει, ως οπτι­κή, καλό τηλε­ο­πτι­κό ρεπορ­τάζ, άνοι­ξε αφη­γη­μα­τι­κούς δρό­μους που ακό­μα και σήμε­ρα, τόσα χρό­νια μετά, φαντά­ζουν πρω­τό­τυ­ποι.

Την ίδια χρο­νιά (1984) ο Λιό­σα δέχε­ται να λάβει μέρος σε μια επι­τρο­πή που συστή­νει ο τότε πρό­ε­δρος του Περού Φερ­νά­ντο Μελα­ού­ντε Τέρυ για τη δια­λεύ­καν­ση του φόνου εννέα δημο­σιο­γρά­φων σε ένα χωριό των Άνδε­ων. Τα συμπε­ρά­σμα­τα του πορί­σμα­τος της επι­τρο­πής –συμπε­ρά­σμα­τα που αμφι­σβη­τή­θη­καν έντο­να τόσο από το Φωτει­νό μονο­πά­τι όσο και από την κυβερ­νη­τι­κή πλευ­ρά– ήταν ό,τι χει­ρό­τε­ρο για την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα του Περού: ότι τους δημο­σιο­γρά­φους σκό­τω­σαν οι ίδιοι οι χωρι­κοί, άξε­στοι και πρω­τό­γο­νοι άνθρω­ποι που αντέ­δρα­σαν βίαια μπρο­στά στον φόβο του άγνω­στου και του ξένου, δηλα­δή της άφι­ξης των δημο­σιο­γρά­φων. Η πρώ­τη αυτή εμπλο­κή του Λιό­σα στα πολι­τι­κά της πατρί­δας του θα γεν­νή­σει το επό­με­νο μυθι­στό­ρη­μά του Ποιος σκό­τω­σε τον Παλο­μί­νο Μολέ­ρο; (1986). Πιο ενδια­φέ­ρον μορ­φι­κά το επό­με­νο μυθι­στό­ρη­μα Ο άνθρω­πος που έλε­γε ιστο­ρί­ες (1987), όπου χρη­σι­μο­ποιεί δύο ειδών γρα­φές, μία για τον δια­νο­ού­με­νο αφη­γη­τή και μία για τον βασι­κό ήρωα του βιβλί­ου, τον ινδιά­νο «ιστο­ρη­τή».

Ακο­λου­θεί η δεύ­τε­ρη εμπλο­κή του Λιό­σα στα πολι­τι­κά της χώρας του. Στις 10 Ιου­νί­ου του 1990 ο Λιό­σα χάνει στις εκλο­γές του Περού, στις οποί­ες ήταν υπο­ψή­φιος για την προ­ε­δρεία. Βαθύ­τα­τα απο­γοη­τευ­μέ­νος αλλά και με τη συνεί­δη­ση ότι στην ενερ­γό πολι­τι­κή ένας συγ­γρα­φέ­ας είναι σαν ψάρι έξω από το νερό, ο Λιό­σα παρα­δί­δει δύο χρό­νια αργό­τε­ρα τα χει­ρό­γρα­φα του μονα­δι­κού μέχρι σήμε­ρα πραγ­μα­τι­κά αυτο­βιο­γρα­φι­κού βιβλί­ου του (Το ψάρι στο νερό). Ακο­λου­θούν άλλα μυθι­στο­ρή­μα­τα, μέχρι που το 2000 εκδί­δει αυτό που θεω­ρεί­ται το αρι­στούρ­γη­μά του, το Η γιορ­τή του τρά­γου (2000). Είναι το βιβλίο στο οποίο κατορ­θώ­νει, περισ­σό­τε­ρο από ποτέ, να παί­ζει με τον χρό­νο και τις οπτι­κές αφη­γη­μα­τι­κές γωνί­ες, συν­δυά­ζο­ντας ταυ­τό­χρο­να με τον πιο πετυ­χη­μέ­νο τρό­πο τα πολι­τι­κά, ψυχο­λο­γι­κά, ερω­τι­κά και ιστο­ρι­κά στοι­χεία της ιστο­ρί­ας του.

«Αυτή τη στιγ­μή καθό­μα­στε και συζη­τά­με τρεις άνθρω­ποι. Μπο­ρού­με, με τη συζή­τη­σή μας αυτή, να γρά­ψου­με τρεις δια­φο­ρε­τι­κές ιστο­ρί­ες, αφού ο καθέ­νας μπο­ρεί να τη διη­γη­θεί με τον δικό του τρό­πο, με τη δική του οπτι­κή γωνία. Αν μπο­ρέ­σω να εκφρά­σω και τις τρεις αυτές οπτι­κές γωνί­ες, πιθα­νό­τα­τα θα έχω μια πολύ πιο “ανοι­χτή” περι­γρα­φή των γεγο­νό­των. Και η περι­γρα­φή αυτή θα γίνει ακό­μα πιο ενδια­φέ­ρου­σα αν ένας τέταρ­τος, ας πού­με ο φίλος που βρί­σκε­ται πίσω από την κάμε­ρα και μας κινη­μα­το­γρα­φεί, θελή­σει κι αυτός να περι­γρά­ψει τι γίνε­ται στην παρέα μας. Οι πιθα­νό­τη­τες γίνο­νται άπει­ρες, και η επι­λο­γή που θα κάνει κάποιος είναι καθο­ρι­στι­κή για την επι­τυ­χία ή την απο­τυ­χία της ιστο­ρί­ας.

»Ανα­κά­λυ­ψα τη σπου­δαιό­τη­τα της οπτι­κής γωνί­ας όταν άρχι­σα να δια­βά­ζω Φόκνερ. Τότε είχα πάρει χαρ­τί και μολύ­βι και προ­σπά­θη­σα να δια­κρί­νω πώς παρα­τη­ρεί τον χρό­νο και τις οπτι­κές του γωνί­ες. Ήταν για μένα ένα εντα­τι­κό μάθη­μα για τη φόρ­μα που πρέ­πει να έχει ή να μην έχει μια ιστο­ρία. Και παρό­λο που δεν με ενδιέ­φε­ρε ποτέ η φόρ­μα αυτή καθε­αυ­τή, κατά­λα­βα ότι μια επι­τυ­χη­μέ­νη φόρ­μα σου δίνει και μια επι­τυ­χη­μέ­νη ιστο­ρία. Μια επι­τυ­χη­μέ­νη φόρ­μα σου δίνει περισ­σό­τε­ρο ρεα­λι­σμό, περισ­σό­τε­ρη αυθε­ντι­κό­τη­τα και, βεβαί­ως, περισ­σό­τε­ρη συγκί­νη­ση και δρα­μα­τι­κό­τη­τα.

»Σημα­ντι­κή για μένα υπήρ­ξε και η επιρ­ροή του Σαρτρ. Ο Σαρτρ δεν ήταν καλός μυθι­στο­ριο­γρά­φος (όταν, βέβαια, τον πρω­το­διά­βα­σα πίστευα το αντί­θε­το), αλλά η άπο­ψή του ότι η λογο­τε­χνία δεν μπο­ρεί και δεν πρέ­πει να είναι μόνο ψυχα­γω­γία, κι ότι όταν γρά­φεις με έναν συγκε­κρι­μέ­νο τρό­πο μπο­ρείς να επι­φέ­ρεις αλλα­γές στη ζωή, υπήρ­ξε καθο­ρι­στι­κή για μένα. Μεγα­λώ­νο­ντας στο Περού, κάποια στιγ­μή ανα­κά­λυ­ψα τα δρα­μα­τι­κά κοι­νω­νι­κά προ­βλή­μα­τα της χώρας, τις τερά­στιες ανι­σό­τη­τες, την περι­θω­ριο­ποί­η­ση της πλειο­ψη­φί­ας των Περου­βια­νών. Και τότε βρέ­θη­κα αντι­μέ­τω­πος με ένα δίλημ­μα: ανα­ρω­τή­θη­κα (όπως φαντά­ζο­μαι κάνουν ακό­μα πολ­λοί νέοι του Τρί­του Κόσμου που έχουν κλί­ση προς τη λογο­τε­χνία) αν, από ηθι­κή και πολι­τι­κή άπο­ψη, είναι σωστό να αφιε­ρώ­νεις τη ζωή σου στη συγ­γρα­φή, ειδι­κά όταν προ­έρ­χε­σαι από χώρα με τόσα άλυ­τα προ­βλή­μα­τα. Ο Σαρτρ, τότε, υπήρ­ξε πολύ­τι­μη βοή­θεια για μένα: έλε­γε πως ναι, πως άξι­ζε τον κόπο, διό­τι η λογο­τε­χνία ήταν μια μορ­φή δρά­σης, διό­τι οι ίδιες οι λέξεις είναι πρά­ξεις.

»Παρά το γεγο­νός ότι σήμε­ρα οι νέοι συγ­γρα­φείς δεν πιστεύ­ουν στη στρα­τευ­μέ­νη λογο­τε­χνία, μολο­νό­τι θεω­ρούν ξεπε­ρα­σμέ­νο να πιστεύ­ει κανείς ότι μπο­ρείς να αλλά­ξεις την Ιστο­ρία με ένα βιβλίο και θεω­ρούν ότι η λογο­τε­χνία πρέ­πει να είναι μόνο ψυχα­γω­γία, εγώ εξα­κο­λου­θώ να έχω δια­φο­ρε­τι­κή άπο­ψη. Η λογο­τε­χνία είναι κάτι περισ­σό­τε­ρο από ψυχα­γω­γία. Όσοι έχου­με μολυν­θεί από το μικρό­βιο της καλής λογο­τε­χνί­ας, ανα­κα­λύ­πτου­με ότι μπο­ρού­με και απο­λαμ­βά­νου­με καλύ­τε­ρα μια σει­ρά από πράγ­μα­τα. Πιστεύω ότι αν έχεις δια­βά­σει καλή λογο­τε­χνία, ο τρό­πος με τον οποίο βιώ­νεις π.χ. τον έρω­τα είναι πιο πλού­σιος σε σχέ­ση με αυτόν που δεν έχει μια τέτοια εμπει­ρία. Όχι ότι ένα ποί­η­μα θα προ­κα­λέ­σει επα­νά­στα­ση: όχι, τα πράγ­μα­τα δεν λει­τουρ­γούν έτσι. Όμως είμαι από­λυ­τα πει­σμέ­νος ότι η λογο­τε­χνία έχει αντί­χτυ­πο στη ζωή μας, στον τρό­πο που βλέ­που­με τα πράγ­μα­τα: ανα­πτύσ­σου­με μια περισ­σό­τε­ρο κρι­τι­κή στά­ση απέ­να­ντι στον κόσμο, δεν μένου­με ικα­νο­ποι­η­μέ­νοι από τον αλη­θι­νό κόσμο, θέλου­με να τον αλλά­ξου­με. Γι’ αυτό και όλοι οι δικτά­το­ρες, αρι­στε­ροί και δεξιοί, προ­σπα­θούν πάντα να ελέγ­χουν τη λογο­τε­χνία. Είναι καχύ­πο­πτοι απέ­να­ντί της, κι έχουν από­λυ­το δίκιο.

»Από την άλλη, η κακή λογο­τε­χνία μπο­ρεί να σου προ­σφέ­ρει ένα είδος ψευ­δαί­σθη­σης, αυτή όμως η ψευ­δαί­σθη­ση δεν οδη­γεί που­θε­νά. Αντί­θε­τα, είναι μια ψευ­δαί­σθη­ση που δια­στρε­βλώ­νει την αλή­θεια των πραγ­μά­των. Αντί να κάνει πλου­σιό­τε­ρη την ευαι­σθη­σία σου, μπο­ρεί να την κατα­στρέ­ψει ολο­κλη­ρω­τι­κά. Αν δια­βά­ζεις ανοη­σί­ες, κι αυτές απο­τε­λούν τη μόνη σου πνευ­μα­τι­κή τρο­φή, πιθα­νό­τα­τα θα γίνεις κι εσύ ανό­η­τος. Αν όμως θέλεις να ανα­πτύ­ξεις τη σκέ­ψη σου, τις γνώ­σεις σου, την ικα­νό­τη­τα να επι­κοι­νω­νείς, χρειά­ζε­σαι το όπλο της γλώσ­σας, την καλή γνώ­ση της γλώσ­σας. Κι αυτή τη γνώ­ση, σου την προ­σφέ­ρει μόνο η καλή λογο­τε­χνία…»

Το δια­μέ­ρι­σμά του στη Μαδρί­τη κατα­λαμ­βά­νει τον τελευ­ταίο όρο­φο ενός παλιού μεγά­ρου. Aπό τα μπαλ­κό­νια του βλέ­πεις το μονα­στή­ρι δε λας Ντε­σκάλ­θας Ρεά­λες, ένα μεσαιω­νι­κό ανά­κτο­ρο, που η αδελ­φή του Φιλίπ­που Β΄ απο­φά­σι­σε να μετα­τρέ­ψει σε μονή για μονα­χές και γυναί­κες που εργά­ζο­νταν στη βασι­λι­κή αυλή. Δίπλα σε αυτό που είναι το γρα­φείο του –η προ­έ­κτα­ση του σαλο­νιού– μια μικρή βερά­ντα που θυμί­ζει τις χιλιά­δες μικρές απρό­σμε­νες βερά­ντες του κέντρου της Ρώμης.

Το τρα­πέ­ζι στο οποίο γρά­φει φιλο­ξε­νεί, εκτός από τα αγα­πη­μέ­να του τετρά­δια, και μια συλ­λο­γή από ιππο­πό­τα­μους. Εδώ κάθε­ται τα πρω­ι­νά και γρά­φει. Τα απο­γεύ­μα­τα, αντί­θε­τα, έχει ανά­γκη από κόσμο, γρά­φει ή διορ­θώ­νει τα κεί­με­νά του σε ένα καφε­νείο, με αυτόν τον τρό­πο είναι σαν να ξορ­κί­ζει τη μονα­χι­κή δου­λειά του συγ­γρα­φέα με την ψευ­δαί­σθη­ση της ανθρώ­πι­νης επα­φής, μολο­νό­τι συνή­θως οι θαμώ­νες του καφέ στο οποίο συχνά­ζει σέβο­νται την ανά­γκη του για συγκέ­ντρω­ση και απο­μό­νω­ση, και τον αφή­νουν ήσυ­χο.

Στη Λίμα, στο δια­μέ­ρι­σμά του, σε μια συνοι­κία όχι μακριά από την περιο­χή Μιρα­φλό­ρες, την οποία απα­θα­νά­τι­σε αρκε­τές φορές στα μυθι­στο­ρή­μα­τά του, έχει μια τερά­στια βερά­ντα – θαρ­ρείς ότι το μεγα­λύ­τε­ρο και σημα­ντι­κό­τε­ρο κομ­μά­τι του σπι­τιού είναι αυτή η βερά­ντα. Βλέ­πει στον ωκε­α­νό. Η παρα­λία από κάτω –ένας ήσυ­χος δρό­μος με ένα παρ­κά­κι, σωστός παρά­δει­σος για τις απο­γευ­μα­τι­νές βόλ­τες των καλο­μα­θη­μέ­νων σκύ­λων της συνοι­κί­ας– άλλο­τε ονο­μά­ζε­ται Παρα­λία Βάρ­γκας Λιό­σα κι άλλο­τε όχι. Ανά­λο­γα με το ποιος είναι δήμαρ­χος κάθε φορά κι ανά­λο­γα αν συμπα­θεί τον συγ­γρα­φέα. Μέσα στο δια­μέ­ρι­σμα όλα έχουν συρ­ρι­κνω­θεί για να χωρέ­σουν τα βιβλία του, το δια­μέ­ρι­σμα μοιά­ζει με μια τερά­στια βιβλιο­θή­κη.

Καθό­μα­στε στη βερά­ντα. Ο Μάριο είναι όπως πάντα καλο­διά­θε­τος, η Πατρί­σια επί­σης, όπως και να ’ναι, αυτή εδώ είναι η πατρί­δα τους. Έχει περά­σει ένας χρό­νος από τη συνέ­ντευ­ξη στη Μαδρί­τη, τα σημά­δια έχουν φύγει από το πρό­σω­πο, του το λέω, «τώρα έπρε­πε να κάνου­με τη συνέ­ντευ­ξη», απα­ντά.

Η συζή­τη­ση γυρί­ζει πάλι στα πολι­τι­κά. Στους πολι­τι­κούς που άλλα­ξαν το πρό­σω­πο της Λατι­νι­κής Αμε­ρι­κής. Ο Λιό­σα ούτε αυτή τη φορά κρύ­βει τις συμπά­θειες και τις αντι­πά­θειές του. Ο Λού­λα της Βρα­ζι­λί­ας έχει όλη την εκτί­μη­σή του. Ο Τσά­βες τον απω­θεί. Κάτι όμως αλλά­ζει στη Λατι­νι­κή Αμε­ρι­κή, λέει, κι αυτή τη φορά, για πρώ­τη φορά, με δημο­κρα­τι­κές δια­δι­κα­σί­ες.

Στη Μαδρί­τη, μετά τη συνέ­ντευ­ξη, μας προ­σκα­λεί για φαγη­τό σε ένα «πρι­βέ» εστια­τό­ριο, όχι μακριά από την Πλά­θα Μαγιόρ. Στον δρό­μο, περ­πα­τώ­ντας, με τις κάμε­ρες να προ­σπα­θούν στα σκο­τά­δια να συλ­λά­βουν κάθε βήμα μας (η Μικέ­λα έχει πιά­σει κου­βε­ντού­λα με την Πατρί­σια, κι ακο­λου­θούν από πίσω), ο κόσμος τον ανα­γνω­ρί­ζει και του χαμο­γε­λά­ει. Μέλος της Ισπα­νι­κής Ακα­δη­μί­ας εδώ και χρό­νια, ο Λιό­σα είναι ταυ­τό­χρο­να ξένος και δικός τους, περισ­σό­τε­ρο δικός τους παρά ξένος.

Στη Λίμα είμα­στε και πάλι προ­σκε­κλη­μέ­νοι του. Αυτή τη φορά είναι ένα εστια­τό­ριο που θυμί­ζει βρε­τα­νι­κά περί­πτε­ρα κήπων, πάνω στο κύμα. Κι εδώ, βεβαί­ως, τον ανα­γνω­ρί­ζουν και του χαμο­γε­λούν, είναι ένας δικός τους που με τα χρό­νια κάπως απο­ξε­νώ­θη­κε, διαι­σθά­νε­σαι μια αμοι­βαία δυσπι­στία αλλά είναι μονά­χα μια διαί­σθη­ση, η Ευρώ­πη είναι για όλους λίγο μακριά.

(Όλα αυτά, βεβαί­ως, πριν από το Νόμπελ. Διό­τι το Νόμπελ έχει τη δύνα­μη να επι­βά­λει συγ­γρα­φείς όχι μόνο σε ένα παγκό­σμιο κοι­νό, αλλά και στη χώρα τους, εξα­λεί­φο­ντας τις μικρές ή μεγά­λες εκεί­νες τοπι­κές κακί­ες που δυσκο­λεύ­ο­νται να απο­δε­χτούν την αξία ενός συγ­γρα­φέα. Τώρα, φαντά­ζο­μαι, μετά το Νόμπελ, αν και ο Λιό­σα στη διάρ­κεια της συγ­γρα­φι­κής ζωής του πήρε όλα τα μικρά και μεγά­λα βρα­βεία που υπάρ­χουν, η παρα­λία κάτω από το σπί­τι του θα συνε­χί­ζει να φέρει για πάντα το όνο­μά του…)

Πίσω στη Μαδρί­τη τις μέρες της συνέ­ντευ­ξης.

«Δεν ένιω­σα ποτέ καμιά αντί­φα­ση στο γεγο­νός ότι αισθά­νο­μαι ταυ­τό­χρο­να Περου­βια­νός και Ευρω­παί­ος. Πάντα έβλε­πα τη Λατι­νι­κή Αμε­ρι­κή ως μια έκφρα­ση, με δια­φο­ρε­τι­κές φυσι­κά απο­χρώ­σεις, του δυτι­κού πολι­τι­σμού. Δεν το είχα σχε­διά­σει, αλλά πιθα­νώς, με κάποιο μυστι­κό τρό­πο, πάντα ήθε­λα να γίνω αυτό που τελι­κά έχω γίνει: ένας πολί­της του κόσμου που ζει σε διά­φο­ρα μέρη, που ζει σαν στο σπί­τι του σε διά­φο­ρες χώρες, σε μια επο­χή που τα σύνο­ρα, έτσι κι αλλιώς, σιγά σιγά ακυ­ρώ­νο­νται.

»Όσο για την περι­βό­η­τη σύγκρου­ση πολι­τι­σμών, για την οποία τόση κου­βέ­ντα γίνε­ται, πιστεύω ότι μερι­κές φορές έχω περισ­σό­τε­ρα κοι­νά στοι­χεία με ανθρώ­πους του ισλα­μι­κού ή του βου­δι­στι­κού κόσμου, παρά με κάποιους του δυτι­κού κόσμου, που είναι ο κόσμος μου. Ο Τρου­χί­λιο ανή­κε στον δυτι­κό κόσμο. Ο Χίτλερ και ο Στά­λιν επί­σης. Και δεν θέλω να έχω καμιά σχέ­ση με τέτοιου είδους ανθρώ­πους. Κι είμαι από­λυ­τα σίγου­ρος ότι στον ισλα­μι­κό κόσμο υπάρ­χουν επί­σης άνθρω­ποι που σέβο­νται τα ανθρώ­πι­να δικαιώ­μα­τα και θα ήθε­λαν να ζουν σε μια ελεύ­θε­ρη χώρα. Γι’ αυτό πιστεύω ότι είναι πολύ σημα­ντι­κό να μην έχου­με μια συλ­λή­βδην άπο­ψη για έναν πολι­τι­σμό. Στε­ρε­ό­τυ­πα αυτού του είδους, το μόνο που κάνουν, είναι να προ­κα­λούν σύγ­χυ­ση. Είναι καλύ­τε­ρο να πιστεύ­ου­με σε άτο­μα και όχι σε σύνο­λα, για να κατα­νο­ή­σου­με τι ακρι­βώς συμ­βαί­νει γύρω μας…»

Η άπο­ψη ότι ο Βάρ­γκας Λιό­σα είναι «δεξιός» άρχι­σε να ακού­γε­ται μόλις ο συγ­γρα­φέ­ας άρχι­σε να παίρ­νει τις απο­στά­σεις του από την Κού­βα του Φιντέλ. Ενι­σχύ­θη­κε όταν δημο­σιεύ­τη­κε η φωτο­γρα­φία του Μάρ­κες με μαυ­ρι­σμέ­νο –από γρο­θιά του Λιό­σα– μάτι, απο­τέ­λε­σμα ενός υπο­τι­θέ­με­νου πολι­τι­κού καβγά (ενώ σήμε­ρα όλοι πλέ­ον ξέρουν ότι ο καβγάς πράγ­μα­τι υπήρ­ξε αλλά για εντε­λώς προ­σω­πι­κούς λόγους). Φού­ντω­σε όταν ο Λιό­σα κατέ­βη­κε υπο­ψή­φιος κατά του λαϊ­κι­στή Φου­τζι­μό­ρι, ο οποί­ος τότε εμφα­νι­ζό­ταν ως αρι­στε­ρός. Ο Φου­τζι­μό­ρι, στη συνέ­χεια, θα απο­δει­χθεί όχι μόνο ότι δεν είχε καμιά σχέ­ση με την Αρι­στε­ρά αλλά και ότι ήταν κοι­νός απα­τε­ώ­νας του ποι­νι­κού δικαί­ου, το στίγ­μα όμως του δεξιού παρέ­μει­νε να ταλαι­πω­ρεί τον Λιό­σα.

Ο ίδιος δεν δεί­χνει να χολο­σκά­ει ιδιαι­τέ­ρως με τους χαρα­κτη­ρι­σμούς αυτούς. «Θεω­ρώ τον εαυ­τό μου φιλε­λεύ­θε­ρο. Αν κάποιοι θεω­ρούν ότι ο φιλε­λευ­θε­ρι­σμός ανή­κει στη Δεξιά, τότε τι να πω; είμαι δεξιός…» θα μας πει στη βερά­ντα του σπι­τιού του, στη Λίμα. Ξέρει, άλλω­στε, ότι όλοι αυτοί οι εύκο­λοι επι­κρι­τές, όλοι αυτοί που αρέ­σκο­νται να βάζουν ετι­κέ­τες στους συγ­γρα­φείς (ανά­με­σά τους, ποιος ξέρει για­τί, και αρκε­τοί Έλλη­νες δημο­σιο­γρά­φοι…), ελά­χι­στα έχουν δια­βά­σει το έργο του κι ελά­χι­στα ενδια­φέ­ρο­νται για την αξία αυτού του έργου. Διό­τι, όποιος πραγ­μα­τι­κά έχει δια­βά­σει Λιό­σα, ξέρει ότι το έργο του είναι από την αρχή ως το τέλος (από εκεί­νο το αντι­μι­λι­τα­ρι­στι­κό Η πόλη και τα σκυ­λιά μέχρι το πιο πρό­σφα­το Το όνει­ρο του Κέλ­τη που απο­τε­λεί έναν κατα­πέλ­τη κατά της αποι­κιο­κρα­τί­ας αλλά και της κρα­τι­κής τρο­μο­κρα­τί­ας) ένα βαθύ­τα­τα προ­ο­δευ­τι­κό έργο, μια λογο­τε­χνία που εξα­κο­λου­θεί να πιστεύ­ει ότι ο κόσμος μπο­ρεί και πρέ­πει να αλλά­ξει προς το καλύ­τε­ρο.

Από τα πιο εμβλη­μα­τι­κά, από αυτή την άπο­ψη, βιβλία του Λιό­σα είναι το περί­φη­μο Η γιορ­τή του τρά­γου. «Με αυτό το μυθι­στό­ρη­μα ήθε­λα να κάνω από­λυ­τα σαφή μια σει­ρά από πράγ­μα­τα, και πρώ­τα απ’ όλα την πεποί­θη­σή μου ότι μια δικτα­το­ρία δια­φθεί­ρει τους πάντες και τα πάντα, και ότι αυτή η δια­φθο­ρά αγγί­ζει την κοι­νω­νία σε όλα τα επί­πε­δα. Είναι σαν ένα δηλη­τή­ριο που μολύ­νει όλη την κοι­νω­νία. Ήθε­λα επί­σης να κατα­δεί­ξω ότι οι δικτά­το­ρες δεν είναι κάποια λάθη της φύσης, δεν είναι κάποια υπερ­φυ­σι­κά τέρα­τα. Συνη­θί­ζου­με να κρα­τά­με αυτή την αμυ­ντι­κή στά­ση, να θεω­ρού­με δηλα­δή τους δικτά­το­ρες τέρα­τα, να θεω­ρού­με ότι δεν είναι σαν εμάς. Αυτό είναι λάθος. Είναι σαν εμάς, εμείς τους δημιουρ­γού­με. Διό­τι, είτε επει­δή φοβό­μα­σταν είτε επει­δή ήμα­σταν οπορ­του­νι­στές, δεν αντι­στα­θή­κα­με όταν μπο­ρού­σα­με, και τους αφή­σα­με να εξε­λι­χθούν, να γίνουν τέρα­τα. Αυτό είχε γίνει και με τον Τρου­χί­λιο. Το 1930 ήταν ένας φτω­χο­διά­βο­λος, οι Δομι­νι­κα­νοί θα μπο­ρού­σαν εύκο­λα να τον στα­μα­τή­σουν, αλλά δεν το έκα­ναν. Βοή­θη­σαν στη δημιουρ­γία του ακό­μα κι αυτοί που στη συνέ­χεια υπήρ­ξαν θύμα­τά του.

»Σήμε­ρα δεν έχου­με τον Τρου­χί­λιο, έχου­με όμως τον Κάστρο. Συνε­χί­ζει την ίδια ανε­λεύ­θε­ρη παρά­δο­ση, παρό­τι χρη­σι­μο­ποιεί μια δια­φο­ρε­τι­κή ρητο­ρι­κή και δεν μιλά­ει για Δυτι­κό Χρι­στια­νι­κό Πολι­τι­σμό αλλά για Κομου­νι­σμό. Ουσια­στι­κά όμως κάνει παρό­μοια πράγ­μα­τα με τον Τρου­χί­λιο. Αν υπάρ­χει μια σοβα­ρή δια­φο­ρά είναι ότι ο Τρου­χί­λιο κυβέρ­νη­σε για τριά­ντα ένα χρό­νια, ενώ ο Κάστρο για πενή­ντα: έχει το ρεκόρ του μακρο­βιό­τε­ρου δικτά­το­ρα στη λατι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κη ιστο­ρία. Και πραγ­μα­τι­κά δεν μπο­ρώ να κατα­λά­βω για­τί πρέ­πει να κατα­φε­ρό­μα­στε ενα­ντί­ον των μαύ­ρων δικτα­τό­ρων και να είμα­στε επιει­κείς με τους κόκ­κι­νους δικτά­το­ρες. Οι δικτα­το­ρί­ες δεν έχουν χρώ­μα».


Από­σπα­σμα από το βιβλίο του Ανταί­ου Χρυ­σο­στο­μί­δη Οι κεραί­ες της επο­χής μου.