Φωτό: Γιάν­νης Μαθιου­δά­κης

Ο Λευ­τέ­ρης Γιαν­να­κου­δά­κης στο τελευ­ταίο του μυθι­στό­ρη­μα Σκιά, ανα­τέ­μνει τα κρυ­φά η φανε­ρά πολι­τι­κο­κοι­νω­νι­κά εγκλή­μα­τα, σε καί­ριες φάσεις της πρό­σφα­της ελλη­νι­κής ιστο­ρί­ας. Ένα νουάρ που δεν σ’αφήνει ήσυ­χο μέχρι και την τελευ­ταία του σελί­δα. Στην παρα­κά­τω κου­βέ­ντα μας ο συγ­γρα­φέ­ας, ξεδι­πλώ­νει μέρος της σκέ­ψης του.

Συνέ­ντευ­ξη: Νίκος Κουρ­μου­λής

Τι σας παρα­κί­νη­σε για να γρά­ψε­τε αυτό το μυθι­στό­ρη­μα;

Στην αρχή του βιβλί­ου υπάρ­χει αυτή η φρά­ση από τον Αία­ντα του Σοφο­κλή, «μα πώς μας βρή­κε το κακό»; Είναι ένα ερώ­τη­μα που όλοι οι Έλλη­νες ρωτά­νε τα τελευ­ταία εφτά χρό­νια, τα χρό­νια της κρί­σης. Κοι­τά­νε ο ένας τον άλλο, πίνουν καφέ, ουί­σκι ή τσί­που­ρο και ανα­ρω­τιού­νται. Ξεχνά­νε όμως να κοι­τά­ξουν μέσα τους και πίσω, στο παρελ­θόν, να σκα­λί­σουν τις αιτί­ες του. Η αρχή λοι­πόν του μυθι­στο­ρή­μα­τος βρί­σκε­ται σε αυτό το ερώ­τη­μα και η απά­ντη­ση εντο­πί­ζε­ται στην Ιστο­ρία, την ιστο­ρία του έθνους με τα μεγά­λα λάθη και εγκλή­μα­τα, αλλά και τη μικροϊ­στο­ρία της εκά­στο­τε κοι­νό­τη­τας, οικο­γέ­νειας ακό­μα και ατό­μου. Γενι­κά το ζήτη­μα παρόν – παρελ­θόν είναι κάτι που με απα­σχο­λεί πολύ. Έχο­ντας στο νου μου να συν­θέ­σω μία ιστο­ρία εγκλή­μα­τος άρχι­σα να ανα­ζη­τώ μεγά­λα εγκλή­μα­τα της σύγ­χρο­νης ιστο­ρί­ας με τα οποία θα μπο­ρού­σα να τη συν­δέ­σω. Από μικρός άκου­γα αυτή την ιστο­ρία με την αυτο­κτο­νι­κή απο­στο­λή «ΝΙΚΗ» — πόσο οξύ­μω­ρος ακού­γε­ται τώρα ο τίτλος της — των κατα­δρο­μέ­ων στην Κύπρο. Χωρίς οργά­νω­ση, χωρίς κάλυ­ψη και χωρίς ενη­μέ­ρω­ση των εκεί δυνά­με­ων μία μοί­ρα κατα­δρο­μέ­ων ανα­γκά­ζε­ται να ταξι­δέ­ψει νύχτα χωρίς φώτα στο υπό επί­θε­ση νησί. Καθα­ρή αυτο­κτο­νία με θύμα­τα και ποια η αντί­δρα­ση του κρά­τους; Η απο­σιώ­πη­ση και η συγκά­λυ­ψη, όπως πάντα. Παρα­λί­γο στην απο­στο­λή αυτή να συμ­με­τά­σχει ο πατέ­ρας μου, τη γλί­τω­σε λόγω γρα­φειο­κρα­τί­ας, έγι­νε ένα λάθος στα χαρ­τιά του και παρου­σιά­στη­κε αλλού. Το ζήτη­μα της πατρό­τη­τας και της πατρο­κτο­νί­ας με την ψυχα­να­λυ­τι­κή έννοια ήταν κι αυτό στο μυα­λό μου, γι’ αυτό ο Γκε­ρές επι­στρέ­φει για τον θάνα­το του πατέ­ρα του, είναι η αρχέ­γο­νη φρο­ϋ­δι­κή επι­θυ­μία την οποία δεν έχει ξεπε­ρά­σει. Συν τις άλλοις ήθε­λα να γρά­ψω ένα μυθι­στό­ρη­μα που να δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στο Ηρά­κλειο, τη γενέ­τει­ρά μου. Σκέ­φτη­κα ότι αυτό που θα μπο­ρού­σε να είναι ενδια­φέ­ρον είναι η ματιά ενός ανθρώ­που που έχει να δει την πόλη είκο­σι χρό­νια. Μια ματιά γεμά­τη από εικό­νες του παρελ­θό­ντος που ανα­πό­φευ­κτα θα έρθουν σε σύγκρου­ση με το παρόν. Πόσο αλλά­ζουν τα πράγ­μα­τα, πόσο κάτι μπο­ρεί να ιδω­θεί με δια­φο­ρε­τι­κούς τρό­πους και να έχει άλλο νόη­μα κάθε φορά; Από εκεί ήρθε η ιδέα του αντι­λε­ξι­κού του Βοσταν­τζό­γλου. Νάτο λοι­πόν: πατρο­κτο­νία, εγκλή­μα­τα του παρελ­θό­ντος, μικροϊ­στο­ρία και ιστο­ρία έθνους, σκιές και συνώ­νυ­μα που καλύ­πτουν την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και μια επο­χή κρί­σης και σήψης, αυτό είναι το μυθι­στό­ρη­μα.

Όταν λέτε “πολι­τι­κό νουάρ μυθι­στό­ρη­μα” τι εννο­εί­τε ακρι­βώς ή τι περι­λαμ­βά­νει κατά την άπο­ψη σας

Ας ξεκι­νή­σου­με από τον δεύ­τε­ρο όρο, το «νουάρ». Για μένα το νουάρ είναι μία ιστο­ρία που προ­ϋ­πο­θέ­τει στον πυρή­να της την ύπαρ­ξη ενός εγκλή­μα­τος το οποίο, λόγω φύσε­ως και θέσε­ως των χαρα­κτή­ρων που εμπλέ­κο­νται, θέτει ζητή­μα­τα ως προς τον ίδιο το θάνα­το, με τη φιλο­σο­φι­κή έννοια. Καί­ριο ερώ­τη­μα στο νουάρ δεν είναι το κλασ­σι­κό whodunit (ποιος είναι ο εγκλη­μα­τί­ας δηλα­δή), αλλά τι είναι αυτό που κάνει κάποιον να σκο­τώ­σει, ποια μύχια ανθρώ­πι­να ένστι­κτα βγά­ζει στην επι­φά­νεια και πώς οι πρά­ξεις του εγκλή­μα­τος προ­κα­λούν ανα­τα­ρα­χή στο κοι­νω­νι­κό οικο­δό­μη­μα. Σκο­τει­νή ατμό­σφαι­ρα, χαρα­κτή­ρες με μυστι­κά, κοι­νω­νι­κή ανα­τα­ρα­χή, αδιέ­ξο­δοι έρω­τες, μου­σι­κά θέμα­τα, αυτά συν­θέ­τουν την ατμό­σφαι­ρα του νουάρ. Ο βασι­κός χαρα­κτή­ρας δεν είναι ήρω­ας νικη­τής με την αρχε­τυ­πι­κή έννοια, αλλά χαμέ­νος ή στα πρό­θυ­ρα της ήττας, αντι­ή­ρω­ας που παλεύ­ει με τα λάθη και την καθη­με­ρι­νό­τη­τά του. Όσον αφο­ρά το «πολι­τι­κό», αυτό ανα­φέ­ρε­ται στο γεγο­νός ότι στο επί­κε­ντρο της ιστο­ρί­ας είναι ανα­με­μειγ­μέ­νη η πολι­τι­κή. Για μένα όλα είναι θέμα πολι­τι­κής, κάθε μας πρά­ξη, λόγος και συνή­θεια, αλλά, συν αυτό, τα γεγο­νό­τα του εγκλή­μα­τος σχε­τί­ζο­νται με αντί­στοι­χα πολι­τι­κά. Η ιστο­ρία ξεκι­νά­ει την ημέ­ρα των εκλο­γών, συν­δέ­ε­ται με τις εκλο­γές του ’89, με τη Χού­ντα και την εισβο­λή στην Κύπρο, με τα πολι­τι­κά γεγο­νό­τα του Ιου­λί­ου του 1965. Για­τί; Μόνο ως φόντο; Σε καμία περί­πτω­ση. Είναι η πολι­τι­κή που δια­μορ­φώ­νει τη ζωή των χαρα­κτή­ρων, οδη­γεί τα λάθη τους, είναι η πολι­τι­κή που μας δια­μορ­φώ­νει καθη­με­ρι­νά είτε το αντι­λαμ­βα­νό­μα­στε, είτε όχι, δεν μπο­ρού­με να ξεφύ­γου­με από αυτή με την συνη­θι­σμέ­νη ρήση «εμέ­να δεν με ενδια­φέ­ρει η πολι­τι­κή». Αν δεν σε ενδια­φέ­ρει η πολι­τι­κή, δεν σε ενδια­φέ­ρει η ζωή σου. Επί­σης το μυθι­στό­ρη­μα παίρ­νει πολι­τι­κή θέση, επι­λέ­γει ποια γεγο­νό­τα και ποιες θέσεις θα προ­βάλ­λει και ποιες όχι, δεν υπάρ­χει αντι­κει­με­νι­κό­τη­τα στην μυθι­στο­ρία μου, το παρα­δέ­χο­μαι και δεν με ενδια­φέ­ρει η αντι­κει­με­νι­κό­τη­τα και η απλή κατα­γρα­φή γεγο­νό­των.

Μιλή­στε μας περισ­σό­τε­ρο για τους ήρω­ες σας. Τον Δήμο Γκε­ρέ και τον Ιβάν Αλε­ξά­ντροφ. Πως τους σμι­λέ­ψα­τε;

Όταν χτί­ζω χαρα­κτή­ρες ακο­λου­θώ συγκε­κρι­μέ­νη μέθο­δο. Ξεκι­νάω από τις βασι­κές επι­θυ­μί­ες και το ρόλο που θα παί­ξουν στην ιστο­ρία. Έτσι ο Δήμος θα ήταν από την αρχή ο κεντρι­κός χαρα­κτή­ρας, ο φορέ­ας της δρά­σης, εκεί­νος που θα είχε τη μεγα­λύ­τε­ρη μετά­βα­ση, ενώ η επι­θυ­μία του – η αρχι­κή – ήταν να δει νεκρό τον πατέ­ρα του Ο Ιβάν θα απο­τε­λού­σε ένα είδος αντα­γω­νι­στή που μετα­τρέ­πε­ται σε σύμ­μα­χο, με κύρια επι­θυ­μία να λύσει την υπό­θε­ση. Έπει­τα φτιά­χνω το βιο­γρα­φι­κό του χαρα­κτή­ρα, τα σημα­ντι­κά γεγο­νό­τα από τη μέρα που γεν­νή­θη­κε έως τη στιγ­μή που ξεκι­νά­ει η ιστο­ρία. Με αυτό τον τρό­πο γνω­ρί­ζω καλύ­τε­ρα τους ήρω­ες, ενώ ξεπη­δούν γεγο­νό­τα που τους σημα­δεύ­ουν και που μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν ως δομι­κά στοι­χεία, κάτι που έγι­νε και σ’ αυτή την περί­πτω­ση. Γρά­φω σκη­νές του παρελ­θό­ντος, σκη­νές από την καθη­με­ρι­νό­τη­τά τους που δεν θα χρη­σι­μο­ποι­η­θούν ποτέ, μιλάω με ανθρώ­πους που έχουν κοι­νά χαρα­κτη­ρι­στι­κά, κατα­γρά­φω την εξω­τε­ρι­κή εμφά­νι­ση, τις συνή­θειές τους, τα πάντα. Λει­τουρ­γώ λίγο σαν μυστι­κή υπη­ρε­σία, θέλω να ξέρω όσα πιο πολ­λά μπο­ρώ, αν και τελι­κά πάντα οι χαρα­κτή­ρες με εκπλήσ­σουν με τη δρά­ση τους. Για να είμαι ειλι­κρι­νής ο Δήμος με δυσκό­λε­ψε αρκε­τά, είναι η πρώ­τη φορά που χρη­σι­μο­ποιώ ως κεντρι­κό ήρωα αστυ­νό­μο. Δεν ήθε­λα όμως να είναι κλασ­σι­κός αστυ­νό­μος, καριε­ρί­στας ας πού­με, γι’ αυτό και έψα­χνα να βρω το λόγο για τον οποίο απο­φά­σι­σε να ασχο­λη­θεί με το επάγ­γελ­μα αυτό. Η απά­ντη­ση ήρθε αβί­α­στα: για να ξεφύ­γει από την ανά­γκη του πατέ­ρα του, για να μπο­ρέ­σει να φύγει μακριά χωρίς να χρειά­ζε­ται οικο­νο­μι­κή υπο­στή­ρι­ξη, αλλά και χωρίς να ανα­γκα­στεί να κάνει οτι­δή­πο­τε. Σύμ­φω­να με αυτό ο Δήμος είναι λίγο βολε­ψά­κιας. Ο Ιβάν για να είμαι ειλι­κρι­νής προ­ϋ­πήρ­χε, εμφα­νί­ζε­ται στο προη­γού­με­νο μυθι­στό­ρη­μά μου, «Τα Φαντά­σμα­τα του Δεκέμ­βρη» σ’ ένα αρκε­τά μικρό ρόλο, εδώ βέβαια ανα­πτύ­χθη­κε, είναι ο ξένος στον τόπο του, γεν­νη­μέ­νος στην Ελλά­δα αλλά από Βούλ­γα­ρο πατέ­ρα, κου­βα­λά­ει πάντα το στίγ­μα του «άλλου», αρνεί­ται να το κρύ­ψει και να αλλά­ξει το όνο­μά του σε «Γιάν­νης Αλε­ξάν­δρου», όπως τον συμ­βου­λεύ­ουν όλοι και μάχε­ται για τις αρχές και τα ιδα­νι­κά του. Και οι δύο ήρω­ες βέβαια είναι στο μεταίχ­μιο των σαρά­ντα, ο Ιβάν λίγο μεγα­λύ­τε­ρος, ανα­με­τρώ­νται με τη χαμέ­νη νεό­τη­τα, τις προσ­δο­κί­ες και τις ματαιώ­σεις τους. Γενι­κά με ενδια­φέ­ρουν πιο πολύ οι αδυ­να­μί­ες των ανθρώ­πων, το οξύ­θυ­μο του χαρα­κτή­ρα του Δήμου με τις εκρή­ξεις βίας, η ανι­κα­νό­τη­τα του Ιβάν να αντι­στα­θεί στην ερω­τι­κή του επι­θυ­μία, αυτή είναι η βάση του ανθρώ­που, οι αδυ­να­μί­ες και τα πάθη του.

Δια­λέ­γο­νται ορι­σμέ­να ορό­ση­μα της πρό­σφα­της και ελλη­νι­κής Ιστο­ρί­ας. Το 2012 και η επερ­χό­με­νη άνο­δος ΣΥΡΙΖΑ και ΧΑ, για δια­φο­ρε­τι­κούς λόγους. Εισβο­λή στην Κύπρο το 1974. Ιου­λια­νά 1965 και το περι­βό­η­το “βρώ­μι­κο 89”. Aφε­τη­ρί­ες που δεν τέμνο­νται ανα­γκα­στι­κά, αλλά ο κοι­νός παρο­νο­μα­στής ήταν ότι καθό­ρι­σαν μεγά­λες πολι­τι­κές αλλα­γές και κοι­νω­νι­κές διερ­γα­σί­ες. Ποιες ήταν οι δικές σας αφορ­μές γι αυτή την συν­δε­σμο­λο­γία;

Η ιστο­ρία της σύγ­χρο­νης Ελλά­δας, αυτή που δεν έχει πρα­κτι­κά κατα­γρα­φεί ακό­μα, είναι γεμά­τη από προ­δο­σί­ες, μικρές ή μεγά­λες. Ο «κατε­ψυγ­μέ­νος πρω­θυ­πουρ­γός» του ’65, το πρα­ξι­κό­πη­μα του Σαμ­ψών που οδή­γη­σε στην εισβο­λή στην Κύπρο το 1974, η προ­δο­σία του Σοσια­λι­σμού από το ΠΑΣΟΚ, αλλά και της αρι­στε­ράς με την περί­φη­μη συγκυ­βέρ­νη­ση Τζα­νε­τά­κη, η προ­δο­σία του συνό­λου του πολι­τι­κού συστή­μα­τος την οποία βιώ­νου­με την τελευ­ταία επτα­ε­τία. Προ­δο­σία, αυτός είναι ο κοι­νός παρά­γο­ντας όλων. Προ­δο­σία της δημο­κρα­τί­ας, της ελευ­θε­ρί­ας, των ορα­μά­των, της ιδε­ο­λο­γί­ας. Κι ο λαός, ο καθέ­νας από μας, θύμα, αλλά και θύτης ταυ­τό­χρο­να. Θύτης όχι για­τί συμ­με­τεί­χε στα γεγο­νό­τα, αλλά για­τί αδια­φό­ρη­σε γι’ αυτά και η αδια­φο­ρία απέ­να­ντι στα κοι­νά είναι κάτι είναι κάτι που δια­μορ­φώ­νε­ται και διδά­σκε­ται: από το σχο­λείο, την οικο­γέ­νεια, τα μέσα μαζι­κής ενη­μέ­ρω­σης, τους πολι­τι­κούς. Σε αυτό υπήρ­ξα­με οι καλύ­τε­ροι μαθη­τές, μάθα­με να απο­δε­χό­μα­στε τις προ­δο­σί­ες και να λέμε «ως εδώ πάμε καλά», όπως οι ήρω­ες στο περί­φη­μο «Μίσος» του Ματιέ Κασο­βίτς. Όμως, όπως ανα­φέ­ρε­ται και στην ται­νία, «σημα­σία δεν έχει η πτώ­ση, αλλά η πρό­σκρου­ση». Το θέμα είναι ότι έχου­με ήδη περά­σει το σημείο της πρό­σκρου­σης, βρι­σκό­μα­στε σ’ ένα ανα­πη­ρι­κό καρο­τσά­κι όπου, τελι­κά, αφού δεν μπο­ρού­με να κινη­θού­με, το μόνο που μας νοιά­ζει είναι να ανα­πνέ­ου­με, άσχε­τα αν κάθε μέρα κάποιο όργα­νο χάνει τη λει­τουρ­γι­κό­τη­τά του. Όμως αυτό, νομο­τε­λεια­κά, μόνο μία κατά­λη­ξη μπο­ρεί να έχει: το θάνα­το.

Η δημό­σια ζωή του τόπου είναι γεμά­τη από συγκα­λύ­ψεις μικρών ή μεγά­λων εγκλη­μά­των δια­φο­ρε­τι­κών μορ­φών. Με τι τρό­πο εισέρ­χε­στε σ’αυτό το πεδίο ως συγ­γρα­φέ­ας και μάλι­στα του αστυ­νο­μι­κού;

Με τον τρό­πο του ερευ­νη­τή, περισ­σό­τε­ρο με τον τρό­πο του Ιβάν που θέλει όχι μόνο να ανα­κα­λύ­ψει, αλλά και να απο­κα­λύ­ψει τι έχει συμ­βεί. Γι’ αυτό και μεγά­λο μέρος της προ­ερ­γα­σί­ας της συγ­γρα­φής έχει εξα­ντλη­θεί στην ιστο­ρι­κή έρευ­να. Προ­σπά­θη­σα να βρω όσες περισ­σό­τε­ρες πηγές μπο­ρού­σα, να δια­σταυ­ρώ­σω γεγο­νό­τα πριν τα παρου­σιά­σω. Από κει και πέρα βέβαια υπάρ­χει και η μυθο­πλα­σία. Οι ιστο­ρί­ες των κεντρι­κών χαρα­κτή­ρων δεν είναι αλη­θι­νές, το πλαί­σιο όμως είναι. Ταυ­τό­χρο­να όμως και οι χαρα­κτή­ρες έχουν τα δικά τους μικρά ή μεγά­λα εγκλή­μα­τα, έχουν τη δικιά τους «σκιά», τον σκο­τει­νό εαυ­τό όπως ορί­ζε­ται από το Γιουνγκ. Καθέ­νας μας έχει τα εγκλή­μα­τά του κι εδώ επα­νέρ­χο­μαι στην αρχι­κή μου τοπο­θέ­τη­ση για το νουάρ, ότι αφο­ρά τη σκο­τει­νή πλευ­ρά του ανθρώ­που. Ακό­μα κι όταν τα εγκλή­μα­τα έρχο­νται μπρο­στά μας σπά­νια τα παρα­δε­χό­μα­στε, τρέ­μου­με την τιμω­ρία, είναι λογι­κό και ανθρώ­πι­νο, η ανθρώ­πι­νη φύση, αυτό είναι το αντι­κεί­με­νο της λογο­τε­χνί­ας σε κάθε περί­πτω­ση, είτε πρό­κει­ται για αστυ­νο­μι­κό, ψυχο­λο­γι­κό, ερω­τι­κό ή οτι­δή­πο­τε είδους λογο­τέ­χνη­μα. Από μικροί μαθαί­νου­με να ντρε­πό­μα­στε για τις αδυ­να­μί­ες και τα λάθη μας, πώς μπο­ρού­με να απαι­τού­με από το πολι­τι­κό σύστη­μα να απο­δε­χτεί τα δικά του;

Αυτή η σιω­πη­λή από­συρ­ση πολ­λών συμπο­λι­τών μας, αυτή η απά­θεια και το κενό που βλέ­που­με γύρω, εσείς πως το αντι­λαμ­βά­νε­στε;

Μιθρι­δα­τι­σμός. Η σύγ­χρο­νη ασθέ­νεια. Και καλ­λιερ­γού­με­νη ανθρω­πο­φο­βία. Τα τελευ­ταία χρό­νια έχου­με δεχθεί τέτοια επί­θε­ση γεγο­νό­των στην καθη­με­ρι­νό­τη­τα που έχου­με συνη­θί­σει πια. Το μεγά­λο στοί­χη­μα που χάθη­κε ήταν τα γεγο­νό­τα του Δεκέμ­βρη του 2008. Όταν σε τέτοιες συν­θή­κες κοι­νω­νι­κές επα­νά­στα­σης δεν υπάρ­χει ούτε μία παραί­τη­ση, όχι κυβέρ­νη­σης, αλλά ούτε υπουρ­γού και αυτό «περ­νά­ει» και η ζωή συνε­χί­ζε­ται σαν να μη συνέ­βη, τότε το σύστη­μα κατα­λα­βαί­νει ότι μπο­ρεί να κάνει τα πάντα. Από κει και πέρα ξεκί­νη­σε η αργή – στά­γδην βρα­δέ­ως, ενδο­φλε­βί­ως – διο­χέ­τευ­ση των «αλλα­γών». Υπήρ­ξαν μικροί σκό­πε­λοι οι οποί­οι ξεπερ­νιό­ταν: οι αρχι­κές δια­δη­λώ­σεις, το κίνη­μα των «αγα­να­κτι­σμέ­νων». Όλα αυτά χωρίς καμία πρα­κτι­κά αλλα­γή στην πολι­τι­κή γραμ­μή. Η μέθο­δος προ­ϋ­πέ­θε­τε και το χωρι­σμό της κοι­νω­νί­ας σε ομά­δες που θα στρέ­φο­νταν η μία απέ­να­ντι στην άλλη. Ιδιω­τι­κοί ενά­ντια δημό­σιων υπαλ­λή­λων, βαθ­μο­φό­ροι ενα­ντί­ον εκπαι­δευ­τι­κών, ιερείς ενα­ντί­ον καθα­ρι­στριών κ.ο.κ.. Πρό­σω­πα μπο­ρεί να άλλα­ζαν, αλλά ο παρα­νο­μα­στής κοι­νός: νέα μέτρα και μνη­μό­νια. Κι έπει­τα ήρθε η «μητέ­ρα όλων των ηττών», το δημο­ψή­φι­σμα του 2015 που απέ­δει­ξε στην πλειο­νό­τη­τα των πολι­τών ότι δεν μπο­ρούν να κάνουν τίπο­τα, ότι είναι έρμαια των πολι­τι­κών σε διε­θνές επί­πε­δο κι δεν υπάρ­χει διέ­ξο­δος καμιά. Δεν κακί­ζω τον κόσμο. Κακί­ζω εμάς, τους ανθρώ­πους των τεχνών και των γραμ­μά­των που δεν βγαί­νου­με μπρο­στά να κάνου­με μία νέα πρό­τα­ση. Ο Αντρέ Μπρε­τόν έλε­γε «ο άνθρω­πος είναι η απά­ντη­ση, όποια κι αν είναι η ερώ­τη­ση». Σήμε­ρα αυτό έχει αντι­κα­τα­στα­θεί από «τα νού­με­ρα είναι η απά­ντη­ση, όποια κι αν είναι η ερώ­τη­ση». Ο άνθρω­πος έχει μπει σε δεύ­τε­ρη μοί­ρα, σημα­σία έχει να βγαί­νουν τα νού­με­ρα, δεν μετρά­με σαν ύπαρ­ξη παρά μόνο στο συλ­λο­γι­κό ισο­ζύ­γιο των οικο­νο­μι­κών αριθ­μών. Από το «σκέ­φτο­μαι άρα υπάρ­χω» περά­σα­με στο «παρά­γω άρα υπάρ­χω», αυτή είναι η μεγα­λύ­τε­ρη ήττα του παγκό­σμιου πολι­τι­σμού. Παρό­λα αυτά πιστεύω ότι είναι στο χέρι μας να μετα­το­πί­σου­με το ενδια­φέ­ρον, αλλά απαι­τεί­ται σύγκρου­ση και αυτα­πάρ­νη­ση και, το πιο δύσκο­λο απ’ όλα, συστρά­τευ­ση.

Ποιες είναι οι επιρ­ρο­ές σας; Όταν δεν γρά­φε­τε με τι ασχο­λεί­στε;

Πολ­λοί συγ­γρα­φείς με έχουν επη­ρε­ά­σει στην πορεία μου, κάποιες επιρ­ρο­ές είναι εμφα­νής, κάποιες συγκα­λυμ­μέ­νες. Το μεγα­λύ­τε­ρο ποσο­στό δεν ανή­κει καν στην επί­ση­μη «αστυ­νο­μι­κή» λογο­τε­χνία. Το γαλ­λι­κό νουάρ σίγου­ρα. Ζαν Πατρίκ Μαν­σέτ, Ζαν Κλωντ Ιζζό. Για μένα η «τρι­λο­γία της Μασ­σα­λί­ας» είναι ένα ορό­ση­μο που πάντα επι­στρέ­φω. Νίκος Καβ­βα­δί­ας, η Βάρ­δια και τα ποι­ή­μα­τά του, σε κάθε μου βιβλίο υπάρ­χει του­λά­χι­στον ένα ποί­η­μά του, στη «Σκιά», υπάρ­χει ολό­κλη­ρο το Μαρα­μπού ως βιβλίο ανα­φο­ρά. «Το κιβώ­τιο» του Άρη Αλε­ξάν­δρου, ο Τσίρ­κας, το «Κατε­δα­φι­ζό­με­θα» της Διδώς Σωτη­ρί­ου, ο Γκας ο Γκάν­γκ­στερ του Αντώ­νη Σου­ρού­νη. Πολ Όστερ, Μπερ­νάρ­ντο Ατσά­γα, Χού­λιο Κορ­τά­ζαρ, Σάμιου­ελ Μπέ­κετ, αλλά και Ρέι­μοντ Τσά­ντλερ φυσι­κά. Νομί­ζω ότι κάθε βιβλίο που δια­βά­ζω προ­σθέ­τει κάτι μέσα μου, μεγα­λύ­τε­ρο ή μικρό­τε­ρο και κάθε φορά που μιλάω για επιρ­ρο­ές νιώ­θω ότι κάποιο αδι­κεί­ται.
Πρα­κτι­κά η συγ­γρα­φή είναι μία αέναη δια­δι­κα­σία. Ακό­μα κι όταν δεν γρά­φω την έχω πάντα στο νου μου. Σχε­διά­ζω ιστο­ρί­ες, σκέ­φτο­μαι χαρα­κτή­ρες, κρα­τάω σημειώ­σεις. Επί του πρα­κτέ­ου, έχω την τύχη τα τελευ­ταία χρό­νια να διδά­σκω δημιουρ­γι­κή γρα­φή και σενά­ριο στο καλ­λι­τε­χνι­κό εργα­στή­ρι LaCulturela, αυτό απο­τε­λεί τη βασι­κή μου επαγ­γελ­μα­τι­κή ενα­σχό­λη­ση και είμαι ευτυ­χής γι’ αυτό. Είναι μία εξαι­ρε­τι­κή εμπει­ρία η επα­φή με άτο­μα που ανα­ζη­τούν την έκφρα­ση μέσα από το γρα­πτό λόγο, ιδιαί­τε­ρα με τα παι­διά. Έχουν ιδέ­ες, φαντα­σία και όνει­ρα και το μόνο που χρειά­ζο­νται είναι λίγη βοή­θεια για να μπο­ρέ­σουν να τα εκφρά­σουν και να τα κυνη­γή­σουν. Κατά τα άλλα δια­βά­ζω όσο μπο­ρώ, όχι μόνο λογο­τε­χνία. Θεω­ρώ ότι το μόνο που μπο­ρεί να μας σώσει είναι η παι­δεία με την ευρύ­τε­ρη έννοια. Βλέ­πω πολύ σινε­μά, γρά­φω σενά­ρια και ενί­ο­τε γυρί­ζω ται­νί­ες μικρού μήκους, παί­ζω ηλε­κτρι­κή κιθά­ρα και, πάνω απ’ όλα, προ­σπα­θώ να περ­νάω όσο το δυνα­τόν περισ­σό­τε­ρο χρό­νο με την οικο­γέ­νεια και τους φίλους μου, είναι οι άνθρω­ποι και οι στιγ­μές που έχουν τη μεγα­λύ­τε­ρη αξία σ’ αυτή τη ζωή.