Συνέ­ντευ­ξη στον Νίκο Κουρμουλή

Δεκα­τέσ­σε­ρα χρό­νια μετά τον Ενι­κό αριθ­μό, η μετα­νά­στευ­ση, που για πολ­λούς μετα­φρά­ζε­ται σε αυτο­ε­ξο­ρία, είναι ξανά μαζι­κό γεγο­νός. Μια ακα­τά­σχε­τη αιμορ­ρα­γία με βαθιές ρίζες στην οδοι­πο­ρία της ελλη­νι­κής Ιστο­ρί­ας. Η Λένα Διβά­νη, με αφορ­μή αυτή την άτυ­πη επέ­τειο, μας μιλά για το παρελ­θόν και το παρόν της κοι­νω­νι­κής μας περιπέτειας.

ΕΡ.: Ποιες ήταν οι αφορμές για τη συγγραφή του βιβλίου Ενικός αριθμός;

ΑΠ.: Την ιστο­ρία την εμπνεύ­στη­κα από την τερά­στια δια­δρο­μή που έκα­νε η γενιά μου σε σύγκρι­ση με τη γενιά των γονιών μας. Εμείς δεν ζήσα­με πολέ­μους, δεν διχα­στή­κα­με, δεν πει­νά­σα­με, δεν ανα­γκα­στή­κα­με να υπο­μεί­νου­με δυσβά­στα­χτους κοι­νω­νι­κούς κανό­νες. Δεν αφή­σα­με την οικο­γέ­νεια να μας πνί­ξει, είχα­με  την πολυ­τέ­λεια της επι­λο­γής. Το ανα­γκα­στι­κό «εμείς» των γονιών μας έγι­νε το «εγώ» το δικό μας. Τελι­κά η ισορ­ρο­πία δεν βρέ­θη­κε. Χάσα­με από την άλλη μεριά. Το «εγώ», βλέ­πε­τε, είναι πολύ μονα­χι­κό. Η σημε­ρι­νή γενιά ζει έναν αόρα­το πόλε­μο ξανά. Ανα­γκα­στι­κά στρέ­φε­ται και πάλι στην οικο­γέ­νεια για να επι­βιώ­σει. Ή απο­δη­μεί θέλο­ντας και μη. Οι στρα­τη­γι­κές επι­βί­ω­σής της είναι ένα νέο κρά­μα του παλιού με το και­νού­ριο. Νομί­ζω πως τα νέα παι­διά θα ταυ­τι­στούν με τους ήρω­ές μου, τον Άρη και την Ήρα, που ξενι­τεύ­ο­νται κι αυτοί για να σωθούν – ασχέ­τως αν άλλος είναι ο εχθρός τους. Η μονα­ξιά της αυτο­ε­ξο­ρί­ας είναι πάντα η ίδια. Και η φιλία είναι πάντα το πιο ζεστό καταφύγιο.

ΕΡ.: Ζούμε αυτή τη στιγμή σε μια «ενικότητα», παρά τα όποια βήματα ή διακηρύξεις ξανάγιναν πρόσφατα περί συλλογικών διεξόδων; 

ΑΠ: Σήμε­ρα, την επο­χή της ήττας και της διά­ψευ­σης, κι ενώ ανα­τρά­πη­κε η ζωή όπως την ξέρα­με, αντί να γίνου­με «εμείς», γίνα­με πιο «εγώ» παρά ποτέ, δυστυ­χώς. Ο δικός μου μισθός δεν πρέ­πει να κοπεί, το δικό μου σπί­τι να μη βγει στη δημο­πρα­σία, το δικό μου παι­δί να τακτο­ποι­η­θεί, το δικό μου κόμ­μα να επι­κρα­τή­σει. Οι λοι­ποί ας ψοφή­σουν. Και όλα αυτά με επι­θε­τι­κό, πολε­μι­κό τρό­πο που δίχα­σε την κοι­νω­νία. Λίγοι λησμό­νη­σαν τα δικά τους προ­βλή­μα­τα και στρά­φη­καν αγα­πη­τι­κά στο συνάν­θρω­πο, και τους χρω­στά­με μεγά­λη χάρη γι’ αυτό. Ελπί­ζω να πολ­λα­πλα­σια­στούν. Το καλό είναι κολ­λη­τι­κό, όπως και το κακό άλλωστε.

ΕΡ.: Η μετανάστευση τα τελευταία χρόνια θεριεύει και απ’ ό,τι φαίνεται δεν είναι ένα φαινόμενο που θα κοπάσει σύντομα. Οι παραγωγικές ηλικίες φεύγουν.

ΑΠ.: Η μετα­νά­στευ­ση σήμε­ρα είναι ορι­στι­κή. Τα παι­διά φεύ­γουν για να ριζώ­σουν στο εξω­τε­ρι­κό, για να κάνουν καριέ­ρα και να μεγα­λώ­σουν τα παι­διά τους εκεί. Το τρέ­νο Γερ­μα­νία-Ελλά­δα τού τότε είναι σήμε­ρα αερο­πλά­νο χωρίς γυρι­σμό. Και δεν είναι οι φτω­χοί κι οι αμόρ­φω­τοι που ανα­ζη­τούν την τύχη τους, αλλά τα καλύ­τε­ρα μυα­λά της χώρας, το πολύ­τι­μο ανθρώ­πι­νο δυνα­μι­κό της. Ειλι­κρι­νά δεν ξέρω πώς θα συνέλ­θου­με από αυτή την ανθρώ­πι­νη αιμορραγία.

ΕΡ.: Ποια ήταν τα αδιέξοδα των σαραντάρηδων τότε και ποια τώρα, που πλήττονται περισσότερο από τη συνεχιζόμενη ύφεση;

ΑΠ.: Οι σαρα­ντά­ρη­δες σήμε­ρα είναι από­λυ­τα μπερ­δε­μέ­νοι. Η χλί­δα στην οποία στό­χευ­σαν δου­λεύ­ο­ντας σαν σκυ­λιά σε πολυ­ε­θνι­κές κατέρ­ρευ­σε ανε­πι­στρε­πτί. Η πισί­να στέ­ρε­ψε αλλά παρα­μέ­νει αστρα­φτε­ρή στο μυα­λό τους, όπως οι χαμέ­νες πατρί­δες έμει­ναν στη μνή­μη των προ­σφύ­γων του 1922. Εκεί­νοι τότε χάσα­νε την πατρί­δα, αυτοί σήμε­ρα χάσα­νε την παρ­τί­δα. Κατα­λα­βαί­νε­τε το ιδε­ο­λο­γι­κό κομ­φού­ζιο που ζουν σε μια ηλι­κία όπου είσαι too young to die, too old to rock and roll…

ΕΡ.: Στον Ενικό αριθμό διερευνώνται τα όρια των θρησκευτικών δογμάτων, της παραδοσιακής πυρηνικής οικογένειας, για παράδειγμα, θεσμών που είναι ανήμποροι να δώσουν λύσεις σε αγωνίες των σύγχρονων κοινωνιών, αλλά, παρ’ όλο το αδιέξοδο, σήμερα βλέπουμε να ενισχύονται σημαντικά, ιδιαίτερα η θρησκεία. Υπάρχει ζήτημα αναζήτησης πίστης;

ΑΠ.: Η θρη­σκεία πάντα φου­ντώ­νει όταν τα αδιέ­ξο­δα πλη­θαί­νουν. Όταν οι λύσεις δεν ορα­τές από που­θε­νά και η μόνη βοή­θεια που μπο­ρού­με να πάρου­με είναι του Θεού, τότε ξέρεις ότι η κατά­στα­ση είναι πραγ­μα­τι­κά μαύρη.

ΕΡ.: Η συμφιλίωση μοιάζει εφικτή ή θα πορευόμαστε εν μέσω διχονοιών;

ΑΠ.: Δεν ξέρω αν η συμ­φι­λί­ω­ση είναι εφι­κτή αλλά σίγου­ρα το ελπί­ζω. Είμα­στε λίγοι και ασθε­νι­κοί για να έχου­με την πολυ­τέ­λεια να πυρο­βο­λού­με νευ­ρω­σι­κά ο ένας τον άλλον. Οι λαοί που δεν διχά­στη­καν επι­βί­ω­σαν. Όπου η κοι­νω­νία σκί­στη­κε στα δυο οι πλη­γές ακό­μα αιμορραγούν.

ΕΡ.: Τι σημαίνει για εσάς η φράση που αναπαράγεται συνεχώς: «Λογοτεχνία της κρίσης»;

ΑΠ.: Η λογο­τε­χνία πάντα ήταν η κεραία της επο­χής της –όπως θα έλε­γε και ο φίλος μας ο Ανταί­ος Χρυ­σο­στο­μί­δης– ένας ευαί­σθη­τος σει­σμο­γρά­φος. Ακό­μα και τα ιστο­ρι­κά μυθι­στο­ρή­μα­τα για το σήμε­ρα μιλά­νε τελι­κά. Η παρα­γω­γή της λογο­τε­χνί­ας των τελευ­ταί­ων χρό­νων σίγου­ρα θα είναι ιστο­ρι­κό τεκ­μή­ριο για τον ερευ­νη­τή του μέλλοντος.

ΕΡ.: Πού βρίσκεστε συγγραφικά σήμερα; Ετοιμάζετε κάτι;

ΑΠ.: Αυτή την επο­χή ετοι­μά­ζω δύο πράγ­μα­τα: τη λογο­τε­χνι­κή, μυθι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία μιας φωτει­νής γυναί­κας, της Διδώς Σωτη­ρί­ου, που διέ­σχι­σε όλες τις τρα­γω­δί­ες του 20ού αιώ­να με το κεφά­λι ψηλά και με άρω­μα Ντιόρ, απα­γο­ρεύ­ο­ντας στο ζόφο να τη νική­σει. Η επα­φή μαζί της, έστω και έμμε­ση, είναι μια ένε­ση αισιο­δο­ξί­ας που την έχω ανα­γκη. Ετοι­μά­ζου­με επί­σης και μια σει­ρά ντο­κι­μα­ντέρ με βάση την ιστο­ρι­κή μου μελέ­τη Η εδα­φι­κή ολο­κλή­ρω­ση της Ελλά­δας (1830–1947) – Από­πει­ρα πατρι­δο­γνω­σί­ας, που διδά­σκε­ται στη Νομι­κή Σχολή.

978-960-03-3328-2b