Της Νίκης Κώτσιου.

Τρεις γυναί­κες, ανα­ζη­τώ­ντας η καθε­μία το δικό της όρα­μα ελευ­θε­ρί­ας, θα συνα­ντη­θούν – δια­σταυ­ρω­θούν με το Θωμά και με τον τρό­πο τους θα τον καθο­ρί­σουν.

Γηραιό­τε­ρη όλων η Γιώ­τα που, μολο­νό­τι έζη­σε μία γεμά­τη και πλη­θω­ρι­κή ζωή, κατα­λή­γει μόνη σ’ένα δια­μέ­ρι­σμα με την υπο­τυ­πώ­δη συντρο­φιά κάποιων πονε­τι­κών γει­τό­νων και με ανά­κα­τες ανα­μνή­σεις άλλο­τε να τη στο­χεύ­ουν και άλλο­τε να την αγαλ­λιά­ζουν.

Στη Γιώ­τα θα χαρι­στεί ένα γαλή­νιο και όμορ­φο τέλος μέσα σε μία κατά­στα­ση ανα­πά­ντε­χης ευδαι­μο­νί­ας που θα σφρα­γί­σει ένα θυελ­λώ­δη βίο και ένα γήρας στε­φα­νω­μέ­νο από τρυ­φε­ρή τρέ­λα και αγιο­σύ­νη.

Δεύ­τε­ρος αρμός του βιβλί­ου η όμορ­φη «Μαντό­να», μία μάλ­λον νευ­ρω­τι­κή σαρα­ντά­ρα, με έντο­νο το αίσθη­μα του ανι­κα­νο­ποί­η­του και του ανει­ρή­νευ­του, που θα ζητή­σει κατα­φύ­γιο στην αγκα­λιά του Θωμά.

Μπρο­στά στο φάσμα της επι­κεί­με­νης μέσης ηλι­κί­ας και της νιό­της που φεύ­γει, η «Μαντό­να», θα θελή­σει να ζήσει ανα­δρο­μι­κά όσα νομί­ζει πως η ζωή της χρω­στά­ει και της αξί­ζουν, αλλά θα προ­σκρού­σει σε μια σημαί­νου­σα άρνη­ση, που ίσως ανα­τρέ­ψει το σχε­δια­σμό της.

Και, τέλος, η Δαλι­δά, ένα «Εκκε­ντρι­κό» μα δρο­σε­ρό κορί­τσι που θα ξεκλει­δώ­σει και θα φωτί­σει ανέλ­πι­στα το μονή­ρη βίο του Θωμά.

Κατα­κτώ­ντας και τη δική της ελευ­θε­ρία, η Δαλι­δά θ’απελευθερώσει συγ­χρό­νως και τον Θωμά από φόβους, άγχη, ανα­σφά­λειες και εμμο­νές, που τον κρα­τούν δέσμιο μιας μονα­ξιάς και απο­μό­νω­σης φαι­νο­με­νι­κά εθε­λού­σιας και συνει­δη­τής αλλά κατά βάρος επι­βε­βλη­μέ­νης από συγκυ­ρί­ες και ιδε­ο­λη­ψί­ες. Ο Θωμάς θα αφε­θεί στην περι­πέ­τεια ενός και­νούρ­γιου αλλά δια­φο­ρε­τι­κού έρω­τα και θα υπο­δε­χθεί τη Δαλι­δά περι­βάλ­λο­ντάς την με μία αγά­πη εκστα­τι­κή και φωτει­νή σα θαύ­μα, με μία αγά­πη που τη βιώ­νει πολύ περισ­σό­τε­ρο ως φώτι­ση και εμπει­ρία με θρη­σκευ­τι­κό περιε­χό­με­νο παρά ως ερω­τι­κό συναί­σθη­μα.

Το «Αηδό­νι στο πόδι της» συντί­θε­ται από ακο­λου­θί­ες ποι­η­τι­κών εικό­νων που ξεκι­νούν από ένα ρεα­λι­στι­κό υπό­βα­θρο αλλά απο­γειώ­νο­νται στην πορεία απο­κτώ­ντας ενί­ο­τε ένα γκρο­τέ­σκο ή σου­ρε­α­λι­στι­κό περιε­χό­με­νο (ας μην ξεχνά­με τη μακρά θητεία του Γκι­μο­σού­λη στην ποί­η­ση).

Μεσ’από αυτές τις δυνα­τές εικό­νες που ενέ­χουν οι περισ­σό­τε­ρες κι έναν πλού­σιο συμ­βο­λι­σμό, αρθρώ­νε­ται ένα όρα­μα ελευ­θε­ρί­ας με όρους περί­που θρη­σκευ­τι­κούς – μυστι­κι­στι­κούς (κυρί­ως στα τελευ­ταία κεφά­λαια) καθώς ο πρω­τα­γω­νι­στής, χάρη σ’έναν έρω­τα που δρα πάνω του απε­λευ­θε­ρω­τι­κά και λυτρω­τι­κά, κατορ­θώ­νει να αρθεί πάνω από φόβους κι εγω­ι­σμούς φτά­νο­ντας σε μια εκστα­τι­κή εμπει­ρία βίω­σης του κόσμου και της ζωής. Μέσα στο πλαί­σιο αυτής της πρω­το­φα­νούς αγα­πη­τι­κής συνά­ντη­σης με τον Άλλο, που δεν έρχε­ται να περι­στεί­λει αλλά, αντί­θε­τα, να επε­κτεί­νει στο άπει­ρο την ελευ­θε­ρία του αγα­πώ­ντος υπο­κει­μέ­νου, συντε­λεί­ται μια μαγι­κού τύπου ένω­ση με τη ζωή στην ολό­τη­τά της και με το μεγα­λείο της, όπως ιδα­νι­κά εικο­νο­γρα­φεί­ται στη συγκλο­νι­στι­κή Εικο­νο­ποι­ία των τελευ­ταί­ων σελί­δων, που σημα­το­δο­τούν το θρί­αμ­βο της αγά­πης.