Είκο­σι ένα χρό­νια συμπλη­ρώ­νο­νται από την έκδο­ση ενός σημα­δια­κού μυθι­στο­ρή­μα­τος για τα σύγ­χρο­να ελλη­νι­κά γράμ­μα­τα. Μιλά­με για το Μια νύχτα με την Κόκ­κι­νη, του Κωστή Γκι­μο­σού­λη. Ένα βιβλίο που δια­βά­στη­κε πολύ. Με αφορ­μή την επι­κεί­με­νη νέα, συμπλη­ρω­μέ­νη έκδο­ση του εν λόγω έργου από τις Eκδό­σεις Καστα­νιώ­τη, ο Κωστής Γκι­μο­σού­λης έρχε­ται να θυμη­θεί εκ νέου το ταξί­δι εκεί­νο. Ένα ελε­γεια­κό και συνά­μα σπα­ρα­κτι­κό road movie που γέν­νη­σε μια γυναί­κα ανε­μο­στρό­βι­λο: την Κόκ­κι­νη. Ζητή­σα­με από το συγ­γρα­φέα να ξανα­φέ­ρει στη μνή­μη του, να σκια­γρα­φή­σει ξανά την πρω­τα­γω­νί­στριά του. Όπως επί­σης και να μοι­ρα­στεί μαζί μας δυο λόγια για τα τοπία που έχει επι­σκε­φθεί σε όλο τον πλα­νή­τη. Κωστής Γκι­μο­σού­λης, με λόγια δικά του.

Σελί­δες για την Κόκκινη

Οι σελί­δες ενός βιβλί­ου έχουν και δεν έχουν σχέ­ση με την Κόκ­κι­νη. Η δου­λειά που έκα­νε σε μπαρ της νύχτας απέ­κλειε τα βιβλία. Παρ’ όλα αυτά, όταν γυρ­νού­σε τα χαρά­μα­τα στο σπί­τι της, δεν μπο­ρού­σε να κοι­μη­θεί και, για να απο­φορ­τι­στεί από τα τσι­γά­ρα, τις μου­σι­κές και τις φάτσες, διά­βα­ζε αγα­πη­μέ­να της βιβλία, όπως την Αβά­στα­χτη ελα­φρό­τη­τα του είναι του Κού­ντε­ρα. Την είδε και στο σινε­μά με τον Ντά­νιελ Ντέι Λιού­ις και τη Ζυλιέτ Μπι­νός, και καθό­λου δεν της άρε­σε. Της άρε­σε η σιω­πή, η μονα­ξιά και η συντρο­φιά ενός βιβλί­ου. Και είχε μερι­κά που ήταν φανα­τι­κή ανα­γνώ­στριά τους.

Η Κόκ­κι­νη είναι ένα βιβλίο που γρά­φε­ται σε πρώ­το γυναι­κείο πρό­σω­πο. Ο έρω­τας είναι συναί­σθη­μα; Ναι, είναι. Η αγά­πη πάντως δεν είναι. Η αγά­πη είναι πρά­ξη ή πρά­ξεις. Ο έρω­τας είναι αφορ­μή για την Κόκ­κι­νη ν’ ανα­κα­λύ­ψει τον εαυ­τό της. Για όλους μας είναι. Μπαί­νει σε μια περι­πέ­τεια για τον μεγά­λο έρω­τά της. Μέχρι τότε, δου­λεύ­ει νύχτα. Σε μπαρ, σε καντί­νες και άλλα σχετικά.

Η Πάτρα είναι μια πόλη της νύχτας. Όχι μόνο της νύχτας, αλλά τη νύχτα ανα­πνέ­ει δια­φο­ρε­τι­κά. Η Κατε­ρί­να, η Κόκ­κι­νη δηλα­δή, αφή­νει πίσω της την Πάτρα και ταξι­δεύ­ει. Στην αρχή στην Ήπει­ρο, με οδη­γούς άγνω­στους άντρες. Ταξι­δεύ­ει με οτο­στόπ. Κοι­μά­ται όπου βρει. Ζει με αφορ­μή τον έρω­τά της έξω απ’ τον εαυ­τό της. Μόνο ο έρω­τας και το πέν­θος για κάτι που χάσα­με το κάνουν αυτό. Μας ξεκουνάνε.

Κάθε πράγ­μα είναι και­νού­ριο όταν το μάτι του παρα­τη­ρη­τή το βλέ­πει σαν να είναι η πρώ­τη φορά. Μόνο ο έρω­τας το κάνει αυτό.

Και μετά πάει στην Πάτμο για να συνα­ντή­σει την αδελ­φή της. Η αδελ­φή της έχει κι ένα παι­δί. Η Κόκ­κι­νη βλέ­πει περί­ερ­γα το νησί αυτό. Το νησί είναι περί­ερ­γο ή η Κατε­ρί­να; Η Κόκ­κι­νη βλέ­πει περί­ερ­γα και το παι­δί. Το παι­δί είναι περί­ερ­γο ή η Κατε­ρί­να; Η Κόκ­κι­νη ταυ­τί­ζε­ται με το παι­δί. Η Κόκ­κι­νη γίνε­ται παιδί.

Όταν επι­στρέ­φει στην Πάτρα, δου­λεύ­ει σ’ έναν ψυχί­α­τρο. Ο ψυχί­α­τρος αυτός, που είναι γοη­τευ­τι­κός, την ερω­τεύ­ε­ται. Η Κατε­ρί­να όμως;

Και τότε γίνε­ται ο μεγά­λος σει­σμός της Πάτρας. Ένας από τους μεγά­λους σει­σμούς. Η Πάτρα μοιά­ζει με πόλη που δεν έχει αύριο. Η Κόκ­κι­νη μοιά­ζει με γυναί­κα που δεν έχει ζωή. Την παλιά της ζωή την αφή­νει πίσω. Απο­κτά­ει μια καινούρια.

Και ακο­λου­θεί το καρ­να­βά­λι της Πάτρας. Το καρ­να­βά­λι είναι ιδιαί­τε­ρο στην Πάτρα. Ή συμ­με­τέ­χεις ή φεύ­γεις. Οι περισ­σό­τε­ροι καλοί Πατρι­νοί που δεν συμ­με­τέ­χουν, εκεί­νες τις μέρες φεύ­γουν. Το καρ­να­βά­λι είναι μια αφορ­μή. Και για την Πάτρα και για την Κόκκινη.

Για­τί «Κόκ­κι­νη»; Για­τί από μαύ­ρη γίνε­ται κόκ­κι­νη. Και αυτά που μας λέει τα γρά­φει μέσα σ’ ένα βρά­δυ. Και από μαύ­ρη γίνε­ται κόκκινη.

Στα μέρη όπου ταξί­δε­ψε η Κόκ­κι­νη έχω πάει κι εγώ. Ακό­μα κι αν δεν έχω πάει. Πήγα μαζί της. Αυτά είναι τα οφέ­λη όταν γρά­φεις ένα βιβλίο. Κι αν ζού­σε σήμε­ρα, θα ήταν άντρας ή γυναί­κα. Θα ήταν ένας από εμάς. Θα χανό­ταν μέσα στο πλή­θος. Επει­δή όλοι οι άνθρω­ποι έχουν τη δική τους ιστο­ρία. Το δικό τους απο­τύ­πω­μα. Το δικό τους μάτι. Το δικό τους δάκρυ και τη δική τους άκρη.

Το Μια νύχτα με την Κόκ­κι­νη είναι μια ιστο­ρία δρό­μου που το τέλος της δεν σας το λέμε εδώ.

Ταξί­δια που έκανα

Έχω ταξι­δέ­ψει παντού με τα βιβλία μου. Θα ταξι­δέ­ψω κι άλλο. Η φαντα­σία θέλει και γνώ­ση. Το σημα­ντι­κό­τε­ρο όμως είναι ότι έχω ταξι­δέ­ψει κι έξω απ’ τα βιβλία μου. Χωρίς να είμαι τζάν­κι των ταξι­διών και χωρίς να τα που­λάω. Έχω ταξι­δέ­ψει για το ταξί­δι. Το ταξί­δι σε βάζει σε μια ιδιαί­τε­ρη κατά­στα­ση απέ­να­ντι στο χρό­νο και στους και­νού­ριους τόπους. Ξεχνάς τον εαυ­τό σου και τον ανα­κα­λύ­πτεις ξανά.

Έχω ταξι­δέ­ψει στο μεγα­λύ­τε­ρο μέρος της Ελλά­δας, στην Ευρώ­πη, στην Ασία, στη Βόρεια Αφρι­κή και από τη Νότια Αμε­ρι­κή στην Κολομ­βία. Στην Ινδία χάνεις την ταυ­τό­τη­τά σου και γίνε­σαι ένας άλλος. Στο Νεπάλ κοι­τάς τα πόδια της εξα­δά­κτυ­λης και τρως μόμος. Στην Κολομ­βία βλέ­πεις τους ανθρώ­πους να κοι­μού­νται κάτω στο δρό­μο, δίχως ούτε ένα χαρ­τό­νι να παρεμ­βάλ­λε­ται. Η φτώ­χεια είναι φτώ­χεια, το μέταλ είναι μέταλ και η κοκα­ΐ­νη είναι κοκα­ΐ­νη πάνω στο μαχαίρι.

Ο ίσκιος του ταξι­διώ­τη είναι πιο ελα­φρύς. Και αυτό που τελι­κά μου μένει από τα ταξί­δια είναι οι αλλιώ­τι­κοι ορί­ζο­ντες. Τα και­νού­ρια τοπία με τις δια­φο­ρε­τι­κές συχνό­τη­τες. Το άδειο μου κεφά­λι. Η και­νού­ρια ζάλη.