Στο Ωδείο Αθη­νών έλα­βε χώρα η διά­λε­ξη του κορυ­φαί­ου στο­χα­στή και συγ­γρα­φέα από την Τερ­γέ­στη, Κλά­ου­ντιο Μάγκρις. Ίσως ένας από τους τελευ­ταί­ους μεγά­λους λογο­τέ­χνες του σύγ­χρο­νου δυτι­κού πνεύ­μα­τος.

Στην κατά­με­στη αίθου­σα Άρης Γαρου­φα­λής την παρου­σί­α­ση άνοι­ξε η διευ­θύ­ντρια του Ιτα­λι­κού Μορ­φω­τι­κού Ινστι­τού­του, Άννα Μοντά­βιο. Η οποία υπο­δέ­χθη­κε με συγκί­νη­ση τον Κλά­ου­ντιο Μάγκρις στην Ελλά­δα και εξή­ρε την συμ­βο­λή του στα ευρω­παϊ­κά γράμ­μα­τα.

Ακο­λού­θη­σε ο ποι­η­τής, πεζο­γρά­φος, δοκι­μιο­γρά­φος και δημο­σιο­γρά­φος Ανα­στά­σης Βιστω­νί­της. Τακτι­κός μελε­τη­τής του έργου του Μάγκρις, αλλά και της Τερ­γέ­στης. Στην περιε­κτι­κή ομι­λία του χαρα­κτή­ρι­σε την λογο­τε­χνι­κή πορεία του Ιτα­λού συγ­γρα­φέα ως την γεω­γρα­φία που γίνε­ται ιστο­ρία. Ο Βιστω­νί­της μίλη­σε για την υδά­τι­νη αρτη­ρία της Ευρώ­πης (Δού­να­βης) απ’ όπου ο Μάγκρις αντλεί κυρί­ως την έμπνευ­ση του, αλλά και το περί­φη­μο καφε­νείο Σαν Μάρ­κο, όπου ο σπου­δαί­ος συγ­γρα­φέ­ας περ­νά τις περισ­σό­τε­ρες ώρες της ημέ­ρας σκα­λί­ζο­ντας τις σημειώ­σεις του. Ο Βιστω­νί­της ανα­φέρ­θη­κε εκτε­νώς στην καί­ρια συμ­βο­λή του νέου ελλη­νι­κού πολι­τι­σμού και των γραμ­μά­των στην κοσμο­πο­λί­τι­κη ταυ­τό­τη­τα της Τερ­γέ­στης, κατα­λή­γο­ντας πως η πόλη ανή­κει δικαιω­μα­τι­κά στον Μάγκρις και όχι στον Τζόις.

Από την μεριά του ο Κλά­ου­ντιο Μάγκρις μίλη­σε όπως στα έργα του, με παραλ­λη­λί­ες. Ανα­φέρ­θη­κε στο συλ­λο­γι­κό φαντα­σια­κό μας και στην επί­δρα­ση της αρχαί­ας ελλη­νι­κής γραμ­μα­τεί­ας στην συνέ­χεια της λογο­τε­χνί­ας. Μάλι­στα τόνι­σε πως η όποια νεό­τη­τα του δυτι­κού πνεύ­μα­τος, υπάρ­χει εξαι­τί­ας της επα­λή­θευ­σης του μεγα­λεί­ου της ελλη­νι­κής τρα­γω­δί­ας και ποί­η­σης. Σ’ αυτό το σημείο ανα­φέρ­θη­κε στους:  Όμη­ρο, Σοφο­κλή και Ευρι­πί­δη. Το Τριέ­στε, η κατα­ρα­μέ­νη λωρί­δα της Μεσευ­ρώ­πης. Μια περιο­χή βαθιά οντο­λο­γι­κής φύσης, στο επί­νειο της παλιάς Αυστρο­ουγ­γα­ρί­ας. Στο κέντρο των οικο­νο­μι­κών και πολι­τι­στι­κών διεκ­δι­κή­σε­ων και ενδε­χο­μέ­νως στο που­θε­νά…

Κατά τον Μάγκρις το ελλη­νι­κό στοι­χείο ήταν εκεί­νο που στέ­ριω­σε την συνεί­δη­ση της πολυ­πο­λι­τι­σμι­κής Τερ­γέ­στης. Εν συνε­χεία ανα­φέρ­θη­κε στην σχέ­ση πραγ­μα­τι­κό­τη­τας και μυθο­πλα­σί­ας. Η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα όπως είπε, μπο­ρεί να γίνει υπερ­βο­λι­κή. Η λογο­τε­χνία όμως απε­χθά­νε­ται την όποια υπερ­βο­λή. Τα λογο­τε­χνι­κά υπο­κεί­με­να επι­νο­ούν τα όπλα τους, την ιστο­ρία τους. Ο ίδιος εδώ και χρό­νια μελε­τά γλώσ­σες των ιθα­γε­νών της Λατι­νι­κής Αμε­ρι­κής και άλλων χωρών. Προ­σπα­θεί να κατα­λά­βει πως σκέ­φτο­νταν οι αρχαί­οι λαοί και πως έβλε­παν την κάτο­ψη του κόσμου. Ο Μάγκρις τόνι­σε ότι σε κάθε βιβλίο του βου­τά στην ατα­ξία για να βρει το νήμα της αφή­γη­σης. Χωρίς τον κίν­δυ­νο του ναυα­γί­ου δεν υπάρ­χει ελπί­δα για πλεύ­ση, είπε χαρα­κτη­ρι­στι­κά. Ο Κλά­ου­ντιο Μάγκρις είναι ένας άνθρω­πος προ­ση­νής, οξύ­νους και πάνω απ’ όλα μια ευγε­νι­κή φιγού­ρα των γραμ­μά­των, που αξί­ζει να τον γνω­ρί­σεις από κοντά.

Από τις εκδό­σεις κυκλο­φο­ρούν:

Υπό­θε­ση αρχεί­ου, μτφρ: Άννα Παπα­σταύ­ρου

Μια άλλη θάλασ­σα, μτφρ: Μαρία Σπυ­ρι­δο­πού­λου