Εκδο­τι­κό και λογο­τε­χνι­κό φαι­νό­με­νο, το μυθι­στό­ρη­μα ―3.700 σελί­δων, σε 6 τόμους― με τον αυτο­βιο­γρα­φι­κό τίτλο Ο αγώ­νας μου, του Νορ­βη­γού συγ­γρα­φέα Καρλ Ούβε Κνά­ου­σγκορντ, έχει αρχί­σει να μετα­φρά­ζε­ται και στα ελλη­νι­κά (έχουν ήδη εκδο­θεί οι δύο πρώ­τοι τόμοι, σε μετά­φρα­ση του Σωτή­ρη Σου­λιώ­τη, και το καλο­καί­ρι ανα­μέ­νε­ται να κυκλο­φο­ρή­σει και ο τρί­τος). Στο εξω­τε­ρι­κό κυκλο­φο­ρεί από τις 19 Απρι­λί­ου του 2016 ο πέμ­πτος τόμος. Ο Τζων Φρί­μαν συνά­ντη­σε το συγ­γρα­φέα στην Ιαπω­νία κι έμα­θε περισ­σό­τε­ρες λεπτομέρειες.

ΕΡ.: Η εξα­λο­γία Ο αγώ­νας μου γρά­φτη­κε ταχύ­τα­τα, σε σχέ­ση με τον όγκο του, και κυκλο­φό­ρη­σε πριν από μια πενταετία.

ΑΠ.: Ακρι­βώς.

ΕΡ.: Είμαι περί­ερ­γος να μάθω, εάν μπο­ρεί­τε να μου πεί­τε, σε ποια ψυχι­κή κατά­στα­ση ήσα­σταν όταν γρά­φα­τε το πέμ­πτο βιβλίο της σειράς.

ΑΠ.: Το βιβλίο γρά­φτη­κε μέσα σε οκτώ βδο­μά­δες. Απί­στευ­τος ρυθ­μός, μπο­ρώ να πω, καθό­τι μιλά­με για πάνω από 500 σελί­δες. Θυμά­μαι πως έτσι ήταν τα πράγ­μα­τα. Το γρά­ψι­μο μ’ έκα­νε να μεί­νω δυνα­τός και να αντέ­ξω. Έγρα­φα κοντά στις 20 σελί­δες τη μέρα. Δεν έκα­να τίπο­τε άλλο, έγρα­φα. Να μια σωμα­τι­κή άσκη­ση. Εκεί­νη την περί­ο­δο διο­χέ­τευ­σα όλη μου την ενέρ­γεια σ’ αυτό. Είχα στεί­λει την οικο­γέ­νειά μου δια­κο­πές για μια βδο­μά­δα και έγρα­φα σχε­δόν σε εικο­σι­τε­τρά­ω­ρη βάση.

ΕΡ.: Τι σας κρα­τού­σε όρθιο; Χρη­σι­μο­ποι­ή­σα­τε διεγερτικά;

ΑΠ.: Όχι, καθό­λου· καφές και τσι­γά­ρα μόνο. Ήταν μια μακρά συγ­γρα­φι­κή δια­δι­κα­σία σε διάρ­κεια χρό­νου. Εκεί­νη την περί­ο­δο το επό­με­νο βιβλίο κατέρ­ρευ­σε μέσα μου ολο­κλη­ρω­τι­κά. Στον πέμ­πτο τόμο πάντως η πλο­κή είναι πολύ απλή: η μετοί­κη­ση στην πόλη, η δια­βί­ω­ση εκεί και η φυγή. Αυτή είναι όλη κι όλη η ιστο­ρία. Είναι η αφή­γη­ση εμέ­να και του αδερ­φού μου. Δεν την έχω δια­βά­σει έκτο­τε. Ένα από τα λίγα πράγ­μα­τα που θυμά­μαι από τη δια­δι­κα­σία είναι ότι είχα την αίσθη­ση πως το βιβλίο αυτό θα έπρε­πε να το έγρα­φα στα είκο­σί μου. Η ζωή όμως τα φέρ­νει αλλιώς.

ΕΡ.: Όταν έμα­θα πως οι καθη­γη­τές σας σας έλε­γαν ότι ήσα­σταν μέτριος συγ­γρα­φέ­ας, έμει­να άναυ­δος. Πώς ήταν ο Γιον Φόσε ως δάσκαλος;

ΑΠ.: Είναι αλή­θεια πως το έλε­γαν. (Γέλια.) Ο Γιον Φόσε ήταν νευ­ρι­κός και συνά­μα ντρο­πα­λός. Τα σχό­λια του αιχ­μη­ρά. Έχει ακό­μα μεγά­λο κύρος. Δεν συμ­βι­βά­στη­κε ποτέ. Μου έμα­θε πολ­λά. Να προ­σέ­χω την ποιό­τη­τα του κει­μέ­νου πάνω απ’ όλα. Δεν ξεπου­λή­θη­κε και παρα­μέ­νει ένας ασυμ­βί­βα­στος άνθρω­πος. Μου έμα­θε να είμαι ο εαυ­τός μου, χωρίς φτιασίδια.

ΕΡ.: Πιστεύ­ε­τε ότι το γρά­ψι­μο μπο­ρεί να διδαχτεί;

ΑΠ.: Όχι. Πρέ­πει να το μάθεις μόνος σου. Είναι σαν το παι­χνί­δι. Μαθαί­νεις τα κόλ­πα με το δικό σου τρόπο.

ΕΡ.: Πώς αισθά­νε­στε γρά­φο­ντας για τη νιό­τη, ενώ εσείς βρι­σκό­σα­στε στο ηλι­κια­κό μεταίχ­μιο του να μη θεω­ρεί­στε νέος πλέ­ον; Ανα­πτύ­ξα­τε δεξιό­τη­τες μέσω της αποτυχίας;

ΑΠ.: Με ρωτά­τε εάν… (Παύ­ση.) Δεν είμαι σίγου­ρος ότι ξέρω. Επι­δί­ω­ξή μου ήταν να γρά­ψω ένα ζοφε­ρό βιβλίο. Διό­τι εκεί­νη η περί­ο­δος της ζωής μου υπήρ­ξε τρα­γι­κή. Ένιω­θα πως δεν είχα καμία ελπί­δα. Δεν έβλε­πα φως από που­θε­νά. Το βιβλίο είναι εμπο­τι­σμέ­νο ως ένα βαθ­μό στο πνεύ­μα του ρομα­ντι­σμού… Η γιορ­τή τού να είσαι ελεύ­θε­ρος χωρίς να το ξέρεις. Αυτό το τελευ­ταίο δεν μ’ αρέ­σει στο βιβλίο πια. Δεν είναι αλη­θι­νό κατά μία έννοια.

ΕΡ.: Εσείς επι­βιώ­σα­τε.

ΑΠ.: Αν κάτι με κρα­τού­σε εκεί­νη την περί­ο­δο, ήταν το βιβλίο. Η λαχτά­ρα να γρά­ψω. Ο λόγος για τον οποίο έγρα­ψα. Για μένα η συγ­γρα­φή της σει­ράς ήταν κάτι σαν μέθο­δος υπο­κρι­τι­κής. Προ­σπά­θη­σα πολύ να είμαι αυτό το πρό­σω­πο, ξέρε­τε. Έκα­να πως δεν γνώ­ρι­ζα τι έρχε­ται. Ένας ακό­μα πελώ­ριος περιορισμός.

ΕΡ.: Κατά κάποιον τρό­πο, το τέταρ­το και το πέμ­πτο βιβλίο μιλούν για την απο­τυ­χία. Τη σεξουα­λι­κή απο­τυ­χία συγκε­κρι­μέ­να, προ­σεγ­γί­ζο­ντας κάπως και την καλλιτεχνική.

ΑΠ.: Είμαι απο­λύ­τως σύμ­φω­νος με αυτό. Δια­θέ­τουν επί­σης και μια αγνό­τη­τα. Είναι απλά, γι’ αυτό γρά­φτη­καν και τόσο γρήγορα.

ΕΡ.: Θυμί­ζουν μ’ έναν τρό­πο τα «μικρά δίδυ­μα» του Τζακ Κέρουακ.

ΑΠ.: Α, ναι. Τους Αλή­τες του Ντάρ­μα και το Στο δρό­μο. Διό­λου τυχαία, αυτά ήταν τα βιβλία που διά­βα­ζα όταν ξεκί­νη­σα να γρά­φω τα δικά μου.

ΕΡ.: Αφού λοι­πόν το τελειώ­σα­τε σε οκτώ βδο­μά­δες, όπως μας είπα­τε στην αρχή, νιώ­σα­τε ότι μετά μπο­ρεί να στα­μα­τού­σα­τε; Να μη γρά­ψε­τε τίπο­τε άλλο;

ΑΠ.: Στα­μά­τη­σα για ένα διά­στη­μα. Τα είχα χαμέ­να. Πίστευα ότι αυτό το βιβλίο είναι μια από­λυ­τη απο­τυ­χία. Πήγα να το πετά­ξω στα σκου­πί­δια. Ύστε­ρα από ένα χρό­νο, έγρα­ψα το έκτο και τελευ­ταίο βιβλίο. Τι ειρω­νεία. Το πέμ­πτο ήταν το τελευ­ταίο των αθώ­ων βιβλί­ων, ενώ το έκτο… Κατά­λα­βα τις αντι­δρά­σεις αμέ­σως. Ήταν φρι­χτό. Ένα ψεύ­τι­κο βιβλίο. Αυτό εδώ είναι το τελευ­ταίο των αγνών μου έργων.

ΕΡ.: Γρά­φε­τε για τη νεό­τη­τα, την απο­τυ­χία, τη χαρά, την ανα­κά­λυ­ψη, τη λαχτά­ρα. Έχε­τε κάποιου είδους αντα­πό­κρι­ση που σας επι­τρέ­πει να επα­νε­ξε­τά­σε­τε τα συναι­σθή­μα­τά σας; Ξέρε­τε ότι στη μέση ηλι­κία αυτό είναι μεγά­λο ρίσκο. Η ικα­νό­τη­τα της ευχα­ρί­στη­σης. Προ­φα­νώς και η συγ­γρα­φή των συγκε­κρι­μέ­νων βιβλί­ων δεν ήταν ακρι­βώς θεραπευτική.

ΑΠ.: Όχι, καθό­λου. Όταν πήρα στα χέρια μου την αγγλι­κή μετά­φρα­ση, είδα πόσα πράγ­μα­τα δεν θυμό­μουν. Πρώ­τα απ’ όλα τι ήταν αυτό που έγρα­ψα και δεύ­τε­ρον δεν μου ήταν εύκο­λο να επα­να­φέ­ρω τις μνή­μες για τις οποί­ες τo έγρα­ψα. Αισθα­νό­μουν ότι είχαν πετά­ξει μακριά. Πολύ παράξενο.

ΕΡ.: Τώρα που βρί­σκε­στε στην Ιαπω­νία για μερι­κές μέρες, μπο­ρεί­τε να μας πεί­τε αν οι Για­πω­νέ­ζοι δημο­σιο­γρά­φοι σας ρωτούν κάτι διαφορετικό;

ΑΠ.: Μπα, όχι. Όλες οι ερω­τή­σεις είναι πάνω κάτω ίδιες…

Πηγή: Literary Hub

Από­δο­ση: Νίκος Κουρμουλής