Η μία είναι 45 χρο­νών, η άλλη εβδο­μή­ντα. Η μια έχει γερ­μα­νι­κή ταυ­τό­τη­τα, η άλλη αμε­ρι­κα­νι­κή, κι ας ζει εδώ και είκο­σι χρό­νια στην Ιτα­λία. Η μια είναι ξαν­θιά, η άλλη έχει αφή­σει τα μαλ­λιά της στο χρώ­μα της ηλι­κί­ας της, γκρί­ζα. Της μιας η γρα­φή ξεδι­πλώ­νε­ται σε συναι­σθη­μα­τι­κο­νο­σταλ­γι­κές νότες, της άλλης έχει ως όπλο του ένα δια­βο­λε­μέ­νο υπό­γειο χιού­μορ. Η μια είναι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη, η άλλη έχει ήδη είκο­σι τρία βιβλία στην πλά­τη της. Τι κοι­νό μπο­ρούν να έχουν αυτές οι τόσο δια­φο­ρε­τι­κές γυναί­κες; Για­τί να βρί­σκο­νται μαζί στρι­μωγ­μέ­νες σε αυτό εδώ το κεί­με­νο;

Το πρώ­το κοι­νό στοι­χείο τους είναι ότι και οι δύο, αυτό το δύσκο­λο φθι­νό­πω­ρο του 2012, έρχο­νται να προ­στε­θούν στη μεγά­λη οικο­γέ­νεια των ξένων συγ­γρα­φέ­ων που χρό­νια τώρα εκδί­δουν οι Εκδό­σεις Καστα­νιώ­τη. Το δεύ­τε­ρο -και σημα­ντι­κό­τε­ρο- είναι ότι και οι δύο, η μία με ένα μόνο βιβλίο, η άλλη με πολ­λά, έχουν αγα­πη­θεί από εκα­τομ­μύ­ρια ανα­γνώ­στες σε όλο τον κόσμο. Από εκα­τομ­μύ­ρια ανα­γνώ­στες που επι­ζη­τούν μεν ένα ευχά­ρι­στο ανά­γνω­σμα, αλλά θέλουν ταυ­τό­χρο­να το ανά­γνω­σμά τους να κρα­τιέ­ται σε κάποια επί­πε­δα, να μην υπο­τι­μά τη νοη­μο­σύ­νη και την αισθη­τι­κή τους.

Η πρώ­τη, η Κατα­ρί­να Χάγκε­να, κατά­φε­ρε με το πρώ­το ήδη μυθι­στό­ρη­μά της -αυτό το νοσταλ­γι­κό, γλυ­κό­πι­κρο Γεύ­ση από κου­κού­τσι μήλου- να γίνει η αγα­πη­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας των Γερ­μα­νών. Μέσα σε ένα χρό­νο είχε ξεπε­ρά­σει το 1.000.000 αντί­τυ­πα σε πωλή­σεις, και το πρό­σω­πό της, μέσα σε λίγους μήνες, είχε γίνει ένα από τα πιο οικεία και γνώ­ρι­μα πρό­σω­πα των ΜΜΕ της πατρί­δας της.

Η ιστο­ρία επα­να­λή­φθη­κε λίγο αργό­τε­ρα στη Γαλ­λία. Σε μια χώρα που σίγου­ρα δεν ανοί­γει εύκο­λα τις πόρ­τες της σε ξένους -και μάλι­στα Γερ­μα­νούς- συγ­γρα­φείς, το βιβλίο της Χάγκε­να πέρα­σε σε μικρό χρο­νι­κό διά­στη­μα το μισό εκα­τομ­μύ­ριο πωλή­σεις. Μια έκπλη­ξη για τους πάντες, ακό­μα και για την ίδια τη συγ­γρα­φέα. Η επι­τυ­χία συνε­χί­στη­κε στις δύο επό­με­νες χώρες όπου κυκλο­φό­ρη­σε το Κου­κού­τσι: στην Ιτα­λία και στην Ισπα­νία. Παί­ζο­ντας στα εξώ­φυλ­λά τους με παραλ­λα­γές το ίδιο κόν­σε­πτ του κομ­μέ­νου στα δύο μήλου και των ανθών της μηλιάς, η ισπα­νι­κή και η ιτα­λι­κή μετά­φρα­ση ξεπέ­ρα­σαν μέσα σε λίγους μήνες τις 300.000 αντί­τυ­πα.

Ένα κανο­νι­κό ευρω­παϊ­κό μπεστ-σέλερ.

Το μυθι­στό­ρη­μα αφη­γεί­ται ένα ταξί­δι. Ένα διπλό ταξί­δι. Το ταξί­δι μιας γυναί­κας στο σπί­τι των παι­δι­κών της χρό­νων, και ταυ­τό­χρο­να ένα ταξί­δι στον εσω­τε­ρι­κό της κόσμο. Στα ταξί­δια αυτά η ηρω­ί­δα, η Ίρις, θα συνα­ντή­σει τον έρω­τα και τα γηρα­τειά (εμφα­νί­ζο­νται με την πιο ύπου­λη μορ­φή αρρώ­στιας: το Αλτσχάι­μερ), τη νοσταλ­γία και την αυτο­γνω­σία, τη λήθη και τη μνή­μη, την τρυ­φε­ρό­τη­τα και την απο­μυ­θο­ποί­η­ση του παρελ­θό­ντος. Πόσα πράγ­μα­τα από αυτά που θυμό­μα­στε είναι αλη­θι­νά, και πόσα συνέ­πεια της ανά­γκης μας; Πόσο οι άνθρω­ποι που αγα­πή­σα­με ήταν πραγ­μα­τι­κά πρό­σω­πα και πόσο σκιές που πλά­σα­με εμείς οι ίδιοι; Και πόσο το παρελ­θόν μπο­ρεί να βοη­θή­σει να ζήσου­με καλύ­τε­ρα το παρόν μας; Κι όλα αυτά γραμ­μέ­να με χιού­μορ, με σαρ­κα­σμό, με αυτο­σαρ­κα­σμό.

Η δεύ­τε­ρη, η Ντό­να Λεόν, γρά­φει αστυ­νο­μι­κά μυθι­στο­ρή­μα­τα. Ο ήρω­άς της, ο αστυ­νό­μος Μπρου­νέ­τι, είναι ένας άνθρω­πος που, ακρι­βώς επει­δή είναι παντρε­μέ­νος με μια πλού­σια και σνομπ γυναί­κα, θα μπο­ρού­σε να κάνει μια οποια­δή­πο­τε άλλη δου­λειά. Ο Μπρου­νέ­τι όμως αγα­πά­ει τη δου­λειά του: όχι δεν του αρέ­σουν τα πτώ­μα­τα, το αντί­θε­το, και πάντα ξεκι­νά­ει κάπως βαριε­στη­μέ­να τις έρευ­νές του. Γρή­γο­ρα όμως παθιά­ζε­ται, προ­σπα­θεί να δει ποια είναι η άλλη μεριά του νομί­σμα­τος (ένας φόνος που σέβε­ται τον εαυ­τό του δεν είναι ποτέ αυτό που φαί­νε­ται) και στο τέλος κατορ­θώ­νει πάντα να βρει την άκρη του νήμα­τος. Και το νήμα, στα βιβλία της Λεόν, έχει πάντα τις άκρες του σε κάποιο κρυμ­μέ­νο σκάν­δα­λο, σε κάποια προ­έ­κτα­ση της διε­φθαρ­μέ­νης σύγ­χρο­νης κοι­νω­νί­ας μας. Κι όλα αυτά, τοπο­θε­τη­μέ­να πάντα στα βενε­τσιά­νι­κα στε­νο­σό­κα­κα, εκεί όπου τα κανά­λια πλέ­κο­νται με τις γέφυ­ρες, και η ομορ­φιά με τις χει­μω­νιά­τι­κες ομί­χλες.

Η ιστο­ρία του νέου της βιβλί­ου Ρέκ­βιεμ για μια γυά­λι­νη πολι­τεία δια­δρα­μα­τί­ζε­ται ολό­κλη­ρη στο νησά­κι Μου­ρά­νο, εκεί όπου βρί­σκο­νται όλες οι μικρές βιο­τε­χνί­ες γυα­λιού, αυτές που εξά­γουν τα προ­ϊ­ό­ντα τους σε κάθε γωνιά του κόσμου. Ένας φόνος θα ανα­στα­τώ­σει τη ζωή του Μου­ρά­νο, κανέ­νας όμως δεν μπο­ρεί να φαντα­στεί εκ των προ­τέ­ρων τις πραγ­μα­τι­κές συνέ­πειες μιας ιστο­ρί­ας που στην αρχή φαντά­ζει απλή, απλή και κοι­νό­το­πη αλλά -βεβαί­ως- δεν είναι.

Η Ντό­να Λεόν -το είπα­με ήδη- που­λά­ει εκα­τομ­μύ­ρια αντί­τυ­πα στις ΗΠΑ, στη Βρε­τα­νία, στη Γαλ­λία, στη Γερ­μα­νία. Το όνο­μά της είναι το ίδιο γνω­στό και θελ­κτι­κό στους οπα­δούς του καλού αστυ­νο­μι­κού μυθι­στο­ρή­μα­τος όσο είναι αυτό του Μάν­κελ ή του Ράτ­κιν. Οι ανα­γνώ­στες της περι­μέ­νουν κάθε χρό­νο τη νέα ιστο­ρία του Μπρου­νέ­τι, κι εκεί­νη δεν τους χαλά­ει ποτέ χατί­ρι, επι­στρέ­φει πάντα στην ώρα της με μια νέα ιστο­ρία (κι έναν πάντα νέο τρό­πο δολο­φο­νί­ας!). Στην Ελλά­δα ακό­μα δεν έγι­νε γνω­στή όσο θα έπρε­πε και όσο της αξί­ζει. Θέλω να ελπί­ζω ότι το Ρέκ­βιεμ για μια γυά­λι­νη πολι­τεία, που ανή­κει στην πιο πρό­σφα­τη σοδειά βιβλί­ων της, θα είναι η καλή ευκαι­ρία να τη γνω­ρί­σου­με όλοι καλύ­τε­ρα.