ΕΡ: Ποιοι ήταν οι λόγοι που σας έκα­ναν να ξεκι­νή­σε­τε το ταξί­δι στην περι­πέ­τεια της γρα­φής;

ΑΠ: Το δέος για τους κυμα­τι­σμούς της γλώσ­σας, η περιέρ­γεια δω πως σκά­ει στα βρά­χια της ανθρώ­πι­νης περι­πέ­τειας. 

ΕΡ: Ποιες ήταν οι δυσκο­λί­ες που αντι­με­τω­πί­σα­τε ως συγ­γρα­φέ­ας στα πρώ­τα σας βήμα­τα;

ΑΠ: Ήταν κάμπο­σες και πάσης φύσε­ως. Κενά γνώ­σης, αμφι­βο­λί­ες, ανα­στο­λές για το ρίσκο της δημό­σιας έκθε­σης, δυσπι­στία από κάποιους του χώρου. Ωστό­σο η ανά­γκη μου για προ­σω­πι­κή έκφρα­ση και βημα­τι­σμό στην οδό της αφή­γη­σης, επέ­με­νε και με έσπρω­χνε, με έσπρω­χνε. 

ΕΡ: Τι μπο­ρεί να θυσιά­σει κανείς για να είναι συγ­γρα­φέ­ας ή καλ­λι­τέ­χνης γενι­κό­τε­ρα;

ΑΠ: Θυσιά­ζουν την ελευ­θε­ρία τους, ακό­μη και τη ζωή τους συγ­γρα­φείς και καλ­λι­τέ­χνες που δημιουρ­γούν και διώ­κο­νται σε ανε­λεύ­θε­ρα καθε­στώ­τα. Ας φυλά­ξου­με λοι­πόν τη λέξη θυσία, ας σεβα­στού­με την κυριο­λε­ξία της.

ΕΡ: Σε ποιο βαθ­μό έχει επη­ρε­ά­σει η συγ­γρα­φή τη ζωή σας και η ζωή σας τα κεί­με­να;

ΑΠ: Άλλο­τε προ­πο­ρεύ­ε­ται η ζωή και άλλο­τε η συγ­γρα­φή. Σκυ­τα­λο­δρό­μοι στο ίδιο τερέν, με τη σκυ­τά­λη να πέφτει να πέφτει κάτω ουκ ολί­γες φορές. 

ΕΡ: Τι πιστεύ­ε­τε ότι έχει αλλά­ξει ή τι έχει δια­φο­ρο­ποι­η­θεί μέσα σας σε συγ­γρα­φι­κό επί­πε­δο, από τότε που ξεκι­νή­σα­τε;

ΑΠ: Αλί­μο­νο, ξέρω καλύ­τε­ρα τις ανε­πάρ­κειες, τις θολές πλευ­ρές του εαυ­τού μου. Ο συνε­χής εσω­τε­ρι­κός μονό­λο­γος ρίχνει αστρα­πές, καταυ­γά­ζει και μετά βαρά­νε οι βρο­ντές της αυτο­κρι­τι­κής. 

ΕΡ: Τι σημαί­νει για εσάς λογο­τε­χνία;

ΑΠ: Βιβλία πεζο­γρα­φί­ας και ποί­η­σης, παλιά και και­νούρ­για, χοντρά και λιγνά, ελλη­νι­κά και ξένα που μου δωρί­ζουν ένα πάσο για τα ενδό­τε­ρα. 

ΕΡ: Πως μπο­ρεί­τε να χαρα­κτη­ρί­σε­τε την περί­ο­δο που δια­νύ­ου­με;

ΑΠ: Ντε­φορ­μέ από κοι­νω­νι­κή δικαιο­σύ­νη, πολι­τι­σμό, ανθρώ­πι­να δικαιώ­μα­τα. 

ΕΡ: Ποια βιβλία ή συγ­γρα­φείς σας έχουν επη­ρε­ά­σει δια­χρο­νι­κά και για­τί;

ΑΠ: Παπα­δια­μά­ντης, Βιζυ­η­νός, Ντο­στο­γιέφ­σκι, Τσέ­χωφ, Τζό­υς, Φώκνερ, Κάφ­κα, Ρίτσος, Αλε­ξάν­δρου, Αξιώ­τη, Ανα­γνω­στά­κης, Παπα­δη­μη­τρα­κό­που­λος, Δού­κα, Μπά­ρυ, Πρου, Μον­ρό. Στην καρ­διά μου έχω πάνω από εκα­τό Έλλη­νες και ξένους, τεθνώ­τες και εν ζωή. Πολ­λά τα έτη τους. Όλοι μου δεί­χνουν τρό­πους να σκέ­φτο­μαι πιο βαθιά τα ανθρώ­πι­να, να εμπλου­τί­ζω την επι­χει­ρη­μα­το­λο­γία της ανά­γκης μου, να αγα­πώ, να σέβο­μαι, να ευγνω­μο­νώ. 

ΕΡ: Όταν δεν γρά­φε­τε, με τι σας αρέ­σει να ασχο­λεί­στε;

ΑΠ: Πάντα κάτι γρά­φω, κάτι σβή­νω και σκί­ζω και αδειά­ζω στους κάδους ανα­κύ­κλω­σης. Αλλά αν και δου­λεύω πολ­λές ώρες δεν αμε­λώ να τρα­πε­ζώ­νω, να βλέ­που­με ται­νί­ες ή ντο­κι­μα­ντέρ ή ματς οικο­γε­νεια­κώς και με φίλους. Με τίπο­τε δεν ξεκό­βω από τα έξι αδέρ­φια, τις παλιές συμ­μα­θή­τριες, τους καλούς φίλους και γεί­το­νες. 

ΕΡ: Τι σας παρα­κι­νεί να γρά­φε­τε ιστο­ρί­ες;

ΑΠ: Τα χρω­στού­με­να από προη­γού­με­να βιβλία. Τα απο­καϊ­δια από παλιές φωτιές. Ο καη­μός για τους ταπει­νούς που δεν αντέ­χω να τους δω και ταπει­νω­μέ­νους. Η πίστη στη σύμ­μα­χο γλώσ­σα. Το χέρι μου που έκα­νε το μολύ­βι έκτο δάχτυ­λο.