Ο Ιερώ­νυ­μος Λύκα­ρης γεν­νή­θη­κε στην Αθή­να. Κατά και­ρούς έκα­νε διά­φο­ρες σχε­τι­κές και άσχε­τες με το γρά­ψι­μο δου­λειές. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στην αστυ­νο­μι­κή λογο­τε­χνία στο δεύ­τε­ρο τόμο των Ελλη­νι­κών εγκλη­μά­των (2008) με το διή­γη­μα «Κανέ­να έλε­ος για τους καλύ­τε­ρούς μας φίλους». Στον τρί­το τόμο (2009) δημο­σιεύ­τη­κε το «Πάσα θανά­του», ενώ στον τέταρ­το τόμο (2011) το «Face control». Το 2011 εκδό­θη­κε το πρώ­το του μυθι­στό­ρη­μα Το ρομάν­τζο των καθαρ­μά­των, στο οποίο ανα­δει­κνύ­ο­νται ως φάρ­σες και τρα­γω­δί­ες οι πολυ­δαί­δα­λες σχέ­σεις του οργα­νω­μέ­νου εγκλή­μα­τος με επι­χει­ρη­μα­τί­ες, δημο­σιο­γρά­φους και πολι­τι­κούς. Η κρι­τι­κή το χαρα­κτή­ρι­σε «άρτιο από κάθε άπο­ψη», «αφη­γη­μα­τι­κά απο­λαυ­στι­κό», μια «συμ­βο­λι­κή βιο­γρα­φία της ελλη­νι­κής δια­φθο­ράς», «επί­και­ρο όσο δεν παίρ­νει». Ακο­λού­θη­σε το πολι­τι­κό νουάρ μυθι­στό­ρη­μα Μαύ­ρα κου­φέ­τα (2013), «ένα ρέκ­βιεμ για τη χαμέ­νη ουτο­πία 
του 20ού αιώ­να», το οποίο η κρι­τι­κή επί­σης υπο­δέ­χτη­κε ως «άρτιο υπό­δειγ­μα αστυ­νο­μι­κού μυθι­στο­ρή­μα­τος», όπου «το σασπένς βγαί­νει από τις κοι­νω­νι­κές μεταλ­λά­ξεις […] και οι ανθρώ­πι­νες συγκρού­σεις έχουν ως κινη­τή­ρια δύνα­μη τις ιδε­ο­λο­γι­κές κατα­βο­λές των ηρώ­ων». Η ζήλια είναι μαχαι­ριά (2014) ήταν η πρώ­τη από μια σει­ρά μαύ­ρων κωμω­διών, στην οποία κινη­τή­ρια δύνα­μη και κατα­λύ­της των ανθρώ­πι­νων πρά­ξε­ων είναι κάθε φορά ένα από τα επτά θανά­σι­μα αμαρ­τή­μα­τα. Το Άπλη­στε κόσμε, κάλ­πι­κε (2015) ήταν το δεύ­τε­ρο βιβλίο της σει­ράς αυτής.

Το τελευ­ταίο του μυθι­στό­ρη­μα με τίτλο Άκου, πτώ­μα, να μαθαί­νεις είναι ένα σκλη­ρό αστυ­νο­μι­κό, με στοι­χεία μαύ­ρου χιού­μορ. Θα σας συναρ­πά­σει με πολ­λούς τρό­πους. Η παρα­κά­τω κου­βέ­ντα μας είναι ενδει­κτι­κή τόσο για το περιε­χό­με­νο, όσο κυρί­ως για το απα­ρά­μιλ­λο στυλ, που ανα­δει­κνύ­ει την πολι­τι­κή σκέ­ψη του Ιερώ­νυ­μου Λύκα­ρη.

Συνέ­ντευ­ξη στον Νίκο Κουρ­μου­λή

Πως μετα­τρέ­πε­ται σε μυθι­στό­ρη­μα μια θρυ­λι­κή φρά­ση από την ται­νία του Νίκου Νικο­λαϊ­δη Τα κου­ρέ­λια τρα­γου­δά­νε ακό­μη

Ο αρχι­κός τίτλος του μυθι­στο­ρή­μα­τος ήταν τα Φρού­τα του Κακού. Κάποια στιγ­μή έπε­σα πάνω σε μια μετα­με­σο­νύ­κτια επα­νά­λη­ψη στην κρα­τι­κή τηλε­ό­ρα­ση του ντο­κι­μα­ντέρ του Χρή­στου Χου­λιά­ρα Σκη­νο­θε­τώ­ντας την κόλα­ση, για τον σπου­δαίο Νίκο Νικο­λα­ΐ­δη. Αυτό που έλε­γε εκεί­νη τη στιγ­μή, φορώ­ντας τα μαύ­ρα γυα­λιά του, μου ακού­στη­κε κάπως σαν χρη­σμός που μυστη­ριω­δώς κολ­λού­σε με τα όσα έγρα­φα λίγο πιο πριν για τον βασι­κό ήρωα του μυθι­στο­ρή­μα­τος, τον «Κόκ­κι­νο  Τρά­γο», έναν κατα­θλι­πτι­κό εισαγ­γε­λέα, ο οποί­ος τα έβα­λε με το σύστη­μα και ηττή­θη­κε. Ακο­λού­θη­σε το γνω­στό από­σπα­σμα από την ται­νία, με τον Κων­στα­ντί­νο Τζού­μα και τον  Άλκη Πανα­γιω­τί­δη στον ίδιο κανα­πέ και το σελο­φα­να­ρι­σμέ­νο πτώ­μα της «Βέρας» στον άλλο, και τότε μου ήλθε η ιδέα: να βάλω τον «Κόκ­κι­νο  Τρά­γο» να παρα­κο­λου­θεί τυχαία το ντο­κι­μα­ντέρ, να παρεμ­βαί­νει νοε­ρά στη συνο­μι­λία τους και στη θέση της «Βέρας» να βάζει τον εαυ­τό του, ως κου­ρέ­λι και υπο­ψή­φιο πτώ­μα που προ­σπα­θεί να κρα­τη­θεί στη ζωή, αρνού­με­νος πει­σμα­τι­κά να διδα­χτεί από τα λάθη και τις εμπει­ρί­ες του, έτοι­μος να ξανα­κά­νει τα ίδια «λάθη» για να υπη­ρε­τή­σει το «σωστό». Στο μετα­ξύ το ντο­κι­μα­ντέρ προ­χώ­ρη­σε παρα­κά­τω, εγώ αφαι­ρέ­θη­κα και ξέχα­σα τον «χρη­σμό». Μπή­κα στη ιστο­σε­λί­δα του Νικο­λα­ΐ­δη και βρή­κα έναν «άλλο» που ταί­ρια­ζε ακό­μη καλύ­τε­ρα με την ψυχο­σύν­θε­ση του «Κόκ­κι­νου Τρά­γου». Το άλλο πρωί χωρίς δεύ­τε­ρη σκέ­ψη δανεί­στη­κα την ατά­κα και άλλα­ξα τον τίτλο.

 Για εσάς ποια είναι τα μυστι­κά του πολι­τι­κού αστυ­νο­μι­κού μυθι­στο­ρή­μα­τος που υπη­ρε­τεί­τε χρό­νια τώρα.

Δεν υπάρ­χουν ιδιαί­τε­ρα μυστι­κά. Όλα ξεκι­νούν από το τι θέλεις να πεις, για ποιο λόγο, από το πώς θα το πεις και πού θέλεις να κατα­λή­ξεις, ποια εντύ­πω­ση θέλεις να αφή­νουν τα γρα­πτά σου στο ανα­γνω­στι­κό κοι­νό και, τελι­κά, ποιους ενδια­φέ­ρουν αυτά που θα πεις.  Τα αφη­γη­μα­τι­κά εργα­λεία του αστυ­νο­μι­κού μυθι­στο­ρή­μα­τος, όπως δια­μορ­φώ­θη­καν στην πορεία του χρό­νου από τις διά­φο­ρες «σχο­λές» του, είναι πιο πρό­σφο­ρα από ποτέ για να κατα­δει­χθεί το τι προ­κα­λεί τη γένε­ση και την ανα­πα­ρα­γω­γή αυτού που, συμ­βα­τι­κά κατά τη γνώ­μη μου, απο­κα­λού­με οργα­νω­μέ­νο έγκλη­μα, ενώ δεν είναι παρά η αθέ­α­τη όψη των ταξι­κών πολέ­μων. Για εμέ­να, το σημα­ντι­κό­τε­ρο στοί­χη­μα για ένα συγ­γρα­φέα αστυ­νο­μι­κών μυθι­στο­ρη­μά­των, που επι­διώ­κει να δώσει στις ιστο­ρί­ες του ένα νόη­μα παρα­πά­νω, είναι το πως απο­φα­σί­ζει στο τέλος να τιμω­ρή­σει τους κακούς. Στη μεγά­λη πλειο­ψη­φία των μυθι­στο­ρη­μά­των του είδους, οι κακοί τιμω­ρού­νται από την επί­ση­μη δικαιο­σύ­νη ή τη δικαιο­λο­γη­μέ­νη από τις περι­στά­σεις αυτο­δι­κία των καλών. Αυτό το θεω­ρώ παρα­πλά­νη­ση που συμ­βάλ­λει  στην καλ­λιέρ­γεια μιας ακό­μη αυτα­πά­της, μέσα στις τόσες που μας κατα­δυ­να­στεύ­ουν. Ανα­φέ­ρο­μαι στην ψευ­δαί­σθη­ση ότι μέσα από τα σάπια σπλά­χνα του συστή­μα­τος πάντα θα ανα­φύ­ε­ται το λυτρω­τι­κό άλλο­θί του· ότι οι μεμο­νω­μέ­νοι υπε­ρα­σπι­στές του καλού θα απο­κα­λύ­πτουν και θα απο­τρέ­πουν πάντα, έστω και στο παρα­πέ­ντε, ακό­μη και με κίν­δυ­νο της ζωής τους, τα κατα­χθό­νια σχέ­δια των κακών.

Πιστεύω ότι ένα καλό αστυ­νο­μι­κό αφή­γη­μα πρέ­πει να αξιο­ποιεί τον άμε­σο ρεα­λι­σμό του είδους και να αφή­νει του­λά­χι­στον νύξεις για την γενε­σιουρ­γό αιτία των κακουρ­γη­μά­των που επι­νο­εί και δια­πράτ­τει η απύθ­με­νη ανθρώ­πι­νη αχρειό­τη­τα. Με έντε­χνο τρό­πο και στον όποιο βαθ­μό το επι­τρέ­πουν η υπό­θε­ση και οι χαρα­κτή­ρες του, οφεί­λει να δεί­χνει −χωρίς να πέφτει στην παγί­δα της προ­φα­νούς καταγ­γε­λί­ας− το ότι το έγκλη­μα δεν είναι μια συμπω­μα­τι­κή δυσλει­τουρ­γία του σύγ­χρο­νου καπι­τα­λι­σμού, αλλά εγγε­νές συστα­τι­κό του γονι­δια­κού απο­τυ­πώ­μα­τός του, χωρίς το οποίο είναι αδύ­να­το να λει­τουρ­γή­σουν οι πιο αχρεί­ες παρα­γω­γι­κές δυνά­μεις του. Έτσι τα βλέ­πω, κι αυτό προ­σπα­θώ να κάνω στα λίγα χρό­νια που γρά­φω στα φανε­ρά αστυ­νο­μι­κά διη­γή­μα­τα και μυθι­στο­ρή­μα­τα. Από την πρώ­τη μου δημο­σί­ευ­ση στα Ελλη­νι­κά Εγκλή­μα­τα 2, το 2008, με το διή­γη­μα Κανέ­να έλε­ος για του καλύ­τε­ρούς μας φίλους, και από το πρώ­το μου μυθι­στό­ρη­μα Το ρομάν­τζο των καθαρ­μά­των, το 2011. Και λέω στα φανε­ρά, για­τί στα κρυ­φά έγρα­φα πολύ περισ­σό­τε­ρα χρό­νια, από τις αρχές της δεκα­ε­τί­ας του ’90,  χωρίς να δημο­σιεύω.

Πως σχη­μα­τί­στη­κε η υπό­θε­ση του βιβλί­ου;

Πρό­κει­ται για μια υπό­θε­ση αστυ­νο­μι­κής δια­φθο­ράς. Η ιδέα προ­έ­κυ­ψε ως αντί­δρα­ση στις σκη­νο­θε­τη­μέ­νες συζη­τή­σεις που γίνο­νται κάθε τόσο στη Βου­λή για τη δια­φθο­ρά και τα σκάν­δα­λα. Άσφαι­ρες καταγ­γε­λί­ες, υπο­νο­ού­με­νες απει­λές χωρίς ονό­μα­τα και διευ­θύν­σεις, υπο­σχέ­σεις για ακό­μη μεγα­λύ­τε­ρες απο­κα­λύ­ψεις προ­σε­χώς, παρέ­λα­ση ανυ­πό­λη­πτων στην πλειο­ψη­φία τους μαρ­τύ­ρων που θέλουν να ξαλα­φρώ­σουν τη θέση τους ή εκτε­λούν συμ­βό­λαια ή εντε­ταλ­μέ­νη υπη­ρε­σία ή ξεχρε­ώ­νουν χάρες, χωρίς τελι­κά να φτά­νει ποτέ το «μαχαί­ρι στο κόκ­κα­λο». Με αφε­τη­ρία αυτές τις προ­φα­νείς δια­πι­στώ­σεις έστη­σα μια ιστο­ρία που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στην κορυ­φή της Διεύ­θυν­σης Εσω­τε­ρι­κών Υπο­θέ­σε­ων. Είναι η αρμό­δια υπη­ρε­σία που αστυ­νο­μεύ­ει τα εγκλή­μα­τα που δια­πράτ­τουν αστυ­νο­μι­κοί αλλά και υπάλ­λη­λοι και λει­τουρ­γοί του ευρύ­τε­ρου δημό­σιου τομέα. Με την επι­λο­γή μου αυτή θέλω να δεί­ξω ότι η συστη­μι­κή δύνα­μη της δια­φθο­ράς (της οικο­νο­μι­κής και πολι­τι­κής μεταμ­φί­ε­σης των πάσης φύσε­ως εγκλη­μά­των που την διαρ­θρώ­νουν) είναι τέτοια, που όσοι μηχα­νι­σμοί και να φτια­χτούν για τη  κατα­πο­λέ­μη­σή της, θα βρει (με τη βία, τον εκβια­σμό, την εξα­γο­ρά) τη σκο­τει­νή ατρα­πό για να εισχω­ρή­σει στο στε­νό πυρή­να ακό­μα και των υπε­ρά­νω υπο­ψί­ας αδιά­φθο­ρων διω­κτών της. Βασι­κός ήρω­ας αφη­γη­τής στο Άκου, πτώ­μα, να μαθαί­νεις είναι ο «Κόκ­κι­νος Τρά­γος», κατα­θλι­πτι­κός εισαγ­γε­λέ­ας αρι­στε­ρών πεποι­θή­σε­ων, γιος ανώ­τα­του δικα­στι­κού.

Ως εισαγ­γε­λέ­ας Πρω­το­δι­κών σε κάποιο νομό της Βόρειας Ελλά­δας τα βάζει με την εγκλη­μα­τι­κή οργά­νω­ση «Αδελ­φό­τη­τα του Βορ­ρά», που δια­φε­ντεύ­ει  το δια­συ­νο­ρια­κό έγκλη­μα στα βόρεια της χώρας. Ωστό­σο ηττά­ται όχι τόσο επει­δή του αντε­πι­τέ­θη­κε ο εγκλη­μα­τι­κός συρ­φε­τός που κόντε­ψε ο ίδιος να στεί­λει στο εδώ­λιο, αλλά επει­δή δεν υπά­κου­σε στις «συστά­σεις» της προϊ­στα­μέ­νης του αρχής. Και εκεί που εκκρε­μεί η από­λυ­σή του από το δικα­στι­κό σώμα, εμφα­νί­ζε­ται ο παι­δι­κός φίλος του, ο «Χαμαι­λέ­ο­ντας», βασι­κός υπουρ­γός της κυβέρ­νη­σης.  Του προ­τεί­νει να μεσο­λα­βή­σει για να απο­τρα­πεί η από­λυ­ση με την προ­ϋ­πό­θε­ση ότι ο «Τρά­γος»  θα δεχτεί να γίνει ο «έμπι­στος» βοη­θός του νέου Εισαγ­γε­λέα Εφε­τών που θα επο­πτεύ­ει στο εξής τη Διεύ­θυν­ση Εσω­τε­ρι­κών Υπο­θέ­σε­ων. Και όπως ο πνιγ­μέ­νος πιά­νε­ται από τα μαλ­λιά του, έτσι και ο «Κόκ­κι­νος Τρά­γος» πιά­νε­ται από τα κέρα­τά του και δέχε­ται τον συμ­βι­βα­σμό με βαριά καρ­διά. Μετά από τρεις μήνες ο υπο­διοι­κη­τής της υπη­ρε­σί­ας  ταξί­αρ­χος Βάθρα­κας ή «Σκιά» τον καλεί και του απο­κα­λύ­πτει το μυστι­κό του: ότι έλα­βε μια ανώ­νυ­μη επι­στο­λή στην οποία υπάρ­χουν σοβα­ρές ενδεί­ξεις για εμπλο­κή του διοι­κη­τή της υπη­ρε­σί­ας, του αντι­στρά­τη­γου Χαρο­μή­τρου ή «Μινώ­ταυ­ρου», σε υπο­θέ­σεις δια­φθο­ράς. Λίγες ώρες αργό­τε­ρα, ο ταξί­αρ­χος «Σκιά» βρί­σκε­ται νεκρός στο γρα­φείο του. Από το σημείο αυτό και μετά, ο «Κόκ­κι­νος Τρά­γος», παρα­συρ­μέ­νος  από τη δυνα­μι­κή των συμ­πτώ­σε­ων αλλά και από το πάθος της εκδί­κη­σης, οργα­νώ­νει μια προ­βο­κα­τό­ρι­κη ίντρι­γκα με σκο­πό να τον εξω­θή­σει τον «Μινώ­ταυ­ρο» να κάνει τη λάθος κίνη­ση και να απο­κα­λυ­φθεί. Η συνέ­χεια, όμως, επί του βιβλί­ου…

Σκια­γρα­φή­στε μας λίγο περισ­σό­τε­ρο τον “Κόκ­κι­νο Τρά­γο”.

 Όπως θα κατα­λά­βα­τε, πρό­κει­ται για αντι­ή­ρωα που συγκρού­ε­ται και με τις δύο όψεις του συστή­μα­τος και παθαί­νει πανω­λε­θρία. Το για­τί το έκα­νε ας το κρί­νουν οι ανα­γνώ­στες.  Όταν ηττά­ται, το αίσθη­μα λύσ­σας και ανη­μπο­ριάς  που τον κατα­κλύ­ζει τον τσα­κί­ζει ψυχο­λο­γι­κά και τον ρίχνει στα δίχτυα της κατά­θλι­ψης. Μετά τον συμ­βι­βα­σμό του με τον «Χαμαι­λέ­ο­ντα», κάπου μέσα του βαθιά βαυ­κα­λί­ζε­ται ότι παρα­μέ­νο­ντας στο παι­χνί­δι θα του εμφα­νι­στεί η ευκαι­ρία για να «αντε­πι­τε­θεί». Όταν η ευκαι­ρία τον αιφ­νι­διά­ζει από εκεί που δεν το περι­μέ­νει, η κατά­θλι­ψη και τα ψυχο­σω­μα­τι­κές επι­δρά­σεις της παρο­ξύ­νο­νται και τον κάνουν να διστά­ζει. Φοβά­ται ότι είναι παγί­δα, ότι κάποιοι τον έχουν «ψωνί­σει» και πάνε πάλι να τον μπλέ­ξουν. Περιέρ­χε­ται σε μια κατά­στα­ση φοβι­κής αδρά­νειας. Οι περι­στά­σεις όμως τον παρα­σύ­ρουν, και ανα­γκά­ζε­ται να αντι­δρά­σει και να περά­σει από την παθη­τι­κή κωλυ­σιερ­γία στην επί­θε­ση. Αυτή τη φορά δεν κάνει το ίδιο λάθος, να ακο­λου­θή­σει δηλα­δή τη νόμι­μη πεπα­τη­μέ­νη.

Θέτει τον εαυ­τό του εκτός νόμου και επι­νο­εί μια ίντρι­γκα αυτο­δι­κί­ας την οποία θα προ­σπα­θή­σει να φέρει σε πέρας από το παρα­σκή­νιο. Εκμε­ταλ­λεύ­ε­ται την πρό­σβα­σή του στους υπη­ρε­σια­κούς φακέ­λους επί­ορ­κων αστυ­νο­μι­κών και συν­δέ­ει τα δια­πι­στω­μέ­να εγκλή­μα­τά τους με τις υπο­θέ­σεις δια­φθο­ράς στις οποί­ες εμπλέ­κε­ται ο «Μινώ­ταυ­ρος».  Με αυτά ως πρώ­τη ύλη, γρά­φει πλα­στά προ­βο­κα­τό­ρι­κα  ρεπορ­τάζ  και τα προ­ω­θεί για δημο­σί­ευ­ση με τη βοή­θεια του «Αργο­ναύ­τη», ενός δημο­σιο­γρά­φου του αστυ­νο­μι­κού ρεπορ­τάζ και της ερευ­νη­τι­κής δημο­σιο­γρα­φί­ας. Με άλλα χρη­σι­μο­ποιεί  ανέ­ντι­μα μέσα, παρό­μοια  με αυτά που βλέ­που­με καθη­με­ρι­νά να χρη­σι­μο­ποιούν τα μαύ­ρα και λευ­κά κολά­ρα που συμ­βιώ­νουν αγα­στά με το οργα­νω­μέ­νο έγκλη­μα. Όταν στο τέλος τα κατα­φέρ­νει, ανα­ρω­τιέ­ται για το πραγ­μα­τι­κό νόη­μα της νίκης του.  Κατα­λα­βαί­νει πολύ καλά ότι εξω­θή­θη­κε για να πάρει μέρος σε έναν πόλε­μο θέσε­ων εντός του συστή­μα­τος.  Ανα­λο­γί­ζε­ται δε το πόσα άλλα καθάρ­μα­τα μπο­ρεί να ωφε­λή­θη­καν, άμε­σα ή έμμε­σα, από τη δική του νίκη, και τότε μένει με την γλυ­κό­πι­κρη γεύ­ση και την πικρή επί­γευ­ση.

 Χωρίς το οργα­νω­μέ­νο έγκλη­μα πλου­τί­ζουν τα έθνη;

Προ­φα­νώς και όχι. Ποιος μπο­ρεί να ισχυ­ρι­στεί σήμε­ρα στα σοβα­ρά το ότι η παγκο­σμιο­ποί­η­ση των εγκλη­μα­τι­κών κλά­δων παρα­γω­γής δεν έχει ανα­χθεί στην ενο­ποιό ουσία των πάντων; Κανείς δεν θέλει να γίνει εύκο­λα ρεζί­λι. Αυτό που ειρω­νι­κά απο­κα­λώ Ακα­θά­ρι­στο Εγκλη­μα­τι­κό Προ­ϊ­όν είναι η κυρί­αρ­χη κινη­τή­ρια δύνα­μη που κεντρί­ζει διαρ­κώς με τη ληστρι­κή βου­κέ­ντρα της την ανά­πτυ­ξη των παρα­γω­γι­κών δυνά­με­ων στους μαύ­ρους και λευ­κούς κλά­δους της οικο­νο­μί­ας. Σήμε­ρα, περισ­σό­τε­ρο από κάθε άλλη επο­χή στην παγκό­σμια ιστο­ρία της ατι­μί­ας, η νομι­μό­τη­τα συνυ­φαί­νε­ται με την εγκλη­μα­τι­κή αντα­νά­κλα­σή της· κάθε ανθρώ­πι­νη επι­νό­η­ση ανοί­γει κι ένα παράλ­λη­λο δρό­μο για την εγκλη­μα­τι­κή εκδο­χή της και αντι­στρό­φως. Από αυτό ορμώ­με­νος σκέ­φτη­κα να αξιο­ποι­ή­σω τη γνω­στή  Παρέκ­βα­ση του Μαρξ  για την παρα­γω­γι­κή εργα­σία. Στο απο­λαυ­στι­κό −και από λογο­τε­χνι­κή άπο­ψη− κεί­με­νό του, ο Μαρξ περι­γρά­φει με αφο­πλι­στι­κή ειρω­νεία το πώς πολ­λα­πλα­σιά­ζε­ται ο εθνι­κός και παγκό­σμιος πλού­τος από τη συνε­χή επί­θε­ση του εγκλή­μα­τος στην ιδιο­κτη­σία. Το δανεί­στη­κα αυτού­σιο, το «εμπλού­τι­σα» με επι­νοη­μέ­να στοι­χεία που σχε­τί­ζο­νται με την πλε­κτά­νη του «Κόκ­κι­νου Τρά­γου» και το ενέ­τα­ξα στο μυθι­στό­ρη­μα ως στοι­χείο της πλο­κής του.

Για­τί παρα­μέ­νε­τε μακριά από τα ΜΜΕ;

 Δεν είναι έτσι ακρι­βώς. Το δια­ψεύ­δει, μερι­κώς, η συνο­μι­λία μας. Κατά τα άλλα, έχω τους λόγους μου.

Ποιες είναι οι λογο­τε­χνι­κές και άλλες επιρ­ρο­ές σας; 

Ανή­κω στη γενιά που διά­βα­σε στην εφη­βεία της τους κλα­σι­κούς στα Κλασ­σι­κά Εικο­νο­γρα­φη­μέ­να ή σε ευσύ­νο­πτες αμφι­λε­γό­με­νες μετα­φρά­σεις που αγό­ρα­ζε ο πατέ­ρας μου με δόσεις από έναν γεί­το­να πλα­σιέ, πρώ­ην εξό­ρι­στο που είχε κάνει δήλω­ση και το είχε βάρος μέχρι το τέλος της ζωής του. Παράλ­λη­λα, βέβαια, με τον Μικρό Ήρωα, τον Μικρό Σερί­φη και τα αυστη­ρώς απα­γο­ρευ­μέ­να Μάσκα και Μυστή­ριο. Στα τελευ­ταία χρό­νια της δικτα­το­ρί­ας και στην πρώ­τη μετα­πο­λι­τευ­τι­κή περί­ο­δο, διά­βα­ζα αστα­μά­τη­τα παρά­νο­μα ή ημι­πα­ρά­νο­μα πολι­τι­κά βιβλία και αυστη­ρά στρα­τευ­μέ­νη λογο­τε­χνία. Αργό­τε­ρα, στις αρχές της δεκα­ε­τία του ’90, οι όροι αντι­στρά­φη­καν και άρχι­σα να δια­βά­ζω  συστη­μα­τι­κά ελλη­νι­κή και παγκό­σμια λογο­τε­χνία, προ­σπα­θώ­ντας να καλύ­ψω τα κενά αλλά και για και για να παρη­γο­ρη­θώ. Είναι η επο­χή που βιώ­νω τη διά­ψευ­ση της εφαρ­μο­γής των ιδε­ο­λο­γι­κών προσ­δο­κιών μου. Σήμε­ρα συχνά επι­στρέ­φω σε ότι έχει κυκλο­φο­ρή­σει στα ελλη­νι­κά από την Ανθρώ­πι­νη κωμω­δία του Μπαλ­ζάκ, ο οποί­ος απέ­δω­σε ρεα­λι­στι­κά την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της επο­χής της Γαλ­λι­κής Επα­νά­στα­σης, πηγαί­νο­ντας άθε­λά του κόντρα στο συντη­ρη­τι­σμό του.  Επί­σης στο σύνο­λο του έργου του Μπρεχτ, ιδιαί­τε­ρα στη σχέ­ση του με το αστυ­νο­μι­κό μυθι­στό­ρη­μα.

Από τους Αμε­ρι­κα­νούς συγ­γρα­φείς αστυ­νο­μι­κών ή νουάρ μυθι­στο­ρη­μά­των και διη­γη­μά­των επι­στρέ­φω στον Χάμετ. Θεω­ρώ ότι  απει­κό­νι­σε με  δωρι­κό ρεα­λι­σμό τον κόσμο του εγκλή­μα­τος και  της δίω­ξής του. Επί­σης στον Τσά­ντλερ, διό­τι με τον αυτο­σαρ­κα­σμό και την ειρω­νεία του συνέ­δε­σε το είδος με την μαύ­ρη κωμω­δία, χωρίς να ξεπέ­φτει στη γελοιο­ποί­η­ση, αλλά και επει­δή χρη­σι­μο­ποί­η­σε δίχως υπερ­βο­λές την γλώσ­σα των παρα­νό­μων και του περι­θω­ρί­ου. Από τους Γάλ­λους ξεχω­ρί­ζω τον Μαν­σέτ για την ικα­νό­τη­τά του να αξιο­ποιεί και να ανα­μι­γνύ­ει όλες τις μορ­φές του λόγου, αλλά και για τον τρό­πο με το οποίο κατά­φερ­νε να περ­νά­ει το ηθι­κό του δίδαγ­μα. Από τους Ιτα­λούς, θεω­ρώ ότι η συμ­βο­λή του Λεο­νάρ­ντο Σάσα στο πολι­τι­κό αστυ­νο­μι­κό μυθι­στό­ρη­μα είναι κομ­βι­κή. Από τους νεό­τε­ρους κλα­σι­κούς επι­στρέ­φω διαρ­κώς στα μυθι­στο­ρή­μα­τα των πολύ αγα­πη­μέ­νων μου Τόμας Πίν­τσον και του Ζοζέ Σαρα­μά­γκου. Επί­σης, τα τελευ­ταία χρό­νια διά­βα­σα ξανά τον Μαρξ ως λογο­τέ­χνη. Η λογο­τε­χνι­κή του δει­νό­τη­τα είναι εκπλη­κτι­κή, τόσο στα ιστο­ρι­κά έργα του όσο και σε πολ­λές από τις εκα­το­ντά­δες σελί­δες του Κεφα­λαί­ου και των Θεω­ριών για την υπε­ρα­ξία.