Του Αντώ­νη Σου­ρού­νη 

«“Μακε­δο­νία Παλ­λάς”», λέω καθώς μπαί­νω στο ταξί και κάθο­μαι δίπλα από την τσά­ντα μου.

«Μάλι­στα…» συμ­φω­νεί ευγε­νι­κά ο οδη­γός και με την ίδια ευγέ­νεια βάζει μπρος το ταξί του σαν να το έβγα­ζε για τον απο­γευ­μα­τι­νό του περί­πα­το.

Ήταν η πρώ­τη φορά που φτά­νο­ντας στη Θεσ­σα­λο­νί­κη δεν πήγαι­να κατευ­θεί­αν στο σπί­τι των γονιών μου αλλά στο ξενο­δο­χείο. Αμέ­τρη­τες φορές είχα φτά­σει στο λιμά­νι της, στον σιδη­ρο­δρο­μι­κό της σταθ­μό, στο σταθ­μό των λεω­φο­ρεί­ων, στο αερο­δρό­μιό της, και πάντα η πρώ­τη κου­βέ­ντα που έλε­γα πατώ­ντας το χώμα της κι αμέ­σως μετά το ταξί ήταν «Κου­λέ Καφέ». Το θεω­ρού­σα πρώ­το μου μέλη­μα, όπως οι προ­σκυ­νη­τές της Τήνου θεω­ρούν πρώ­το τους μέλη­μα φτά­νο­ντας στο νησί να πάνε ν’ ασπα­στούν την Πανα­γία. Ο ήχος της κου­βέ­ντας αυτής βγαί­νο­ντας απ’ το στό­μα μου άλλα­ζε με τα χρό­νια, ξεκι­νώ­ντας από το «θα περά­σει κι αυτό», για να φτά­σει ν’ ακού­γε­ται σήμε­ρα «επι­τέ­λους έφτα­σα». Μου άρε­σε το μαλα­κό οδή­γη­μα του ταξι­τζή και η ευγέ­νειά του απέ­να­ντι σ’ εμέ­να και στο αυτο­κί­νη­τό του. Με είχαν συνη­θί­σει λέγο­ντας «Κου­λέ Καφέ» να ξεκι­νούν λες και θα με κου­βα­λού­σαν στην πλά­τη τους. Υπήρ­ξαν μάλι­στα και μερι­κοί που δεν ξεκί­νη­σαν καθό­λου.

«Ωραίο ηλιο­βα­σί­λε­μα», λέω όταν κάνα­με τη στρο­φή και είχα­με πια το αερο­δρό­μιο και τον ήλιο στ’ αρι­στε­ρά μας.

«Καλό είναι…» συμ­φω­νεί χωρίς να το κοι­τά­ξει. «Αθη­ναί­ος είστε;»

Περι­μέ­νο­ντας την απά­ντη­σή μου, γύρι­σε και με κοί­τα­ξε. Ήταν φανε­ρό πως εγώ τον ενδιέ­φε­ρα πιο πολύ από τον ήλιο.

«Όχι, από δω. Στο Κου­λέ Καφέ γεν­νή­θη­κα».

Στρά­φη­κε από­το­μα και με ξανα­κοί­τα­ξε. Οδή­γη­σε για λίγο έτσι, παρα­τη­ρώ­ντας με, προ­φα­νώς για να δια­πι­στώ­σει πώς είναι κάποιος που γεν­νή­θη­κε στο Κου­λέ Καφέ κι έχει προ­ο­ρι­σμό το «Μακε­δο­νία Παλ­λάς».

«Για την έκθε­ση ήρθα­τε, ε; Την “Αγρό­τι­κα”».

Τώρα γύρι­σα και τον κοί­τα­ξα εγώ. Θα ’πρε­πε να του πάρουν την άδεια του τύπου. Τόση ώρα με εξέ­τα­ζε και δεν κατά­λα­βε τίπο­τα.

«Όχι», απα­ντώ κάπως σκλη­ρά, όπως θ’ απα­ντού­σα σ’ έναν ξένο αν μου ζητού­σε δανει­κά.

Δε μίλη­σε, περι­μέ­νο­ντας να συνε­χί­σω. Παρέ­μει­να βου­βός στην υπό­λοι­πη δια­δρο­μή, αφή­νο­ντάς τον να υπο­θέ­τει ό,τι εκεί­νος νόμι­ζε. Μίλη­σε όμως με τον τρό­πο του όταν φτά­σα­με στο ξενο­δο­χείο. Κατε­βά­ζο­ντας την τσά­ντα μου, την άφη­σε να πέσει από το ύψος του χεριού του και φεύ­γο­ντας πάτη­σε από­το­μα το γκά­ζι, σαν να ήθε­λε ν’ απο­μα­κρυν­θεί το γρη­γο­ρό­τε­ρο από κάποιον που παρέ­μει­νε άγνω­στός του.

Στη ρεσε­ψιόν υπήρ­χαν καμιά δεκα­πε­ντα­ριά άντρες με το ίδιο πάνω κάτω κοστού­μι, που μιλού­σαν όλοι μαζί και ίσως να ζητού­σαν και το ίδιο πράγ­μα. Αυτοί μάλι­στα, ήταν για την «Αγρό­τι­κα». Ακό­μα κι εγώ το κατα­λά­βαι­να, που δεν είχα ιδέα από αγρο­τι­κά. Πίσω από τον πάγκο δυο υπάλ­λη­λοι του ξενο­δο­χεί­ου προ­σπα­θού­σαν να τους εξυ­πη­ρε­τή­σουν. Στά­θη­κα στην άκρη, παρά­με­ρα, και περί­με­να τη σει­ρά μου. Ξαφ­νι­κά πετιέ­ται ένας τρί­τος υπάλ­λη­λος μέσα από το γρα­φείο με κάτι χαρ­τιά στα χέρια, αλλά βλέ­πο­ντάς με στα­μα­τά­ει.

«Συγ­γνώ­μη, ο κύριος Σου­ρού­νης δεν είστε;»

«Αυτός είμαι».

Για μια στιγ­μή φάνη­κε να το απο­λαμ­βά­νει. Ήταν άψο­γα ντυ­μέ­νος και το έβλε­πες ότι σε κάποια σχο­λή τού είχαν μάθει όχι μόνο πώς να υπη­ρε­τεί τους ανθρώ­πους, αλλά και πώς να στέ­κε­ται μπρο­στά τους για να νιώ­θουν εκεί­νοι καλά. Χαμο­γε­λού­σε με ειλι­κρί­νεια, και αφού δε μαθαί­νε­ται αυτό στις σχο­λές, υπέ­θε­σα ότι θα οφεί­λε­ται στο χαρα­κτή­ρα του και στο νεα­ρό της ηλι­κί­ας του.

«Είδα το όνο­μά σας και σας περί­με­να. Εδώ και δέκα χρό­νια θέλω να σας γνω­ρί­σω».

Στά­θη­κα όπως στε­κό­ταν, για να νιώ­σει κι εκεί­νος καλά, και χαμο­γέ­λα­σα με το χαμό­γε­λό του.

«Έχω δια­βά­σει όλα τα βιβλία σας», συνέ­χι­σε. «Οι γονείς μου ήταν γκά­σταρ­μπάι­τερ και γεν­νή­θη­κα στη Γερ­μα­νία».

Εντά­ξει όλ’ αυτά, σκέ­φτη­κα, αλλά θα μπο­ρού­σες να είχες γεν­νη­θεί γυναί­κα. Αφού μου δίνεις που μου δίνεις τη χαρά, ας μου την έδι­νες ολό­κλη­ρη.

«Σε ποια πόλη;» ρώτη­σα σαν να ρωτού­σα την παρα­πά­νω σκέ­ψη μου.

«Στην Κολο­νία. Στους Συμπαί­χτες», γέλα­σε. «Ελά­τε, θα σας οδη­γή­σω εγώ στο δωμά­τιό σας. Χάρη με λένε».

«Ελπί­ζω να βλέ­πει θάλασ­σα, Χάρη».

«Φυσι­κά βλέ­πει θάλασ­σα. Σας είπα, διά­βα­σα όλα σας τα βιβλία».

Γέλα­σε πάλι και γέλα­σα κι εγώ. Περ­νώ­ντας μπρο­στά από μια μεγά­λη ανοι­χτή πόρ­τα, μου έδει­ξε μέσα.

«Για σας ετοι­μά­ζουν».

Έρι­ξα μια κλε­φτή ματιά και είδα μερι­κούς ανθρώ­πους να πηγαι­νο­έρ­χο­νται με πια­τέ­λες και λου­λού­δια. Τη στιγ­μή εκεί­νη ο φίλος μου συνει­δη­το­ποί­η­σε ότι κρα­τού­σα ακό­μα την τσά­ντα μου, ενώ έπρε­πε να την κρα­τά­ει εκεί­νος, και μου την άρπα­ξε από τα χέρια.

«Για όνο­μα του Θεού!»

Ανε­βή­κα­με στον έκτο όρο­φο και, ανοί­γο­ντας την πόρ­τα του δια­με­ρί­σμα­τος, τρα­βή­χτη­κε λίγο πίσω κι έκα­νε μια κίνη­ση σαν να με περί­με­νε εκεί μέσα η μεγα­λύ­τε­ρη έκπλη­ξη της ζωής μου. Με περί­με­νε. Ο χώρος ήταν γεμά­τος θάλασ­σα. Βάδι­σα κατα­πά­νω της και άνοι­ξα την τζα­μα­ρία. Τον άκου­γα πίσω μου που εξη­γού­σε πώς δου­λεύ­ει τι και ξαφ­νι­κά τον άκου­σα δίπλα από τ’ αυτί μου:

«Η θάλασ­σα!»

Αυτή ήξε­ρα πώς λει­τουρ­γού­σε, δε χρεια­ζό­μουν εξη­γή­σεις.

«Για οτι­δή­πο­τε χρεια­στεί­τε, πάρ­τε με τηλέ­φω­νο».

Δεν μπο­ρού­σε να φαντα­στεί ο νεα­ρός πως τα είχα όλα πια και δε χρεια­ζό­μουν τίπο­τα. Εκτός ίσως από μια πια­τέ­λα από εκεί­νες που είδα να κυκλο­φο­ρούν στη μεγά­λη αίθου­σα για χάρη μου.

«Πει­νάω. Μπο­ρώ να έχω ένα πιά­το με αλλα­ντι­κά;»

«Και βέβαια. Το ρωτά­τε;»

Τόσο εύκο­λο είχε γίνει σήμε­ρα το να τρως. Και το να πίνεις ίσως.

«Και δυο τρεις μπί­ρες. Τσε­χο­σλο­βά­κι­κες αν υπάρ­χουν».

«Θα το φρο­ντί­σω αμέ­σως».

Έφυ­γε για να το φρο­ντί­σει κι εγώ, γεμί­ζο­ντας ένα ποτή­ρι από το Τζακ Ντά­νιελς που κου­βα­λού­σα στην τσά­ντα μου, βγή­κα στο μπαλ­κό­νι. Υπήρ­χε ακό­μα αρκε­τό φως και πολ­λοί περι­διά­βα­ζαν την παρα­λία βυθι­σμέ­νοι στις σκέ­ψεις τους. Ίσως και να ήταν οι ίδιοι που την περι­διά­βα­ζαν και τότε, πριν σαρά­ντα χρό­νια. Αν δεν ήταν οι ίδιοι, σίγου­ρα ήταν οι ίδιες σκέ­ψεις που είχαν μετα­τε­θεί από εκεί­νους σ’ αυτούς, μέχρι ν’ απε­λευ­θε­ρω­θούν και να βρουν το στό­χο τους. Ζευ­γα­ρά­κια που περ­πα­τού­σαν στη­ριγ­μέ­νοι ο ένας στον άλλον επει­δή τα πόδια τους τρέ­μα­νε από έρω­τα και μονα­χι­κοί που στα­μα­τού­σαν πάνω από τη θάλασ­σα με τα χέρια πλεγ­μέ­να πίσω, σαν να ανα­ρω­τιού­νταν αν η θάλασ­σα είναι ένα με το μπόι τους και τους χωρά­ει ή όχι. Υπήρ­χαν κι άλλοι που δεν κοι­τού­σαν μπρος στα πόδια τους αλλά πέρα στον ορί­ζο­ντα, σαν να ’θελαν να δια­κρί­νουν κάτι που το είχαν πλάι τους και σαλ­πά­ρι­σε εδώ και και­ρό.

Ένιω­σα το κύμα της θάλασ­σας μέσα μου και έγει­ρα στο τοί­χω­μα του μπαλ­κο­νιού. Οι περι­πα­τη­τές υπήρ­χαν ακό­μα, αλλά όχι πλέ­ον για μένα. Ο καθέ­νας τους κου­βα­λού­σε τις δικές του σκέ­ψεις, όχι πια τις δικές μου. Σε μια ερη­μι­κή παρα­λία είδα τον εαυ­τό μου να έρχε­ται από μακριά, από το μέρος του λιμα­νιού, με κυρ­τό κορ­μί και τα χέρια βαθιά χωμέ­να στις τσέ­πες. Ψιλό­βρε­χε. Πάντα ψιλό­βρε­χε όταν περ­πα­τού­σα εδώ. Τότε ολό­κλη­ρη η παρα­λία μού ανή­κε κι εγώ της ανή­κα. Οι μεγά­λοι ήταν κλει­σμέ­νοι στις δου­λειές τους και τα παι­διά κλει­σμέ­να στα σχο­λεία. Κανο­νι­κά κι εγώ θα ’πρε­πε να βρί­σκο­μαι εκεί, αλλά βρι­σκό­μουν εδώ και περ­πα­τού­σα, περ­πα­τού­σα…

«Για­τί δεν ήρθες εχθές σχο­λείο, Σου­ρού­νη;»

«Έβρε­χε, κύριε καθη­γη­τά».

«Και φοβή­θη­κες μήπως λειώ­σεις; Τρεις μέρες απο­βο­λή και να ’ρθεις με τον κηδε­μό­να σου».

Κηδε­μό­να δεν είχα, οι γονείς μου δού­λευαν ήδη στις φάμπρι­κες της Γερ­μα­νί­ας. Αυτό το ήξε­ρε ο καθη­γη­τής μου, αφού τους είχε ο ίδιος δια­βε­βαιώ­σει ότι αυτός θα είναι από δω και πέρα ο κηδε­μό­νας μου. Γρή­γο­ρα όμως με απο­κή­ρυ­ξε, αλλά δεν μπο­ρού­σε να απο­κη­ρύ­ξει και την υπό­σχε­ση που έδω­σε. Όπως δεν μπο­ρού­σε να απο­κη­ρύ­ξει και τη μονα­δι­κή μου ικα­νό­τη­τα. Πέντε χρό­νια τον είχα φιλό­λο­γο και κάθε δεύ­τε­ρη Δευ­τέ­ρα έμπαι­νε πρωί πρωί στην αίθου­σα με τα τετρά­διά μας κάτω απ’ τη μασχά­λη. Παρό­λο που ήταν φρε­σκο­ξυ­ρι­σμέ­νος και το που­κά­μι­σό του ακό­μα πεντα­κά­θα­ρο, το ύφος του ήταν ξινό και λυπη­μέ­νο, σαν να ήταν ανα­γκα­σμέ­νος να κάνει κάτι που ο ίδιος δεν ήθε­λε. Ακου­μπού­σε τα τετρά­διά μας στην έδρα και ξεχώ­ρι­ζα ανά­με­σα στα καπλα­ντι­σμέ­να με μπλε χαρ­τί τη ροζ ράχη του δικού μου. Το ξεχώ­ρι­ζε κι ο καθη­γη­τής και, τρα­βώ­ντας το από το σωρό, το έδει­χνε στην τάξη περι­φέ­ρο­ντάς το.

«Κοι­τάξ­τε… Βρό­μα και δυσω­δία. Ανοίξ­τε τα πτε­ρύ­γιά σας, όμως, ν’ ακού­σε­τε περί τίνος πρό­κει­ται».

Αυτή ήταν η μονα­δι­κή ώρα που άξι­ζε τον κόπο να πηγαί­νω σχο­λείο – κι εκεί­νη που τα ’γρα­φα βέβαια. Ακό­μα κι όταν έβρε­χε, προ­σπα­θού­σα να παρευ­ρί­σκο­μαι στην αίθου­σα και ν’ ακούω κι εγώ μαζί με τους άλλους αυτά που είχα γρά­ψει. Ποτέ μου δε θυμά­μαι στα έξι χρό­νια του Γυμνα­σί­ου να άνοι­ξα ένα από τα βιβλία και να διά­βα­σα κάτι.

«Για­τί δε διά­βα­σες τρι­γω­νο­με­τρία, παι­δί μου;»

«Δε μου αρέ­σει, κύριε καθη­γη­τά».

«Και ποιος σε ρώτη­σε, βρε ηλί­θιε; Υπάρ­χουν άνθρω­ποι αρμό­διοι να κρί­νουν τι αρέ­σει και τι δεν αρέ­σει στους μαθη­τές. Κατά­λα­βες; Να δού­με πώς θα τα βγά­λεις πέρα στη ζωή σου χωρίς τρι­γω­νο­με­τρία».

Παρα­λία. Παρα­λία και βρο­χή, βρο­χή και παρα­λία. Προς το παρόν αυτά έκα­να στη ζωή μου κι αυτά χρεια­ζό­μουν. Δεν πιστεύω να υπήρ­ξε άνθρω­πος που να περ­πά­τη­σε τόσο πολύ δίπλα από τη θάλασ­σα εκεί­να τα χρό­νια. Και κάτω από βρο­χή. Περ­πα­τού­σα κι έλε­γα: «Είμαι συγ­γρα­φέ­ας, είμαι συγ­γρα­φέ­ας, είμαι συγ­γρα­φέ­ας». Έπρε­πε να το πω στον εαυ­τό μου για να το πιστέ­ψω, για­τί κανέ­νας άλλος δε με πίστευε. Η παρα­λία όμως με πίστευε. Και η θάλασ­σα, που πολ­λές φορές, χτυ­πώ­ντας το κύμα της στην προ­κυ­μαία, έρι­χνε μερι­κές στα­γό­νες επά­νω μου, σαν να με θυμιά­τι­ζε και να μ’ ευλο­γού­σε. Ούτε και το κορί­τσι μου με πίστευε, που είχε δια­βά­σει του κόσμου τα βιβλία.

«Τι, δεν πιστεύ­εις ότι θα γίνω συγ­γρα­φέ­ας;»

«Μα πώς θα γίνεις συγ­γρα­φέ­ας αφού δε δια­βά­ζεις κανέ­να βιβλίο;»

Αυτό με έθλι­βε περισ­σό­τε­ρο απ’ όλα, επει­δή τη θεω­ρού­σα ίδια με την παρα­λία και τη θάλασ­σα. Ακό­μα και μ’ εμέ­να λίγο ίδια τη θεω­ρού­σα.

«Του­λά­χι­στον πιστεύ­εις ότι σ’ αγα­πώ;»

Ήταν βρά­δυ, χει­μώ­νας, και περ­πα­τού­σα­με στο τέρ­μα της παρα­λί­ας, εκεί όπου το «σ’ αγα­πώ» ακου­γό­ταν περισ­σό­τε­ρο απ’ οπου­δή­πο­τε αλλού μέσα στην πόλη.

«Πιστεύ­εις για δεν πιστεύ­εις;»

«Εντά­ξει, πιστεύω. Εντά­ξει;» έκα­νε σαν να με ρωτού­σε αν κατά­πια το ηρε­μι­στι­κό μου χάπι. «Πάμε να φύγου­με όμως από δω για­τί βρο­μο­κο­πά­ει».

Έγει­ρα αρι­στε­ρά κι έπε­σα στη θάλασ­σα. Με το παλ­τό μου, τα παπού­τσια, την αγά­πη μου και τη θλί­ψη μου.

«Το πιστεύ­εις τώρα;»

Με κοι­τού­σε με ανοι­χτό στό­μα, ανί­κα­νη να μιλή­σει. Πάντως για τη βρό­μα είχε δίκιο. Αν εκεί πάνω βρο­μο­κο­πού­σε, εδώ μέσα έζε­χνε. Το πρωί και το βρά­δυ άνοι­γαν τους υπο­νό­μους και όλο το σκα­τό της πόλης κατρα­κυ­λού­σε στη θάλασ­σα. Έπρε­πε να το είχα υπο­λο­γί­σει αυτό, για­τί θα ήταν μια καλή αρχή για να μάθω να υπο­λο­γί­ζω στο εξής τις συνέ­πειες προ­τού βου­τή­ξω στα σκα­τά. Αμέ­λη­σα να το κάνω, με απο­τέ­λε­σμα ν’ αμε­λώ να το κάνω και στο μέλ­λον.

Άνοι­ξα την πόρ­τα που χτυ­πού­σε και μπή­κε το ωραιό­τε­ρο καρό­τσι που αντί­κρι­σαν ποτέ τα μάτια μου. Το έσπρω­χνε με χάρη ο καθα­ρό­τε­ρος άνθρω­πος που αντί­κρι­σαν ποτέ τα μάτια μου. Τα πάντα είχαν αλλά­ξει στην πόλη από τότε που έσπρω­χνα εγώ καρό­τσια. Η κατα­σκευή τους, το φορ­τίο τους, οι άνθρω­ποι που τα τσου­λού­σαν. Ευτυ­χώς, δεν είχα αλλά­ξει μόνο εγώ σ’ όλο αυτό το διά­στη­μα. Ο άνθρω­πος το έστη­σε στη μέση του δωμα­τί­ου, το απο­κά­λυ­ψε σαν ανδριά­ντα κι έκα­νε ν’ απο­χω­ρή­σει.

«Μισό λεπτό… Θα πιεις μια μπί­ρα μαζί μου;»

«Σας ευχα­ρι­στώ, αλλά με περι­μέ­νουν κάτω».

«Όλους μάς περι­μέ­νουν κάτω. Ξέρεις κανέ­ναν που να μην τον περι­μέ­νουν κάτω;»

Γέμι­σα δυο ποτή­ρια και του έδω­σα το ένα.

«Στην υγειά μας».

«Στην υγειά σας. Πάντα τέτοια».

Ήλπι­ζα ότι με τα «τέτοια» εννο­ού­σε να βρι­σκό­μα­στε πάντα και να τα πίνου­με.

«Ευχα­ρι­στώ. Πάω τώρα».

Έκα­να να του βάλω στο χέρι μερι­κά χαρ­το­νο­μί­σμα­τα.

«Όχι, όχι, ευχα­ρι­στώ. Καλώς ήρθα­τε».

Έφυ­γε. Ακό­μα κι οι υπη­ρέ­τες των ξενο­δο­χεί­ων είχαν αλλά­ξει και δε στή­νο­νταν σαν σβη­στά λαμπα­τέρ περι­μέ­νο­ντας τον οβο­λό τους για να σου αδειά­σουν τη γωνιά.

Άδεια­σα στην μπα­νιέ­ρα όλα τα πολύ­χρω­μα μπου­κα­λά­κια που υπήρ­χαν εκεί γύρω κι έπει­τα μπή­κα κι ο ίδιος μέσα. Ήταν σαν να χώθη­κα σ’ ένα πολύ­χρω­μο σύν­νε­φο. Κάτω με περί­με­ναν. Πάνω θα με περί­με­ναν άρα­γε;

Η μεγά­λη σάλα ήταν γεμά­τη από όρθιους ανθρώ­πους. Υπήρ­χαν καμιά δεκα­ριά στρογ­γυ­λά τρα­πέ­ζια από τα μεγα­λύ­τε­ρα που είχα δει ποτέ, φορ­τω­μέ­να με εδέ­σμα­τα. Μ’ αυτά τα φαγιά θα μπο­ρού­σα να είχα ζήσει τη μισή μου ζωή και να είχα γρά­ψει τα διπλά βιβλία. Είδα τον υπουρ­γό, το δήμαρ­χο, μερι­κούς φίλους συγ­γρα­φείς και κάμπο­σες όμορ­φες γυναί­κες. Έψα­ξα σ’ όλη τη σάλα ώσπου ν’ ανα­κα­λύ­ψω τη μάνα μου σε μια γωνιά. Ο πατέ­ρας μου, γνω­ρί­ζο­ντας την αδυ­να­μία της καρ­διάς του, έμει­νε σπί­τι. Η αδερ­φή μου μου πρό­σφε­ρε ένα μπου­κέ­το λου­λού­δια. Σκέ­φτη­κα πόσο λίγοι έχουν την τύχη να νιώ­σουν μια τόσο μεγά­λη χαρά. Συνή­θως, όταν φτά­νει η στιγ­μή για να σου προ­σφέ­ρει η αδερ­φή σου λου­λού­δια, εσύ είσαι πεθα­μέ­νος μέσα στο φέρε­τρο. Και να που η αδερ­φού­λα μου κατά­φε­ρε και με πρό­λα­βε ζωντα­νό. Πάντα τα κατά­φερ­νε. Να μη με μαρ­τυ­ρά­ει, να μου στέλ­νει στα ζόρια λεφτά από τον πενι­χρό μισθό της, ν’ αγα­πά­ει ακό­μα κι ανθρώ­πους που δεν όφει­λε ν’ αγα­πά­ει, μόνο και μόνο επει­δή βρί­σκο­νταν πλάι μου.

«Κύριε Σου­ρού­νη…» μου χαμο­γε­λά­ει μια νεα­ρή δημο­σιο­γρά­φος, κρα­τώ­ντας ανά­με­σά μας ένα μεγά­λο μικρό­φω­νο σαν λαμπά­δα. «Λέτε πως αγα­πά­τε τη Θεσ­σα­λο­νί­κη, αλλά ζεί­τε μακριά της. Για­τί;»

Η μάνα μου γύρι­σε και με κοί­τα­ξε σαν να μας στα­μά­τη­σαν Γερ­μα­νοί αστυ­νο­μι­κοί στο δρό­μο. Η κάμε­ρα πάνω από τον ώμο της κοπέ­λας φάντα­ζε σαν αλη­θι­νό πολυ­βό­λο. Έπια­σα το ζεστό χέρι της μάνας μου και φίλη­σα τους ρόζους της.

«Και τη μάνα μου αγα­πάω, δεσποι­νίς, αλλά έφυ­γα από κοντά της. Με φαντά­ζε­στε να ζού­σα ακό­μα με τη μαμά μου;»

Της φίλη­σα πάλι το χέρι και κού­νη­σε το κεφά­λι της αρι­στε­ρά δεξιά, ότι τη θυμά­ται τη ζαβο­λιά μου. Ζήτη­σα μια καρέ­κλα για να καθί­σει, κι όταν έγι­νε αυτό, πέρα­σαν από μπρος της αρκε­τοί άνθρω­ποι, για να της πιά­σουν το χέρι και να πού­νε μια καλή κου­βέ­ντα για το γιο της. Εκεί­νη σηκω­νό­ταν και τους φιλού­σε. Ανά­με­σά τους ο δήμαρ­χος κι ο υπουρ­γός, και παρό­τι είπα­νε τα καλύ­τε­ρα λόγια για μένα, αυτούς δεν τους φίλη­σε.

«Συγκε­ντρω­θή­κα­με εδώ για να τιμή­σου­με ένα άξιο τέκνο της πόλης μας, που φέτος βρα­βεύ­θη­κε με το πρώ­το κρα­τι­κό βρα­βείο μυθι­στο­ρή­μα­τος…» άρχι­σε το λόγο του ο δήμαρ­χος.

Όταν με κάλε­σε στο βήμα, έσκυ­ψα να φιλή­σω το σγου­ρό κεφά­λι της μάνας μου.

«Μόνο εσύ δε φοράς γρα­βά­τα», την άκου­σα να με μαλώ­νει μες στ’ αυτί μου.

Έκα­να να φύγω και να πάω εκεί που με καλού­σαν, αλλά το χέρι της, με απρό­σμε­νη δύνα­μη, με συγκρά­τη­σε, σαν να κατέ­βαλ­λε την ύστα­τη προ­σπά­θεια για να με κρα­τή­σει κοντά της.

«Μόνο εσύ…» ψιθύ­ρι­σε αδύ­να­μα. «Μόνο εσύ».

Το διή­γη­μα «Θεσ­σα­λο­νί­κη μου» συμπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των Τέλος καλό, όλα καλά, επιμ.: Ελέ­νη Γκί­κα και Δημή­τρης Ποσάν­τζης. Πρώ­τη δημο­σί­ευ­ση στην ανθο­λο­γία διη­γη­μά­των Η Θεσ­σα­λο­νί­κη των συγ­γρα­φέ­ων, επιμ.: Νίκος Καρα­τζάς, Ιανός, 1996.