Θεα­τρι­κό μονό­πρα­κτο της Ιωάν­νας Μπου­ρα­ζο­πού­λου ✒

 

≈ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ≈

Καλ­λι­τέ­χνης,
Ιμπρε­σά­ριος,
Πελά­τισ­σα

 

Εμφα­νί­ζε­ται ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ. Στα χέρια κρα­τά­ει ένα σκα­μνί, στο λαι­μό φορά­ει κολά­ρο από το οποίο ξεκι­νά­ει μια μακριά αλυ­σί­δα που σέρ­νε­ται με θόρυ­βο στο έδα­φος όσο περ­πα­τά­ει. Αφή­νει το σκα­μνί στο δάπε­δο και δένει την ελεύ­θε­ρη άκρη της αλυ­σί­δας σ’ ένα από τα πόδια του σκα­μνιού. Κινεί­ται γύρω από το σκα­μνί, στα όρια που του επι­τρέ­πει η αλυ­σί­δα. Όταν εκεί­νη τεντώ­νε­ται, παρι­στά­νει ότι πνί­γε­ται. Δεν τον ικα­νο­ποιεί η θέση του σκα­μνιού. Λύνει την αλυ­σί­δα, μετα­κι­νεί το σκα­μνί λίγο πιο πέρα, την ξανα­δέ­νει, κινεί­ται πάλι στα όρια της αλυ­σί­δας.

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: (Απ’ έξω) Μα φυσι­κά μπο­ρεί­τε να τον δεί­τε! Περά­στε στην αυλή. Είναι η ώρα που κάνει τις ασκή­σεις του.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: (Εμφα­νί­ζε­ται.) Δεν θα ήθε­λα να τον ενο­χλή­σω.

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: (Εμφα­νί­ζε­ται πίσω της.) Κάθε άλλο, ασκεί­ται καλύ­τε­ρα μπρο­στά σε κοι­νό. (Βγά­ζει από την τσέ­πη του ένα αόρα­το φαγώ­σι­μο, το πετά­ει στον ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗεκεί­νος πηδά­ει και το αρπά­ζει με τα δόντια.)

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: (Συγκι­νη­μέ­νη) Τι ζωώ­δης γοη­τεία! (Στον ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟ) Η δια­τρο­φή είναι μέρος του προ­γράμ­μα­τος;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Και μέρος των υπο­χρε­ώ­σε­ών σας. Μην ανη­συ­χεί­τε, θα σας μάθω πώς να τον φρο­ντί­ζε­τε.

Γενι­κή σκη­νο­θε­τι­κή οδη­γία: Η ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ απευ­θύ­νε­ται μόνι­μα στον ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟ, ενώ το βλέμ­μα και το σώμα της είναι διαρ­κώς στραμ­μέ­να στον ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ. Έτσι, την ίδια στιγ­μή επι­κοι­νω­νεί με τον πρώ­το λεκτι­κά και με τον δεύ­τε­ρο σωμα­τι­κά. Εκεί­νοι αντα­πο­κρί­νο­νται αντί­στοι­χα.

 ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Δεν τον πλη­γώ­νει η αλυ­σί­δα;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Η απου­σία της θα τον πλή­γω­νε περισ­σό­τε­ρο.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Συναρ­πα­στι­κό! Πρώ­τη φορά προ­σλαμ­βά­νω καλ­λι­τέ­χνη του μίσους…

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: (Χαμο­γε­λά­ει κου­ρα­σμέ­να.) Πάντα η ίδια δήλω­ση, απο­ρώ για­τί όλοι αισθά­νε­στε την ανά­γκη να μου κατα­θέ­σε­τε την παρ­θε­νία σας. Τέλος πάντων, δεν θα σας κακο­καρ­δί­σω, για τους πελά­τες μου κάθε φορά είναι πρώ­τη.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: … αλλά σκέ­φτη­κα πως η σύγ­χρο­νη πολι­τι­κή συγκυ­ρία απαι­τεί μια πιο επαγ­γελ­μα­τι­κή προ­σέγ­γι­ση…

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Συμ­φω­νώ, το μίσος είναι πολύ σοβα­ρή υπό­θε­ση για να το αφή­σου­με σε ερα­σι­τέ­χνες.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: … και θέλω να προ­σφέ­ρω στο κοι­νό αυτό που έχει πραγ­μα­τι­κά ανά­γκη.

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Σάρ­κα απ’ τη σάρ­κα του.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: (Αυτά­ρε­σκα) Είναι απα­ραί­τη­το να εκφρά­ζε­στε με τόση ωμό­τη­τα;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Μου αρέ­σει να είμαι ακρι­βής. Το κοι­νό χορ­ταί­νει αίμα μόνο όταν γευ­τεί το δικό του. Θα δια­πι­στώ­σε­τε ότι το πρό­γραμ­μά μας αντα­πο­κρί­νε­ται στη ζήτη­ση, εμείς δεν κοροϊ­δεύ­ου­με τον πελά­τη.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: (Περιερ­γά­ζε­ται τον ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ.) Τι σαγό­νια! Τι μύες! Υπέ­ρο­χα ανε­πτυγ­μέ­νος.

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Τον θρέ­φει η ατι­μω­ρη­σία (βγάζει απ’ την τσέ­πη του ένα αόρα­το φαγώ­σι­μο κι ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ το τρώ­ει από την παλά­μη του) και η υπα­κοή. (Του ξύνει το κάτω μέρος του  σαγο­νιού, όπως στα σκυ­λιά.) Μα πάνω απ’ όλα, είναι καλ­λι­τέ­χνης.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Τι σημαί­νει αυτό;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Ότι τον θρέ­φει η επι­τυ­χία. Η α-πή-χη-ση. (Παρα­τη­ρεί την επί­δρα­ση που έχει ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ πάνω της. Εμπι­στευ­τι­κά) Οσφραί­νε­ται τις εκκρί­σεις του σώμα­τός σας.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Μπα; Έχει κατα­λά­βει ότι τον βρί­σκω νόστι­μο;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Έχει κατα­λά­βει ότι τον βρί­σκε­τε ακα­τα­μά­χη­το.

Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ορμά­ει στην ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ, αλλά η αλυ­σί­δα τεντώ­νε­ται και τον ακι­νη­το­ποιεί πριν τη φτά­σει.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: (Ασά­λευ­τη) Πόσο ασφα­λής είναι η αλυ­σί­δα;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: (Πονη­ρά) Καθό­λου. Να φαντα­στεί­τε ότι τη φορά­ει μόνος του. Ο ίδιος τη δένει σ’ εκεί­νο το σκα­μνί. (Με νόη­μα) Σ’ εκεί­νο το μικρό σκα­μνί.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: (Ανα­τρι­χιά­ζει.) Θα με κατα­σπα­ρά­ξει! (Στέ­κε­ται αντι­κρι­στά στον ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ, δια­τη­ρώ­ντας από­στα­ση ασφα­λεί­ας, σαν να χορεύ­ουν χωρίς να αγγί­ζο­νται.)

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Χωρίς καθό­λου εγω­ι­στι­κά κίνη­τρα, σας βεβαιώ, έχει νόη­μα να κατα­νο­ή­σε­τε την προ­έ­λευ­ση της βου­λι­μί­ας του. Ο καλ­λι­τέ­χνης του μίσους είναι πρώ­τα απ’ όλα ένας γνή­σιος μάρ­τυ­ρας. Ποθεί να θυσια­στεί για τις ιδέ­ες του και προ­σφέ­ρε­ται πιε­στι­κά, επι­θε­τι­κά θα μπο­ρού­σα να πω, για να δια­σφα­λί­σει ότι η προ­σφο­ρά του θα γίνει απο­δε­κτή. Έτσι, ο ίδιος που ευαγ­γε­λί­ζε­ται την κάθαρ­ση θα απο­τε­λέ­σει και το πρώ­το θύμα της, κάτι που είναι αδύ­να­το να αφή­σει ασυ­γκί­νη­το το κοι­νό. Όπως ανα­φέ­ρει το πρό­γραμ­μα της παρά­στα­σης (βγά­ζει από την τσέ­πη του ένα χαρ­τί και δια­βά­ζει), «Ο καλ­λι­τέ­χνης του μίσους έλκει την κατα­γω­γή του από τους χρι­στια­νούς οσιο­μάρ­τυ­ρες, δια­κα­τέ­χε­ται από το ιερό πάθος της θυσί­ας, με τη δια­φο­ρά ότι δεν χαρα­κτη­ρί­ζε­ται από υπο­κρι­τι­κή ταπει­νό­τη­τα, ούτε αρνεί­ται ότι το απο­λαμ­βά­νει». (Ξανα­βά­ζει το χαρ­τί στην τσέ­πη του.) Η δια­τύ­πω­ση είναι δική μου.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Τι φανα­τι­σμός!

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Οδυ­νη­ρός για τον ίδιο αλλά απα­ραί­τη­τος για την τέχνη. Και πρέ­πει να ξέρε­τε ότι η τέχνη του μίσους είναι πιο απαι­τη­τι­κή από τις άλλες –τη μου­σι­κή, το χορό, το θέα­τρο– που επι­τρέ­πουν στον καλ­λι­τέ­χνη να μπαι­νο­βγαί­νει στις συμ­βά­σεις τους σαν υπάλ­λη­λος μερι­κής απα­σχό­λη­σης. Το μίσος απαι­τεί ολο­κλη­ρω­τι­κή αφο­σί­ω­ση. Μόλις αφε­θείς στη σαγή­νη του, τα πάντα γίνο­νται παρά­στα­ση.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: (Μισο­κλεί­νει τα μάτια λάγνα.) Λατρεύω τους καλ­λι­τέ­χνες με ποι­η­τι­κή φαντα­σία.

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Ευτυ­χώς ούτε ξέρει τι σημαί­νει η λέξη. Εκεί­νος μεθά­ει με το ρεα­λι­σμό, με την ωμό­τη­τα της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Του είναι αδύ­να­το να μην αντι­δρά­σει όταν έρχε­ται αντι­μέ­τω­πος με χυδαία καθε­στώ­τα, που εξο­μοιώ­νουν παρά­σι­τα και νοι­κο­κύ­ρη­δες. Διά­βο­λε, δεν είναι τυφλός! Βλέ­πει ότι οι άνθρω­ποι δεν είναι ίσοι, ούτε εξί­σου κοι­νω­νι­κά χρή­σι­μοι. Γίνε­ται έξαλ­λος που προ­σπα­θούν να τον πεί­σουν ότι η γη είναι τετρά­γω­νη! Παρεμ­βαί­νει για να απο­δώ­σει δικαιο­σύ­νη, να διορ­θώ­σει την ανώ­ρι­μη δημο­κρα­τία που βαριέ­ται να κατα­νεί­μει ορθο­λο­γι­κά. Σας προ­κα­λεί να απα­ντή­σε­τε: είναι ορθο­λο­γι­κό να δίνεις σε όλους τα ίδια, σαν νυστα­λέ­ος γρα­φειο­κρά­της χωρίς αρχές και κρι­τή­ρια, ή στον καθέ­ναν αυτό που αξί­ζει; Και ο καθέ­νας αξί­ζει αυτό που έχουν όλοι, είτε το χρειά­ζε­ται είτε όχι, ή αυτό που η ικα­νό­τη­τά του έχει ανα­γά­γει σε ανά­γκη;

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: … Περι­μέ­νε­τε ν’ απα­ντή­σω;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Η παρά­στα­ση είναι συμ­με­το­χι­κή.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: (Παι­χνι­διά­ρι­κα) Εννο­εί­τε να αμει­βό­μα­στε ανά­λο­γα με τις ικα­νό­τη­τές μας;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: … και να υπάρ­χου­με ανά­λο­γα με την κοι­νω­νι­κή μας χρη­σι­μό­τη­τα. Τέλος στην τυχαία ύπαρ­ξη, τέλος στην ύπαρ­ξη για την ύπαρ­ξη, ζωές αιτιο­λο­γη­μέ­νες, ζωές με νόη­μα.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Δεν ακού­γε­ται άσχη­μο.

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Κι ούτε θα δεί­ξει άσχη­μο όταν εκπλη­ρω­θεί. (Χτυ­πά τα δάχτυ­λα κι ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ορμά­ει στο σκα­μνί, το ρίχνει κάτω, το γδέρ­νει, το δαγκώ­νει, όπως ένα λιο­ντά­ρι το θήρα­μα.) Ποιος μπο­ρεί να αντι­στα­θεί σ’ αυτούς τους κυνό­δο­ντες; Σ’ αυτά τα νύχια; Ορα­μα­τι­στεί­τε τον και­νού­ριο κόσμο που θα δημιουρ­γή­σει η τέχνη του.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Ομο­λο­γώ ότι πάντα με ενο­χλού­σε η αναρ­χία της ύπαρ­ξης, η υπε­ρά­ριθ­μη ανθρω­πό­τη­τα που πολ­λα­πλα­σιά­ζε­ται ασυ­νάρ­τη­τα. Λίγη τάξη επι­τέ­λους, λίγη αξιο­λό­γη­ση.

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: (Δεί­χνει τον ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ και την ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ.) Μα εσείς οι δύο συμ­φω­νεί­τε σε όλα, δεν είναι ρομα­ντι­κό;

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Με πεί­σα­τε, θα τον κλεί­σω για μερι­κές παρα­στά­σεις.

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Μία παρά­στα­ση. Δεν θα χρεια­στεί­τε πάνω από μία.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: (Με νάζι) Θα τον χορ­τά­σω;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Πιστέψ­τε με, είναι χορ­τα­στι­κός.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Έστω. Πόσο θα μου στοι­χί­σει;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Το κόστος είναι δια­φο­ρε­τι­κό για κάθε πελά­τη. Μπο­ρώ να σας εγγυ­η­θώ πάντως ότι δεν θα χάσε­τε παρα­πά­νω από όσα έχε­τε ήδη απο­ποι­η­θεί. Εννοώ, θα ξοδέ­ψε­τε μόνο ό,τι απω­λέ­σα­τε όταν απο­φα­σί­σα­τε να μπεί­τε σε αυτή την αυλή. Δεν θα βρεί­τε πιο συμ­φέ­ρου­σα συμ­φω­νία.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: (Ανοί­γει το πορ­το­φό­λι της μπερ­δε­μέ­νη.) Ορί­στε;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: (Κοι­τά­ζει το πορ­το­φό­λι.) Ω, συγ­γνώ­μη, ανα­φε­ρό­σα­σταν στο οικο­νο­μι­κό κόστος.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Δεν θα τον πλη­ρώ­σω;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Τον προ­σβάλ­λε­τε! Είναι ένας ορα­μα­τι­στής, δεν ζητά χρή­μα­τα, μόνο το δικαί­ω­μα να απο­δώ­σει δικαιο­σύ­νη – το οποίο έχει ικα­νο­ποι­η­θεί. Το μαγι­κό στην παρά­στα­ση του μίσους είναι ότι, μόλις το κοι­νό τού ανα­γνω­ρί­σει σιω­πη­λά αυτό το δικαί­ω­μα, έχει απο­δε­χτεί σιω­πη­λά και την ετυ­μη­γο­ρία. Εν ολί­γοις είναι ήδη πλη­ρω­μέ­νος.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Ώστε δεν θα χρεια­στούν χρή­μα­τα;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Κάθε άλλο, θα χρεια­στούν για να πλη­ρώ­σε­τε εμέ­να, που έχω τη δυστυ­χία να μην είμαι καθό­λου ορα­μα­τι­στής, είμαι ένας πολύ πρα­κτι­κός άνθρω­πος. (Τρα­βά­ει τα χαρ­το­νο­μί­σμα­τα απ’ το πορ­το­φό­λι της και τα βάζει στην τσέ­πη του.)

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Είστε ο ιμπρε­σά­ριός του, σωστά;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: … Απέ­να­ντι σ’ εσάς, μάλι­στα. Και ο δικός σας ιμπρε­σά­ριος απέ­να­ντι σ’ εκεί­νον. Χωρίς εμέ­να δεν θα γινό­σα­σταν η προ­σφο­ρά και η ζήτη­ση, ίσως να μην είχα­τε καν συνα­ντη­θεί, να μην είχα­τε αντι­λη­φθεί πόσο συμπλη­ρω­μα­τι­κοί είστε.

Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ γυρνά­ει από­το­μα την πλά­τη του στην ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ και σκαρ­φα­λώ­νει στο σκα­μνί.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: (Ανα­στα­τω­μέ­νη) Τι συνέ­βη; Για­τί απο­μα­κρύ­νε­ται;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: (Χαμο­γε­λά­ει.) Επει­δή ένιω­σε ότι σας έγι­νε απα­ραί­τη­τος. Μπο­ρεί να μην έχει πολύ μυα­λό, αλλά έχει αλάν­θα­στο ένστι­κτο.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Πεί­τε του να ξανάρ­θει εδώ κοντά μου.

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Είστε σίγου­ρη; Θα επι­στρέ­ψει διεκ­δι­κώ­ντας.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Δεν πλή­ρω­σα τόσα λεφτά για να τον κοι­τά­ζω από από­στα­ση!

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Όπως επι­θυ­μεί­τε. (Χτυ­πά τα δάχτυ­λά του κι ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ πλη­σιά­ζει απει­λη­τι­κά την ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ, περι­στρέ­φε­ται γύρω της και την τυλί­γει με την αλυ­σί­δα.)

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Ω, είναι τόσο χαρι­σμα­τι­κός. Θα συμπε­ρι­φερ­θεί με τον ίδιο τρό­πο και όταν βρε­θεί μπρο­στά σε κοι­νό;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Μα βρί­σκε­ται μπρο­στά σε κοι­νό. Εκεί­νος δεν βλέ­πει δια­φο­ρά. Ούτε εγώ, για να είμαι ειλι­κρι­νής. Κατα­νοώ την ανά­γκη των πελα­τών μου να δια­χω­ρί­ζο­νται από το κοι­νό, αλλά, εντέ­λει, αυτός που παραγ­γέλ­νει ένα καλ­λι­τε­χνι­κό έργο είναι και ο τελι­κός απο­δέ­κτης του.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Πώς τον ανα­κα­λύ­ψα­τε;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Ήρθε μόνος του σ’ εμέ­να, όπως όλοι τους. Με βρί­σκουν εύκο­λα μόλις βαρε­θούν να ξοδεύ­ουν το ταλέ­ντο τους σε ανό­η­τες φιλο­νι­κί­ες και μικρο­ε­μπά­θειες. Μπαί­νουν σ’ αυτή την αυλή δήθεν για να αγο­ρά­σουν, όταν στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα θέλουν να προ­σλη­φθούν.

Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ έχει τυλί­ξει την ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ με την αλυ­σί­δα και βρυ­χά­ται με τα νύχια προ­τε­τα­μέ­να, άλλο­τε γρυ­λί­ζο­ντας σαν αρκού­δα, άλλο­τε ουρ­λιά­ζο­ντας σαν λύκος.

 ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ : Είναι πάντα τόσο ευφρα­δής;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Κυριο­λε­κτι­κά ανε­ξά­ντλη­τος. Η γκά­μα του εκτεί­νε­ται από τη λεπτό­τε­ρη τσι­ρί­δα μέχρι το πιο μπά­σο μου­γκρη­τό, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας μόνο τέσ­σε­ρα φωνή­ε­ντα – αν θέλε­τε το πιστεύ­ε­τε. (Βγά­ζει από την εσω­τε­ρι­κή τσέ­πη του σακα­κιού του ένα CD.) Πωλεί­ται και ηχο­γρα­φη­μέ­νος… για κεί­νους που δεν έχουν το θάρ­ρος να έρθουν ως εδώ. (Ξανα­βά­ζει το CD στην ίδια τσέ­πη.) Πωλεί­ται και σαν φαντα­σί­ω­ση. Δεν υπάρ­χει κάτι που να μην μπο­ρώ να που­λή­σω απ’ αυτόν. (Βγά­ζει από την εξω­τε­ρι­κή τσέ­πη του ένα αόρα­το φαγώ­σι­μο, ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ το τρώ­ει από το χέρι του.)

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Μου επι­τρέ­πε­τε να τον ταΐ­σω;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: (Γνέ­φει αρνη­τι­κά.) Τρώ­ει μόνο από το χέρι μου.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Είπα­τε ότι θα μου μάθε­τε να τον φρο­ντί­ζω.

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Αυτό κάνω. Εσείς θα φρο­ντί­ζε­τε τού­τη η τσέ­πη να είναι πάντα γεμά­τη κι εγώ θα φρο­ντί­ζω να τον δια­τη­ρώ σε διαρ­κή διέ­γερ­ση. (Βγά­ζει από την τσέ­πη του κι άλλο αόρα­το φαγώ­σι­μο, ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ το τρώ­ει από το χέρι του.)

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: (Ξερο­γλεί­φε­ται.) Τι του δίνε­τε να φάει;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Εσάς.

Η ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ κοιτά τον ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟ για πρώ­τη φορά.

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Όπως σας είπα εξαρ­χής, η δια­τρο­φή του είναι μέσα στις υπο­χρε­ώ­σεις σας.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Προ­σπα­θεί­τε να με σοκά­ρε­τε;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Προ­σπα­θώ απλώς να σας ικα­νο­ποι­ή­σω. Σας δίνω ό,τι παραγ­γεί­λα­τε. Δεν πιστεύω να έχε­τε την ψευ­δαί­σθη­ση ότι η τέχνη του είναι ακίν­δυ­νη. Αν ήταν, δεν θα είχα καθό­λου πελα­τεία.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Δηλα­δή… με τρώ­ει;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Από τη στιγ­μή που μπή­κα­τε σ’ αυτή την αυλή. Μόλις τα ρου­θού­νια του συνέ­λα­βαν τη μυρω­διά σας, το στό­μα του γέμι­σε σάλια. (Στο αυτί της, ψιθυ­ρι­στά) Ας είμα­στε ειλι­κρι­νείς, εκεί­νο που πραγ­μα­τι­κά σας απα­σχο­λεί είναι αν η γεύ­ση σας τον ικα­νο­ποιεί. Η απά­ντη­ση είναι μπρο­στά σας. Παρα­τη­ρή­στε την κίνη­ση της γλώσ­σας του, την υγρα­σία των χει­λιών του, το τρέ­μου­λο του σαγο­νιού του… ω, πόσο σας απο­λαμ­βά­νει!

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Δεν λέω, είναι κολα­κευ­τι­κό.

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Τι παρα­πά­νω είναι ο έρω­τας, αν όχι αυτή η ακό­ρε­στη πεί­να και ταυ­τό­χρο­να η αβυσ­σα­λέα ανά­γκη παρά­δο­σης (κοι­τά­ει από τον έναν στον άλλον), όταν γίνε­ται αμοι­βαία και επι­τα­κτι­κή. Είναι φανε­ρό ότι τον ποθεί­τε όσο σας ποθεί. Άρα του ανή­κε­τε όσο σας ανή­κει.

Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ τρα­βά την ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ με την αλυ­σί­δα, υπο­χρε­ώ­νο­ντάς τη να χαμη­λώ­σει.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Να… ξαπλώ­σω;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Θα στε­κό­σα­σταν ποτέ όρθια σ’ ένα κρε­βά­τι;

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: (Ξαπλώ­νει διστα­κτι­κά.) Δεν σκό­πευα να φτά­σω ως εδώ.

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Να κάτι που δεν ακούω για πρώ­τη φορά. (Κου­ρα­σμέ­να) Θα σας βοη­θή­σω να ξεπε­ρά­σε­τε τις ανα­στο­λές σας, μολο­νό­τι είναι φανε­ρό ότι δεν το χρειά­ζε­στε. (Χτυ­πά παλα­μά­κια.) Εμπρός λοι­πόν, αφή­στε τα νάζια, πλη­ρώ­σα­τε καλά λεφτά για τού­τη την παρά­στα­ση, δεν πρέ­πει να στε­ρή­σε­τε τίπο­τε απ’ τον εαυ­τό σας.

Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ και η ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ παλεύ­ουν ξαπλω­μέ­νοι. Κάθε τόσο κάποιος βρί­σκε­ται σε πλε­ο­νε­κτι­κή θέση και κρα­τά τον άλλον ακι­νη­το­ποι­η­μέ­νο στο πάτω­μα, αλλά ο συσχε­τι­σμός ισχύ­ος ανα­τρέ­πε­ται αμέ­σως και έρχε­ται η σει­ρά του δεύ­τε­ρου να βρε­θεί σε πλε­ο­νε­κτι­κή θέση ακι­νη­το­ποιώ­ντας τον πρώ­το, με απο­τέ­λε­σμα να κυλιού­νται στο δάπε­δο σχη­μα­τί­ζο­ντας κύκλους.

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: (Τους παρα­τη­ρεί καθώς αλλά­ζουν ρόλους.) Α, αυτή είναι η πιο ωραία στιγ­μή, η ώρα του κρε­σέ­ντο! Εδώ κατα­λα­βαί­νεις ότι η παρά­στα­ση λει­τουρ­γεί, όταν το μίσος μετα­φέ­ρε­ται από τον καλ­λι­τέ­χνη στο κοι­νό, σε σημείο που να μην ξεχω­ρί­ζεις ποιος είναι ποιος, ποιος παραγ­γέλ­νει και ποιος εκτε­λεί.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: (Ξέπνοα, σφίγ­γο­ντας την αλυ­σί­δα στα χέρια της) Δεν μπο­ρώ να συγκρα­τη­θώ…

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: (Στω­ι­κά) Εννο­εί­ται. Η τέχνη του μίσους δεν γνω­ρί­ζει έλε­ος.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: (Τυλί­γει την αλυ­σί­δα γύρω από το λαι­μό του ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ και στρέ­φε­ται στον ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟ τρέ­μο­ντας.) … Έχω την άδειά σας;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: (Την κοι­τά στα μάτια.) Βρι­σκό­μα­στε σε τέλεια επι­κοι­νω­νία – με κανέ­ναν δεν θα μιλή­σε­τε ξανά όπως μιλά­τε μαζί μου τού­τη τη στιγ­μή, τα λόγια μου εγγρά­φο­νται μέσα σας. (Ο τόνος της φωνής του αλλά­ζει.) Αν σας δώσω την άδειά μου να συνε­χί­σε­τε, θα πρέ­πει στο εξής να ζητά­τε τη συγκα­τά­θε­σή μου για τα πάντα. Η υπο­τα­γή στην παρόρ­μη­σή σας είναι υπο­τα­γή σ’ εμέ­να.

Η ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ εξακο­λου­θεί να τον κοι­τά ενα­γώ­νια.

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Κάντε ό,τι προ­στά­ζει το ένστι­κτό σας.

Η ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ, ασυ­γκρά­τη­τη, στραγ­γα­λί­ζει τον ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ. Ο ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ κάθε­ται στο σκα­μνί, βγά­ζει τα λεφτά που του έδω­σε εκεί­νη και τα μετρά­ει.

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Ποτέ δεν ξέμει­να από καλ­λι­τέ­χνες του μίσους – θα υπάρ­χουν όσο υπάρ­χουν πελά­τες. Το πρό­βλη­μα είναι η διάρ­κεια ζωής τους – καί­γο­νται σαν τις πετα­λού­δες. Και η από­δο­ση βέβαια – έχουν μόνο μία καλή στιγ­μή ο καθέ­νας, θα σου βγά­λουν μόνο μία παρά­στα­ση, μετά είναι σκέ­τη φύρα, αλλά ευτυ­χώς το ταλέ­ντο τους μετα­δί­δε­ται εύκο­λα, είναι, κατά κάποιον τρό­πο, λοι­μώ­δες.

Ο ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ παρα­τη­ρεί την ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ, που στέ­κε­ται λαχα­νια­σμέ­νη πάνω από το πτώ­μα του ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ, γεμά­τη τρό­μο και από­γνω­ση. Χτυ­πά τα δάχτυ­λά του. Εκεί­νη στρέ­φε­ται προς το μέρος του με ελπί­δα. Εκεί­νος κινεί το δάχτυ­λό του κυκλι­κά, η ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ λύνει το κολά­ρο της αλυ­σί­δας από το λαι­μό του ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ και το περ­νά­ει στο δικό της λαι­μό. Παρα­μέ­νο­ντας καθι­στός στο σκα­μνί, ο ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ γέρ­νει το σώμα του στο πλάι, ώστε το ένα πόδι του σκα­μνιού να ανα­ση­κω­θεί. Η ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ στε­ρε­ώ­νει την ελεύ­θε­ρη άκρη της αλυ­σί­δας στο ανα­ση­κω­μέ­νο πόδι του σκα­μνιού κι εκεί­νος επα­να­φέ­ρει το σκα­μνί σε ορι­ζό­ντια θέση. Η ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ τον κοι­τά­ει με προσ­δο­κία, υπο­φέ­ρο­ντας.

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: (Ξύνει το κάτω μέρος του σαγο­νιού της, όπως σε σκυ­λί.) Ξέρω, ξέρω, η πεί­να είναι αβά­στα­χτη, η διαρ­κής διέ­γερ­ση είναι μαρ­τύ­ριο, σ’ εμπο­δί­ζει ακό­μη και ν’ ανα­πνεύ­σεις. Μόνο μια παρά­στα­ση θα σε λυτρώ­σει.

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: (Βρυ­χά­ται.)

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Λίγο πιο ψηλά;

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: (Ουρ­λιά­ζει σε πιο ψηλό τόνο.)

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Πιο παρα­τε­τα­μέ­να;

ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: (Ουρ­λιά­ζει όπως ο λύκος.)

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: (Χτυ­πά­ει τα δάχτυ­λά του, εκεί­νη παύ­ει αμέ­σως.) Χρειά­ζε­ται πει­θαρ­χία, η πει­θαρ­χία είναι κατα­φύ­γιο, θα σου προ­σφέ­ρει την ανα­κού­φι­ση που γυρεύ­εις. Εμπι­στέ­ψου την αλυ­σί­δα (σηκώ­νε­ται, λύνει την αλυ­σί­δα από το πόδι του σκα­μνιού), αυτή θα σου διδά­ξει τα όρια. (Τρα­βά από­το­μα την αλυ­σί­δα, η ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ πνί­γε­ται.) Έεε­ε­τσι. Ξανά. (Επα­να­λαμ­βά­νε­ται η ίδια σκη­νή.) Ωραία. Νιώ­θεις καλύ­τε­ρα; (Η ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ τον κοι­τά λαχα­νια­σμέ­νη. Ο ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ αφή­νει την άκρη της αλυ­σί­δας.) Μόνη σου τώρα.

Η ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ δένει την αλυ­σί­δα στο πόδι του σκα­μνιού και κινεί­ται στα όρια που επι­τρέ­πει το μήκος της, ενώ όταν εκεί­νη τεντώ­νε­ται, παρι­στά­νει ότι πνί­γε­ται – όπως ακρι­βώς ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ στην έναρ­ξη.

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ: Πολύ καλά, μπρά­βο. (Βάζει μηχα­νι­κά το χέρι στην τσέ­πη του, αλλά δεν βρί­σκει φαγώ­σι­μο. Χαμο­γε­λά­ει, σαν να απευ­θύ­νε­ται σε παι­δί.) Ω, άδεια; (Η ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ βρυ­χά­ται σπα­ρα­κτι­κά. Της ξύνει το κάτω μέρος του σαγο­νιού.) Υπο­μο­νή, ξέρω τι χρειά­ζε­σαι για να τρα­φείς και δεν θα αργή­σω να σ’ το φέρω. Ευτυ­χώς, αυτή την επο­χή έχει μεγά­λη κίνη­ση έξω απ’ την πόρ­τα μας. Μέχρι να πετά­ξω τα σκου­πί­δια, όλο και κάποιος πελά­της θα φανεί. (Ενό­σω λέει την τελευ­ταία φρά­ση, σηκώ­νει τα πόδια του νεκρού ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ και τα στε­ρε­ώ­νει στις μασχά­λες του, για να τον σύρει έξω.) Εν τω μετα­ξύ, εσύ να μην παρα­με­λείς τις ασκή­σεις σου. Πρέ­πει να δια­τη­ρεί­σαι σε φόρ­μα. (Απο­μα­κρύ­νε­ται σέρ­νο­ντας το πτώ­μα.)

Η ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ ασκεί­ται με την αλυ­σί­δα και το σκα­μνί, όπως ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ στην έναρ­ξη.