Το μυθιστόρημα Δεν γίνονται αυτά εδώ, η εποχή του Σίνκλερ Λιούις και η δική μας.

Tου Μάικλ Μάγιερ*. Μετά­φρα­ση Νίκος Α. Μάντης.

Ο Σίν­κλερ Λιού­ις από­λαυ­σε μια εξαι­ρε­τι­κή καριέ­ρα στη δεκα­ε­τία του 1920, περι­γρά­φο­ντας και σατι­ρί­ζο­ντας ό,τι θεω­ρού­σε μετριό­τη­τα, υλι­σμό, δια­φθο­ρά και υπο­κρι­σία στη μεσαία τάξη των Ηνω­μέ­νων Πολι­τειών. Τα πέντε κύρια μυθι­στο­ρή­μα­τά του εκεί­νης της περιό­δου –Main Street (1920), Babbit (1922), Arrowsmith (1925), Elmer Gantry (1927) και Dodsworth (1929)– σημεί­ω­ναν μεγά­λες πωλή­σεις για­τί όρθω­ναν έναν καθρέ­φτη μπρο­στά στον επαρ­χιω­τι­σμό και την οπι­σθο­δρό­μη­ση του και­ρού τους. Αρκε­τοί Αμε­ρι­κα­νοί μόρ­φα­ζαν με την απει­κό­νι­ση των ειδώ­λων τους μέσα σε αυτά τα βιβλία, ωστό­σο τα αγό­ρα­ζαν με ανυ­πο­μο­νη­σία, καθώς, μολο­νό­τι αντι­δρού­σαν με την ανα­πα­ρά­στα­ση των μεσο­α­στι­κών ζωών τους, εντέ­λει τούς ήταν βολι­κά, αν και ελα­φρώς υπε­ρο­πτι­κά, ευκο­λο­διά­βα­στα πάντως στο πλαί­σιο της οικο­νο­μι­κής ασφά­λειας της εποχής.

Έπει­τα όμως από το Κραχ του 1929, δεν είχε απο­μεί­νει και πολ­λή από τη μεσαία τάξη των αρχών της δεκα­ε­τί­ας του ’20. Αρκε­τοί από τους πρώ­ην ευκα­τά­στα­τους, αξιο­πρε­πείς επαγ­γελ­μα­τί­ες βρέ­θη­καν να περι­μέ­νουν σε ουρές για ψωμί, για σού­πα και επι­δό­μα­τα της Πρό­νοιας. «Η κανο­νι­κό­τη­τα», μια λέξη-κλει­δί της δεκα­ε­τί­ας του ’20 που λει­τουρ­γού­σε ως συνώ­νυ­μο της ασφά­λειας, έδω­σε τη θέση της στην «τρε­μού­λα», καθώς οι χρε­ο­κο­πη­μέ­νες επι­χει­ρή­σεις απέ­λυαν εκα­τομ­μύ­ρια εργα­ζό­με­νους, οι οποί­οι περι­πλα­νιού­νταν στην ύπαι­θρο όπως η σκό­νη της Οκλα­χό­μα. Το δημο­φι­λές και αισιό­δο­ξο τρα­γού­δι της δεκα­ε­τί­ας του ’20 «Ωραία δεν περ­νά­με;» άλλα­ξε και έγι­νε το «Αδελ­φέ έχεις μια δεκά­ρα;» κατά τη διάρ­κεια της Μεγά­λης Ύφε­σης. Παρό­λο που ο Φράν­κλιν Ντε­λά­νο Ρούζ­βελτ στην ομι­λία της ορκω­μο­σί­ας του το 1933 υπο­σχέ­θη­κε τη «Νέα Συμ­φω­νία» (New Deal), έβα­λε ωστό­σο τους συμπα­τριώ­τες του στο κλί­μα, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας γκρί­ζους τόνους:

Οι τιμές συρ­ρι­κνώ­θη­καν σε ανε­πα­νά­λη­πτα επί­πε­δα∙ οι φόροι αυξή­θη­καν∙ η ικα­νό­τη­τά μας να πλη­ρώ­νου­με έχει πέσει∙ η δια­κυ­βέρ­νη­ση σε όλα τα επί­πε­δα αντι­με­τω­πί­ζει σοβα­ρές περι­κο­πές σε πόρους∙ το συνάλ­λαγ­μα έχει παγώ­σει∙ τα μαρα­μέ­να φύλ­λα της βιο­μη­χα­νι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας κεί­το­νται στις άκρες του δρό­μου∙ οι αγρό­τες δεν βρί­σκουν αγο­ρές για τα προ­ϊ­ό­ντα τους∙ οι απο­τα­μιεύ­σεις ετών για χιλιά­δες νοι­κο­κυ­ριά έχουν εξαφανιστεί.

Όπως ήταν ανα­με­νό­με­νο, η μεσαία τάξη δεν ενδια­φε­ρό­ταν πια να είναι ο πελά­της ούτε των τρα­πε­ζών ούτε και της σάτι­ρας. Ο Λιού­ις έπρε­πε να βρει και­νούρ­για θέματα.

Δεδο­μέ­νου του θυελ­λώ­δους οικο­νο­μι­κού και πολι­τι­κού κλί­μα­τος των πρώ­των χρό­νων της δεκα­ε­τί­ας του ’30, ο Λιού­ις είχε αρκε­τά άλλα θέμα­τα που ήταν πιο επί­και­ρα από την ανη­θι­κό­τη­τα και την ανοη­σία της μεσαί­ας τάξης. Ανα­κά­λυ­ψε μια ετοι­μο­πα­ρά­δο­τη υπό­θε­ση στο ανή­συ­χο υπό­γειο ρεύ­μα που συνό­δευε την άστα­τη πολι­τι­κή κατά­στα­ση εκεί­νης της περιό­δου. Με την άνο­δο του Αδόλ­φου Χίτλερ και του Μπε­νί­το Μου­σο­λί­νι στην Ευρώ­πη αλλά και την ανη­συ­χη­τι­κή δημο­φι­λία μιας ποι­κι­λί­ας δημα­γω­γών τόσο από τη Δεξιά όσο και από την Αρι­στε­ρά στις Ηνω­μέ­νες Πολι­τεί­ες, επι­κρα­τού­σε ένας ευρέ­ως δια­δε­δο­μέ­νος φόβος ότι η χώρα θα μπο­ρού­σε να υπο­κύ­ψει σε μια φασι­στι­κή δικτα­το­ρία. Ο Λιού­ις έβα­λε αυτούς τους φόβους στο επί­κε­ντρο του μυθι­στο­ρή­μα­τος Δεν γίνο­νται αυτά εδώ.

Το μυθι­στό­ρη­μα εκδό­θη­κε τον Οκτώ­βριο του 1935, δίνο­ντας μορ­φή στις αόρι­στες ανη­συ­χί­ες που κατέ­τρω­γαν τους πολί­τες για αρκε­τά χρό­νια, καθώς η χώρα παρά­δερ­νε στην οικο­νο­μι­κή αβε­βαιό­τη­τα ανα­ζη­τώ­ντας λύσεις. Ο Λιού­ις ήταν βαθιά εξοι­κειω­μέ­νος με τού­τες τις ανα­ζη­τή­σεις, μιας και η δημο­σιο­γρά­φος Ντό­ρο­θι Τόμπ­σον, η δεύ­τε­ρή του γυναί­κα, είχε πάρει συνέ­ντευ­ξη από τον Χίτλερ ως αντα­πο­κρί­τρια στο Βερο­λί­νο και είχε γρά­ψει μια σει­ρά από άρθρα μετα­ξύ του 1931 και του 1935, προει­δο­ποιώ­ντας τους Αμε­ρι­κα­νούς για τη συστη­μα­τι­κή προ­πα­γάν­δα των ναζί, η οποία απέ­κρυ­πτε τις μοχθη­ρές διώ­ξεις ενα­ντί­ον των Εβραί­ων και τον αυξα­νό­με­νο αριθ­μό των στρα­το­πέ­δων συγκέ­ντρω­σης που είχαν σχε­δια­στεί για τον αφα­νι­σμό τους. Επι­πλέ­ον των όσων είχε ακού­σει στο οικο­γε­νεια­κό του τρα­πέ­ζι, ο Λιού­ις ενη­με­ρω­νό­ταν συστη­μα­τι­κά από αυτά που έγρα­φαν οι εφη­με­ρί­δες, από τα περιο­δι­κά και τα βιβλία. Τον Σεπτέμ­βριο του 1934, για παρά­δειγ­μα, η επι­θε­ώ­ρη­ση The Modern Monthly παρου­σί­α­σε ένα συμπό­σιο υπό τον τίτλο «Θα έρθει ο φασι­σμός στην Αμε­ρι­κή;» με τη συμ­με­το­χή κορυ­φαί­ων δια­νο­ου­μέ­νων όπως ο Θίο­ντορ Ντράι­ζερ, ο Νόρ­μαν Τόμας, ο Τσαρλς Α. Μπί­αρντ, και ο Γουάλ­ντο Φρανκ, οι οποί­οι συζή­τη­σαν το θέμα, ενώ στις αρχές του 1935, το Nation δημο­σί­ευ­σε μια σει­ρά άρθρων για τους «πρω­τερ­γά­τες του αμε­ρι­κα­νι­κού φασι­σμού». Παρό­λο που η φρά­ση «Δεν γίνο­νται αυτά εδώ» απο­δί­δε­ται συχνά στον Λιού­ις, ο Χέρ­σελ Μπρί­κελ υπο­στη­ρί­ζει στην κρι­τι­κή του (North American Review, Δεκέμ­βριος 1935) ότι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα «το βιβλίο αντλεί τον τίτλο του από την τυπι­κή αμε­ρι­κά­νι­κη αντί­δρα­ση σχε­τι­κά με την πιθα­νό­τη­τα να επι­βλη­θεί δικτα­το­ρία σε τού­τη τη χώρα» (μια γρή­γο­ρη έρευ­να στο δια­δί­κτυο δεί­χνει ότι η φρά­ση συνε­χί­ζει να χρη­σι­μο­ποιεί­ται σε μια ευρεία γκά­μα πολι­τι­κών ανα­λύ­σε­ων για τις διά­φο­ρες μορ­φές τυραν­νί­ας που περι­γρά­φει ο Λιού­ις). Απη­χώ­ντας τον Μπρί­κελ, άλλος ένας κρι­τι­κός της επο­χής, ο Μπέν­τζα­μιν Στόλ­μπεργκ, παρα­τη­ρεί με ευστο­χία ότι το μυθι­στό­ρη­μα «έχει αντι­γρά­ψει με επι­τυ­χία την κοι­νω­νι­κή μας ατμό­σφαι­ρα» (Books, Οκτώ­βριος 1935). Η γνώ­μη του Λιού­ις, ωστό­σο, είναι ότι αυτά γίνο­νται εδώ.

Η απει­λή του φασι­σμού στην Αμε­ρι­κή προ­κά­λε­σε το ενδια­φέ­ρον των ανα­γνω­στών και το Δεν γίνο­νται αυτά εδώ έγι­νε γρή­γο­ρα εθνι­κό μπεστ σέλερ (περισ­σό­τε­ρα από 320.000 αντί­τυ­πα) και πλέ­ον έχει ταυ­τι­στεί με τις κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κές κατα­στά­σεις που ο Λιού­ις έχει υφά­νει στον ιστό του μυθι­στο­ρή­μα­τος. Μολο­νό­τι οι συγκαι­ρι­νοί του Λιού­ις διψού­σαν για τις απει­κο­νί­σεις της ζωής του 1930 από τις οποί­ες βρί­θει το βιβλίο, οι ανα­γνώ­στες του εικο­στού πρώ­του αιώ­να ίσως νιώ­σουν κάποιες στιγ­μές ζαλά­δα από τον χρο­νι­κά εντο­πι­σμέ­νο χαρα­κτή­ρα του. Το μυθι­στό­ρη­μα είναι ένα είδος κατα­λό­γου των πολι­τι­κών προ­σω­πι­κο­τή­των της Αμε­ρι­κής του ’30, των γεγο­νό­των και των κινη­μά­των τόσο στο κέντρο όσο και στην περι­φέ­ρεια των προ­βλη­μα­τι­σμών εκεί­νης της δεκα­ε­τί­ας. Πλή­θη ιστο­ρι­κών προ­σω­πι­κο­τή­των συνω­στί­ζο­νται στο βιβλίο, όπως ο Χιούι Λονγκ, ο πατέ­ρας Τσαρλς Κάφλιν, ο Γουί­λιαμ Ράντολφ Χιρστ, ο Άπτον Σίν­κλερ κ.ά. […] Αν και πολ­λά απ’ αυτά τα ονό­μα­τα είναι μάλ­λον άγνω­στα στο σύγ­χρο­νο ανα­γνώ­στη, η πλο­κή και οι χαρα­κτή­ρες του Λιού­ις δεν εξαρ­τώ­νται από τη γνώ­ση της Ιστο­ρί­ας, ώστε να κατα­νοη­θούν και να εκτι­μη­θούν οι συγκρού­σεις στο έργο του […] αλλά δεν υπάρ­χει μεγά­λη αμφι­βο­λία για το πώς θέλει να σκε­φτού­με ο Λιού­ις σε σχέ­ση με αυτά.

Παρό­λο που ο πρω­τα­γω­νι­στής του Λιού­ις, ο Ντο­ρέ­μους Τζέ­σαπ, είναι «ένας μετριο­πα­θής, μάλ­λον νωχε­λι­κός και κάπως συναι­σθη­μα­τι­κός φιλε­λεύ­θε­ρος», ο οποί­ος αντι­δρά σχε­τι­κά καθυ­στε­ρη­μέ­να στην ανά­δυ­ση της αμε­ρι­κα­νι­κής εκδο­χής μιας φασι­στι­κής δικτα­το­ρί­ας, ο Λιού­ις αντέ­δρα­σε γρή­γο­ρα και έντο­να στις φασι­στι­κές απει­λές που εντό­πι­ζε γύρω του. Έγρα­ψε και διόρ­θω­σε το μυθι­στό­ρη­μα σε λιγό­τε­ρο από τέσ­σε­ρις μήνες, όταν παρα­θέ­ρι­ζε στο Βερ­μόντ, το καλο­καί­ρι του 1935. Η προ­ε­τοι­μα­σία του βιβλί­ου πήρε περισ­σό­τε­ρο απ’ όσο η συγ­γρα­φή του∙ σιγό­βρα­ζε με αυτό το υλι­κό για αρκε­τά χρό­νια, ανα­γνω­ρί­ζο­ντας με αυξα­νό­με­νη ταρα­χή τους κιν­δύ­νους που απει­λού­σαν τους δημο­κρα­τι­κούς θεσμούς […] Παρά τους πολ­λούς κρι­τι­κούς που παρα­τή­ρη­σαν τη χαλα­ρή και μελο­δρα­μα­τι­κή πλο­κή […] πολ­λοί έκρι­ναν ότι το βιβλίο απο­τε­λού­σε μια επί­και­ρη προει­δο­ποί­η­ση και επι­δο­κί­μα­σαν την προ­πα­γαν­δι­στι­κή του αξία ενα­ντί­ον του φασι­σμού. Ο Κλί­φτον Φάντι­μαν το ανα­κή­ρυ­ξε «ένα από τα πιο σημα­ντι­κά βιβλία που εκδό­θη­καν ποτέ σε τού­τη τη χώρα» (New Yorker, Οκτώ­βριος 1935) ένα βιβλίο που όλοι οι Αμε­ρι­κα­νοί θα έπρε­πε να δια­βά­σουν, ώστε να βοη­θή­σουν τη χώρα να σωθεί από επερ­χό­με­νες πολι­τι­κές απο­τυ­χί­ες και δυνη­τι­κούς τυράννους.

Toν Μάρ­τιο του 1935, δύο μήνες προ­τού ο Σίν­κλερ Λιού­ις ξεκι­νή­σει να γρά­φει το Δεν γίνο­νται αυτά εδώ, ο Γουόλ­τερ Λίπ­μαν δια­μαρ­τυ­ρό­ταν σε ένα δημο­φι­λές περιο­δι­κό ότι οι Ηνω­μέ­νες Πολι­τεί­ες είχαν «εισέλ­θει σε μια περί­ο­δο απο­θάρ­ρυν­σης… Η Πολυάν­να σιω­πά και η Κασ­σάν­δρα είναι αυτή που μιλά­ει». Υπήρ­χαν πολ­λά που θα μπο­ρού­σε να πει η Κασ­σάν­δρα: η εφαρ­μο­γή της «Νέας Συμ­φω­νί­ας» (New Deal) έδει­χνε απελ­πι­στι­κά τελ­μα­τω­μέ­νη και τα έντο­να κηρύγ­μα­τα λαϊ­κών ηγε­τών όπως ο Χιούι Λονγκ και ο πατέ­ρας Κάφλιν έμοια­ζαν να αγγί­ζουν περισ­σό­τε­ρο απ’ ό,τι ο πρό­ε­δρος της χώρας τους φτω­χούς, τους εκτο­πι­σμέ­νους, τους απο­γοη­τευ­μέ­νους και τους οργι­σμέ­νους. Κανείς, ούτε ο λαϊ­κι­στής Χιούι Λονγκ ούτε οι ιερο­κή­ρυ­κες του ραδιο­φώ­νου ένιω­θαν την ανά­γκη να συνο­δέ­ψουν τις προ­τά­σεις τους με ρεα­λι­στι­κές ιδέ­ες ή συνε­κτι­κά προ­γράμ­μα­τα. Οι άμε­σες λύσεις ήταν πολύ σημα­ντι­κές για να επι­βα­ρυν­θούν με λεπτο­μέ­ρειες και μπε­λα­λί­δι­κα γεγο­νό­τα· ήταν αρκε­τό για τον Χιούι Λονγκ να ανα­κοι­νώ­σει τη θέσπι­ση ενός «επι­δό­μα­τος νοι­κο­κυ­ριού» 5.000 δολα­ρί­ων μαζί με ένα ετή­σιο ποσό του­λά­χι­στον 2.000 δολα­ρί­ων για κάθε αμε­ρι­κα­νι­κή οικο­γέ­νεια. Ο συγκε­κρι­μέ­νος πολι­τι­κός, ο λαο­πρό­βλη­τος κυβερ­νή­της της Λουι­ζιά­να, ήταν πολύ γεν­ναιό­δω­ρος σε προ­τά­σεις αλλά περιέρ­γως φει­δω­λός στην αντι­με­τώ­πι­ση συγκε­κρι­μέ­νων προ­βλη­μά­των: «Ποιος νοιά­ζε­ται», έλε­γε, «ποιες θα είναι οι συνέ­πειες αν ακο­λου­θή­σου­με τις εντο­λές του Κυρί­ου ή των πρώ­των εποί­κων, του Τζέ­φερ­σον, του Γου­έ­μπ­στερ και του Λίν­κολν; Εκεί­νος που θα πέσει σε τού­τη τη μάχη θα απο­κτή­σει την ακτι­νο­βο­λία του μέλλοντος».

Οι φιλε­λεύ­θε­ροι που ανη­συ­χού­σαν για τις πιθα­νές συνέ­πειες που θα συνό­δευαν τον Γεν­ναίο Νέο Κόσμο ήταν ιδια­ζό­ντως φοβι­σμέ­νοι, δεδο­μέ­νου ότι ο Παλαιός Κόσμος είχε γεν­νή­σει τον Χίτλερ και τον Μου­σο­λί­νι. Ο φασι­σμός γινό­ταν της μόδας, ένα γεγο­νός που επι­βε­βαί­ω­ναν οι φαιο­χί­τω­νες, οι μελα­νο­χί­τω­νες, οι λευ­κο­χί­τω­νες και οι αργυ­ρο­χί­τω­νες –μαζί με τις ασορ­τί αρβύ­λες– που είχαν βγει απ’ τις ντου­λά­πες σε όλη την Ευρώ­πη και την Αμε­ρι­κή. Τον Οκτώ­βριο του 1935, τον μήνα που εκδό­θη­κε το  Δεν γίνο­νται αυτά εδώ, ο Γουί­λιαμ Ράντολφ Χιρστ συνό­ψι­σε το πρό­βλη­μα με μια δήλω­ση που ενθου­σί­α­σε τους παρα­σκευα­στές χιτώ­νων αλλά τρο­μο­κρά­τη­σε τους φιλε­λεύ­θε­ρους. Συμ­βού­λε­ψε τους συμπο­λί­τες του: «Όταν ακού­τε έναν δια­κε­κρι­μέ­νο Αμε­ρι­κα­νό να απο­κα­λεί­ται ‘‘φασί­στας’’, μπο­ρεί­τε να συμπε­ρά­νε­τε άφο­βα ότι είναι ένας ΝΟΜΟΤΑΓΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ ΠΟΥ ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΣΜΟ».

Ο Λιού­ις μετα­τρέ­πει τού­τη τη συμ­βου­λή σε προει­δο­ποί­η­ση στο βιβλίο του, δεί­χνο­ντας πώς οι Αμε­ρι­κα­νοί εκλέ­γουν για πρό­ε­δρο τον Μπερ­ζέ­λιους Γουί­ντριπ, μια λαϊ­κή εκδο­χή της Νέας Αγγλί­ας για τον δεσπο­τι­κό Λονγκ, ο οποί­ος εγκα­θι­δρύ­ει  ένα φασι­στι­κό καθε­στώς κατα­πί­ε­σης, τρό­μου, και απο­λυ­ταρ­χί­ας – όλα επεν­δυ­μέ­να με κόκ­κι­να, λευ­κά και μπλε σημαιά­κια. Επι­κα­λού­με­νος τις υψη­λό­τε­ρες πατριω­τι­κές αρχές, ο Γουί­ντριπ κρύ­βει τον φασι­σμό του κάτω από τα ιστο­ρι­κά λάθη της Πολι­τεί­ας (Republic): η Γκε­στά­πο του είναι οι Minute Men. Ο Λιού­ις προ­βαί­νει σε μια φρι­χτή προ­βο­λή του άμε­σου μέλ­λο­ντος –η ιστο­ρία αρχί­ζει το 1936 και τελειώ­νει το 1939– δημιουρ­γώ­ντας μυθο­πλα­στι­κά ισο­δύ­να­μα των φόβων που είχαν οι φιλε­λεύ­θε­ροι στα μέσα της δεκα­ε­τί­ας του ’30. Μολο­νό­τι ο Λιού­ις κοι­τά­ζει στο μέλ­λον για την πραγ­μα­το­ποί­η­ση εκεί­νου που οι φιλε­λεύ­θε­ροι φοβού­νταν ότι μπο­ρού­σε να συμ­βεί, στρέ­φε­ται στο παρελ­θόν για να βρει το αντί­δο­το μιας δηλη­τη­ρια­σμέ­νης Αμε­ρι­κής. Για να κατα­πο­λε­μή­σει την απα­τη­λή χρή­ση του παρελ­θό­ντος εκ μέρους του Γουί­ντριπ, το οποίο επι­στρα­τεύ­ε­ται για να μολύ­νει το παρόν, ο Λιού­ις αντλεί από μια εθνι­κή κλη­ρο­νο­μιά ατο­μι­κών και δημο­κρα­τι­κών αξιών, ώστε να απε­λευ­θε­ρώ­σει τη χώρα από τον φασι­σμό που έχει μασκα­ρευ­τεί με τη στο­λή του πατριωτισμού.

Υπάρ­χει μια ευδιά­κρι­τη νοσταλ­γι­κή ποιό­τη­τα στον ήρωα του Λιού­ις, τον Ντο­ρέ­μους Τζέ­σαπ, γεν­νη­μέ­νο το 1876, τον ανε­ξάρ­τη­το, φιλε­λεύ­θε­ρο αρχι­συ­ντά­κτη απ’ το Βερ­μόντ, ο οποί­ος αντι­στέ­κε­ται στο μοχθη­ρό καθε­στώς του Γουί­ντριπ. Ο Λιού­ις τον παρου­σιά­ζει με υπε­ρη­φά­νεια ως έναν ατο­μι­κι­στή του δέκα­του ένα­του αιώ­να, παρά σαν ένα αυτό­μα­το του εικο­στού. Έχει γενά­κι, το οποίο οι αντί­πα­λοί του υπο­στη­ρί­ζουν ότι τον κάνει να δεί­χνει «ψηλο­μύ­της», «δια­φο­ρε­τι­κός», και «καλ­λι­τε­χνί­ζων», αντί ένας ακό­μα από τους πολ­λούς. Τα δια­βά­σμα­τά του επι­βε­βαιώ­νουν τις υπο­ψί­ες για το μού­σι του· είναι συν­δρο­μη­τής, ανά­με­σα σε άλλα, στο Congressional Report, στο New Yorker, στο Time, στο Nation, στο  New Republic, και στο New Masses. Μολο­νό­τι ο Τζέ­σαπ είναι περισ­σό­τε­ρο ευφρα­δής και φιλε­λεύ­θε­ρος από τους περισ­σό­τε­ρους πρω­τα­γω­νι­στές του Λιού­ις, αντι­με­τω­πί­ζει τα ίδια περί­που φαι­νό­με­να, ίσως σε ακό­μα πιο ακραία μορ­φή, τα οποία μονί­μως θέτουν εμπό­δια στους πρω­τα­γω­νι­στές των βιβλί­ων του Λιού­ις. Σε διά­φο­ρα σημεία του βιβλί­ου ο Λιού­ις χρη­σι­μο­ποιεί τον Τζέ­σαπ για να σατι­ρί­σει υπαρ­κτά πρό­σω­πα και πολι­τι­κές κατα­στά­σεις, τις δωρο­δο­κί­ες, τους γκάν­γκ­στερ του Σικά­γου, την ποτο­α­πα­γό­ρευ­ση, τα λυν­τσα­ρί­σμα­τα, τον αντι­ση­μι­τι­σμό, τον ρατσι­σμό, τον μιλι­τα­ρι­σμό, τα στρα­τό­πε­δα συγκέ­ντρω­σης, τα βασα­νι­στή­ρια και τις πολι­τι­κές δολο­φο­νί­ες. Οι δια­κη­ρυγ­μέ­νες αρχές του Τζέ­σαπ δεν είναι ουσια­στι­κά δια­φο­ρε­τι­κές από εκεί­νες μερι­κών άλλων χαρα­κτή­ρων του Λιού­ις. Είτε είναι οι αόρι­στες απο­γοη­τεύ­σεις που βασα­νί­ζουν τον Τζορτζ Ε. Μπά­μπιτ, οι ανε­δα­φι­κές δια­θέ­σεις σε σχέ­ση με τις μεταρ­ρυθ­μί­σεις που σιγο­βρά­ζουν μέσα στην Κάρολ Κένι­κοτ ή η γραμ­μι­κή, αν και αβέ­βαιη, απο­φα­σι­στι­κό­τη­τα ενός Μάρ­τιν Άρο­ου­σμιθ, οι πιο ενδια­φέ­ρο­ντες χαρα­κτή­ρες του Λιού­ις επι­θυ­μούν, όπως το δια­τυ­πώ­νει η Κάρολ Κένι­κοτ στο μυθι­στό­ρη­μα Main Street, «μια πιο συνει­δη­τή ζωή, [για­τί] έχου­με κου­ρα­στεί να βλέ­που­με μονά­χα λίγους να κατα­φέρ­νουν να ζήσουν σαν ξεχω­ρι­στά άτο­μα». Ο Λιού­ις ξεκά­θα­ρα θαύ­μα­ζε και ταυ­τι­ζό­ταν με τον Τζέ­σαπ – τόσο πολύ που έπαι­ξε και ο ίδιος τον ρόλο του Τζέ­σαπ σε μια θεα­τρι­κή δια­σκευή του από τον θία­σο South Shore Players στο Κόχα­σετ της Μασα­χου­σέ­της, μια από τις πολ­λές θεα­τρι­κές παρα­γω­γές του μυθι­στο­ρή­μα­τος που πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν λόγω της δημο­φι­λί­ας του βιβλίου.

Ο Τζέ­σαπ είναι ένας ιντι­βι­ντουα­λι­στής του δέκα­του ένα­του αιώ­να που προ­σγειώ­θη­κε στην Ιστο­ρία· προ­σγειώ­θη­κε σε έναν κόσμο στον οποίο η συμ­μα­χία του με τις εξέ­χου­σες αμε­ρι­κά­νι­κες αρχές όπως η αυτάρ­κεια και η ανε­ξαρ­τη­σία τον φέρ­νουν στη θέση ενός πολι­τι­κού αμφι­σβη­τία. Ανα­θυ­μού­με­νος τα επι­τεύγ­μα­τα ανθρώ­πων όπως ο Θαντέ­ους Στί­βενς και ο Στί­βεν Α. Ντά­γκλας, τους συγκρί­νει με αυτό που απο­κα­λεί τους «νερό­βρα­στους νεα­ρούς τού σήμε­ρα», και ανα­ρω­τιέ­ται φωναχτά:

Να γεν­νιού­νται ακό­μα τέτοιοι στη Νέα Αγγλία; –Οπου­δή­πο­τε στην Αμε­ρι­κή;– Οπου­δή­πο­τε στον κόσμο; Εκεί­νοι είχα­νε κότσια. Ανε­ξαρ­τη­σία. Έκα­ναν αυτό που ήθε­λαν και σκέ­φτο­νταν όπως επι­θυ­μού­σαν, κι ας πήγαι­ναν οι άλλοι στο διάβολο.

Ο Τζέ­σαπ προ­συ­πο­γρά­φει αυτές τις αξί­ες, και παρό­λο που είναι σιω­πη­ρά ανα­τρε­πτι­κές σε μια πολι­τι­κά κατα­πιε­στι­κή ατμό­σφαι­ρα, ο Λιού­ις τον περι­γρά­φει ως κάποιον με αρκε­τή αυτο­γνω­σία, ώστε να θεω­ρή­σει τον εαυ­τό του αρι­στε­ρό ριζο­σπά­στη· αντι­θέ­τως, είναι ένας επί­μο­νος φιλε­λεύ­θε­ρος που βασι­κά επι­θυ­μεί να τον αφή­σουν ήσυ­χο να απο­λαύ­σει την επαρ­χιώ­τι­κη ζωή του και τη δου­λειά του στην εφη­με­ρί­δα του.

Ένα από τα λίγα ήρε­μα και ευτυ­χι­σμέ­να επει­σό­δια στο μυθι­στό­ρη­μα είναι εκεί­νη η συγκέ­ντρω­ση της οικο­γέ­νειας και των φίλων του Τζέ­σαπ στο πλαί­σιο ενός εξο­χι­κού πικνίκ όπου «δεν υπήρ­χε τίπο­τα μοντέρ­νο και νευ­ρω­τι­κό», γρά­φει ο Λιού­ις, «τίπο­τα που η γεύ­ση του να θύμι­ζε τον Φρόιντ, τον Άντλερ, τον Μαρξ ή τον Μπέρ­τραντ Ράσελ ή κάποια άλλη θεό­τη­τα της δεκα­ε­τί­ας του ’30». Από την οπτι­κή του σύν­θε­του, μηχα­νο­ποι­η­μέ­νου, εκμο­ντερ­νι­σμέ­νου, ψυχο­λο­γι­κο­ποι­η­μέ­νου και ομο­γε­νο­ποι­η­μέ­νου κόσμου της δεκα­ε­τί­ας του ’30, ο Τζέ­σαπ απο­ζη­τά μια επο­χή από και­ρό χαμέ­νη. Δεν υπάρ­χει επι­στρο­φή στο παρελ­θόν, γεγο­νός που το καθι­στά διπλά ελκυ­στι­κό και πιο σημα­ντι­κό για τον Τζέ­σαπ – ή για τον Λιού­ις. Κι ωστό­σο η αίσθη­ση που έχει ο Τζέ­σαπ για το «κοι­νω­νι­κό καθή­κον» δεν του επι­τρέ­πει να αγνο­ή­σει το παρόν ούτε και να εγκα­τα­λεί­ψει το παρελ­θόν, μιας και το τελευ­ταίο απο­τε­λεί το μέσο διά του οποί­ου θα επι­χει­ρή­σει να ανα­μορ­φώ­σει το παρόν.

Το αίσθη­μα κοι­νω­νι­κού καθή­κο­ντος του Τζέ­σαπ επη­ρε­ά­ζε­ται από τον ατο­μι­σμό του. Δεν πιστεύ­ει σε συλ­λο­γι­κούς τρό­πους ανα­μόρ­φω­σης για­τί τους θεω­ρεί απο­λυ­ταρ­χι­κούς και δογ­μα­τι­κούς και αντι­τί­θε­ται σε κάθε ομά­δα που επι­μέ­νει ότι κατέ­χει την από­λυ­τη και ορι­στι­κή λύση για τα κοι­νω­νι­κά προ­βλή­μα­τα. Ούτε οι «φασί­στες» ούτε οι «κομ­μου­νι­στές», οι «Αμε­ρι­κά­νοι συνταγ­μα­τι­στές», οι «μοναρ­χι­κοί», ούτε και οι «ιερο­κή­ρυ­κες» κατέ­χουν τη μονα­δι­κή απά­ντη­ση, για­τί, σύμ­φω­να με τον Τζέ­σαπ, «Δεν υπάρ­χει Λύση! Ποτέ δεν θα υπάρ­ξει κοι­νω­νία κοντά στην τελειό­τη­τα!» Αντι­κα­το­πτρί­ζει τις αξί­ες του Λιού­ις όταν επι­μέ­νει ότι «όλες οι Ουτο­πί­ες –η φάρ­μα Μπρουκ, το κατα­φύ­γιο του Ρόμπερτ Όου­εν, ο Ελι­κώ­νας του Άπτον Σίν­κλερ– [βρί­σκουν] το ανα­με­νό­με­νο τέλος τους μέσα σε σκάν­δα­λα, απά­τες, φτώ­χια, ρυπα­ρό­τη­τα, απο­γο­ή­τευ­ση». Και όταν δεν κατα­λή­γουν απευ­θεί­ας στην απο­τυ­χία, τέτοιες συλ­λο­γι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες είναι επι­κίν­δυ­νες για τους ατο­μι­στές επει­δή μπο­ρούν να στρα­φούν στον φανα­τι­σμό και στη βία:

Μακά­ριοι όσοι δεν είναι ούτε πατριώ­τες ούτε ιδε­α­λι­στές, που δεν αισθά­νο­νται ότι πρέ­πει να πέσουν με τα μού­τρα σε κάποιο σκο­πό, να κάνουν οπωσ­δή­πο­τε κάτι, μερι­κές φορές τόσο επεί­γον και κοσμοϊ­στο­ρι­κό που όλοι οι αμφι­σβη­τί­ες πρέ­πει να εξα­ε­ρω­θούν, να βασα­νι­στούν, να σφα­για­στούν! Ο παλιός καλός φόνος, από τότε που ο Κάιν έσφα­ξε τον Άβελ, υπήρ­ξε πάντο­τε η προ­τι­μη­τέα μέθο­δος για όλους τους ολι­γάρ­χες και τους δικτά­το­ρες, στο παρελ­θόν και στο μέλ­λον, ώστε να εξου­δε­τε­ρώ­νουν οποια­δή­πο­τε αντίσταση!

Ο Τζέ­σαπ, όπως και ο Λιού­ις, απέ­χει από τον πολι­τι­κό ακτι­βι­σμό και πιστεύ­ει ότι ένας άνθρω­πος που κοι­τά­ζει τη δου­λειά του, αντί να επι­μέ­νει ότι μπο­ρεί να σώσει τον κόσμο, είναι ένας πραγ­μα­τι­κός ιδεαλιστής.

Η έλξη που ασκεί στον Λιού­ις αυτού του είδους ο ιντι­βι­ντουα­λι­σμός είναι έκδη­λος σε μια κρι­τι­κή που έγρα­ψε για το Newsweek το 1937, για μια έκδο­ση του Γουόλ­ντεν του Χέν­ρι Ντέι­βιντ Θορώ, ακό­μα έναν Γιάν­κη που κοι­τού­σε τη δου­λειά του (συνή­θως). Ο Λιού­ις τής έδω­σε τον τίτλο «Μονο­πρό­σω­πη Επα­νά­στα­ση», απευ­θυ­νό­με­νος ειδι­κά προς τις κολε­κτι­βι­στι­κές μεταρ­ρυθ­μί­σεις εκεί­νης της δεκα­ε­τί­ας. Αυτή ήταν η πρώ­τη πρό­τα­ση του κειμένου:

Μια φορά κι έναν και­ρό στην Αμε­ρι­κή υπήρ­χε ένας δια­νο­ού­με­νος που ξεκί­νη­σε μια μονο­πρό­σω­πη επα­νά­στα­ση και στο τέλος νίκησε. 

Δεν υπάρ­χει κάτι τόσο άμε­σο και χαρού­με­νο όπως αυτό – σε σαρά­ντα χρό­νια γρα­φής. Για τον Λιού­ις, η επι­τυ­χία του Θορώ έχει μια σχε­δόν μυθι­κή ποιό­τη­τα («Μια φορά κι έναν και­ρό») και ο Λιού­ις τον ευγνω­μο­νεί για την ιστο­ρία, ταυ­τι­ζό­με­νος εμμέ­σως μαζί του. Στα συμ­φρα­ζό­με­να του τέλους της δεκα­ε­τί­ας του ’30, όταν η Αμε­ρι­κή δεχό­ταν απει­λές από την Ιτα­λία, τη Γερ­μα­νία και την Ιαπω­νία, ο Λιού­ις προ­τεί­νει τον Θορώ ως «υπέρ­τα­το Ντού­τσε», και ως απά­ντη­ση σ’ αυτές τις μορ­φές κατα­πί­ε­σης και επι­βο­λής. Ο Τζέ­σαπ μοι­ρά­ζε­ται τού­τη την εξό­χως ανε­ξάρ­τη­τη οπτι­κή αλλά ανα­κα­λύ­πτει ότι, καθώς οι συν­θή­κες ολο­έ­να και χει­ρο­τε­ρεύ­ουν, και τα μεμο­νω­μέ­να άτο­μα γίνο­νται συχνοί στό­χοι των τρα­μπού­κων και των ντα­ή­δων του Γουί­ντριπ, θα πρέ­πει να πάρει μια θέση.

Μολο­νό­τι η οικο­γέ­νεια και οι φίλοι του Τζέ­σαπ τον παρα­κι­νούν να κρα­τή­σει χαμη­λό προ­φίλ και να μη δημο­σιεύ­σει ένα κύριο άρθρο όπου θα κατα­δι­κά­ζο­νται τα αίσχη του καθε­στώ­τος Γουί­ντριπ, η ερω­μέ­νη του, η Λορί­ντα Πάικ, μια ακτι­βί­στρια, τον υπο­στη­ρί­ζει. Όταν το άρθρο δημο­σιεύ­ε­ται, ο Τζέ­σαπ οδη­γεί­ται αμέ­σως στη φυλα­κή, όπου επα­νε­ξε­τά­ζει την προη­γού­με­νη απόρ­ρι­ψη της βίας και ανα­ρω­τιέ­ται κατά πόσον η δική του ευσυ­νει­δη­σία και αξιο­πρέ­πεια –δηλα­δή, το να κοι­τά­ζει τη δου­λειά του– απο­δεί­χθη­κε ένας από τους κύριους λόγους για την επι­τυ­χία του φασι­σμού στην Αμε­ρι­κή. Σκέ­φτε­ται ότι είναι οι Τζέ­σαπ του κόσμου ετού­του, «αυτοί που επέ­τρε­ψαν στους δημα­γω­γούς να τρυ­πώ­σουν στη ζωή μας, χωρίς καμία αντίσταση».

Παρά τις σκέ­ψεις αυτές ο Τζέ­σαπ είναι αξιο­ση­μεί­ω­τα επι­φυ­λα­κτι­κός να προ­χω­ρή­σει σε ακραία δρά­ση. Έχει ανα­τρα­φεί, ώστε να τιμά­ει τους υπέρ­μα­χους της κατάρ­γη­σης της δου­λεί­ας όπως ο Γου­έ­ντελ Φίλι­πς και η Χάριετ Μπί­τσερ Στό­ου, ωστό­σο «ο πατέ­ρας του θεω­ρού­σε τον Τζον Μπρά­ουν τρε­λό και επι­κίν­δυ­νο». Οι φιλε­λεύ­θε­ρες ρίζες του Τζέ­σαπ τον τοπο­θε­τούν στα­θε­ρά σε μια σχε­τι­κά παθη­τι­κή και πασι­φι­στι­κή πολι­τι­κή παρά­δο­ση. Ακό­μα και από τη στιγ­μή που ο γαμπρός του εκτε­λεί­ται και ο Τζέ­σαπ ακού­ει για φρι­κα­λέ­ες θηριω­δί­ες όπως μαζι­κές εκτε­λέ­σεις και στρα­τό­πε­δα συγκέ­ντρω­σης, συμ­φω­νεί απρό­θυ­μα να κατα­φύ­γει στον Κανα­δά όπου και πάλι στρέ­φο­νται οι Αμε­ρι­κα­νοί για να γλι­τώ­σουν από τη σκλα­βιά. Όμως η προ­σπά­θειά του να απο­δρά­σει μαζί με την οικο­γέ­νειά του είναι ανε­πι­τυ­χής και επι­στρέ­φει, μουρ­μου­ρί­ζο­ντας, «Τώρα κατα­λα­βαί­νω για­τί άνθρω­ποι όπως ο Τζον Μπρά­ουν έγι­ναν παρα­νοϊ­κοί δολο­φό­νοι». Την επαύ­ριο της απο­τυ­χί­ας του να απο­δρά­σει, επι­στρέ­φει στο σπί­τι του για να βρει τον γιο του να δικαιο­λο­γεί τους εμπρη­σμούς βιβλί­ων και τη βίαιη κατα­στο­λή των αντι­φρο­νού­ντων. Ο Τζέ­σαπ εξορ­γί­ζε­ται από το σκε­πτι­κό του γιου του, ότι «δεν μπο­ρείς να φτιά­ξεις ομε­λέ­τα, αν δεν σπά­σεις αβγά», και τον πετά­ει έξω. Έπει­τα από αρκε­τή ανα­βλη­τι­κό­τη­τα και απο­φά­σεις που δια­κό­πτο­νται από μη-απο­φά­σεις  –ακρι­βώς οι στρα­τη­γι­κές που ο Λιού­ις χρη­σι­μο­ποιεί στην πλο­κή και τους χαρα­κτή­ρες του Main Street, του Babbit και του Arrowsmith- ο Τζέ­σαπ εξω­θεί­ται στη δρά­ση και εκδί­δει τη Vermont  Vigilance, ένα ανα­τρε­πτι­κό και παρά­νο­μο έντυ­πο που ξεμπρο­στιά­ζει την εγκλη­μα­τι­κό­τη­τα και τη δια­φθο­ρά του αμε­ρι­κα­νι­κού κορ­πο­ρα­τι­στι­κού κρά­τους και του Πατριω­τι­κού Κόμ­μα­τος. Η χήρα κόρη του Τζέ­σαπ κρύ­βει με ενθου­σια­σμό τα έντυ­πα μέσα σε τεύ­χη του Readers Digest σε ένα φαρ­μα­κείο, ενώ η μικρό­τε­ρη κόρη του υπη­ρε­τεί ως μυστι­κή πρά­κτο­ρας στο στρα­τό­πε­δο του εχθρού, απο­κρού­ο­ντας ανάρ­μο­στες προτάσεις.

Την 4η Ιου­λί­ου 1938, με μια φρι­χτή καται­γί­δα ως φόντο, οι Minute Men εισβάλ­λουν στο σπί­τι του Τζέ­σαπ, το κατα­στρέ­φουν, και τον παίρ­νουν μακριά σε ένα στρα­τό­πε­δο συγκέ­ντρω­σης, όπου σχε­δόν τον σκο­τώ­νουν στο ξύλο. Ως απο­τέ­λε­σμα των συν­θη­κών δια­βί­ω­σης στο στρα­τό­πε­δο, ο Τζέ­σαπ ανα­πτύσ­σει ένα είδος συντρο­φι­κό­τη­τας με τους υπό­λοι­πους κρα­τού­με­νους, και επί­σης εκεί­νο που ο Λιού­ις περι­γρά­φει ως ένα «φονι­κό μίσος προς τους κατα­πιε­στές τους, έτσι που, αν και φιλει­ρη­νι­κοί άνθρω­ποι όλοι τους, θα κρέ­μα­γαν με χαρά έναν έναν τους Κόρ­πο, και τους κακούς και τους πιο ήπιους. Ο Ντο­ρέ­μους κατα­λά­βαι­νε πολύ καλύ­τε­ρα τώρα τον Τζον Μπρά­ουν». Η συντρο­φι­κό­τη­τα ωστό­σο δεν σημαί­νει ότι είναι πια έτοι­μος να γίνει κομ­μου­νι­στής, εγκα­τα­λεί­πο­ντας τον ατο­μι­σμό του. «Αυτό που θέλω», λέει ο Τζέ­σαπ, «είναι μαζι­κή δρά­ση από μονά­χα ένα μέλος, στην κορυ­φή ενός λόφου. Είμαι ένας μεγά­λος οπτι­μι­στής… Ελπί­ζω ακό­μα ότι μια μέρα η Αμε­ρι­κή θα μπο­ρέ­σει να φτά­σει την αξία ενός Κιτ Κάρ­σον». Τελι­κά ο Τζέ­σαπ δρα­πε­τεύ­ει από το στρα­τό­πε­δο και πιά­νει και πάλι δου­λειά στην αντί­στα­ση, αυτή τη φορά ως μυστι­κός πρά­κτο­ρας στη Μινε­σό­τα, συντο­νί­ζο­ντας επι­δρο­μές ενα­ντί­ον σε σταθ­μούς των Minute Men. Παρό­λο που είναι μπλεγ­μέ­νος σε μια οργα­νω­μέ­νη απά­ντη­ση στον φασι­σμό, παρα­μέ­νει ιδε­ο­λο­γι­κά από­μα­κρος, κάνο­ντας ουσια­στι­κά μια επα­νά­στα­ση του ενός ατό­μου. Ο Τζέ­σαπ, γρά­φει ο Λιού­ις, «έβλε­πε τώρα ότι έπρε­πε να παρα­μεί­νει μονά­χος, ένας ‘‘φιλε­λεύ­θε­ρος’’ που λοι­δω­ρού­νταν από όλους τους πιο θορυ­βώ­δεις προ­φή­τες λόγω της άρνη­σής του να συστρα­τευ­τεί με τα πιό­νια της οποιασ­δή­πο­τε πλευ­ράς». Συμ­με­τέ­χει στη λαϊ­κή επα­νά­στα­ση ενά­ντια στο καθε­στώς της Κόρ­πο, αλλά εκτι­μά τους αγώ­νες που σχε­τί­ζο­νται περισ­σό­τε­ρο με την ατο­μι­κή παρά με τη συλ­λο­γι­κή δρά­ση: «Έχω πει­στεί», επι­μέ­νει, «ότι όλα όσα έχουν αξία είναι επι­τεύγ­μα­τα των ελεύ­θε­ρων, των φιλο­πε­ρί­ερ­γων, των κρι­τι­κών πνευ­μά­των, και ότι η δια­τή­ρη­ση ενός τέτοιου πνεύ­μα­τος είναι πολύ πιο σημα­ντι­κή από οποιο­δή­πο­τε κοι­νω­νι­κό σύστημα».

Για πολ­λούς ανα­γνώ­στες στα τέλη της δεκα­ε­τί­ας του ’30 αυτή η επί­κλη­ση του δέκα­του ένα­του αιώ­να των αρε­τών της αυτάρ­κειας φάντα­ζε ελκυ­στι­κή, ωστό­σο παρεί­χε μονά­χα αμυ­δρές πολι­τι­κές λύσεις σε πιε­στι­κά πολι­τι­κά προ­βλή­μα­τα. Η απά­ντη­ση του Λιού­ις στο ενδε­χό­με­νο μιας φασι­στι­κής δικτα­το­ρί­ας δεν πρό­τει­νε ουσια­στι­κές θερα­πεί­ες∙ εντού­τοις αυτό δεν απο­τε­λού­σε σφάλ­μα αλλά στρα­τη­γι­κή, για­τί ο Λιού­ις έγρα­φε ένα σατι­ρι­κό μυθι­στό­ρη­μα και όχι ένα πεντα­ε­τές πλά­νο υπό τη μορ­φή πολι­τι­κού προ­γράμ­μα­τος. Αντί γι’ αυτό, αφύ­πνι­σε μια γενιά Αμε­ρι­κα­νών σε σχέ­ση με τους κιν­δύ­νους που τους περι­τρι­γύ­ρι­ζαν. Πολ­λοί από τους ανα­γνώ­στες ανα­γνώ­ρι­σαν ότι, μολο­νό­τι οι απα­ντή­σεις που πρό­σφε­ρε στα προ­βλή­μα­τα της επο­χής τους ήταν πρό­χει­ρες, οι ερω­τή­σεις που ήγει­ρε σε σχέ­ση με την ελευ­θε­ρία και τη δικαιο­σύ­νη παρα­μέ­νουν διαρ­κείς. Πίστευε ότι η δια­φω­νία –ακό­μα και μια αστα­θής, εκκε­ντρι­κή, παλιο­μο­δί­τι­κη εκδο­χή της– δεν απο­τε­λού­σε προ­δο­σία αλλά βρι­σκό­ταν στην καρ­διά της αμε­ρι­κα­νι­κής δημο­κρα­τι­κής ιδιό­τη­τας. Βυθι­σμέ­νοι στην πολυ­πλο­κό­τη­τα και την ανα­σφά­λεια της μετά την 11η Σεπτεμ­βρί­ου επο­χής, οι Αμε­ρι­κα­νοί όλων σχε­δόν των πολι­τι­κών πεποι­θή­σε­ων είναι πολύ πιθα­νό να βρουν ότι το Δεν γίνο­νται αυτά εδώ, αν και λογο­τε­χνι­κό παρά­γω­γο της πολι­τι­κής της δεκα­ε­τί­ας του ’30, ανα­δει­κνύ­ε­ται σε ένα απο­κα­λυ­πτι­κό και ενο­χλη­τι­κό ανάγνωσμα.


*Ο κ. Μάικλ Μάγιερ είναι Ομό­τι­μος Καθη­γη­τής του Τμή­μα­τος της Αγγλι­κής Φιλο­λο­γί­ας του Πανε­πι­στη­μί­ου του Κονέ­κτι­κατ, με ειδί­κευ­ση στην αμε­ρι­κα­νι­κή λογο­τε­χνία του 19ου και του 20ου αιώνα.

lewis-den-ginontai-6090-5