Έχω απροσ­δό­κη­τα νέα.

Πριν από μερι­κούς μήνες ήρθε στο Βερο­λί­νο, στο πανε­πι­στή­μιο, ένας διε­θνώς γνω­στός έλλη­νας γλωσ­σο­λό­γος για μια διά­λε­ξη. Ο γλωσ­σο­λό­γος αυτός έχει ειδι­κευ­τεί στις γλώσ­σες της Πατα­γο­νί­ας και της Γης του Πυρός, έχει διδά­ξει σε πανε­πι­στή­μια της Χιλής και γι’ αυτό εξα­κο­λου­θεί να ταξι­δεύ­ει συχνά πυκνά στη Χιλή, αν και η μόνι­μη κατοι­κία του είναι στο Παρί­σι. Εκεί που καθό­μα­σταν στο γρα­φείο μου και συζη­τού­σα­με θεω­ρη­τι­κά για τη διά­λε­ξη που θα έδι­νε σε λίγο –πρα­κτι­κά περί ανέ­μων και υδά­των– μου μίλη­σε για μια παρά­ξε­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα που εγκα­τα­στά­θη­κε στη Χιλή από τον περα­σμέ­νο Αύγου­στο. Μερι­κά στοι­χεία από την περι­γρα­φή μού κίνη­σαν την περιέρ­γεια:

Ο νεο­φερ­μέ­νος αυτός έγι­νε ο νέος διευ­θυ­ντής του χιλια­νού Playboy και μέσα σε λίγες εβδο­μά­δες έφε­ρε τα πάνω κάτω. Δημο­σιεύ­ει κεί­με­να δόκι­μων συγ­γρα­φέ­ων, βρί­σκει άρθρα επι­πέ­δου, ενώ οι γυναί­κες που φωτο­γρα­φί­ζει δεν είναι κου­νε­λά­κια, αλλά συνει­δη­το­ποι­η­μέ­νες, ώρι­μες γυναί­κες, όπως για παρά­δειγ­μα μια ηθο­ποιός που ήταν είδω­λο του σεξ μερι­κές δεκα­ε­τί­ες πιο πριν (σαν τη δική μας Ζωή Λάσκα­ρη ας πού­με), ή μια σοβα­ρή τρα­γου­δί­στρια, γυναί­κα και όχι θηλυ­κό (κάποια σαν τη Δήμη­τρα Γαλά­νη για παρά­δειγ­μα). Επί­σης, αρθρο­γρα­φεί τακτι­κά σε μια μικρή εφη­με­ρί­δα που παλιά ήταν το όργα­νο της δια­νο­ού­με­νης αρι­στε­ράς της μειο­ψη­φί­ας, αλλά σήμε­ρα έχει ξεπέ­σει σε κυβερ­νη­τι­κό όργα­νο, γι’ αυτό μάλ­λον θα στα­μα­τή­σει τη συνερ­γα­σία, πριν αρχί­σουν τη λογο­κρι­σία και μαλώ­σει μαζί τους.

Αν πρό­κει­ται για συμ­πτώ­σεις, δεν στα­μα­τούν εδώ. Ο άνθρω­πος αυτός έχει, λέει, ξεκι­νή­σει μια τηλε­ο­πτι­κή σει­ρά με συνε­ντεύ­ξεις λογο­τε­χνών. Το ιδιαί­τε­ρο είναι ότι η σει­ρά ασχο­λεί­ται με κλα­σι­κούς συγ­γρα­φείς που δεν ζουν πια. Κάφ­κα, Προυστ, Νερού­δα… Εδώ κάτι άρχι­σε να με γαρ­γα­λά­ει. Θυμά­μαι πολύ καλά συζη­τή­σεις που είχα με τον Ανταίο – ήθε­λε να αλλά­ξει τις «Κεραί­ες», να στα­μα­τή­σει τις συνε­ντεύ­ξεις με ζώντες συγ­γρα­φείς και να ακο­λου­θή­σει τα ίχνη νεκρών συγ­γρα­φέ­ων στις πόλεις τους –Πρά­γα, Παρί­σι, Σαντιά­γο– μιλώ­ντας με μελε­τη­τές τους ή με συγ­γε­νείς, κάνο­ντας γυρί­σμα­τα στα σπί­τια τους και στις γει­το­νιές τους. Θυμά­μαι τις κου­βέ­ντες μας, πώς θα μπο­ρού­σε μια τέτοια εκπο­μπή να είναι πρω­τό­τυ­πη και ζωντα­νή. Αυτό φαί­νε­ται να κατά­φε­ρε τελι­κά η εν λόγω μυστη­ριώ­δης προ­σω­πι­κό­τη­τα. Τρί­τη σύμ­πτω­ση;

Ο ίδιος άνθρω­πος έχει, λέει, ανα­λά­βει μια σει­ρά ξένης λογο­τε­χνί­ας σε έναν από τους καλύ­τε­ρους εκδο­τι­κούς οίκους της χώρας. Στη σει­ρά έρχο­νται οι συγ­γρα­φείς όχι επει­δή μπο­ρεί να πλη­ρώ­νει τον αγιο­γδύ­τη τον Γουάι­λυ, αλλά επει­δή συγ­γρα­φείς και εκδό­τες εκτι­μούν την προ­σω­πι­κό­τη­τά του: ευγε­νι­κός, μορ­φω­μέ­νος, με χιού­μορ, κοι­νω­νι­κός, καλός συζη­τη­τής, άτο­μο που ξέρει τι θέλει. Και αυτό σύμ­πτω­ση;

Ρώτη­σα τον κ. γλωσ­σο­λό­γο πού μένει αυτός ο μυστη­ριώ­δης άνθρω­πος. «Πού αλλού;» μου απά­ντη­σε. «Στο Βαλ­πα­ρα­ΐ­σο».

Το Βαλ­πα­ρα­ΐ­σο είναι μια παρα­λια­κή πόλη της Χιλής, πατρί­δα του Σαλ­βα­ντόρ Αλιέ­ντε και, θα λέγα­με, η πολι­τι­στι­κή πρω­τεύ­ου­σα της χώρας. Η πόλη ήταν πατρί­δα των μπο­έμ στον δέκα­το ένα­το αιώ­να και έχει εμπνεύ­σει μου­σι­κούς, καλ­λι­τέ­χνες και συγ­γρα­φείς. Το Βαλ­πα­ρα­ΐ­σο έχει ιδιαί­τε­ρη θέση στη λογο­τε­χνία. Θυμά­μαι για παρά­δειγ­μα τους Μπού­ντεν­μπρουκς: ο μικρό­τε­ρος αδερ­φός τού Τόμας, ο Κρί­στιαν –καλ­λι­τε­χνι­κή φύση, ευαί­σθη­τος, ανα­σφα­λής και καλο­συ­νά­τος, κάθε άλλο παρά καλός έμπο­ρος, προ­σα­να­το­λι­σμέ­νος στο υλι­κό κέρ­δος, όπως ο μεγα­λύ­τε­ρος αδερ­φός του–εκεί είχε κατα­φύ­γει για λίγα χρό­νια και από κει είχε τις μονα­δι­κές του ευχά­ρι­στες ανα­μνή­σεις.

Απο­φά­σι­σα ότι πρέ­πει να μάθω περισ­σό­τε­ρα γι’ αυτό το πρό­σω­πο, έστω και μόνο για να μου φύγει η ιδέα. Σκέ­φτη­κα τον Κρί­στιαν – η πρώ­ην σύντρο­φος του καλού μου φίλου είναι από τη Χιλή. Του έγρα­ψα να μου δώσει τα στοι­χεία της και μου τα έστει­λε αμέ­σως. Η Χάνα ζει στην Κολω­νία. Την πήρα τηλέ­φω­νο, μιλή­σα­με ώρα και κατά­φε­ρα να μου υπο­σχε­θεί ότι θα το έψα­χνε. Βρε­θή­κα­με σε λίγες εβδο­μά­δες – συν­δύ­α­σε ένα επαγ­γελ­μα­τι­κό ταξί­δι στο Βερο­λί­νο για να με συνα­ντή­σει. Οι πλη­ρο­φο­ρί­ες που είχε συγκε­ντρώ­σει ήταν λιγο­στές: ο άνθρω­πός μας δηλώ­νει Ιτα­λός, αν και με παρά­ξε­νη προ­φο­ρά. Πλη­ρώ­νει πάντο­τε σε μετρη­τά, σε κολ­λα­ρι­στά Ευρώ – φαί­νε­ται να έχει αρκε­τά. Ελα­φριά καμπού­ρα, περ­πά­τη­μα σβέλ­το, αδυ­να­μία στις λιχου­διές και στα ταξί­δια, αγά­πη για το bel canto και μια κρυ­φή συμπά­θεια σε σαχλά ιτα­λι­κά τρα­γου­δά­κια. Η Χάνα είχε όμως και άλλο υλι­κό, εξαι­ρε­τι­κά πολύ­τι­μο. Καταρ­χάς, τρία σύντο­μα βίντεο που μου τα έδει­ξε στο τάμπλετ της και θα ήθε­λα να σας τα περι­γρά­ψω:

Το ένα δεί­χνει τον μυστη­ριώ­δη Χιλια­νό να κάθε­ται σ’ ένα γρα­φείο και να δακτυ­λο­γρα­φεί σ’ έναν φορη­τό υπο­λο­γι­στή ακού­γο­ντας ιτα­λι­κές άριες. Τίπο­τα παρά­ξε­νο μέχρι εδώ, αν ο τρό­πος που δακτυ­λο­γρα­φού­σε δεν είχε κάτι μονα­δι­κό (ήταν σαν να ήθε­λε να πέσει στο πλη­κτρο­λό­γιο και να το κατα­στρέ­ψει· σκυμ­μέ­νος πάνω του, το χτυ­πού­σε με τους δεί­κτες και των δύο χεριών του σαν να ήθε­λε να του ανοί­ξει τρύ­πες, γρά­φο­ντας μ’ αυτόν τον τρό­πο –μόνο με τους δεί­κτες– αστα­μά­τη­τα, σαν μανια­κός) και αν ο δίσκος που ακου­γό­ταν δεν ήταν αυτός με τον Γιό­νας Κάουφ­μαν, που ο Ανταί­ος είχε αγα­πή­σει τον περα­σμέ­νο Μάρ­τιο.

Το δεύ­τε­ρο βίντεο, δυστυ­χώς σε κακή κατά­στα­ση, τον δεί­χνει να περ­πα­τά­ει. Δεν είναι μόνος, όμως η παρέα του έχει μεί­νει πίσω, για­τί ο μυστη­ριώ­δης άνθρω­πος έχει βάλει το κεφά­λι κάτω και περ­πα­τά­ει γρη­γο­ρό­τε­ρα από τους άλλους. Το βίντεο ήταν κου­νη­μέ­νο, όμως θα έπαιρ­να όρκο ότι ανα­γνώ­ρι­σα μερι­κούς από την παρέα που τον ακο­λου­θού­σε. Ο ένας θα μπο­ρού­σε να είναι εκεί­νος ο παλιός φίλος του Ανταί­ου από τα χρό­νια της Ιτα­λί­ας, που είχαν έρθει μαζί Πάσχα στο Βερο­λί­νο· ο άλλος, πάλι, ένας συγ­γρα­φέ­ας, εκεί­νος με το μου­στά­κι και τα γυα­λιά, που δεν ήξε­ρε αν ήταν Ιτα­λός, Πορ­το­γά­λος ή Κρη­τι­κός, και που ποτέ δεν του δόθη­κε το Νόμπελ.

Το τρί­το βίντεο ήταν πιο μεγά­λο σε διάρ­κεια και το καλύ­τε­ρο σε ποιό­τη­τα. Δεί­χνει έναν άνθρω­πο μόνο σ’ ένα δωμά­τιο με ξύλι­νο πάτω­μα. Είναι μάλ­λον απο­με­σή­με­ρο, τα στό­ρια είναι κατε­βα­σμέ­να και οι κουρ­τί­νες μισο­τρα­βηγ­μέ­νες. Ο ήλιος έξω πρέ­πει να είναι εκτυ­φλω­τι­κός, το πάτω­μα είναι κατά­στι­κτο από λαμπε­ρές κουκ­κί­δες στρω­μέ­νες σε παράλ­λη­λες γραμ­μές πάνω στο παρ­κέ. Η ατμό­σφαι­ρα στο δωμά­τιο είναι πορ­το­κα­λί, ζεστή, ο αέρας είναι σίγου­ρα ξερός, μυρί­ζει ξύλο και βιβλία. Οι κουρ­τί­νες παίρ­νουν το τετρα­γω­νι­σμέ­νο φως που αφή­νουν τα στό­ρια να περ­νά­ει και το καμπυ­λώ­νουν στην επι­φά­νειά τους, οι κουκ­κί­δες κυμα­τί­ζουν έτσι καθώς τις κου­νά­ει ο αέρας που έρχε­ται απ’ έξω. Μέσα στις λοξές φωτει­νές γραμ­μές που σκί­ζουν τη σκιά, χορεύ­ει σκό­νη. Ο άνθρω­πός μας κάθε­ται ανα­παυ­τι­κά σε μια πολυ­θρό­να, ολο­μό­να­χος, και ακού­ει ένα κομ­μά­τι για contralto και ορχή­στρα. Η μου­σι­κή είναι υπερ­βο­λι­κά δυνα­τή κι έτσι κατα­λα­βαί­νω τι ακού­ει – είναι ένα ποί­η­μα μετα­φρα­σμέ­νο στα γερ­μα­νι­κά που μελο­ποί­η­σε ο Μάλερ, το προ­τε­λευ­ταίο του έργο: Ψυχρός ο αέρας έρχε­ται απ’ τη σκιά των δέντρων. / Ήρθα. Και λαχτα­ρώ να δω τον φίλο μου· / τον λαχτα­ρώ για να του πω το τελευ­ταίο αντίο. / Ω, πώς μου λεί­πει, φίλε μου, να γεί­ρω στο πλευ­ρό σου. / Του από­βρα­δου την ομορ­φιά μόνο έτσι θ’ απο­λαύ­σω. / Μα τι απέ­γι­νες; Για πόσο ακό­μη θα με αφή­νεις μόνο! Επει­δή νομί­ζει ότι δεν τον παρα­κο­λου­θεί κανείς, σιγο­ντά­ρει με μια φάλ­τσα, γλυ­κιά φωνή, σιγο­ντά­ρει μαζί και τα μεγά­λα μου­σι­κά μέρη – «νανα­ναα να, νανα­ναα, να». Ο άνθρω­πός μας δεί­χνει να είναι μονα­χι­κός αλλά αυτάρ­κης, ικα­νο­ποι­η­μέ­νος και πολύ ευτυ­χι­σμέ­νος.

Το δεύ­τε­ρο στοι­χείο ήταν και το πιο συγκλο­νι­στι­κό. Μερι­κές σελί­δες κλει­σμέ­νες σ’ έναν κίτρι­νο φάκε­λο, με τη χει­ρό­γρα­φη ένδει­ξη «Να κατα­στρα­φεί». Σίγου­ρα θα είχε κατα­λή­ξει στη θάλασ­σα ή σε κάποια χωμα­τε­ρή, αν ο αφη­ρη­μέ­νος φίλος μας δεν το ξεχνού­σε σ’ ένα ταβερ­νά­κι με θέα τον ωκε­α­νό, στο «Café Sello Verde», κοντά στο σπί­τι του Νερού­δα, στην οδό Ricardo de Ferrari. Ένας θεός ξέρει πώς έφτα­σε στα χέρια της Χάνα. Ήταν αρκε­τές σελί­δες, γραμ­μέ­νες στα ελλη­νι­κά. Σας δια­βά­ζω ένα μικρό από­σπα­σμα, το σημα­ντι­κό­τε­ρο, για να κατα­λά­βε­τε την έκπλη­ξή μου:

Όταν ξανα­κοί­τα­ξα τον Θανά­ση, ήταν πεσμέ­νος κάτω. Ο μαύ­ρος μαντε­μέ­νιος πετει­νός, που συνή­θως στε­κό­ταν δεξιά πάνω στο γρα­φείο του, είχε το ράμ­φος του χωμέ­νο στο πίσω μέρος του κεφα­λιού του. Αίμα δεν έτρε­χε πολύ, ή, εν πάση περι­πτώ­σει, έτρε­χε λιγό­τε­ρο από ό,τι βλέ­που­με στις ται­νί­ες. Για­τί εγώ νεκρό άνθρω­πο μόνο σε ται­νί­ες είχα δει. […]

«Ανταίο, συγκε­ντρώ­σου», είπα στον εαυ­τό μου, «Παρα­σκευή από­γευ­μα είναι, οι περισ­σό­τε­ροι θα έχουν ήδη φύγει, οι υπό­λοι­ποι θα νομί­ζουν ότι ο Καστα­νιώ­της είναι ήδη καθ’ οδόν για το σπί­τι του, θα βγεις σαν κύριος από τα γρα­φεία, θα πας κατευ­θεί­αν στο γκα­ράζ, θα πάρεις το αμά­ξι σου και μετά θα σκε­φτείς τι θα κάνεις».

Κοί­τα­ξα τα ρού­χα μου. Άψο­γος. Δεν είχα λερω­θεί καθό­λου. […]

Ευτυ­χώς που άνοι­ξα τη σάκα του. Σε μια τσέ­πη, βρή­κα είκο­σι πέντε χιλιά­ρι­κα. Κολ­λα­ρι­στά, από την τρά­πε­ζα. Ποιος ξέρει τι σκό­πευε να τα κάνει. Τα πήρα.

Ακό­μα από αυτά τρώω. Το νοί­κι εδώ είναι πάμ­φθη­νο. Το σπί­τι στο οποίο μένω είναι βαμ­μέ­νο κόκ­κι­νο, το κόκ­κι­νο του ροδιού. Το διπλα­νό είναι ώχρα, το παρα­δί­πλα πρά­σι­νο. Είναι, υπο­τί­θε­ται, δια­τη­ρη­τέα, βρί­σκο­νται υπό την προ­στα­σία της Ουνέ­σκο ως διε­θνής αρχι­τε­κτο­νι­κή κλη­ρο­νο­μιά. Από εδώ πάνω βλέ­πεις τον Ειρη­νι­κό και στην άκρη δεξιά το λιμά­νι κι ένα κομ­μά­τι από την κεντρι­κή πλα­τεία.

Δεν ξέρω πώς σκέ­φτη­κα το Βαλ­πα­ρα­ΐ­σο. Η Χιλή δεν ήταν ποτέ χώρα του γού­στου μου, το αντί­θε­το […].

Είναι όμως μακριά η Χιλή. Άντε να με βρουν εδώ πέρα, σε αυτή τη μικρή πόλη της άκρης του κόσμου. Όταν με ρωτά­νε από πού είμαι, λέω Ιτα­λός, από την Πού­λια, μιλάω άλλω­στε αρκε­τά καλά τα ιτα­λι­κά, μερι­κές φορές ακό­μα και οι Ιτα­λοί μπερ­δεύ­ο­νται μαζί μου. Όχι πως ρωτά­ει δηλα­δή κανείς, φτω­χοί άνθρω­ποι είναι, κοι­τά­νε τη δου­λειά τους.

Αύριο θα πάω να δω το σπί­τι του Νερού­δα. Είναι μόνο μερι­κά χιλιό­με­τρα από­στα­ση από εδώ, κοντά στη θάλασ­σα. Να μην ξεχνά­με τα χού­για μας και τις κατα­βο­λές μας.

ΑΝΤΑΙΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗΣ
Βαλ­πα­ρα­ΐ­σο

Το ανέκ­δο­το αυτό χει­ρό­γρα­φο, αυτή η εξο­μο­λό­γη­ση με την ξεκά­θα­ρη υπο­γρα­φή του Ανταί­ου, ήταν το κομ­μά­τι που συμπλή­ρω­σε το παζλ. Ο Ανταί­ος απλώς δρα­πέ­τευ­σε από εδώ και αυτήν τη στιγ­μή που μιλά­με βρί­σκε­ται στο Βαλ­πα­ρα­ΐ­σο, κυκλο­φο­ρεί στα ανη­φο­ρι­κά δρο­μά­κια του, βολ­τά­ρει στο λιμά­νι και μένει σ’ ένα κατα­κόκ­κι­νο σπί­τι! Όμως, πριν ανα­κοι­νώ­σω ένα τέτοιο νέο στους δικούς του και στους φίλους του, προ­τί­μη­σα να μην αρκε­στώ στις προ­φα­νείς ενδεί­ξεις και να σιγου­ρευ­τώ ο ίδιος. Ψάχνο­ντας στο ίντερ­νετ και παίρ­νο­ντας τηλέ­φω­να από το γρα­φείο, εις βάρος της δου­λειάς που άρχι­ζα πια να παρα­με­λώ, μπό­ρε­σα να εντο­πί­σω το ψευ­δώ­νυ­μό του και να βρω τα στοι­χεία του. Και επι­τέ­λους, ύστε­ρα από μήνες, κατά­φε­ρα να επι­κοι­νω­νή­σω και πάλι μαζί του.

Ήταν βρά­δυ, καθό­μουν στον κήπο και ήμουν ολο­μό­να­χος. Φυσού­σε ένα ελα­φρύ αερά­κι, πάνω από το κεφά­λι μου θρόι­ζαν τα φύλ­λα, κατά τ’ άλλα είχε από­λυ­τη ησυ­χία, τόση, που άκου­γα το τσι­τσί­ρι­σμα της καύ­τρας που έκαι­γε τον καπνό, καθώς τρα­βού­σα τις τζού­ρες από το τσι­γά­ρο. Νύστα­ζα. Κάτι τέτοιες στιγ­μές μού άρε­σε και παλιά να τον παίρ­νω τηλέ­φω­νο, συχνά για να μην πού­με τίπο­τα το ιδιαί­τε­ρο, μόνο για να ψιλο­λο­γή­σου­με. «Έλα», άκου­σα τη φωνή του, με τον γνώ­ρι­μο τόνο που βρί­σκε­ται ένα βήμα από την αγέ­νεια. «Μου έλει­ψες», του είπα, και άρχι­σα να του μιλάω, κι εγώ δεν ξέρω για πόση ώρα. Με άκου­γε, απα­ντού­σε, μου μίλη­σε κι εκεί­νος για τα δικά του: δια­βά­ζει, γρά­φει, ακού­ει μου­σι­κή στη σκιά του δωμα­τί­ου του, συνα­ντά­ει φίλους που είχε να δει και­ρό. Του αρέ­σει να κάθε­ται και να κοι­τά­ζει τον κόσμο στην πλα­τεία, το λιμά­νι, τη θάλασ­σα δίχως ορί­ζο­ντα, έναν Ειρη­νι­κό Ωκε­α­νό που είναι μονί­μως γαλή­νιος. Αισθά­νε­ται καλά, στο Βαλ­πα­ρα­ΐ­σο ο κόσμος είναι εύκο­λος και ζει σ’ έναν απλό παλ­μό. Και όχι, δεν του λεί­που­με. Ακου­γό­ταν ανά­λα­φρος και ξέγνοια­στος. Τέλος, και επει­δή είμαι σίγου­ρος ότι κι εγώ κάπο­τε θα πάω στο Βαλ­πα­ρα­ΐ­σο, για­τί απο­κλεί­ε­ται να μεί­νω εδώ για πάντα, τον ρώτη­σα αν θέλει να του φέρω κάτι μαζί όταν θα ξανα­συ­να­ντη­θού­με, αν του λεί­πει κάτι εκεί που είναι. «Κι εγώ που σε είχα για έξυ­πνο», μου απά­ντη­σε. «Τι μπο­ρεί, βρε, να μου λεί­πει στον θαλασ­σι­νό μου Κερα­μει­κό; Ή μήπως ακό­μη δεν πήρες χαμπά­ρι τι είναι “αυτή η μικρή πόλη της άκρης του κόσμου”, τι πάει να πει “Βαλ­πα­ρα­ΐ­σο”;»

Το κεί­με­νο του Κώστα Κοσμά δια­βά­στη­κε στην εκδή­λω­ση που πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στον Ιανό στις 29/03/2016 στη μνή­μη του Ανταί­ου Χρυ­σο­στο­μί­δη.