του Δημή­τρη Β. Τριανταφυλλίδη

Ένας ευπατρίδης περπατά στη σκοτεινή πλευρά του ερωτισμού

[pl_blockquote cite=“ΖΩΡΖ ΜΠΑΤΑΪΓ”]

Ο ερω­τι­σμός μάς στέλ­νει στη μοναξιά.

[/pl_blockquote]

 

Θα φανεί παρά­ξε­νο, ίσως, ο μετρ του διη­γή­μα­τος, ο μύστης του θεα­τρι­κού λόγου, ο άνθρω­πος που άλλα­ξε την πορεία του θεά­τρου και σημά­δε­ψε ανε­ξί­τη­λα τη ρωσι­κή αλλά και την παγκό­σμια λογο­τε­χνία, να έχει ασχο­λη­θεί με την πορνογραφία.

Ο Άντον Πάβλο­βιτς Τσέ­χοφ, όμως, προ­σω­πι­κό­τη­τα έντο­νη και πολυ­διά­στα­τη, δια­τή­ρη­σε καθ’ όλη τη διάρ­κεια της ζωής του την παι­γνιώ­δη εκεί­νη διά­θε­ση που έχουν όλοι εκεί­νοι που αφιε­ρώ­νουν τη ζωή τους στα μεγά­λα και τα σημα­ντι­κά. Άνθρω­πος ευαί­σθη­τος, έπλα­σε τους ήρω­ες των θεα­τρι­κών έργων και των διη­γη­μά­των του με ιδιαί­τε­ρη τρυ­φε­ρό­τη­τα και αγά­πη. Αφου­γκρα­ζό­ταν τις αγω­νί­ες και τα πάθη του ανθρώ­που και ανέ­δει­ξε χαμη­λό­φω­να το μεγα­λείο της ανθρώ­πι­νης ψυχής, έτσι όπως αυτή πάλευε με τα αντα­ρια­σμέ­να κύμα­τα της βιο­τής, του έρω­τα και της μετα­φυ­σι­κής αγω­νί­ας του θανάτου.

Ο Άντον Πάβλο­βιτς Τσέ­χοφ κατέ­κτη­σε τη δική του θέση στον Όλυ­μπο της παγκό­σμιας λογο­τε­χνί­ας και έγι­νε μέρος της πολι­τι­στι­κής κλη­ρο­νο­μιάς της ανθρω­πό­τη­τας, ξεφεύ­γο­ντας από τα στε­νά όρια της εθνι­κής λογο­τε­χνί­ας της αχα­νούς ιδιαί­τε­ρης πατρί­δας του. Από την πρώ­τη στιγ­μή τα έργα του απευ­θύ­νο­νταν σ’ ένα ευρύ­τε­ρο ακροατήριο.

Η «ΓΚΑΛΤΣΟΝΚΑ»* ΚΑΙ Ο ΤΣΕΧΟΦ

Το διή­γη­μα «Η Γκαλ­τσόν­κα» μέχρι σήμε­ρα προ­κα­λεί μεγά­λες δια­μά­χες μετα­ξύ των συμπα­τριω­τών του μεγά­λου ρώσου συγ­γρα­φέα. Μια μεγά­λη μερί­δα θεω­ρεί ότι δεν ανή­κει στη γρα­φί­δα του Τσέ­χοφ, πιστεύ­ει ότι είναι ένα έργο ανώ­νυ­μου δημιουρ­γού που το έγρα­ψε «στο ύφος του Τσέ­χοφ», προ­κει­μέ­νου να πετύ­χει μεγα­λύ­τε­ρη διείσ­δυ­ση στον ευρύ­τε­ρο κύκλο των ανα­γνω­στών. Η άλλη πλευ­ρά παρα­θέ­τει πλή­θος επι­χει­ρη­μά­των υπέρ της άπο­ψης ότι ανή­κει στον Τσέ­χοφ, και το θεω­ρεί ως ένα μικρό αρι­στούρ­γη­μα του μεγά­λου δραματουργού.

Το εν λόγω διή­γη­μα δεν περι­λαμ­βά­νε­ται στα Άπα­ντα του Α. Π. Τσέ­χοφ, που εκδό­θη­καν από τη Σοβιε­τι­κή Ακα­δη­μία Επι­στη­μών κατά τη διάρ­κεια της δεκα­ε­τί­ας του 1980. Ούτως ή άλλως, θα μπο­ρού­σε να περι­μέ­νει κανείς κάτι τέτοιο, αφού το περιε­χό­με­νό του έρχε­ται σε πλή­ρη αντί­θε­ση με την πολι­τι­κή του τότε κρα­ταιού ΚΚΣΕ.

Δημο­σιεύ­τη­κε για πρώ­τη φορά στη συλ­λο­γή Ρωσι­κή ερω­τι­κή πρό­ζα πριν από μερι­κά χρό­νια και, όπως ήταν φυσι­κό, τάρα­ξε τα νερά της σεμνό­τυ­φης μετα­σο­βιε­τι­κής Ρωσί­ας. Η δια­μά­χη συνε­χί­ζε­ται μέχρι σήμε­ρα με εκα­τέ­ρω­θεν βολές για την αυθε­ντι­κό­τη­τα ή μη του κειμένου.

Όπως και να έχουν τα πράγ­μα­τα, όμως, η Γκαλ­τσόν­κα είναι ένα μικρό ερω­το­γρά­φη­μα γραμ­μέ­νο με ευαι­σθη­σία, εξυ­πνά­δα και τόλ­μη. Χαρα­κτη­ρι­στι­κά, άλλω­στε, που προ­σι­διά­ζουν στο χαρα­κτή­ρα του Τσέ­χοφ. Κι ας μη ξεχνά­με ότι όλοι οι μεγά­λοι δημιουρ­γοί ενέ­δω­σαν κάπο­τε στον «πει­ρα­σμό της πορ­νο­γρα­φί­ας», απο­δει­κνύ­ο­ντας πως η μεγά­λη λογο­τε­χνία δεν γνω­ρί­ζει σύνο­ρα μετα­ξύ των ειδών, των σχο­λών, των χωρών και των λαών.

Αθή­να

Άνοι­ξη – Καλο­καί­ρι 2008

* Υπο­κο­ρι­στι­κό του γυναι­κεί­ου ονό­μα­τος Γκα­λί­να, Γκά­λια. (Σ.τ.Μ.)