Στις ευρω­παϊ­κές δημο­κρα­τί­ες παρα­τη­ρεί­ται μια διαρ­κώς αυξα­νό­με­νη μετα­βλη­τό­τη­τα της πολι­τι­κής συμπε­ρι­φο­ράς. Η «δυσθυ­μία με τη δημο­κρα­τία» και ο «κομ­μα­τι­κός κορε­σμός» απο­τε­λούν τα συνο­δευ­τι­κά φαι­νό­με­να αυτής της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Όσο πιο αστα­θείς στις κομ­μα­τι­κές και εκλο­γι­κές επι­λο­γές τους γίνο­νται οι ψηφο­φό­ροι και όσο περισ­σό­τε­ρο απα­ξιώ­νο­νται στα μάτια τους οι θεσμοί της αντι­προ­σω­πευ­τι­κής δημο­κρα­τί­ας τόσο ενι­σχύ­ο­νται τα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς. 
Η εμφά­νι­ση της άκρας δεξιάς στο κομ­μα­τι­κό σύστη­μα δεν στη­ρί­ζε­ται μόνο σε θυμι­κές παρα­μέ­τρους. Στις περι­πτώ­σεις των χωρών που εξε­τά­ζο­νται στο βιβλίο (Δανία, Νορ­βη­γία, Ολλαν­δία, Ελβε­τία, Αυστρία, Γερ­μα­νία), η ενδυ­νά­μω­ση του ακρο­δε­ξιού χώρου συμπί­πτει χρο­νι­κά με τις εκδη­λώ­σεις οικο­νο­μι­κής κρί­σης της δεκα­ε­τί­ας του 1970 και τις μετα­βο­λές στην παρα­γω­γι­κή και την κοι­νω­νι­κή δομή των βιο­μη­χα­νι­κών κοι­νω­νιών. 
Οι κομ­μα­τι­κές συγκλί­σεις και οι εναρ­μο­νι­σμέ­νες πρα­κτι­κές, που στο όνο­μα του συμ­βιω­τι­σμού και της συναί­νε­σης εφάρ­μο­σαν τα κυβερ­νη­τι­κά κόμ­μα­τα, τα έφε­ραν αντι­μέ­τω­πα με την παρα­δο­σια­κή εκλο­γι­κή βάση τους. Η εκλο­γι­κή απο­γεί­ω­ση της άκρας δεξιάς έχει ως αφε­τη­ρία την αντα­πό­κρι­σή της στις δια­θέ­σεις δυσα­ρέ­σκειας και δια­μαρ­τυ­ρί­ας των ψηφο­φό­ρων και την αδυ­να­μία των συστη­μά­των δια­κυ­βέρ­νη­σης να προ­σφέ­ρουν επαρ­κείς δυνα­τό­τη­τες εκτό­νω­σης της δυσφο­ρί­ας των πολι­τών.
Από το άκρως επί­και­ρο και ενδια­φέ­ρον βιβλίο της Βασι­λι­κής Γεωρ­γιά­δου Η άκρα δεξιά και οι συνέ­πειες της συναί­νε­σης (Δανία, Νορ­βη­γία, Ολλαν­δία, Ελβε­τία, Αυστρία, Γερ­μα­νία), παρα­θέ­του­με τις κατα­λη­κτι­κές παρα­τη­ρή­σεις και τα συμπε­ρά­σμα­τα που συνά­γο­νται από τις διε­ξο­δι­κές ανα­λύ­σεις των προη­γού­με­νων κεφα­λαί­ων.

1. Η άκρα δεξιά μπροστά στον εκλογικό καθρέφτη. Ποιοι την ψηφίζουν και γιατί.

Ανα­λύ­ο­ντας στα κεφά­λαια που προη­γή­θη­καν τη μετα­πο­λε­μι­κή άκρα δεξιά, βρε­θή­κα­με ενώ­πιον ενός σύν­θε­του και αντι­φα­τι­κού φαι­νο­μέ­νου. Εκκι­νώ­ντας από την υπό­θε­ση εργα­σί­ας ότι, στην περί­πτω­σή της, έχου­με να κάνου­με με μια «πολύ­πλο­κη αλχη­μεία», στην πορεία της μελέ­της δια­πι­στώ­σα­με ότι η συν­θε­τό­τη­τα και η αντι­φα­τι­κό­τη­τα δεν απο­τε­λούν περι­στα­σια­κές, φθί­νου­σες ή υπο­λειμ­μα­τι­κές ιδιό­τη­τες, αλλά πυρη­νι­κά και διαρ­κή συνο­δευ­τι­κά στοι­χεία τού ακρο­δε­ξιού φαι­νο­μέ­νου. Οι ισχυ­ρές ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κές ταλα­ντώ­σεις του, που παλιν­δρο­μούν από την υπε­ρά­σπι­ση της ελεύ­θε­ρης αγο­ράς έως την υιο­θέ­τη­ση αρχών του κοι­νω­νι­κού κρά­τους, από τον λαϊ­κι­στι­κό αντι­κρα­τι­σμό έως τον αυταρ­χι­κό κρα­τι­σμό, από τον αξια­κό συντη­ρη­τι­σμό έως τον πολι­τι­κό εξτρε­μι­σμό, από την άμε­ση δημο­κρα­τία έως τον αντι­πλου­ρα­λι­σμό και τον και­σα­ρι­σμό, από τον ριζο­σπα­στι­κό αντι­κα­πι­τα­λι­σμό έως τον νεο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό, πιστο­ποιούν την αμφι­ση­μία και την πολυ­πλο­κό­τη­τα του φαι­νο­μέ­νου της μετα­πο­λε­μι­κής ακρο­δε­ξιάς.

Όσο πιο σύν­θε­το και αντι­φα­τι­κό προ­βάλ­λει ένα πολι­τι­κό φαι­νό­με­νο τόσο μεγα­λύ­τε­ρες εμφα­νί­ζο­νται οι δυσκο­λί­ες στην ανά­λυ­σή του. Γι’ αυτό, κάθε εγχεί­ρη­μα οριο­θέ­τη­σης του ακρο­δε­ξιού φαι­νο­μέ­νου που περιο­ρί­ζε­ται στα ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κά χαρα­κτη­ρι­στι­κά του παρα­μέ­νει εντέ­λει ένα «μη-ικα­νο­ποι­η­τι­κό» εγχεί­ρη­μα, παρα­τη­ρεί ο Minkenberg (1994: 172). Οι επι­δό­σεις ανα­λυ­τι­κών προ­σπα­θειών στο συγκε­κρι­μέ­νο πεδίο βελ­τιώ­νο­νται, όταν πέραν των χαρα­κτη­ρι­στι­κών της άκρας δεξιάς συνυ­πο­λο­γι­στούν και εκεί­να των οπα­δών και υπο­στη­ρι­κτών της (στο ίδιο). Με άλλα λόγια, η άκρα δεξιά (ξανα)βρίσκει τον εαυ­τό της μέσα από τους άλλους, καθώς στέ­κε­ται μπρο­στά στον καθρέ­φτη της εκλο­γι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας και ενώ­πιον του εκλο­γι­κού σώμα­τος. Επο­μέ­νως, το ερώ­τη­μα ποια είναι η άκρα δεξιά συναρ­τά­ται άμε­σα με το ποιοι είναι εκεί­νοι που την ψηφί­ζουν, αλλά και ποια είναι τα κίνη­τρα μιας τέτοιας εκλο­γι­κής επι­λο­γής.

Παρα­τη­ρώ­ντας τα εκλο­γι­κά δεδο­μέ­να για την άκρα δεξιά, δια­πι­στώ­νου­με ότι, με το πέρα­σμα του χρό­νου, τα κόμ­μα­τά της, εκεί­να της ύστε­ρης μετα­πο­λε­μι­κής και της μετα­ψυ­χρο­πο­λε­μι­κής επο­χής, συγκε­ντρώ­νουν ψήφους από τα περι­βάλ­λο­ντα τόσο του δεξιού όσο και του αρι­στε­ρού ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κού πόλου. Συν τω χρό­νω, δηλα­δή, βαθαί­νουν τα πολυ­συλ­λε­κτι­κά γνω­ρί­σμα­τα της άκρας δεξιάς και γίνε­ται πιο ισο­δύ­να­μη η κατα­νο­μή στα κόμ­μα­τά της ψηφο­φό­ρων με προ­έ­λευ­ση από υπαλ­λη­λι­κές και εργα­τι­κές επαγ­γελ­μα­τι­κές ομά­δες που βρί­σκο­νται στο περι­θώ­ριο του συστή­μα­τος απα­σχό­λη­σης. Πολυ­συλ­λε­κτι­κή, με εκλο­γι­κές προ­σβά­σεις στα λαϊ­κά και εργα­τι­κά στρώ­μα­τα, αλλά και στα χαμη­λά, μεσαία και υπαλ­λη­λι­κά στρώ­μα­τα που βιώ­νουν την κοι­νω­νι­κο-οικο­νο­μι­κή ανα­σφά­λεια, την περι­θω­ριο­ποί­η­ση στην αγο­ρά εργα­σί­ας και την υπο­βάθ­μι­ση, η άκρα δεξιά συλ­λέ­γει ψηφο­φό­ρους όχι μόνο από την εκλο­γι­κή δεξα­με­νή των κομ­μά­των της παρα­δο­σια­κής δεξιάς, αλλά και από τη δεξα­με­νή τής παρα­δο­σια­κής αρι­στε­ράς. Με μια ταξι­κά αρκε­τά αδια­φο­ρο­ποί­η­τη ψήφο, το φύλο (ανδρι­κό) και το εκπαι­δευ­τι­κό επί­πε­δο (χαμη­λό και μεσαίο) δημιουρ­γούν πλέ­ον την κυρί­ως δια­φο­ρά στην εκλο­γι­κή προ­τί­μη­ση των ψηφο­φό­ρων υπέρ των κομ­μά­των της άκρας δεξιάς.

Το κίνη­τρο, ωστό­σο, για την εκλο­γι­κή επι­λο­γή της άκρας δεξιάς υπερ­βαί­νει τις κοι­νω­νι­κο-δομι­κές αφε­τη­ρί­ες των ψηφο­φό­ρων της. Με άλλα λόγια, δεν είναι οι χαμη­λής και μεσαί­ας μόρ­φω­σης άνδρες, ούτε τα «μπλε» και τα «λευ­κά κολά­ρα» από το περι­θώ­ριο του συστή­μα­τος απα­σχό­λη­σης που εμφα­νί­ζουν ιδιαί­τε­ρη εκλο­γι­κή κλί­ση προς την άκρα δεξιά. Για να συμ­βεί αυτό, πρέ­πει να έχει προη­γη­θεί η ευθυ­γράμ­μι­ση της δικής της πολι­τι­κο-ιδε­ο­λο­γι­κής προ­σφο­ράς με τη ζήτη­ση πολι­τι­κο-ιδε­ο­λο­γι­κών δια­κυ­βευ­μά­των από τους εκλο­γείς (van der Brug 2003). Μάλι­στα, όσο περισ­σό­τε­ρο τα κατε­στη­μέ­να κόμ­μα­τα συγκλί­νουν μετα­ξύ τους στις ιδε­ο­λο­γι­κές στά­σεις και στα δια­κυ­βεύ­μα­τα πολι­τι­κής και όσο πιο συναι­νε­τι­κά παρου­σιά­ζο­νται σε επί­πε­δο δια­κυ­βέρ­νη­σης τόσο περισ­σό­τε­ρο διευ­κο­λύ­νε­ται η ευθυ­γράμ­μι­ση της άκρας δεξιάς με την εμφα­νι­ζό­με­νη πολι­τι­κή ζήτη­ση.

Στα παρα­κά­τω, επι­χει­ρού­με, κατά πρώ­τον, μια σκια­γρά­φη­ση της εκλο­γι­κής κοι­νω­νιο­λο­γί­ας της ακρο­δε­ξιάς ψήφου: ποιες κοι­νω­νι­κο-δημο­γρα­φι­κές ομά­δες εκλο­γέ­ων ψηφί­ζουν, αλλά και ποιες δεν ψηφί­ζουν τα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς. Στην ανά­λυ­ση αυτή, αντλού­με τα παρα­δείγ­μα­τά μας από τα κόμ­μα­τα του ακρο­δε­ξιού χώρου που εξε­τά­σα­με στο Τρί­το Μέρος τού ανά χεί­ρας βιβλί­ου. Επι­πλέ­ον, ορι­σμέ­νες φορές, επι­κα­λού­μα­στε εκλο­γι­κά δεδο­μέ­να από τη γαλ­λι­κή άκρα δεξιά· καθώς το Front National έχει μελε­τη­θεί διε­ξο­δι­κά, η περί­πτω­σή του μας βοη­θά­ει να κατα­νο­ή­σου­με επαρ­κέ­στε­ρα τις εμφα­νι­ζό­με­νες τάσεις στην εκλο­γι­κή συμπε­ρι­φο­ρά και να κατα­δεί­ξου­με τα χαρα­κτη­ρι­στι­κά των ψηφο­φό­ρων του ακρο­δε­ξιού χώρου. Κατά δεύ­τε­ρον, επι­χει­ρού­με να ανα­δεί­ξου­με τα κίνη­τρα μιας τέτοιας επι­λο­γής και τα ποιο­τι­κά χαρα­κτη­ρι­στι­κά της ακρο­δε­ξιάς ψήφου. Αλλα­γές στην κοι­νω­νι­κή δομή ωθούν μερί­δα όσων θίγο­νται από τις αλλα­γές αυτές, οι οποί­οι βιώ­νουν, ή φοβού­νται ότι θα βιώ­σουν, απώ­λεια κοι­νω­νι­κού status, αλλά και μέρος των ψηφο­φό­ρων που αντι­κομ­μα­τι­κά και αντι­κοι­νο­βου­λευ­τι­κά προ­σα­να­το­λί­ζο­νται στην εκλο­γι­κή επι­λο­γή της άκρας δεξιάς. Όμως, κίνη­τρα όπως τα προ­α­να­φερ­θέ­ντα, όσο σημα­ντι­κά κι αν είναι, συγ­χρό­νως είναι και ανε­παρ­κή προ­κει­μέ­νου να εξη­γή­σουν την εκλο­γι­κή στρο­φή των ψηφο­φό­ρων στα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς. Ο κομ­μα­τι­κός χώρος τής άκρας δεξιάς υπήρ­ξε επί αρκε­τές δεκα­ε­τί­ες αδύ­να­μος εκλο­γι­κά. Η ενδυ­νά­μω­σή του συνέ­πε­σε, κατ’ αρχάς, με την ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κή σύγκλι­ση των κομ­μά­των δια­κυ­βέρ­νη­σης και τη συνά­ντη­ση της παρα­δο­σια­κής δεξιάς και της μη-κομου­νι­στι­κής αρι­στε­ράς στο κέντρο του ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κού άξο­να. Η εκλο­γι­κή ενί­σχυ­ση του ακρο­δε­ξιού χώρου συνέ­πε­σε, επί­σης, με τη μετα­μόρ­φω­ση των κομ­μά­των του χώρου αυτού, τα οποία, από αντι­κρα­τι­κά και αντι­φο­ρο­λο­γι­κά κόμ­μα­τα, μετα­τρά­πη­καν σε αντι­με­τα­να­στευ­τι­κά, καθώς και σε κόμ­μα­τα του «νόμου και της τάξης», εν γένει σε κομ­μα­τι­κά μορ­φώ­μα­τα που μετα­στοι­χειώ­νουν σε πολι­τι­κά δια­κυ­βεύ­μα­τα τους φόβους, τις αδυ­να­μί­ες και τα εθνι­κο-πολι­τι­σμι­κά στε­ρε­ό­τυ­πα των εκλο­γέ­ων.