Μυθι­στό­ρη­μα; Αυτο­βιο­γρα­φία; Δοκί­μιο; Συναι­σθη­μα­τι­κή έκρη­ξη; Λίβε­λος; Οικο­νο­μι­κή ανά­λυ­ση; Σχό­λιο για την κρί­ση; Τίπο­τα από όλα αυτά, και όλα αυτά μαζί, το βιβλίο του Εντο­άρ­ντο Νέζι -μυθι­στό­ρη­μα, τελι­κά, το χαρα­κτή­ρι­σε ο εκδο­τι­κός του οίκος, και ως τέτοιο βρα­βεύ­τη­κε από την επι­τρο­πή βρά­βευ­σης του Πρέ­μιο Στρέ­γκα, του εγκυ­ρό­τε­ρου ιτα­λι­κού λογο­τε­χνι­κού βρα­βεί­ου- είναι ένα βιβλίο που από το πρώ­το ήδη κεφά­λαιο προ­σπερ­νά ετι­κέ­τες και στιλ, για να γίνει ένα ανά­γνω­σμα που δια­βά­ζε­ται μονο­ρού­φι, όποια κι αν είναι τελι­κά η ταμπέ­λα που θα του δώσει ο ανα­γνώ­στης.

Όπως όμως και να το χαρα­κτη­ρί­σεις, πρό­κει­ται για ένα αφή­γη­μα που μιλά­ει για την κρί­ση. Την οικο­νο­μι­κή κρί­ση που ζού­με όλοι μας, στην Ελλά­δα και στην Ιτα­λία, μια κρί­ση που σίγου­ρα δεν απα­σχο­λεί μονά­χα τις δύο χώρες μας, μια κρί­ση που δεν είναι μόνο οικο­νο­μι­κή αλλά και κρί­ση αξιών και κρί­ση ηθι­κή. Είναι, με άλλα λόγια, ένα μυθι­στό­ρη­μα για την κρί­ση, στο οποίο το αυτο­βιο­γρα­φι­κό στοι­χείο έρχε­ται να ενι­σχύ­σει τις από­ψεις του συγ­γρα­φέα-αφη­γη­τή, που είναι ήρω­ας και θύμα, παρα­τη­ρη­τής και σχο­λια­στής, αφη­γη­τής και παθών.

Αυτή η Ιστο­ρία των δικών μου ανθρώ­πων, όπως είναι ο ιτα­λι­κός τίτλος του βιβλί­ου δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στο Πρά­το, μια πόλη της Τοσκά­νης όχι μακριά από τη Φλω­ρε­ντία, που μέχρι πρό­τι­νος ήταν το κέντρο της ιτα­λι­κής υφα­ντουρ­γί­ας, μιας βιο­μη­χα­νί­ας που μέσα σε λίγα χρό­νια κατέ­κτη­σε μια ηγε­μο­νι­κή θέση σε όλο τον ευρω­παϊ­κό χώρο. Μικρο­βιο­μή­χα­νοι, ικα­νοί και ορε­ξά­τοι, συνέ­βα­λαν στο τρο­με­ρό μπουμ της ιτα­λι­κής βιο­μη­χα­νί­ας της μόδας, στέλ­νο­ντας τα υφά­σμα­τά τους στις τέσ­σε­ρις γωνιές της γης. Κι όλα αυτά μέχρι τη στιγ­μή που κάποιοι ανό­η­τοι πολι­τι­κοί, υπα­κού­ο­ντας στα κελεύ­σμα­τα ακό­μα πιο ανό­η­των (και ανεύ­θυ­νων) οικο­νο­μο­λό­γων -άλλο­τε με τους ανε­παρ­κείς νόμους που έφτια­χναν και άλλο­τε με την ολι­γω­ρία τους να φτιά­ξουν νέους νόμους που θα οργά­νω­ναν και θα παρα­κο­λου­θού­σαν τις νέες παγκό­σμιες εξε­λί­ξεις, ειδι­κό­τε­ρα την εμφά­νι­ση της Κίνας στις δυτι­κο­ευ­ρω­παϊ­κές αγο­ρές- κατέ­στρε­ψαν μια ανθού­σα βιο­μη­χα­νία. Ο Νέζι, μικρο­βιο­μή­χα­νος ο ίδιος, έζη­σε από κοντά την κρί­ση που έστει­λε χιλιά­δες ανθρώ­πους στο ταμείο ανερ­γί­ας και άνοι­ξε τις πόρ­τες στη μαζι­κή -και συνή­θως παρά­νο­μη- διείσ­δυ­ση των Κινέ­ζων στις αγο­ρές μας.

Και μπο­ρεί αυτό το Οι δικοί μου άνθρω­ποι κάποιες στιγ­μές να μοιά­ζει με οικο­νο­μι­κή ανά­λυ­ση, δεν παύ­ει όμως να είναι ένα συγκλο­νι­στι­κό αφή­γη­μα, ένα μυθι­στό­ρη­μα που περι­γρά­φει έτσι όπως μόνο η καλή λογο­τε­χνία μπο­ρεί να κάνει, μια κατά­στα­ση που ζού­με όλοι μας. Ο άνερ­γος που έχει μόνο ένα τσα­λα­κω­μέ­νο πεντά­ευ­ρω στην τσέ­πη και απο­φα­σί­ζει να βάλει βεν­ζί­νη στο αμά­ξι του όχι για­τί είναι άδειο το ρεζερ­βουάρ αλλά επει­δή κάτι πρέ­πει να κάνει για να σκο­τώ­σει την ώρα του και να νιώ­σει πάλι κύριος του εαυ­τού του, και κατα­λή­γει να παί­ζει ξύλο με έναν νεα­ρό Κινέ­ζο, είναι μια συγκλο­νι­στι­κή παρα­βο­λή μιας κατά­στα­σης κοι­νής αυτή τη στιγ­μή σε όλη τη νότια Ευρώ­πη. Όπως συγκλο­νι­στι­κή είναι και η ανα­κά­λυ­ψη από την πλευ­ρά του πρω­τα­γω­νι­στή-αφη­γη­τή της έννοιας της συλ­λο­γι­κό­τη­τας, του συλ­λο­γι­κού αγώ­να πέρα και πάνω από κόμ­μα­τα, ταμπέ­λες, παλιές έχθρες.

Ο Νέζι, ίσως συνει­δη­τά ίσως ασυ­νεί­δη­τα, ανοί­γει μια νέα πόρ­τα στο δωμά­τιο της λογο­τε­χνι­κής αφή­γη­σης, μπλέ­κο­ντας δια­φο­ρε­τι­κά είδη γρα­φής και παρα­δί­δο­ντας ένα απο­λύ­τως σύγ­χρο­νο αφή­γη­μα, όπου τα σύνο­ρα καταρ­ρί­πτο­νται, όπου το πάθος είναι κυρί­αρ­χο, κι όπου σημα­σία έχει αυτό που θέλει ο συγ­γρα­φέ­ας να πει, με όποιον τρό­πο του έρχε­ται πιο εύκο­λο να τα πει. Η επι­τρο­πή του Βρα­βεί­ου Στρέ­γκα κατά­λα­βε αυτή τη μικρή αλή­θεια, τον βρά­βευ­σε, δεί­χνο­ντας ότι κατα­νό­η­σε απο­λύ­τως αυτό που ο Νέζι λέει με το βιβλίο του: ότι είμα­στε οι πρώ­τες γενιές που τελι­κά, μετά από δεκα­ε­τί­ες ανά­πτυ­ξης και ευρω­στί­ας, θα ζήσου­με φτω­χό­τε­ροι από τους γονείς μας.