Το 2018 είναι μια σημα­ντι­κή χρο­νιά για τις Εκδό­σεις Καστα­νιώ­τη, καθώς συμπλη­ρώ­νου­με 50 χρό­νια εκδο­τι­κής παρου­σί­ας στα ελλη­νι­κά γράμ­μα­τα, 50 χρό­νια ενός συναρ­πα­στι­κού ταξι­διού στον κόσμο των συγ­γρα­φέ­ων, των βιβλί­ων και της ανά­γνω­σης.

Το πλού­σιο και εξαι­ρε­τι­κά ενδια­φέ­ρον πρό­γραμ­μά μας για το πρώ­το εξά­μη­νο της εορ­τα­στι­κής αυτής χρο­νιάς (που συμπί­πτει με την «Αθή­να 2018 – Παγκό­σμια Πρω­τεύ­ου­σα Βιβλί­ου») συν­δυά­ζει, όπως πάντα, τη λογο­τε­χνι­κή πολυ­φω­νία με την ποιο­τι­κή γρα­φή, την υφο­λο­γι­κή ποι­κι­λία και τον συντο­νι­σμό με τους προ­βλη­μα­τι­σμούς της επο­χής. Έργα σημα­ντι­κών Ελλή­νων και ξένων συγ­γρα­φέ­ων από τους χώρους της πεζο­γρα­φί­ας και της ποί­η­σης, καθώς και έργα νεό­τε­ρων αξιό­λο­γων δημιουρ­γών, συμπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στο πρό­γραμ­μα αυτό πλάι σε σημα­ντι­κά δοκί­μια και μελέ­τες κατα­ξιω­μέ­νων επι­στη­μό­νων, ερευ­νη­τών και στο­χα­στών.

Πιο συγκε­κρι­μέ­να:

Στη σει­ρά της Ελλη­νι­κής Λογο­τε­χνί­ας η Ευγε­νία Φακί­νου επι­στρέ­φει με το συναρ­πα­στι­κό μυθι­στό­ρη­μα Νυχτε­ρι­νή ακρό­α­ση: ένα εγκώ­μιο στο όνει­ρο, στους αφη­γη­τές φαντα­στι­κών ιστο­ριών, στις νύχτες ραδιο­φώ­νου και στις αγά­πες που κρα­τά­νε μια ζωή.

Η Κατε­ρί­να Αγγε­λά­κη-Ρουκ με το βιβλίο Των αντι­θέ­των διά­λο­γοι και με τον ανή­λεο χρό­νο μάς χαρί­ζει έναν συγκι­νη­τι­κό απο­λο­γι­σμό ζωής· ένα βιβλίο δια­λο­γι­κό, εμπλου­τι­σμέ­νο ωστό­σο και με νέα ποι­ή­μα­τα.

Στα ερεί­πια της Ιστο­ρί­ας κινεί­ται το νέο μυθι­στό­ρη­μα του Αλέ­ξη Πάρ­νη Τα όσια και τα ιερά, τρί­το μέρος της τρι­λο­γί­ας που άρχι­σε με την Οδύσ­σεια των διδύ­μων και συνε­χί­στη­κε με το Ο άλλος εμφύ­λιος. Ένα βιβλίο όπου οι ήρω­ες ανα­ζη­τούν τον πνευ­μα­τι­κό ηθι­κό άθλο που θα δώσει ανθρώ­πι­να μάτια στο τυφλό ένστι­κτο της αυτο­συ­ντή­ρη­σης.

Μια περι­πε­τειώ­δης ανα­ζή­τη­ση του εαυ­τού, ένα ανα­πά­ντε­χο μυθι­στό­ρη­μα «ανη­λι­κί­ω­σης» είναι το νέο βιβλίο της Αμά­ντας Μιχα­λο­πού­λου με τον τίτλο Μπα­ρόκ: μια κλι­νι­κή απο­τύ­πω­ση της φιλο­δο­ξί­ας, της ματαιο­πο­νί­ας και της ασί­γα­στης ονει­ρο­πό­λη­σης που μας κάνει ανθρώ­πι­νους.

Ο Μιχά­λης Μοδι­νός στο νέο του ευρη­μα­τι­κό μυθι­στό­ρη­μα Το πλέγ­μα φιλο­ξε­νεί είκο­σι αρθρω­τές ιστο­ρί­ες-μονο­λό­γους που συν­θέ­τουν έναν ιστό ανθρώ­πι­νων σχέ­σε­ων με φόντο τη σύγ­χρο­νη Αθή­να, ενώ η Φωτει­νή Τσα­λί­κο­γλου στο μυθι­στό­ρη­μα Ο Έλλη­νας ασθε­νής ξετυ­λί­γει το νήμα της αφή­γη­σής της από το 1820 έως τις μέρες μας, και από ένα νησί του Αιγαί­ου μέχρι την παρα­λί­μνια Γενεύη. Η δρα­μα­τι­κή ιστο­ρία πέντε γενιών σ’ ένα μυθι­στό­ρη­μα που ανα­ψη­λα­φεί το μεγά­λο ζήτη­μα της σχέ­σης μας με το παρελ­θόν.

Με ένα βιβλίο-φόρο τιμής στη γυναί­κα επι­στρέ­φει ο Κωστής Γκι­μο­σού­λης με το Όλες μία: παι­χνί­δι μετα­ξύ αυτο­βιο­γρα­φί­ας και μυθο­πλα­σί­ας, «σαν μυθι­στό­ρη­μα», με πρό­σω­πα κάθε λογής και από­χρω­σης, «που άλλο­τε περ­νούν ξυστά δίπλα μας κι άλλο­τε έρχο­νται κατα­πά­νω μας σαν ντα­λί­κες σε μετω­πι­κή».

Η Ζοέλ Λοπι­νό στο μυθι­στό­ρη­μα Χάρ­τι­νος έρω­τας πραγ­μα­τεύ­ε­ται το θέμα του πρώ­του έρω­τα. Οι κεντρι­κοί ήρω­ες, έπει­τα από τυχαία συνά­ντη­ση, βρί­σκο­νται αντι­μέ­τω­ποι με τα ανα­πά­ντη­τα ερω­τή­μα­τα της παλιάς σχέ­σης τους, αλλά παγι­δεύ­ο­νται και σ’ έναν λαβύ­ριν­θο προ­σω­πι­κών και κοι­νω­νι­κών αδιε­ξό­δων.

Οι Θαμπές ζωές του Γιάν­νη Η. Παπ­πά είναι πεζο­γρα­φή­μα­τα που ανα­σκά­πτουν την ατο­μι­κή και συλ­λο­γι­κή μνή­μη, φέρ­νο­ντας στην επι­φά­νεια παι­χνί­δια της ιστο­ρί­ας σε βάρος αθώ­ων, εγκλή­μα­τα πάθους και τιμής στην ελλη­νι­κή επαρ­χία. Ο παράλ­λη­λος κόσμος της ελλη­νι­κής επαρ­χί­ας πρω­τα­γω­νι­στεί και στο βιβλίο του Γιά­νη Σια­τί­τσα Εμφύ­λιοι έρω­τες, σε ένα μυθι­στό­ρη­μα όπου οι ήρω­ες διψα­σμέ­νοι για καλύ­τε­ρη ζωή δεν ξέρουν πώς ή πού να την χτί­σουν.

Ένα φιλό­δο­ξο μυθι­στό­ρη­μα είναι η Και­νούρ­για μέρα του Νίκου Χρυ­σού, καθώς εκτυ­λίσ­σε­ται σ’ ένα λιμά­νι του Νότου, με αφη­γή­σεις επί αφη­γή­σε­ων που σχε­διά­ζουν και ξανα­σχε­διά­ζουν τον άγνω­στο κόσμο ενός δολο­φο­νη­μέ­νου αστέ­γου, τις πολ­λές εκδο­χές του βίου του και τελι­κά τον κώδι­κα μιας πολύ παρά­ξε­νης ιστο­ρί­ας, τον οποίο ο ανα­γνώ­στης καλεί­ται να απο­κρυ­πτο­γρα­φή­σει.

Στη σει­ρά Noir, που συνε­χώς εμπλου­τί­ζε­ται με σημα­ντι­κά βιβλία από τον χώρο της αστυ­νο­μι­κής και νουάρ λογο­τε­χνί­ας, εντάσ­σο­νται τρία νέα σημα­ντι­κά βιβλία. Τα δύο εξ αυτών υπο­γρά­φο­νται από συγ­γρα­φείς που μας έχουν χαρί­σει εξαι­ρε­τι­κά δείγ­μα­τα γρα­φής. Ο λόγος για τον Νεο­κλή Γαλα­νό­που­λο, που με το μυθι­στό­ρη­μα μυστη­ρί­ου Ο ιδα­νι­κός ντε­τέ­κτιβ μάς μετα­φέ­ρει στο ομι­χλώ­δες Λον­δί­νο των αρχών του 20ού αιώ­να, και για τον Σταύ­ρο Χρι­στο­δού­λου, ο οποί­ος με το μυθι­στό­ρη­μα Τη μέρα που πάγω­σε ο ποτα­μός μάς παγι­δεύ­ει σε μια περί­ερ­γη αστυ­νο­μι­κή υπό­θε­ση που εκτυ­λίσ­σε­ται στη Βου­δα­πέ­στη της δεκα­ε­τί­ας του ’80 αλλά και στη σύγ­χρο­νη Αθή­να.

Το τρί­το βιβλίο της σει­ράς είναι ένας τόμος ανα­φο­ράς: Οι συγ­γρα­φείς Βασί­λης Δανέλ­λης και Γιάν­νης Ράγκος συντό­νι­σαν και επι­με­λή­θη­καν τον τόμο BalkaΝoir, με διη­γή­μα­τα σύγ­χρο­νων συγ­γρα­φέ­ων αστυ­νο­μι­κής λογο­τε­χνί­ας από επτά βαλ­κα­νι­κές χώρες: Ελλά­δα, Βουλ­γα­ρία, Κρο­α­τία, Ρου­μα­νία, Σερ­βία, Σλο­βε­νία και Τουρ­κία. Το βιβλίο μάς δίνει την ευκαι­ρία να περι­πλα­νη­θού­με για πρώ­τη φορά στην αστυ­νο­μι­κή λογο­τε­χνία των Βαλ­κα­νί­ων, μια περιο­χή έως σήμε­ρα εντε­λώς αχαρ­το­γρά­φη­τη.

Στην ξένη λογο­τε­χνία και στη σει­ρά «Εικο­στός αιώ­νας», θα κυκλο­φο­ρή­σει ένα ιδιό­τυ­πο έργο του Μπέρ­τολτ Μπρεχτ. Το Με-τι, βιβλίο που παρέ­μει­νε αδη­μο­σί­ευ­το όσο ζού­σε ο μεγά­λος Γερ­μα­νός συγ­γρα­φέ­ας και κυκλο­φό­ρη­σε το 1965, παρου­σιά­ζε­ται για πρώ­τη φορά στα ελλη­νι­κά και είναι βασι­κό για να κατα­νο­ή­σου­με την πολι­τι­κή και κοι­νω­νι­κή του σκέ­ψη. Με ξεχω­ρι­στό ενδια­φέ­ρον περι­μέ­νου­με τη συλ­λο­γή Το μεγά­λο δίχτυ και άλλες ιστο­ρί­ες της Αμε­ρι­κα­νί­δας Γιου­ντό­ρα Γου­έλ­τυ, μιας μεγά­λης κυρί­ας της αμε­ρι­κα­νι­κής και παγκό­σμιας λογο­τε­χνί­ας του 20ού αιώ­να, η οποία παρου­σιά­ζε­ται με δεκα­πέ­ντε αρι­στο­τε­χνι­κά διη­γή­μα­τα. Ένα αρι­στούρ­γη­μα της λατι­νο­α­με­ρι­κα­νι­κής λογο­τε­χνί­ας είναι το Zama του Αργε­ντι­νού Αντό­νιο ντι Μπε­νε­ντέτ­το. Το μυθι­στό­ρη­μα αφη­γεί­ται την αξέ­χα­στη ιστο­ρία του Δον Ντιέ­γο ντε Σάμα, αξιω­μα­τού­χου του βασι­λι­κού στέμ­μα­τος στην Παρα­γουάη του 18ου αιώ­να.

Στη σει­ρά «Συγ­γρα­φείς απ’ όλο τον κόσμο», το απα­ρά­μιλ­λο αφη­γη­μα­τι­κό ταλέ­ντο της Ρωσί­δας Λιου­ντμί­λα Ουλί­τσκα­για ξεδι­πλώ­νε­ται μέσα από το συγκλο­νι­στι­κό μυθι­στό­ρη­μα Το πρά­σι­νο αντί­σκη­νο, που μας βυθί­ζει στη σοβιε­τι­κή τρα­γω­δία. Ο Ιτα­λός Κλά­ου­ντιο Μάγκρις στο σύντο­μο μυθι­στό­ρη­μά του Μια άλλη θάλασ­σα περι­γρά­φει με τρό­πο μονα­δι­κό την περι­πλά­νη­ση ενός ανθρώ­που, ενός λιπο­τά­κτη-μάρ­τυ­ρα μιας Ευρώ­πης που βρί­σκε­ται στο έλε­ος των δικτα­το­ριών. Το νέο μυθι­στό­ρη­μα του Λεο­νάρ­δο Παδού­ρα έχει τον τίτλο Η δια­φά­νεια του χρό­νου. Είναι το ένα­το βιβλίο της σει­ράς στην οποία πρω­τα­γω­νι­στεί ο αγα­πη­μέ­νος ντε­τέ­κτιβ Μάριο Κόντε. Ο δημο­φι­λής Κου­βα­νός συγ­γρα­φέ­ας επέ­στρε­ψε καλύ­τε­ρος από ποτέ. Η Μιτσού­γιο Κάκου­τα ανή­κει στις σημα­ντι­κό­τε­ρες νέες φωνές της ιαπω­νι­κής λογο­τε­χνί­ας και παρου­σιά­ζε­ται με το μυθι­στό­ρη­μα Η όγδοη μέρα, ένα υπαρ­ξια­κό θρί­λερ που αρχί­ζει με μια γυναί­κα να τρέ­χει στους δρό­μους του Τόκιο. Το βιβλίο Δεν στα­μα­τούν τα θαύ­μα­τα του Βρε­τα­νού Ρόμπερτ Έργουιν συν­δυά­ζει εξαι­ρε­τι­κά το ιστο­ρι­κό μυθι­στό­ρη­μα και τη λογο­τε­χνία του φαντα­στι­κού. Ο συγ­γρα­φέ­ας αφη­γεί­ται τις μυθι­κές περι­πέ­τειες μιας αρι­στο­κρα­τι­κής οικο­γέ­νειας κατά τη διάρ­κεια του Πολέ­μου των Ρόδων. Το μυθι­στό­ρη­μα Αυτή τη νύχτα την είδα του Ντρά­γκο Γιάν­τσαρ είναι ένα πολυ­φω­νι­κό έργο για ένα παρά­ξε­νο ζευ­γά­ρι στη διάρ­κεια του Β΄ Παγκο­σμί­ου Πολέ­μου και το υπο­γρά­φει ο επι­φα­νέ­στε­ρος συγ­γρα­φέ­ας της Σλο­βε­νί­ας. Στη γει­το­νι­κή Σερ­βία, ο στι­λί­στας Ντρά­γκαν Βέλι­κιτς με το μυθι­στό­ρη­μά του Ο ιχνη­λά­της κατα­θέ­τει το πλέ­ον προ­σω­πι­κό του έργο: έναν φόρο τιμής σε μια χώρα, σε μια επο­χή και σε ανθρώ­πους που δεν υπάρ­χουν πια. Οι φύλα­κες του φωτός της Αμε­ρι­κα­νί­δας Άμπυ Τζί­νι είναι μια συναρ­πα­στι­κή ιστο­ρία μυστη­ρί­ου που διε­ρευ­νά σε βάθος τη φύση ζώων και ανθρώ­πων, την ανε­λέ­η­τη δύνα­μη της απώ­λειας, αλλά και τους δρό­μους που δια­λέ­γει η ζωή για να οδη­γή­σει στη λύτρω­ση. Στο πρώ­το του μυθι­στό­ρη­μα Τραμ 83, ο γαλ­λό­φω­νος Κον­γκο­λέ­ζος Φιστόν Μουαν­τζά Μου­ζι­λά συν­θέ­τει μια ποι­η­τι­κή και νευ­ρώ­δη αλλη­γο­ρία για τη μοί­ρα της σύγ­χρο­νης Αφρι­κής. Το Αρα­μπέσκ του Αντόν Σαμάς είναι ένα έργο που πλέ­ον θεω­ρεί­ται κλα­σι­κό, ένα σύν­θε­το μυθι­στό­ρη­μα για την ταυ­τό­τη­τα, τη μνή­μη και την ιστο­ρία στη Μέση Ανα­το­λή. Το μυθι­στό­ρη­μα Αμέ­ρι­κα Αμέ­ρι­κα του Ίθαν Κέι­νιν δια­δρα­μα­τί­ζε­ται σε μια μικρή πόλη κατά τη διάρ­κεια της προ­ε­δρί­ας του Νίξον, ένα βιβλίο με θέμα τις οικο­γε­νεια­κές σχέ­σεις και την πολι­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα στις σύγ­χρο­νες ΗΠΑ. Ένας μάστο­ρας του αμε­ρι­κα­νι­κού διη­γή­μα­τος, ο Μπά­ρι Χάνα, τον οποίο ο Τρού­μαν Καπό­τε είχε χαρα­κτη­ρί­σει «πιο τρε­λό συγ­γρα­φέα στην Αμε­ρι­κή», παρου­σιά­ζε­ται για πρώ­τη φορά στα ελλη­νι­κά με τη συλ­λο­γή Πολύς και­ρός, στο τέλος, ευτυ­χι­σμέ­νος.

Τέλος, στη σει­ρά «Κλα­σι­κή Βιβλιο­θή­κη» θα κυκλο­φο­ρή­σει η εμβλη­μα­τι­κή νου­βέ­λα Η στέ­πα – Η ιστο­ρία ενός ταξι­διού του σπου­δαί­ου Αντόν Τσέ­χοφ, από τα σημα­ντι­κό­τε­ρα και πιο δημο­φι­λή εκτε­τα­μέ­να πεζο­γρα­φή­μα­τά του, ένας συγκλο­νι­στι­κός ύμνος στην ανθρώ­πι­νη ύπαρ­ξη.

Στη σει­ρά «Τοπο­θε­τή­σεις» θα κυκλο­φο­ρή­σουν τα Ελευ­θε­ρια­κά γρα­πτά (1948–1960) του Αλμπέρ Καμύ, ένας τόμος που περι­λαμ­βά­νει κεί­με­να και άρθρα που έγρα­ψε ο σπου­δαί­ος νομπε­λί­στας συγ­γρα­φέ­ας σε εφη­με­ρί­δες και περιο­δι­κά της επο­χής του. Η πολι­τι­κή και ηθι­κή σκέ­ψη του Καμύ ανα­δει­κνύ­ο­νται σε όλο τους το μεγα­λείο. Ο μεγά­λος συγ­γρα­φέ­ας Άμος Οζ με το πρό­σφα­το βιβλίο του Αγα­πη­τοί ζηλω­τές – Τρεις σκέ­ψεις απευ­θύ­νε­ται κυρί­ως σ’ εκεί­νους που έχουν δια­φο­ρε­τι­κές από­ψεις από τον ίδιο, σχε­τι­κά με το κρά­τος του Ισρα­ήλ, τον εβραϊ­σμό, την ανθρω­πό­τη­τα. Ένα δοκι­μια­κό έργο σπά­νιας διαύ­γειας και δύνα­μης.

Στη σει­ρά «Μπεστ σέλερ», με το METRO 2035 ο δημο­φι­λής Ρώσος Ντμί­τρι Γκλου­χόφ­σκι ολο­κλη­ρώ­νει την περι­πέ­τεια του Αρτιόμ, του ήρωα της εμβλη­μα­τι­κής τρι­λο­γί­ας του, που απέ­κτη­σε φανα­τι­κούς ανα­γνώ­στες σε ολό­κλη­ρο τον κόσμο.

Στις υπό­λοι­πες σει­ρές θα κυκλο­φο­ρή­σουν:

Ποί­η­ση:

Το δέντρο που ανα­τέλ­λει της Δάφ­νης Νική­τα.

Δοκί­μια:

Η λογο­κρι­σία στην Ελλά­δα: Καχε­κτι­κή Δημο­κρα­τία, Δικτα­το­ρία, Μετα­πο­λί­τευ­ση (Ιστο­ρι­κό και Πολι­τι­σμι­κό Λεξι­κό), συλ­λο­γι­κός τόμος με επι­μέ­λεια των Πηνε­λό­πης Πετσί­νη και Δημή­τρη Χρι­στό­που­λου, Η αυτο­τέ­λεια του αισθη­τι­κού και το πολί­τευ­μα της χαμέ­νης αρε­τής του Θάνου Βερέ­μη, Το Βυζά­ντιο στη Ρωσία – Δοκί­μια ιστο­ρί­ας και φιλο­σο­φί­ας των Κον­στα­ντίν Λεό­ντιεφ και Βλα­ντί­μιρ Σολο­βιόφ, Περί πλού­του και στα­θε­ρής οικο­νο­μί­ας του Θεό­δω­ρου Π. Λια­νού, Μαθή­μα­τα θανά­του και ζωής (Ο Γιά­λομ στην Αθή­να) της Φωτει­νής Τσα­λί­κο­γλου.

Πολι­τι­κή Ιστο­ρία:

Σεφέ­ρης ­– Αβέ­ρωφ: Η ρήξη του Γιώρ­γου Γεωρ­γή.

Μαρ­τυ­ρί­ες Βιο­γρα­φί­ες:

Ελευ­θέ­ριος Βενι­ζέ­λος και Μαρία Ελευ­θε­ρί­ου: Η αλλη­λο­γρα­φία (1889–1890), με εκτε­νέ­στα­τη εισα­γω­γή του Μ. Ζ. Κοπι­δά­κη και επι­μέ­λεια-μετα­γρα­φή των επι­στο­λών από τη Μαρία Καρα­γιάν­νη, Μου μοιά­ζει ο άνθρω­πος με έναν ήλιο, που καί­γε­ται από μόνος του της Κατε­ρί­νας Γώγου, Μετά παρ­ρη­σί­ας (Για την Ιστο­ρία και την Αλή­θεια) του Γιαν­νά­κη Μάτση, Ανδρέ­ας Παπαν­δρέ­ου: ο οικο­νο­μο­λό­γος του Νίκου Παπαν­δρέ­ου.

Φιλο­σο­φία:

Georges Canguilhem (1904–1995) – Ιδέ­ες, έννοιες και μέθο­δοι της ζωής του Ευστά­θιου Βέλ­τσου.

Ανα­χρο­νι­σμοί:

Ο Ανα­ξί­μαν­δρος στη Φου­κου­σί­μα (Γενε­α­λο­γί­ες της τεχνι­κής) του Ζήση Κοτιώ­νη.

Η Ψυχο­λο­γία σήμε­ρα:

Όσο πιο λίγο μ’ αγα­πάς, τόσο πιο πολύ σε θέλω (Για­τί ζηλεύω; Για­τί χωρί­ζω; Για­τί απα­τάω;) του Δημή­τρη Δανιά.

Ψυχα­νά­λυ­ση:

Alberto Moravia – Η απου­σία του πατέ­ρα (Ψυχα­να­λυ­τι­κή προ­σέγ­γι­ση) του Χρή­στου Πονη­ρού.

Απα­ντή­σεις στα καθη­με­ρι­νά προ­βλή­μα­τα:

Η από­φα­ση της ευτυ­χί­ας (Πώς να πετύ­χε­τε ό,τι θέλε­τε στη ζωή σας), νέα έκδο­ση συμπλη­ρω­μέ­νη, της Σοφί­ας Κλώ­τσα.

Σατι­ρι­κά:

Meme μου τους κύκλους τάρατ­τε, με κεί­με­να του Κώστα Του­λά­κη και με επι­μέ­λεια-σχε­δια­σμό του Πάνου Τσι­ρο­ζί­δη.

Το βιβλίο στην εκπαί­δευ­ση / Για εκπαι­δευ­τι­κούς και μαθη­τές:

Φυσι­κή / Τετρά­δια 10–15 του Χρή­στου Α. Καρα­κό­λη.

Πρώ­τη ανά­γνω­ση / Απρό­σμε­νοι φίλοι:

Αύρα, το άλο­γο ολυ­μπιο­νί­κης του Βασί­λη Παπα­θε­ο­δώ­ρου.

 

Παράλ­λη­λα με το εκδο­τι­κό πρό­γραμ­μα της χρο­νιάς αυτής, θα κυκλο­φο­ρή­σουν και συλ­λε­κτι­κές επε­τεια­κές εκδό­σεις βιβλί­ων που άφη­σαν το απο­τύ­πω­μά τους στην ελλη­νι­κή και παγκό­σμια λογο­τε­χνία.


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Κατε­ρί­να Αγγε­λά­κη-Ρουκ

Των αντι­θέ­των διά­λο­γοι και με τον ανή­λεο χρό­νο

«Όσο προ­χω­ρά­ει η ζωή, τόσο πιο ανε­ξέ­λεγ­κτη γίνε­ται η εξάρ­τη­σή μου από το χρό­νο. Τις σπά­νιες στιγ­μές που τον ξεχνάω, πάλι μ’ αυτόν μετράω τη χαρά μου. Η από­λυ­τη εξου­σία του με οδή­γη­σε σε μια πιο πεζή προ­σέγ­γι­ση της ζωής. Ο διά­λο­γος των αντι­θέ­των βοη­θά­ει να ανοί­ξει ο ορί­ζο­ντας και να αντι­κρί­σω ίσως δια­φο­ρε­τι­κά την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, που την έχου­με ακι­νη­το­ποι­ή­σει με μια κατα­σκευα­σμέ­νη οπτι­κή. Και τότε ξαφ­νι­κά γεν­νιού­νται ποι­ή­μα­τα. Ο δυνά­στης χρό­νος εμπνέ­ει, πάντα όμως με τον πεζό του λόγο, ποι­ή­μα­τα ουσί­ας που κάνουν να πλη­σιά­ζου­με τα αρνη­τι­κά, τα δύσκο­λα στοι­χεία της ζωής μας: τη θλί­ψη, τη σιω­πή, την επι­βί­ω­ση, το χωρι­σμό από την έννοια του μέλ­λο­ντος, και βέβαια το θάνα­το.

»Αλλά υπάρ­χει και ένα φως που ανα­δύ­ε­ται από το σκο­τά­δι. Είναι η ανά­σα μου, που βγαί­νει στα­θε­ρή και μου χαρί­ζει ακό­μη τη ζωή. Με την ανά­σα μου νικώ το χρό­νο, έστω και για μια στιγ­μή».

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ

 

Κωστής Γκι­μο­σού­λης

Όλες μία (Σαν μυθι­στό­ρη­μα)

Όλα τα ποτά­μια κατα­λή­γουν στη θάλασ­σα και εσύ στη γυναί­κα που έφτια­ξες μέσα στο κεφά­λι σου.

Δεν «απα­τάς» κανέ­ναν. Μονά­χα τον εαυ­τό σου.

Όλες είναι μία. Ή καμία, όπως λέει ένας πει­ρα­τής.

Γυναί­κες πολ­λές. Από ερω­μέ­νες μέχρι τη μάνα σου. Πρό­σω­πα κάθε ηλι­κί­ας και από­χρω­σης που πέρα­σαν ξυστά δίπλα σου ή ήταν ντα­λί­κες σε μετω­πι­κή. Άμα συγ­χω­ρή­σεις την ψυχή σου, τότε έχεις μια πιθα­νό­τη­τα να σε συγ­χω­ρή­σουν κι αυτές.

Φτά­νει να μην ξεχνάς το ποι­η­μα­τά­κι:

«Φρού­το περί­ερ­γο η γυναί­κα / είτε μία έχεις είτε δέκα».

Από τη μια έχει ηδο­νή το κρύ­ψι­μο, αδρε­να­λί­νη το κυνή­γι του θηλυ­κού (παρό­τι δεν έχει απο­μεί­νει ούτε θήρα­μα ούτε καρα­μπί­να ζωντα­νή), μια γαρ­γα­λι­στι­κή συνή­θεια δίχως τέλος. Απ’ την άλλη γεν­νά­ει μπε­λά­δες αυτή η ειλι­κρί­νεια.

Δεν είναι λάθος ο άλλος. Απλώς είναι δια­φο­ρε­τι­κός.

Άλλοι το νιώ­θουν στα είκο­σι. Εμέ­να μου πήρε πάνω από μισό αιώ­να.

Αλλά δεν βαριέ­σαι – όχι, δεν βαριέ­μαι ποτέ για­τί ποτέ δεν είναι αργά.

Μερι­κοί πεθαί­νουν αγνο­ώ­ντας τη γεύ­ση αυτού του κόσμου. Κανείς δεν μου χρω­στά­ει τίπο­τα – όταν το σκέ­φτο­μαι αυτό χαλα­ρώ­νω.

 

Ζοέλ Λοπι­νό

Χάρ­τι­νος έρω­τας (Μυθι­στό­ρη­μα)

Ο πρώ­τος έρω­τας δεν σβή­νει ποτέ. Κρύ­βε­ται στα μύχια του κορ­μιού μας σαν έμβρυο που λαχτα­ρά να ζήσει. Ακό­μα κι αν έχουν περά­σει ολό­κλη­ρες δεκα­ε­τί­ες, η νοσταλ­γία πλα­νιέ­ται στο μυα­λό μας μαζί με ανα­πά­ντη­τα ερω­τή­μα­τα, ίσως και με την ελπί­δα.

Η Νεφέ­λη συνα­ντά τυχαία τον Κων­στα­ντί­νο, τον πρώ­το άνδρα που αγά­πη­σε πραγ­μα­τι­κά και ξαφ­νι­κά κατα­κλύ­ζε­ται από ένα απρό­σμε­νο πάθος. Ωστό­σο είναι παντρε­μέ­νη και μητέ­ρα δυο παι­διών –το ίδιο κι αυτός– και δεν ξέρει πώς να δια­χει­ρι­στεί αυτή τη θύελ­λα συναι­σθη­μά­των.

Η ζωή βέβαια μοιά­ζει να ξέρει τι κάνει. Ίσως της στέλ­νει κάποιο μήνυ­μα για να της απο­κα­λύ­ψει κάτι. Δεν αφή­νει τίπο­τα να γίνε­ται τυχαία – και η Νεφέ­λη το γνω­ρί­ζει καλά αυτό.

Οι δύο ήρω­ες παγι­δεύ­ο­νται σε έναν λαβύ­ριν­θο με προ­σω­πι­κά, κοι­νω­νι­κά, ακό­μα και πολι­τι­κά αδιέ­ξο­δα. Θα χρεια­στεί να ανα­με­τρη­θούν με μεγά­λη διλήμ­μα­τα και να πάρουν δύσκο­λες απο­φά­σεις, αν θέλουν να φτά­σουν κάπο­τε στην έξο­δο, όπου βρί­σκε­ται και το βαθύ­τε­ρο νόη­μα των πραγ­μά­των.

 

Αμά­ντα Μιχα­λο­πού­λου

Μπα­ρόκ (Μυθι­στό­ρη­μα)

Mην τους αφή­σεις να σε ξεγε­λά­σουν. Αυτό δεν είναι βιβλίο. Είναι μια σκά­λα με πενή­ντα σκα­λο­πά­τια. Πάρε τη γυναί­κα που μικραί­νει αντί να μεγα­λώ­νει και συνό­δευ­σέ την πίσω στη νεό­τη­τά της, στα παι­δι­κά της χρό­νια και στην κοι­λιά της μάνας της. Καθώς το κάνεις αυτό θα σκε­φτείς ανα­πό­φευ­κτα τη δική σου σκά­λα και τα σκα­λο­πά­τια της. Κι έτσι, κατε­βαί­νο­ντας μαζί, χέρι χέρι, θα ζεστα­θεί­τε από τη φλό­γα της ζωής σας και θα ζήσε­τε ευτυ­χι­σμέ­νοι ώσπου να λιώ­σε­τε και να γίνε­τε ένα.

Μπα­ρόκ σημαί­νει να ζεις απο­φα­σι­στι­κά, να ζεις δρα­μα­τι­κά, να ζεις σήμε­ρα. Μπα­ρόκ σημαί­νει να γίνεις ο Δαβίδ του Μπερ­νί­νι τη στιγ­μή που ρίχνει την πέτρα. Μπα­ρόκ σημαί­νει να τρα­γου­δάς μόνος σου πάνω στο ηλί­θιο basso continuo. Τρα­γού­δα λοι­πόν. Τώρα.

Το νέο βιβλίο της Αμά­ντας Μιχα­λο­πού­λου είναι ένα ανα­πά­ντε­χο μυθι­στό­ρη­μα «ανη­λι­κί­ω­σης», μια περι­πε­τειώ­δης ανα­ζή­τη­ση του εαυ­τού και των αντα­να­κλά­σε­ών του, μια κλι­νι­κή απο­τύ­πω­ση της φιλο­δο­ξί­ας, της ματαιο­πο­νί­ας και της ασί­γα­στης ονει­ρο­πό­λη­σης που μας κάνει ανθρώ­πι­νους.

 

Μιχά­λης Μοδι­νός

Το πλέγ­μα (Μυθι­στό­ρη­μα σε είκο­σι μονο­λό­γους)

Το σύγ­χρο­νο αθη­ναϊ­κό ενδιαί­τη­μα φιλο­ξε­νεί τις είκο­σι αρθρω­τούς μονο­λό­γους του νέου μυθι­στο­ρή­μα­τος του Μιχά­λη Μοδι­νού, δοσμέ­νους με γλώσ­σα οξεία, ειρω­νι­κή, τρυ­φε­ρή, στο­χα­στι­κή, εντέ­λει «καθη­με­ρι­νή». Οι σχέ­σεις των κάθε ηλι­κί­ας και κοι­νω­νι­κής προ­έ­λευ­σης ηρώων/αφηγητών (από έναν συντα­ξιού­χο δικα­στι­κό ως μια νεα­ρή μπαρ­γού­μαν, ένα παι­δί για όλες τις δου­λειές, έναν φοι­τη­τή στη Σκω­τία και ποι­κί­λους μεσή­λι­κες που προσ­δο­κούν τα πάντα και τίπο­τα) συν­θέ­τουν έναν ιστό ερώ­των, προ­δο­σιών, αμοι­βαί­ων προσ­δο­κιών και δια­ψεύ­σε­ων. Οι ήρω­ες κοι­τούν κατά­φα­τσα την κάμε­ρα σε εξο­μο­λο­γη­τι­κή διά­θε­ση, ανα­πτύσ­σο­ντας ο καθέ­νας μια ιστο­ρία που με κάποιο τρό­πο τού εντυ­πώ­θη­κε. Δεν είναι ανα­γκα­στι­κά «αφη­γή­σεις ζωής», μάλ­λον ιστο­ρί­ες για τη ζωή. Ιστο­ρί­ες δηλα­δή που μπο­ρεί να αφη­γη­θού­με όντας σε έντο­νη εξο­μο­λο­γη­τι­κή διά­θε­ση – προ­σω­πι­κές, ιδιαί­τε­ρες, καυ­στι­κές, εντέ­λει επα­γω­γι­κές: ανά­γο­νται στον ευρύ­τε­ρο κοι­νω­νι­κό περί­γυ­ρο, ταρά­ζουν τα νερά της λίμνης σε επάλ­λη­λους κύκλους, αρθρώ­νουν τις ζωές των μεν και των δε, εξαρ­θρώ­νουν παρα­δο­χές με τις οποί­ες οι ήρω­ες ζού­σαν ως τώρα. Ο Μοδι­νός απο­φεύ­γει εδώ τα μεγά­λα πλά­να – την μακρο­σκο­πι­κή όρα­ση και τα μεί­ζο­να δια­κυ­βεύ­μα­τα των άλλων του μυθι­στο­ρη­μά­των. Και ο ανα­γνώ­στης καλεί­ται να συνα­γά­γει –ενερ­γο­ποιώ­ντας την φαντα­σία του–  τα ευρύ­τε­ρα συμ­φρα­ζό­με­να της ζωής τους αλλά και τις κοι­νω­νι­κές συντε­ταγ­μέ­νες της αφή­γη­σης.

 

Γιάν­νης Η. Παπ­πάς

Θαμπές ζωές (Πεζο­γρα­φή­μα­τα)

Η ιστο­ρία μιας άγριας εκδί­κη­σης. Το τελευ­ταίο γράμ­μα μιας μελ­λο­θά­να­της νεα­ρής κομ­μου­νί­στριας στα χρό­νια του εμφυ­λί­ου στη Χαλ­κί­δα. Η οδύσ­σεια μιας Βορειοη­πει­ρώ­τισ­σας στη σύγ­χρο­νη Ελλά­δα. Η συνά­ντη­ση με το δολο­φό­νο του αγω­νι­στή της Αρι­στε­ράς Γρη­γό­ρη Λαμπρά­κη στη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Η εσω­τε­ρι­κή μετα­νά­στευ­ση στην Αθή­να για μια καλύ­τε­ρη ζωή. Ο αδιέ­ξο­δος έρω­τας μιας μαθή­τριας προς τον καθη­γη­τή της. Η πορεία μιας νεα­ρής αντάρ­τισ­σας από τα χωριά της Ηπεί­ρου προς την εξο­ρία, στην Ουγ­γα­ρία, το 1948. Η τελευ­ταία φωτο­γρά­φι­ση του λήσταρ­χου Θωμά Γκα­ντά­ρα, στη Θεσ­σα­λία τη δεκα­ε­τία του ’20.

Με κοφτή, αστό­λι­στη και γυμνή γλώσ­σα, ο συγ­γρα­φέ­ας ανα­σκά­πτει την ατο­μι­κή και συλ­λο­γι­κή μνή­μη και φέρ­νει στην επι­φά­νεια παι­χνί­δια της Ιστο­ρί­ας σε βάρος των αθώ­ων, εγκλή­μα­τα πάθους και τιμής στην ελλη­νι­κή επαρ­χία. Στις Θαμπές ζωές οι ήρω­ες, στε­ρη­μέ­νοι, αδύ­να­μοι και μονα­χι­κοί, ανα­με­τριού­νται με την απώ­λεια, τον έρω­τα, την τρέ­λα και το θάνα­το. Πρω­τα­γω­νι­στές ή κομπάρ­σοι, συμπλέ­κο­νται με το μοι­ραίο, συν­θέ­το­ντας την εικό­να του ανθρώ­πι­νου δρά­μα­τος.

 

Αλέ­ξης Πάρ­νης

Τα όσια και τα ιερά (Μυθι­στό­ρη­μα)

Δεκα­ε­τία του ’50. Ο Γιάν­νης Δερ­βέ­νης είναι κατα­δι­κα­σμέ­νος για έναν φόνο που δεν ήθε­λε, και εκτί­ει την ποι­νή του στις φυλα­κές Αλι­καρ­νασ­σού. Επί­σης φυλα­κι­σμέ­νη, για πολι­τι­κούς όμως λόγους, είναι και η Σοφία Καστρι­νού, που τον είχε σώσει από ναυά­γιο. Τους χωρί­ζουν πολ­λά αλλά τους ενώ­νουν η αλλη­λεγ­γύη και η μου­σι­κή, ο Σοπέν, ο Μπε­τό­βεν, ο Σού­μπερτ.

Ο Γιάν­νης Καστρι­νός, αδελ­φός της Σοφί­ας και πρώ­ην αντάρ­της του Δημο­κρα­τι­κού Στρα­τού, ζει ως κατα­ξιω­μέ­νος ποι­η­τής στη Σοβιε­τι­κή Ένω­ση. Μέσω του φίλου του Παντε­λή Ντό­κα, που είχε πολε­μή­σει επί­σης στον ελλη­νι­κό αλλά και τον ισπα­νι­κό εμφύ­λιο, έρχε­ται σε επα­φή με τον Δερ­βέ­νη. Μέσα από την ποί­η­ση, θα γίνουν φίλοι και αργό­τε­ρα συνερ­γά­τες, όταν ο Δερ­βέ­νης θα έχει πια απο­φυ­λα­κι­στεί.

Η σχέ­ση της Σοφί­ας και του Γιάν­νη παρα­σύ­ρε­ται από το ποτά­μι της Ιστο­ρί­ας. Οι δρα­μα­τι­κές εξε­λί­ξεις στην Ελλά­δα, η δικτα­το­ρία, η εξέ­γερ­ση του Πολυ­τε­χνεί­ου και η κυπρια­κή τρα­γω­δία θα γίνουν το φλε­γό­με­νο φόντο όπου οι αντο­χές τους αλλά και οι ιδε­ο­λο­γι­κές δια­φο­ρές τους θα δοκι­μα­στούν.

Τα όσια και τα ιερά είναι το τρί­το μέρος της τρι­λο­γί­ας του Αλέ­ξη Πάρ­νη, που άρχι­σε με την Οδύσ­σεια των διδύ­μων και συνε­χί­στη­κε με το Ο άλλος εμφύ­λιος. Ένα μυθι­στό­ρη­μα όπου οι ήρω­ες ανα­ζη­τούν τον πνευ­μα­τι­κό ηθι­κό άθλο που θα δώσει ανθρώ­πι­να μάτια στο τυφλό ένστι­κτο της αυτο­συ­ντή­ρη­σης.

 

Γιά­νης Σια­τί­τσας

Εμφύ­λιοι έρω­τες (Μυθι­στό­ρη­μα)

Άνθρω­ποι του χωριού, απλοί και απλοϊ­κοί, ενώ μετέ­χουν στα γεγο­νό­τα, ζουν σε ένα περι­θώ­ριο, τα βιώ­νουν σαν σε παράλ­λη­λο κόσμο. Διψα­σμέ­νοι για αγά­πη ή για στορ­γή, θέλουν να ζήσουν καλύ­τε­ρη ζωή, αλλά δεν ξέρουν πού και πώς να την χτί­σουν. Ποθούν, ζηλεύ­ουν, δου­λεύ­ουν, ερω­τεύ­ο­νται, μισούν, αγω­νιούν, μετα­να­στεύ­ουν, βοη­θούν ο ένας τον άλλον όταν δεν σφά­ζο­νται μετα­ξύ τους.

Στο βιβλίο πασχί­ζουν να βγά­λουν τα όσα έχουν μέσα τους, τα όσα μονο­λο­γούν δίχως ακρο­α­τές στην φύση, όπου όσο τα λένε τα βρί­σκουν σπου­δαία, αλλά όταν κατό­πιν τα ξανα­βρί­σκουν στα κατα­κά­θια του καφέ και στα αυγι­νά τους όνει­ρα, στις λιτα­νεί­ες των παπά­δων και στις υπο­σχέ­σεις των πολι­τι­κών, ζαλί­ζο­νται, αντρα­λιά­ζουν και ξεσπά­νε στο πιο­τό. Τα κατα­κά­θια του πιο­τού στο μυα­λό κανείς δεν μπο­ρεί να τα δια­βά­σει. Απο­μέ­νουν οι εμφύ­λιοι έρω­τες που μόνον ο θάνα­τος τους κατα­λύ­ει, και οι τυφλές, σαρ­κο­βό­ρες ελπί­δες που μόνον αυτές ξέρουν την χρή­ση του «τίπο­τε».

Κάθε πρό­σω­πο και μια γεω­γρα­φία της ανυ­παρ­ξί­ας, ιστο­ρί­ες του ανυ­πό­στα­του στην ελλη­νι­κή επαρ­χία, σε ένα μωσαϊ­κό που κάθε τόσο ξηλώ­νε­ται και ξανα­φτιά­χνε­ται για να μοιά­σει στο σήμε­ρα, χωρίς να λογα­ριά­ζει κανείς αν το σήμε­ρα θα διαρ­κέ­σει μια ολό­κλη­ρη ζωή ή ένα ακέ­ραιο δει­λι­νό.

 

Φωτει­νή Τσα­λί­κο­γλου

Ο Έλλη­νας ασθε­νής (Μυθι­στό­ρη­μα)

Η ιστο­ρία του Έλλη­να ασθε­νή αρχί­ζει τον Απρί­λιο του 1820 σε ένα νησί του Αιγαί­ου, όταν ο Θεό­δω­ρος Κ. στο χωρά­φι του ανα­σύ­ρει από τη γη ένα ακρω­τη­ρια­σμέ­νο άγαλ­μα γυναί­κας. Το ερω­τεύ­ε­ται.

Είμαι δικός σου, κάνε με να ζήσω, μονο­λο­γεί.

Το άγαλ­μα πωλεί­ται σε ξένη χώρα. Aνέ­φι­κτοι έρω­τες, ημι­τε­λείς ζωές σημα­δεύ­ουν την ιστο­ρία πέντε γενιών.

Η αυλαία πέφτει στην Ελβε­τία. Στη Γενεύη, κοντά στην ατά­ρα­χη λίμνη και στις χιο­νι­σμέ­νες βου­νο­κορ­φές των Άλπε­ων, όταν ο από­γο­νος θα αρχί­σει να χάνει το μυα­λό του. Θα βυθι­στεί στην τρέ­λα, θα νοση­λευ­τεί στην κλι­νι­κή Bel Air και, κάποια στιγ­μή, σε ένα παγκά­κι κοντά στην παλιά πόλη, όταν η ώρα θα κοντεύ­ει τρεις, θα θέσει τέρ­μα στη ζωή του. Απο­μέ­νουν ο τελευ­ταί­ος γιος και η πεντά­χρο­νη κόρη του. Όλοι έχουν το ίδιο όνο­μα. Στις φλέ­βες τους η Ελλά­δα αιμορ­ρα­γεί και ονει­ρεύ­ε­ται την επού­λω­ση μιας αρχαί­ας πλη­γής.

 

Ευγε­νία Φακί­νου

Νυχτε­ρι­νή ακρό­α­ση (Μυθι­στό­ρη­μα)

Ένα χωριό, όπου οι παπ­πού­δες μετα­δί­δουν στα εγγό­νια τους τη μελαγ­χο­λία και τη θλί­ψη. Η Φεο­δώ­ρα με φι, που μεγα­λώ­νει με αλή­τι­κα ζώα. Η νεα­ρή Ελέ­νη με τη γατί­σια όρα­ση και τη σκυ­λί­σια ακοή. Ο Μάξι­μος, που της αφη­γεί­ται υπέ­ρο­χες ιστο­ρί­ες φαρο­φυ­λά­κων με αντί­δω­ρο ερω­τι­κά χάδια. Ο βίαιος χωρι­σμός τους. Οι δίδυ­μες μοδί­στρες Σία και Σία με τις εμμο­νές τους. Ο Λου­κάς, τζο­γα­δό­ρος ολκής, δάσκα­λος οδή­γη­σης αλλά και ερω­τι­κών μαθη­μά­των. Η Αθή­να απο­κλει­σμέ­νη από τα χιό­νια. Η Αμα­λί­τσα, ορφα­νή εξή­ντα ετών, και ο αρτο­ποιός «Κοσμάς ο Αιτω­λός». Η νοσο­κό­μα «η Αντ’ αυτής» και ο «Ιώβ ο υπο­μο­νε­τι­κός» με τα δελ­τία και­ρού από τα ημε­ρο­μή­νια. Η παρο­πλι­σμέ­νη λαϊ­κή τρα­γου­δί­στρια, που λέει πάντα το ίδιο ρεφρέν. Ο ντα­λι­κέ­ρης «Άρχο­ντας της Εθνι­κής» και ο ερη­μί­της με το σκύ­λο του που έχει όνο­μα πόλης.

Άνθρω­ποι με ματαιω­μέ­νες ελπί­δες και ακυ­ρω­μέ­να πάθη, στω­ι­κοί αλλά όχι παραι­τη­μέ­νοι, που τους συν­δέ­ει το ραδιό­φω­νο και οι νυχτε­ρι­νές εκπο­μπές, στις οποί­ες βρί­σκουν ένα αντί­δο­το στη μονα­ξιά, μια ελπί­δα για την επό­με­νη μέρα και την προσ­δο­κία μιας φωτει­νής ανα­τρο­πής. Η Νυχτε­ρι­νή ακρό­α­ση είναι ένα εγκώ­μιο στο όνει­ρο, στους αφη­γη­τές φαντα­στι­κών ιστο­ριών και στις αγά­πες που κρα­τά­νε μια ζωή.

 

Νίκος Χρυ­σός

Και­νούρ­για μέρα (Μυθι­στό­ρη­μα)

 

Ένα βρά­δυ του Δεκεμ­βρί­ου σε μια σκο­τει­νή γωνιά του Λιμα­νιού, τρεις άντρες πυρ­πο­λούν ζωντα­νό τον Σεβα­στια­νό, έναν κλο­σάρ που έχει τη φήμη δει­νού παρα­μυ­θά. Ο Παύ­λος, ο νεό­τε­ρος από τους τρεις θύτες, συγκλο­νι­σμέ­νος από την αγριό­τη­τα του εγκλή­μα­τος ανα­ζη­τά στοι­χεία για το θύμα, ελπί­ζο­ντας πως έτσι θα εξι­λε­ω­θεί από τις τύψεις. Μέσα στη σύγ­χυ­σή του, πιστεύ­ει πως, αν ζωντα­νέ­ψει την ιστο­ρία του νεκρού, θα τον επα­να­φέ­ρει στη ζωή. Ερευ­νώ­ντας στα στέ­κια των αστέ­γων, κατα­φέρ­νει να εντο­πί­σει τους συντρό­φους του Σεβα­στια­νού, τον Τέως, τον Μαρ­κό­νη, τον Λάκυ και τον Γιάν­νη. Ζητά και από τους τέσ­σε­ρις να διη­γη­θούν την ιστο­ρία τους και την ιστο­ρία του Σεβα­στια­νού, και δίχως να το κατα­λά­βει παγι­δεύ­ε­ται σε έναν παρά­ξε­νο κόσμο. Ενώ όλα μοιά­ζουν, στην αρχή, γεγο­νό­τα πραγ­μα­τι­κά, οι αφη­γή­σεις περι­πλέ­κο­νται, ο μύθος και η αλή­θεια μπερ­δεύ­ο­νται. Οι ήρω­ες του βιβλί­ου διη­γού­νται σαν να ανα­πνέ­ουν, χωρίς πρό­θε­ση, φιλο­δο­ξία ή προσ­δο­κία. Ίσως οι αφη­γή­σεις να είναι γι’ αυτούς μια κραυ­γή, μια ανα­λα­μπή, ίσως η παρα­κα­τα­θή­κη τους. Ίσως δεν είναι παρά μια από­λαυ­ση, μια ευκαι­ρία· εξάλ­λου κάθε ιστο­ρία είναι και μια και­νούρ­για μέρα, έτσι δεν λένε;

 

ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ

 

Γιου­ντό­ρα Γου­έλ­τυ (ΗΠΑ)

Το μεγά­λο δίχτυ και άλλες ιστο­ρί­ες (Διη­γή­μα­τα)

Μετά­φρα­ση: Αθη­νά Δημη­τριά­δου

Από τις κορυ­φαί­ες φωνές στον χώρο της πεζο­γρα­φί­ας του 20ού αιώ­να και δεξιο­τέ­χνις του διη­γή­μα­τος, «παι­δί» του Μαρκ Του­έιν και του Γουί­λιαμ Φόκνερ, παι­δί του Μισι­σί­πι, η Γιου­ντό­ρα Γου­έλ­τυ (1909–2001), παρου­σιά­ζε­ται εδώ με δεκα­πέ­ντε αρι­στο­τε­χνι­κές ιστο­ρί­ες, άλλες σύντο­μες κι άλλες εκτε­τα­μέ­νες. Η έκδο­ση είναι επι­λο­γή από τις τέσ­σε­ρις συλ­λο­γές διη­γη­μά­των της συγ­γρα­φέ­ως, που σκο­πό έχει να φέρει σε ουσια­στι­κή επα­φή το ελλη­νι­κό ανα­γνω­στι­κό κοι­νό με μια ανε­πα­νά­λη­πτη πένα της αμε­ρι­κα­νι­κής και της παγκό­σμιας λογο­τε­χνί­ας. Η ίδια τιμή­θη­κε, μετα­ξύ άλλων δια­κρί­σε­ων, με το Βρα­βείο Πού­λι­τζερ και το Εθνι­κό Βρα­βείο Βιβλί­ου, και ήταν η πρώ­τη εν ζωή συγ­γρα­φέ­ας της οποί­ας το συνο­λι­κό έργο εξέ­δω­σε (ουσια­στι­κά, παρα­ση­μο­φό­ρη­σε) η περί­φη­μη Library of America.

 

Αντό­νιο ντι Μπε­νε­ντέτ­το (ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ)

Zama (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Άννα Βερ­ροιο­πού­λου

Πραγ­μα­τι­κό αρι­στούρ­γη­μα της λατι­νο­α­με­ρι­κα­νι­κής λογο­τε­χνί­ας του 20ού αιώ­να. Με πρό­ζα πανέ­μορ­φη και συγκλο­νι­στι­κή ο Αντό­νιο ντι Μπε­νε­ντέτ­το (1922–1986) αφη­γεί­ται τη μονα­χι­κή ζωή του Αμε­ρι­κα­νού Δον Ντιέ­γο ντε Σάμα, αξιω­μα­τού­χου του ισπα­νι­κού στέμ­μα­τος στην Παρα­γουάη του 18ου αιώ­να. Ο ήρω­ας είναι θύμα μιας ατέρ­μο­νης ανα­μο­νής× ανα­μο­νής για ένα πλοίο, για μια ανα­γνώ­ρι­ση και μια μετά­θε­ση στο Μπου­έ­νος Άιρες ώστε να σμί­ξει και πάλι με την Μάρ­τα, τη γυναί­κα του. Καθώς νιώ­θει εξο­ρι­σμέ­νος σ’ έναν αφι­λό­ξε­νο τόπο, η προ­σμο­νή του Σάμα γίνε­ται υπαρ­ξια­κή, αγω­νιώ­δης, στο­χα­στι­κή. Ο ίδιος αυτός τόπος είναι έτοι­μος να τον ξελο­γιά­σει και τις ληθαρ­γι­κές ώρες τον πολιορ­κεί με σκέ­ψεις απι­στί­ας, κάνο­ντας τον πρω­τα­γω­νι­στή να παλεύ­ει μέσα στη μονα­ξιά του με το δικαί­ω­μα να ερω­τευ­τεί. Ένα αλη­σμό­νη­το βιβλίο για τα όρια της ανθρώ­πι­νης ύπαρ­ξης.

 

Μπέρ­τολτ Μπρεχτ (ΓΕΡΜΑΝΙΑ)

Με-τι

Μετά­φρα­ση: Βασί­λης Τσα­λής

Το Με-τι του Μπέρ­τολτ Μπρεχτ, που παρέ­μει­νε αδη­μο­σί­ευ­το όσο ο ίδιος ζού­σε και κυκλο­φό­ρη­σε στα γερ­μα­νι­κά το 1965, παρου­σιά­ζε­ται για πρώ­τη φορά στα ελλη­νι­κά. Ο Με-τι συνι­στού­σε «να μην κατα­σκευά­ζου­με πολύ πλή­ρεις εικό­νες του κόσμου». Για αυτό το έργο θραυ­σμά­των και επει­σο­δί­ων, ο Μπρεχτ συγκέ­ντρω­σε ανέκ­δο­τα, ποι­ή­μα­τα, προ­σω­πι­κές ιστο­ρί­ες και απο­τι­μή­σεις της σύγ­χρο­νής του πολι­τι­κής. Δεδο­μέ­νης της αμφι­λε­γό­με­νης φύσης του έργου, ο συγ­γρα­φέ­ας ανα­ζή­τη­σε ένα προ­σω­πείο, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας το όνο­μα ενός Κινέ­ζου σύγ­χρο­νου του Σωκρά­τη, γνω­στού σήμε­ρα ως Μόζι. Παρα­κι­νη­μέ­νος από το όλο χιού­μορ και αφο­ρι­στι­κό ύφος του και την εστί­α­σή του στην κοι­νω­νία, καθώς και από μια βαθιά ριζω­μέ­νη κινε­ζι­κή επί­γνω­ση του ρου των πραγ­μά­των, ο Μπρεχτ επι­νό­η­σε μια πρα­κτι­κή, φιλο­σο­φι­κή, μη συστη­μα­τι­κή ηθι­κή, πραγ­μα­τευό­με­νος τη μαρ­ξι­στι­κή δια­λε­κτι­κή, τον Λένιν, τον Χίτλερ, τον Στά­λιν, τις Δίκες της Μόσχας και τις θεω­ρί­ες πίσω από τα τρέ­χο­ντα γεγο­νό­τα, ενώ προει­δο­ποιού­σε για το πώς η ιδε­ο­λο­γία καθι­στά τους ανθρώ­πους «υπη­ρέ­τες ιερέ­ων». Το Με-τι είναι βασι­κό στην κατα­νό­η­ση των κρι­τι­κών στο­χα­σμών του Μπρεχτ σχε­τι­κά με τον μαρ­ξι­σμό και τη δέσμευ­σή του στην αλλα­γή και το μη αιώ­νιο, τη φιλο­σο­φία που δια­πο­τί­ζει μεγά­λο μέρος των κει­μέ­νων του και τα πιο γνω­στά του έργα, όπως Ο καλός άνθρω­πος του Σετσουάν. Οι ανα­γνώ­στες θα γοη­τευ­θούν και θα μαγευ­τούν από τις σκέ­ψεις και τη σοφία που προ­σφέ­ρει.

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΑΠ’ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Ντρά­γκαν Βέλι­κιτς (ΣΕΡΒΙΑ)

Ο ιχνη­λά­της (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Ισμή­νη Ραντού­λο­βιτς

Η είδη­ση του θανά­του της μητέ­ρας του βρί­σκει τον συγ­γρα­φέα στο νοι­κια­σμέ­νο του δια­μέ­ρι­σμα στη Βου­δα­πέ­στη και γίνε­ται η αφορ­μή ν’ ανοί­ξει το μαύ­ρο κου­τί της μνή­μης. Ο γιος απο­δέ­χε­ται τού­τη την κλη­ρο­νο­μιά σαν ιχνη­λά­της του παρελ­θό­ντος, σαν αρχειο­φύ­λα­κας των ανα­μνή­σε­ων, ακο­λου­θώ­ντας την πλημ­μυ­ρί­δα των εικό­νων που ανε­βαί­νει μέσα του και κατα­κλύ­ζει το παρόν του. Στην περί­πτω­ση του Ντρά­γκαν Βέλι­κιτς τα πάντα συν­δέ­ο­νται με τόπους, οι οποί­οι με τη σει­ρά τους σχη­μα­τί­ζουν τον χάρ­τη μιας ανθρώ­πι­νης ζωής. Ο ίδιος γίνε­ται και πάλι το αγό­ρι που, νεο­φερ­μέ­νο από το Βελι­γρά­δι στην Πού­λα, εξε­ρευ­νά τις ευω­δια­στές εσω­τε­ρι­κές αυλές των σπι­τιών και συνα­ντά τον γέρο ωρο­λο­γο­ποιό Μάλε­σα που επι­σκευά­ζει τα ρολό­για του Τίτο –πάντο­τε υπό το αυστη­ρό βλέμ­μα της μητέ­ρας του, από την κοσμο­θε­ω­ρία της οποί­ας απε­λευ­θε­ρώ­νε­ται όλο και πιο πολύ, με κάθε του βήμα. Το βιβλίο είναι γεμά­το συγκλο­νι­στι­κές ιστο­ρί­ες και χαρα­κτή­ρες, όπως η Σαλο­νι­κιά Λιζέ­τα Μπε­νε­ντέ­τι, η οποία ήταν πραγ­μα­τι­κό πρό­σω­πο που περι­πλα­νή­θη­κε στην Ευρώ­πη προ­τού κατα­λή­ξει στην Ίστρια, όπου μεγά­λω­σε και ο ίδιος ο συγ­γρα­φέ­ας. Με το νέο του μυθι­στό­ρη­μα που είναι και το πλέ­ον προ­σω­πι­κό του βιβλίο, ο στι­λί­στας Ντρά­γκαν Βέλι­κιτς απο­τί­νει έναν συγκι­νη­τι­κό φόρο τιμής στη μητέ­ρα του, σε μια χώρα, σε μια επο­χή και σε ανθρώ­πους που δεν υπάρ­χουν πια. Εδώ φανε­ρώ­νο­νται όλα τα χαρα­κτη­ρι­στι­κά για τα οποία έχει γίνει διά­ση­μος: η τέλεια αντί­λη­ψή του για τη λεπτο­μέ­ρεια, η γλωσ­σι­κή ακρί­βεια, το παρα­πλα­νη­τι­κά απλό αλλά σύν­θε­το ύφος του. Ο ιχνη­λά­της είναι το αρι­στούρ­γη­μά του και τιμή­θη­κε το 2015 με το Βρα­βείο ΝΙΝ, την κορυ­φαία λογο­τε­χνι­κή διά­κρι­ση της Σερ­βί­ας.

 

Ντρά­γκο Γιάν­τσαρ (ΣΛΟΒΕΝΙΑ)

Αυτή τη νύχτα την είδα (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Λόι­σκα Αβα­για­νού

Η Βερό­νι­κα Ζάρ­νικ είναι από εκεί­νες τις γυναί­κες που ανα­στα­τώ­νουν, τις άπια­στες, τις σαγη­νευ­τι­κές, που κανείς δεν μπο­ρεί να ξεχά­σει. Εκκε­ντρι­κή και αισθη­σια­κή, παθια­σμέ­νη με την ελευ­θε­ρία, ατί­θα­ση και προ­κλη­τι­κή, ζει με τον σύζυ­γό της Λέο σ’ έναν παρα­μυ­θέ­νιο πύρ­γο στη βόρεια Σλο­βε­νία. Είναι μεγα­λο­α­στοί, νέοι και πάμπλου­τοι, ένα απο­λύ­τως αντι­συμ­βα­τι­κό ζευ­γά­ρι στα σκο­τει­νά χρό­νια του Β΄  Παγκο­σμί­ου πολέ­μου. Το ανε­ξάρ­τη­το πνεύ­μα, η γλυ­κιά τρέ­λα που τους χαρα­κτη­ρί­ζει και η άρνη­σή τους να απο­δε­χθούν τους περιο­ρι­σμούς έρχο­νται σε πλή­ρη αντί­θε­ση με μια τρα­γι­κή επο­χή. Ώσπου μια νύχτα του Γενά­ρη του 1944 εξα­φα­νί­ζο­νται και οι δύο κάτω από αδιευ­κρί­νι­στες συν­θή­κες, αφή­νο­ντας τους ανθρώ­πους που τους γνώ­ρι­ζαν να κατα­τρύ­χο­νται από αμφι­βο­λί­ες. Ποια ήταν στ’ αλή­θεια η Βερό­νι­κα; Πώς ήταν στ’ αλή­θεια η ζωή της; Τι έκρυ­βε; Πέντε οικεία πρό­σω­πα του ζευ­γα­ριού επι­χει­ρούν με τις αφη­γή­σεις τους να φωτί­σουν την αινιγ­μα­τι­κή ηρω­ί­δα. Και κάπως έτσι ξεδι­πλώ­νουν τις πολ­λα­πλές πτυ­χές της προ­σω­πι­κό­τη­τάς της, ανα­συν­θέ­το­ντας όχι μόνο τη δική της ιστο­ρία ή την ιστο­ρία του άντρα της, αλλά και την ιστο­ρία της ίδιας της Σλο­βε­νί­ας. Ένα συναρ­πα­στι­κό, πολυ­φω­νι­κό μυθι­στό­ρη­μα που βασί­ζε­ται σε αλη­θι­νά γεγο­νό­τα.

 

Ρόμπερτ Έργουιν (ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ)

Δεν στα­μα­τούν τα θαύ­μα­τα (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Νίκος Α. Μάντης

Με αφε­τη­ρία τη Μάχη του Τάου­τον, την πιο αιμα­τη­ρή που δόθη­κε ποτέ επί αγγλι­κού εδά­φους, το μυθι­στό­ρη­μα αφη­γεί­ται τις μυθι­κές περι­πέ­τειες ενός άντρα και της αρι­στο­κρα­τι­κής οικο­γέ­νειάς του εν μέσω του χάους που επι­κρα­τεί στην Αγγλία κατά τη διάρ­κεια του Πολέ­μου των Ρόδων, όταν δύο μεγά­λοι οίκοι συγκρού­ο­νταν για την ανάρ­ρη­ση στο θρό­νο. Ο Άντο­νι Γού­ντ­βιλ, Λόρ­δος Σκέιλς και αδερ­φός της μελ­λο­ντι­κής βασί­λισ­σας, της Ελί­ζα­μπεθ Γού­ντ­βιλ, μοιά­ζει να πεθαί­νει στο πεδίο της μάχης, και στη συνέ­χεια να ανα­σταί­νε­ται. Όσο είναι νεκρός, γίνε­ται μάρ­τυ­ρας της τελε­τής του Άγιου Δισκο­πό­τη­ρου, η οποία έχει να πραγ­μα­το­ποι­η­θεί από την επο­χή του βασι­λιά Αρθού­ρου. Εκεί­νο που βλέ­πει όταν συνέρ­χε­ται και που τον συνο­δεύ­ει στην υπό­λοι­πη ζωή του, καθώς υπε­ρα­σπί­ζε­ται τον βασι­λιά του, είναι μια ατε­λεί­ω­τη σει­ρά από θαύ­μα­τα: μια ομι­λού­σα κεφα­λή που προ­βλέ­πει το μέλ­λον, ένα θαυ­μα­τουρ­γό καζά­νι, ένα μου­σείο κρα­νί­ων, την πεντάλ­φα του ξιφο­μά­χου, αλχη­μι­στές και μάγους, αλλά και πλη­θώ­ρα από μάχες, πολιορ­κί­ες, ξιφο­μα­χί­ες, κοντα­ρο­μα­χί­ες, προ­δο­σί­ες, φόνους, απο­κε­φα­λι­σμούς και φρι­χτά βασα­νι­στή­ρια. Και υπάρ­χουν πολ­λές ακό­μα ιστο­ρί­ες – κάποιες τόσο δια­μπε­ρείς, ώστε οι ήρω­ές τους περ­νούν στην πλευ­ρά της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, απει­λώ­ντας ακό­μα και τον δημιουρ­γό τους.

 

Μιτσού­γιο Κάκου­τα (ΙΑΠΩΝΙΑ)

Η όγδοη μέρα (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Ειρή­νη Παπα­κυ­ρια­κού

Μια νεα­ρή γυναί­κα τρέ­χει στους δρό­μους του Τόκιο μ’ ένα μωρό στα χέρια. Αυτό το μωρό δεν είναι δικό της· χωρίς να το έχει προ­σχε­διά­σει ακρι­βώς, μόλις το απή­γα­γε. Έκτο­τε, η ζωή της 29χρονης Κιουά­κο μετα­τρέ­πε­ται σε μια διαρ­κή από­δρα­ση. Πανι­κο­βλη­μέ­νη στην ιδέα της σύλ­λη­ψης αλλά­ζει ταυ­τό­τη­τα και κατα­φύ­γιο με εντυ­πω­σια­κή ταχύ­τη­τα, έχο­ντας μαζί της και το παι­δά­κι, την Ερί­να, την κόρη του Τακε­χί­ρο, με τον οποίο είχε κατά το πρό­σφα­το παρελ­θόν ερω­τι­κή σχέ­ση. Ωστό­σο, όλα παρα­μέ­νουν απο­λύ­τως γλυ­κά ανά­με­σα στη νεα­ρή γυναί­κα και στο κορι­τσά­κι. Παρα­δό­ξως, η συνε­νο­χή που δημιουρ­γεί­ται ανά­με­σά τους εντεί­νε­ται όλο και περισ­σό­τε­ρο. Ο φόβος κι η ανα­σφά­λεια δεν θίγουν αυτή την τερά­στια τρυ­φε­ρό­τη­τα, αυτή την αρμο­νία στην οποία κανέ­νας μάρ­τυ­ρας δεν ανα­γνω­ρί­ζει το παρα­μι­κρό λάθος. Με εξαι­ρε­τι­κή απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα στη δια­τή­ρη­ση της αγω­νί­ας, το βιβλίο σημεί­ω­σε τερά­στια επι­τυ­χία και μετα­φέρ­θη­κε στον κινη­μα­το­γρά­φο, αφού οι πρω­τα­γω­νι­στές έμοια­ζαν να είναι φτιαγ­μέ­νοι για τη μεγά­λη οθό­νη. Πέραν όμως της έντα­σης, πίσω απ’ αυτή την καθη­λω­τι­κή ιστο­ρία όπου μια νέα γυναί­κα ανα­ζη­τά την ευτυ­χία στην κόρη της, ξεδι­πλώ­νε­ται αναμ­φι­σβή­τη­τα η ποί­η­ση. Η Μιτσού­γιο Κάκου­τα ανή­κει στις δημο­φι­λέ­στε­ρες και πιο εκρη­κτι­κές συγ­γρα­φείς της νεό­τε­ρης γενιάς στην Ιαπω­νία.

 

Ίθαν Κέι­νιν (HΠΑ)

Αμέ­ρι­κα Αμέ­ρι­κα (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Αντώ­νης Καλο­κύ­ρης

Στις αρχές της δεκα­ε­τίας του 1970 ο Κόρεϊ Σίφτερ, γιος εργα­τών, προ­σλαμ­βά­νε­ται ως κηπου­ρός στο τερά­στιο κτή­μα της ισχυ­ρής οικο­γέ­νειας Μέτα­ρεϊ. Σύντο­μα, εξαι­τίας της γεν­ναιο­δω­ρίας της οικο­γέ­νειας, βρί­σκε­ται να σπου­δά­ζει σε ένα ιδιω­τικό οικο­τρο­φείο και να εκτε­λεί χρέη βοη­θού του γερου­σια­στή της Νέας Υόρ­κης Χέν­ρι Μπον­γουί­λερ, που βάζει υπο­ψη­φιό­τητα για Πρό­ε­δρος των Ηνω­μέ­νων Πολι­τειών. Πολύ γρή­γορα ο Κόρεϊ θα εμπλα­κεί με μία από τις κόρες των Μέτα­ρεϊ και αρχί­ζει να αφή­νει πίσω του τη ζωή των παι­δι­κών του χρό­νων. Καθώς η εκστρα­τεία του Μπονγουί­λερ απο­κτάει δυνα­μική, ο Κόρεϊ βρί­σκε­ται παγι­δευ­μέ­νος σε έναν περί­πλο­κο ιστό γεγο­νό­των, όπου η αφο­σί­ωση, η πολι­τική, το σεξ και η ευγνω­μο­σύνη συγκρού­ο­νται με την ηθι­κή, τον έρω­τα και την αλή­θεια. Το μυθι­στό­ρημα Αμέ­ρικα Αμέ­ρι­κα εξε­λίσ­σε­ται σε μια μικρή πόλη στη διάρ­κεια της προ­ε­δρίας του Νίξον και στο σήμε­ρα, με θέμα την Αμε­ρική, την οικο­γέ­νεια, την πολι­τική και μια τρα­γω­δία, καθώς και τον αντί­κτυπο της μοί­ρας στη ζωή ενός νεα­ρού άνδρα.

 

Κλά­ου­ντιο Μάγκρις (ΙΤΑΛΙΑ)

Μια άλλη θάλασ­σα (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Μαρία Σπυ­ρι­δο­πού­λου

Υπήρ­χε κάπο­τε ένας ριζο­σπα­στι­κός φιλό­σο­φος, ο Κάρ­λο Μικελ­στέ­τερ, που πέθα­νε το 1910 στα είκο­σι δύο του, την επο­μέ­νη της ολο­κλή­ρω­σης της πτυ­χια­κής του εργα­σί­ας με τίτλο Η πει­θώ και η ρητο­ρι­κή.

Υπήρ­χε κάπο­τε ένας μαθη­τής και φίλος του, ο Ενρί­κο Μρέ­ου­λε, ο ήρω­ας αυτού του μυθι­στο­ρή­μα­τος, που, θέλο­ντας να μεί­νει πιστός στη σκέ­ψη του δασκά­λου του, αρνή­θη­κε κάθε επαγ­γελ­μα­τι­κή, πολι­τι­κή και οικο­γε­νεια­κή δέσμευ­ση. Από την Πατα­γο­νία στην Ίστρια, από τον Μεγά­λο Πόλε­μο στον φασι­σμό, θέλει να ζήσει το παρόν, να μην επι­νο­εί μάταιες προ­κλή­σεις, ενώ η αλη­θι­νή ζωή ξεμα­κραί­νει…

Ο Κλά­ου­ντιο Μάγκρις μάς προ­σφέ­ρει ένα έργο μονα­δι­κό, ένα μαγευ­τι­κό ποί­η­μα γύρω από την περι­πλά­νη­ση ενός ανθρώ­που που ανα­ζη­τά την αρμο­νία, ενός λιπο­τά­κτη-μάρ­τυ­ρα μιας Ευρώ­πης η οποία βρί­σκε­ται στο έλε­ος των δικτα­το­ριών.

 

Φιστόν Μουαν­τζά Μου­ζι­λά (ΚΟΝΓΚΟ)

Τραμ 83 (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Ρίτα Κολα­ΐ­τη

Σε μια αφρι­κα­νι­κή πόλη, που θα μπο­ρού­σε κάλ­λι­στα να είναι η Κιν­σά­σα ή το Λου­μπού­μπα­σι, κατα­φθά­νουν του­ρί­στες κάθε γλώσ­σας κι εθνι­κό­τη­τας. Έχουν μία και μόνη επι­θυ­μία: να πλου­τί­σουν εκμε­ταλ­λευό­με­νοι τον ορυ­κτό πλού­το της χώρας. Τη μέρα δου­λεύ­ουν στα ορυ­χεία και, μόλις σκο­τει­νιά­σει, τρέ­χουν στο «Τραμ 83» για να πιούν, να χορέ­ψουν, να ξεδώ­σουν. Το «Τραμ 83» είναι το μονα­δι­κό νάιτ κλαμπ της πόλης, το άντρο κάθε λογής από­βλη­των της κοι­νω­νί­ας: πρώ­ην παι­διά-στρα­τιώ­τες, πόρ­νες, περι­φε­ρό­με­νοι φοι­τη­τές, ανύ­πα­ντρες μητέ­ρες, μαθη­τευό­με­νοι μάγοι. Ο Λισιέν, επαγ­γελ­μα­τί­ας συγ­γρα­φέ­ας, που ξεγλι­στρά­ει διαρ­κώς από τους εκβια­σμούς και τη λογο­κρι­σία, βρί­σκει κατα­φύ­γιο στην πόλη, χάρη στον νεα­ρό φίλο του, τον Ρέκ­βιεμ. Ο τελευ­ταί­ος ζει κυρί­ως από τις κλο­πές και τις απά­τες ενώ ο Λισιέν το μόνο που θέλει είναι να γρά­φει και να ζει έντι­μα. Γύρω τους κυκλο­φο­ρούν γκάν­γκ­στερ και όμορ­φα κορί­τσια, από­μα­χοι ή δρα­πέ­τες, κερ­δο­σκό­ποι του­ρί­στες και ομο­σπον­δια­κοί πρά­κτο­ρες ενός ανύ­παρ­κτου κρά­τους. Πρώ­το μυθι­στό­ρη­μα, εντυ­πω­σια­κά ποι­η­τι­κό και νευ­ρώ­δες, το Τραμ 83 είναι μια απί­στευ­τη κατά­δυ­ση στη γλώσ­σα και στον δυνα­μι­σμό μιας αλλό­κο­της χώρας, μια παραι­σθη­τι­κή και γεμά­τη χιού­μορ λαί­λα­πα όπου σε κάθε φρά­ση χτυ­πά­ει ο παλ­μός της αχα­λί­νω­της επι­θυ­μί­ας για ζωή. Θα μπο­ρού­σε κάλ­λι­στα να περι­γρα­φεί ως μια ραψω­δία ή ένα αφρι­κα­νι­κό ραπ μυθι­στό­ρη­μα ή ένα μυθι­στό­ρη­μα-παζλ πλημ­μυ­ρι­σμέ­νο από τους ρυθ­μούς της τζαζ. To βιβλίο ήταν υπο­ψή­φιο για το Διε­θνές Βρα­βείο Booker 2016.

 

Λιου­ντμί­λα Ουλί­τσκα­για (ΡΩΣΙΑ)

Το πρά­σι­νο αντί­σκη­νο (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Σταυ­ρού­λα Αργυ­ρο­πού­λου

Τρεις φίλοι γίνο­νται αντι­φρο­νού­ντες από αγά­πη για τη λογο­τε­χνία. Ο Ιλιά, ο Σάνια και ο Μίσα γνω­ρί­ζο­νται στο σχο­λείο όπου οι υπό­λοι­ποι συμ­μα­θη­τές, πιο μεγά­λοι και πιο δυνα­τοί, τούς κακο­με­τα­χει­ρί­ζο­νται. Και τού­το διό­τι ο Ιλιά είναι άσχη­μος και φτω­χός, ο Σάνια είναι ένας εύθραυ­στος μου­σι­κός και ο Μίσα επει­δή απλώς είναι Εβραί­ος. Η υπο­στή­ρι­ξη που παρέ­χει ο φιλό­λο­γος καθη­γη­τής τους είναι ουσια­στι­κή γι’ αυτά τα παι­διά, σε μια Σοβιε­τι­κή Ένω­ση που μόλις έχει βιώ­σει τον θάνα­το του Στά­λιν και όπου ο καθέ­νας πρέ­πει να τοπο­θε­τη­θεί απέ­να­ντι στην εξου­σία. Ο Ιλιά κατα­γρά­φει αυτά τα ταραγ­μέ­να χρό­νια παίρ­νο­ντας φωτο­γρα­φί­ες, ενώ ο Μίσα στρέ­φε­ται στα σαμιζ­ντάτ, τις παρά­νο­μες εκδό­σεις κει­μέ­νων που το καθε­στώς «εξα­φα­νί­ζει» λογο­κρί­νο­ντάς τα. Και όταν ο Μίσα κατη­γο­ρη­θεί για τη δρά­ση του και οδη­γη­θεί σε στρα­τό­πε­δο, ο Σάνια είναι αυτός που θα ασχο­λη­θεί με τη γυναί­κα του και το παι­δί του. Μέσα σε μια τερά­στια τοι­χο­γρα­φία που βυθί­ζει τον ανα­γνώ­στη στη σοβιε­τι­κή τρα­γω­δία, η Λιου­ντμί­λα Ουλί­τσκα­για επω­φε­λεί­ται από το απα­ρά­μιλ­λο αφη­γη­μα­τι­κό ταλέ­ντο της για να μας θυμί­σει τόσο το μεγα­λείο των ανθρώ­πων που ωθού­νται από το θάρ­ρος, τα ιδα­νι­κά και τον έρω­τα, όσο και τις φρι­κα­λε­ό­τη­τες που εκπο­ρεύ­ο­νται από τη δει­λία, την προ­δο­σία και την πολι­τι­κή βία.

Ένα μεγα­λειώ­δες μυθι­στό­ρη­μα που ακο­λου­θεί τη μεγά­λη ρωσι­κή παρά­δο­ση, του Ντο­στο­γιέφ­σκι, του Τολ­στόι και του Παστερ­νάκ.

 

Λεο­νάρ­δο Παδού­ρα (ΚΟΥΒΑ)

Η δια­φά­νεια του χρό­νου (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Κώστας Αθα­να­σί­ου

Ο Μάριο Κόντε, ενώ πλη­σιά­ζει όλο και πιο πολύ να κλεί­σει τα εξή­ντα του χρό­νια και ανα­ζη­τεί τρό­πους να αντι­με­τω­πί­σει την κρί­ση που αντι­με­τω­πί­ζει, ανα­λαμ­βά­νει απρό­σμε­να μια δου­λειά που του ανα­θέ­τει ένας παλιός συμ­μα­θη­τής του, ο Μπό­μπι, ο οποί­ος ζητά­ει τη βοή­θειά του για να ξανα­βρεί το άγαλ­μα μιας Μαύ­ρης Παρ­θέ­νου που του έχουν κλέ­ψει. Ο Κόντε ανα­κα­λύ­πτει πως αυτό το άγαλ­μα μπο­ρεί τελι­κά να είναι πολυ­τι­μό­τε­ρο απ’ ό,τι του έχουν πει, καθώς οι έρευ­νές του και οι διη­γή­σεις του φίλου του τον οδη­γούν πολύ πίσω στον χρό­νο, φθά­νο­ντας ακό­μα και σε εκεί­νον που –προ­σπα­θώ­ντας να ξεφύ­γει από τον Ισπα­νι­κό Εμφύ­λιο– ταξί­δε­ψε ως λαθρε­πι­βά­της μέχρι την Αβά­να και έφε­ρε τη Μαύ­ρη Παρ­θέ­νο στην Κού­βα από τα Κατα­λα­νι­κά Πυρη­ναία.

Καθώς προ­χω­ρά­ει την έρευ­νά του, ο Κόντε κατα­δύ­ε­ται στα­δια­κά στον υπό­κο­σμο μιας σκο­τει­νής Αβά­νας, πέφτει επά­νω σε υπό­πτους και σε πτώ­μα­τα και ταυ­τό­χρο­να έρχε­ται σε επα­φή με το απί­στευ­το κύκλω­μα των εμπό­ρων και των συλ­λε­κτών έργων τέχνης, κάποιοι από τους οποί­ους δεν ακο­λου­θούν πολύ αυστη­ρούς ηθι­κούς κανό­νες στις συναλ­λα­γές τους…

Ωστό­σο, πίσω από όλα αυτά, το νέο μυθι­στό­ρη­μα του Λεο­νάρ­δο Παδού­ρα αφη­γεί­ται την επι­κή ιστο­ρία αυτού του μυστη­ριώ­δους αγάλ­μα­τος της Μαύ­ρης Παρ­θέ­νου μέσα από τους αιώ­νες – μια συναρ­πα­στι­κή ιστο­ρία που ξεκι­νά από τις Σταυ­ρο­φο­ρί­ες και φτά­νει ως τις μέρες μας. Ένα βιβλίο που συν­δέ­ει με αρι­στο­τε­χνι­κό τρό­πο τις έρευ­νες του δημο­φι­λούς ντε­τέ­κτιβ Μάριο Κόντε, σε μια κρυ­φή Αβά­να που καταρ­ρέ­ει, με ένα κατα­πλη­κτι­κό ταξί­δι στον χρό­νο και στην ιστο­ρία.

 

Αντόν Σαμάς (ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ)

Αρα­μπέσκ (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Χρυ­σού­λα Παπα­δο­πού­λου

Ο Αντόν Σαμάς, προ­ερ­χό­με­νος από οικο­γέ­νεια καθο­λι­κών Αρά­βων της Γαλι­λαί­ας, ξετυ­λί­γει σ’ αυτό το μυθι­στό­ρη­μα το χρο­νι­κό της οικο­γέ­νειάς του και των κατοί­κων του χωριού του, της Φασού­τα, εγεί­ρο­ντας θέμα­τα γλωσ­σι­κής, εθνι­κής και θρη­σκευ­τι­κής ταυ­τό­τη­τας. Οι περι­πέ­τειες, οι μετα­κι­νή­σεις και οι εκτο­πι­σμοί των μελών της οικο­γέ­νειας Σαμάς από τα τέλη του 19ου ως τα τέλη του 20ού αιώ­να συν­δέ­ο­νται άρρη­κτα με τα σημα­ντι­κό­τε­ρα ιστο­ρι­κά γεγο­νό­τα της πολύ­πα­θης αυτής περιο­χής της Μέσης Ανα­το­λής. Καθώς το Κρά­τος του Ισρα­ήλ δια­δέ­χε­ται τη Βρε­τα­νι­κή Εντο­λή στην Παλαι­στί­νη, σε αυτό το απο­μο­νω­μέ­νο χωριό, οι κάτοι­κοί του, μέλη μιας ιδιαί­τε­ρης μειο­νό­τη­τας, βρί­σκο­νται στη δίνη της χάρα­ξης νέων συνό­ρων, μετα­κι­νού­νται, εξο­ρί­ζο­νται, ζουν και πεθαί­νουν σε αυτή «τη φλε­γό­με­νη χώρα όπου οι λέξεις θα έπρε­πε να είναι σκιές». Το Αρα­μπέσκ είναι ένα κλα­σι­κό, σύν­θε­το μυθι­στό­ρη­μα ταυ­τό­τη­τας, μνή­μης και ιστο­ρί­ας στη Μέση Ανα­το­λή και σε τόπους πέρα από αυτή. Ο Αντόν Σαμάς μας προ­σφέ­ρει ένα καθη­λω­τι­κό βιβλίο, γραμ­μέ­νο στα εβραϊ­κά, για έναν λαό για τον οποίο γνω­ρί­ζου­με ελά­χι­στα: τους χρι­στια­νούς Παλαι­στί­νιους. Μια αξιο­ση­μεί­ω­τη προ­σθή­κη στην ισραη­λι­νή και παγκό­σμια λογο­τε­χνία.

 

Άμπυ Τζί­νι (ΗΠΑ)

Οι φύλα­κες του φωτός (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Τόνια Κοβα­λέν­κο

Η Μιρά­ντα, ικα­νή φωτο­γρά­φος της άγριας φύσης, ταξι­δεύ­ει στα Νησιά Φάρα­λον –ένα παρ­θέ­νο αρχι­πέ­λα­γος στ’ ανοι­χτά της Καλι­φόρ­νιας– στο πλαί­σιο μιας δωδε­κά­μη­νης απο­στο­λής. Μονα­δι­κοί της σύντρο­φοι εκεί, οι επι­στή­μο­νες συγκά­τοι­κοί της, όλοι τους ιδιόρ­ρυθ­μοι και μυστη­ριώ­δεις ανα­χω­ρη­τές που κατα­γρά­φουν τις κινή­σεις καρ­χα­ριών και φαλαι­νών, που μελε­τούν τις φώκιες, τους θαλάσ­σιους ελέ­φα­ντες και τα απει­ρά­ριθ­μα που­λιά που κατα­κλύ­ζουν τις βρα­χο­νη­σί­δες. Λίγο και­ρό μετά την άφι­ξη της Μιρά­ντα, ένας από τους συγκα­τοί­κους της επι­φυ­λάσ­σει μια εφιαλ­τι­κή εμπει­ρία. Μερι­κές μέρες αργό­τε­ρα, ο άνθρω­πος αυτός ανα­κα­λύ­πτε­ται νεκρός και ο θάνα­τός του απο­δί­δε­ται σε ατύ­χη­μα. Μέσα από γράμ­μα­τα που έχουν ως παρα­λή­πτρια την πεθα­μέ­νη μητέ­ρα της, παρα­κο­λου­θού­με τις προ­σπά­θειες της ηρω­ί­δας να συνει­δη­το­ποι­ή­σει αυτό που της συνέ­βη. Και παρό­λο που βρί­σκει ελά­χι­στη παρη­γο­ριά στις σχέ­σεις της με τους υπο­λοί­πους, η Μιρά­ντα δεν σκέ­φτε­ται ούτε στιγ­μή να εγκα­τα­λεί­ψει τα λεγό­με­να «Νησιά των Νεκρών», αντι­θέ­τως, υπο­κύ­πτει όλο και περισ­σό­τε­ρο στην από­κο­σμη γοη­τεία του τόπου.

Όμως η βία δεν αργεί να ξεσπά­σει ξανά, με τη μορ­φή ενός ακό­μη περί­ερ­γου «ατυ­χή­μα­τος», και οι υπο­ψί­ες βαραί­νουν πλέ­ον κάθε μέλος αυτής της μικρής, παρά­ξε­νης κοι­νό­τη­τας. Οι φύλα­κες του Φωτός έχουν τη δομή μιας κλα­σι­κής ιστο­ρί­ας μυστη­ρί­ου, ενώ είναι ταυ­τό­χρο­να ένα γοη­τευ­τι­κό μυθι­στό­ρη­μα που διε­ρευ­νά σε βάθος τη φύση ζώων και ανθρώ­πων, την ανε­λέ­η­τη δύνα­μη της απώ­λειας, αλλά και τους δρό­μους που δια­λέ­γει η ζωή για να οδη­γή­σει στη λύτρω­ση.

 

Μπά­ρι Χάνα (ΗΠΑ)

Πολύς και­ρός, στο τέλος, ευτυ­χι­σμέ­νος (Διη­γή­μα­τα)

Μετά­φρα­ση: Θωμάς Συμε­ω­νί­δης

Ο Μπά­ρι Χάνα (1942–2010) ήταν ευρέ­ως ανα­γνω­ρι­σμέ­νος, πρω­τί­στως από τους συνα­δέλ­φους του και την κρι­τι­κή, ως ένας από τους μετρ του αμε­ρι­κα­νι­κού διη­γή­μα­τος, ένας από τους πιο σημα­ντι­κούς πεζο­γρά­φους της γενιάς μετά τον Γουί­λιαμ Φόκνερ και την Φλά­νε­ρι Ο’ Κόν­νορ στον Νότο. Ο θάνα­τός του, μια ανα­ντι­κα­τά­στα­τη απώ­λεια, προ­κά­λε­σε το πέν­θος σε συγ­γρα­φείς και ανα­γνώ­στες. Ο ίδιος δημιούρ­γη­σε έναν κόσμο όπου οι ψαρά­δες στις προ­βλή­τες του Μισι­σί­πι, οι μυθο­πλά­στες των μικρών πόλε­ων και οι βετε­ρά­νοι του Εμφυ­λί­ου και του Πολέ­μου του Κόλ­που συνά­ντη­σαν μια φωνή που αντη­χεί τον Μπέ­κετ, τη μπι­μπόπ και τη Βίβλο. Η σφο­δρή, αστρα­φτε­ρή γρα­φή του χαρ­το­γρά­φη­σε λογο­τε­χνι­κά έναν Νέο Νότο – ένα φαντα­στι­κό τοπίο που φλέ­γε­ται από το φυλε­τι­κό άγχος, το σεξ, τον έρω­τα, την παρα­βα­τι­κό­τη­τα και μια βαθιά αφο­σί­ω­ση στην τέχνη της αφή­γη­σης. Εδώ συλ­λέ­γο­νται οι καλύ­τε­ρες ιστο­ρί­ες από τις τέσ­σε­ρις δημο­σιευ­μέ­νες συλ­λο­γές του. καθώς και νέες ιστο­ρί­ες από τα τελευ­ταία χει­ρό­γρα­φα που άφη­σε πίσω του. Ο Φίλιπ Ροθ και ο Ρίτσαρντ Φορντ τον θαύ­μα­ζαν απε­ριό­ρι­στα ενώ ο Τρού­μαν Καπό­τε είπε γι’ αυτόν ότι «είναι ο πιο τρε­λός συγ­γρα­φέ­ας στις ΗΠΑ».

 

ΚΛΑΣΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ 

Αντόν Τσέ­χοφ (ΡΩΣΙΑ)

Η στέ­πα – Η ιστο­ρία ενός ταξι­διού (Νου­βέ­λα)

Μετά­φρα­ση: Ευτυ­χία Παμπού­κη

Λογο­τε­χνι­κή επι­μέ­λεια: Έφη Πλιά­τσι­κα-Παν­σε­λή­νου

Η εμβλη­μα­τι­κή αυτή νου­βέ­λα αφη­γεί­ται την αξέ­χα­στη ιστο­ρία του Εγκό­ρου­σκα, ενός εννιά­χρο­νου αγο­ριού που φεύ­γει από το σπί­τι του προ­κει­μέ­νου να σπου­δά­σει. Η μητέ­ρα του, που θέλει να τον γρά­ψει στο γυμνά­σιο, απο­φα­σί­ζει να τον στεί­λει σε μια φίλη της. Όμως ο προ­ο­ρι­σμός είναι μακρι­νός και, για να φτά­σει εκεί ο μικρός με το ηλιο­κα­μέ­νο πρό­σω­πο και τα κλα­μέ­να μάτια, θα πρέ­πει πρώ­τα να δια­σχί­σει την απέ­ρα­ντη στέ­πα, την απλό­χω­ρη καρ­διά της ρωσι­κής υπαί­θρου, γεμά­τη πολύ­χρω­μες ομορ­φιές και απρό­βλε­πτους κιν­δύ­νους. Σε τού­τη την πορεία, που μοιά­ζει με πρώ­τη ενη­λι­κί­ω­ση, τον συνο­δεύ­ουν ο έμπο­ρος θεί­ος του και ένας ιερέ­ας, οι οποί­οι τον εμπι­στεύ­ο­νται αργό­τε­ρα σ’ ένα καρα­βά­νι που βρί­σκουν στο δρό­μο τους. Ο Εγκό­ρου­σκα παρα­τη­ρεί την αδά­μα­στη φύση, ακού­ει τις παρά­ξε­νες κου­βέ­ντες των απλών χωρι­κών και σιγά σιγά παρα­δί­νε­ται σ’ έναν γλυ­κό­πι­κρο ρεμ­βα­σμό που δια­περ­νά την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και ξανοί­γε­ται στις αχα­νείς εκτά­σεις της φαντα­σί­ας. Ό,τι αρχί­ζει ως ένα συνη­θι­σμέ­νο ταξί­δι σε μια αρχέ­τυ­πη ενδο­χώ­ρα, μετου­σιώ­νε­ται από τον Αντόν Τσέ­χοφ σε μια πνευ­μα­τι­κή περι­πέ­τεια με ορί­ζο­ντα την ίδια την ανθρώ­πι­νη ύπαρ­ξη. Ένας συγκλο­νι­στι­κός ύμνος στο γίγνε­σθαι και στο παρέρ­χε­σθαι, ένα πεζο­γρα­φι­κό ποί­η­μα.

 

ΜΠΕΣΤ ΣΕΛΕΡ 

Ντμί­τρι Γκλου­χόφ­σκι (ΡΩΣΙΑ)

METRO 2035 (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Σταυ­ρού­λα Αργυ­ρο­πού­λου

Ο Τρί­τος Παγκό­σμιος Πόλε­μος σάρω­σε την ανθρω­πό­τη­τα. Ο πλα­νή­της ερή­μω­σε. Οι μεγα­λου­πό­λεις έγι­ναν στά­χτη. Οι σιδη­ρο­δρο­μι­κές γραμ­μές πλέ­ον σκου­ριά­ζουν. Ολο­μό­να­χοι οι δορυ­φό­ροι περι­φέ­ρο­νται στην τρο­χιά τους. Ο ασύρ­μα­τος σιγεί σε όλες τις συχνό­τη­τες. Επέ­ζη­σαν μονά­χα όσοι, μόλις άκου­σαν τις σει­ρή­νες συνα­γερ­μού, πρό­λα­βαν να τρέ­ξουν ως τις πύλες του Μετρό της Μόσχας. Εκεί, σε βάθος δεκά­δων μέτρων, μέσα σε σταθ­μούς και σε σήραγ­γες, οι άνθρω­ποι περι­μέ­νουν το τέλος του κόσμου. Εκεί δημιούρ­γη­σαν ένα και­νούρ­γιο μικρό­κο­σμο στη θέση του χαμέ­νου απέ­ρα­ντου κόσμου. Γαν­τζώ­νο­νται στη ζωή με όλες τους τις δυνά­μεις και αρνού­νται να παρα­δο­θούν στη μοί­ρα τους. Ονει­ρεύ­ο­νται να ξανα­γυ­ρί­σουν κάπο­τε στην επι­φά­νεια της γης, όταν πέσει το επί­πε­δο της ραδιε­νέρ­γειας από τους πυρη­νι­κούς βομ­βαρ­δι­σμούς. Και δεν εγκα­τα­λεί­πουν την ιδέα να βρουν κι άλλους επι­ζώ­ντες. Το METRO 2035 συνε­χί­ζει και ολο­κλη­ρώ­νει την ιστο­ρία του Αρτιόμ, του ήρωα από το πρώ­το βιβλίο της εμβλη­μα­τι­κής τρι­λο­γί­ας. Εκα­τομ­μύ­ρια ανα­γνώ­στες περί­με­ναν επί δέκα ατέ­λειω­τα χρό­νια αυτό το βιβλίο και οι ξένοι εκδό­τες αγό­ρα­σαν τα μετα­φρα­στι­κά δικαιώ­μα­τα πολύ πριν τελειώ­σει το μυθι­στό­ρη­μα. Ωστό­σο, το METRO 2035 είναι ένα ανε­ξάρ­τη­το βιβλίο και, από αυτό ακρι­βώς, μπο­ρεί κανείς να ξεκι­νή­σει τη μύη­ση στη σάγκα που κατέ­κτη­σε τη Ρωσία και τον κόσμο ολό­κλη­ρο.

 

 

ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΙΣ

Αλμπέρ Καμύ

Ελευ­θε­ρια­κά γρα­πτά (1948–1960)

Μετά­φρα­ση: Ρίτα Κολα­ΐ­τη

Ο τόμος περι­λαμ­βά­νει κεί­με­να του σπου­δαί­ου νομπε­λί­στα συγ­γρα­φέα που οι μελε­τη­τές του αγνο­ού­σαν για μεγά­λο χρο­νι­κό διά­στη­μα· κεί­με­να που  ανα­κα­λύ­φθη­καν όψι­μα και απο­κα­λύ­πτουν μια άλλη συναρ­πα­στι­κή πτυ­χή του, το «ελευ­θε­ρια­κό πνεύ­μα» του. Ο Γερ­μα­νός ερευ­νη­τής Λου Μαρέν ανέ­συ­ρε και συγκέ­ντρω­σε αυτά τα κεί­με­να που παρέ­με­ναν διά­σπαρ­τα σε διά­φο­ρα έντυ­πα και περιο­δι­κά, στη Γαλ­λία, την Ισπα­νία, τη Γερ­μα­νία, την Αργε­ντι­νή. Ο Αλμπέρ Καμύ βρί­σκε­ται στο στοι­χείο του και είναι συνε­πής με τις μεγά­λες αλή­θειες του όταν γρά­φει σε όλα τα ελευ­θε­ρια­κά περιο­δι­κά της επο­χής του: Défense de l’Homme, Le Libertaire, La Révolution prolétarienne, Témoins. Εξυ­μνεί τον Μπα­κού­νιν, τον Ρώσο πατέ­ρα της αναρ­χί­ας: «ζει μέσα μου»· την Ισπα­νία, πατρί­δα της μητέ­ρας του: «της οφεί­λω σχε­δόν τα πάντα»· τον Γκά­ντι, «η σπου­δαιό­τη­τά του είναι ανα­ντίρ­ρη­τη» –κατα­με­σής του πολέ­μου στην Αλγε­ρία. Οι σκέ­ψεις του τρο­φο­δο­τού­νται από τις παρεμ­βά­σεις των άλλων, σύγ­χρο­νών του στο­χα­στών, και στο πλαί­σιο ενός συνε­χούς «δια­λό­γου» ο Αλμπέρ Καμύ «απα­ντά» με τις δικές του από­ψεις. Γρά­φει, μετα­ξύ άλλων, για τη σημα­σία της ελευ­θε­ρί­ας και την άρνη­ση του μίσους, τις αξί­ες της Ευρώ­πης και τους Ούγ­γρους δια­νο­ού­με­νους, τον δον­κι­χω­τι­σμό και τον δικτά­το­ρα Φράν­κο, τον Ντο­στο­γέφ­σκι και την προ­λε­τα­ρια­κή λογο­τε­χνία. Η φιλό­σο­φος Χάνα Άρεντ έγρα­ψε το 1952: «Ο Καμύ είναι αδιαμ­φι­σβή­τη­τα ο καλύ­τε­ρος συγ­γρα­φέ­ας της Γαλ­λί­ας σήμε­ρα. Ξεπερ­νά­ει κατά πολύ τους άλλους δια­νο­ού­με­νους», λόγια που αναμ­φί­βο­λα οφεί­λο­νται σε τού­τη την αδά­μα­στη συλ­λο­γή, μια συλ­λο­γή σπά­νιας ευφρά­δειας.

  

Άμος Οζ (ΙΣΡΑΗΛ)

Αγα­πη­τοί ζηλω­τές – Τρεις σκέ­ψεις (δοκί­μια)

Μετά­φρα­ση: Λουί­ζα Μιζάν

Οι σελί­δες αυτές απευ­θύ­νο­νται και σε εκεί­νους –και μάλι­στα κυρί­ως σε εκεί­νους– οι οποί­οι έχουν ιδέ­ες  δια­φο­ρε­τι­κές από τον Άμος Οζ. Γρά­φτη­καν με την αίσθη­ση του επεί­γο­ντος, μέσα από ανη­συ­χία, και ειδι­κό­τε­ρα με την πίστη πως ένα καλύ­τε­ρο μέλ­λον είναι ακό­μα εφι­κτό. Τι είναι ο φανα­τι­σμός; Υπάρ­χει άρα­γε ένας πυρή­νας φανα­τι­σμού μέσα στον καθέ­να από εμάς; Ποια είναι η καρ­διά του εβραϊ­σμού από την αρχή της ιστο­ρί­ας του μέχρι σήμε­ρα; Υπάρ­χει πράγ­μα­τι παρέκ­κλι­ση μετα­ξύ του εβραϊ­σμού και του δημο­κρα­τι­κού πολι­τεύ­μα­τος; Για­τί προ­σπα­θούν να πεί­σουν τον ισραη­λι­νό λαό πως η κατά­στα­ση είναι «μη ανα­στρέ­ψι­μη»;  Ποια είναι τελι­κά αυτή η «κατά­στα­ση»; Τι σημαί­νει «δικαί­ω­μα πάνω στη γη» και για­τί άρα­γε πρέ­πει να το διεκ­δι­κού­με; Τρεις σκέ­ψεις που προ­σεγ­γί­ζουν τον πυρή­να της συζή­τη­σης γύρω από την ίδια την ύπαρ­ξη του κρά­τους του Ισρα­ήλ, του εβραϊ­σμού και της ανθρω­πό­τη­τας. Ο Άμος Οζ ρίχνει άπλε­το φως πάνω σε καυ­τά ιστο­ρι­κά και πολι­τι­κά θέμα­τα, και τολ­μά­ει να προ­τεί­νει νέα ανοίγ­μα­τα δια­φυ­γής από μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα από την οποία μέχρι σήμε­ρα δεν υπήρ­χε διέ­ξο­δος.

 

ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ NOIR

BalkaΝoir (διη­γή­μα­τα)

Επι­μέ­λεια: Βασί­λης Δανέλ­λης – Γιάν­νης Ράγκος

Σκαν­δι­να­βι­κό, Μεσο­γεια­κό, Λατι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κο… Η γεω­γρα­φία του noir απλώ­νε­ται σε όλα τα μήκη και τα πλά­τη του κόσμου. Όμως, μέχρι σήμε­ρα, υπήρ­χε μια εντε­λώς αχαρ­το­γρά­φη­τη περιο­χή: τα Βαλ­κά­νια.
Στον τόμο αυτόν συγκε­ντρώ­νο­νται, για πρώ­τη φορά στα διε­θνή εκδο­τι­κά χρο­νι­κά της αστυ­νο­μι­κής λογο­τε­χνί­ας, διη­γή­μα­τα σημα­ντι­κών σύγ­χρο­νων συγ­γρα­φέ­ων του είδους από επτά βαλ­κα­νι­κές χώρες: την Ελλά­δα, τη Βουλ­γα­ρία, την Κρο­α­τία, τη Ρου­μα­νία, τη Σερ­βία, τη Σλο­βε­νία και την Τουρ­κία. Πρό­κει­ται για είκο­σι μία πρω­τό­τυ­πες ιστο­ρί­ες, γραμ­μέ­νες ειδι­κά για την έκδο­ση αυτή από ισά­ριθ­μους συγ­γρα­φείς (τρεις ανά χώρα), που ανα­δει­κνύ­ουν την ποι­κι­λο­μορ­φία και τον δυνα­μι­σμό του αστυ­νο­μι­κού αφη­γή­μα­τος στα Βαλ­κά­νια κατά τις τελευ­ταί­ες δεκα­ε­τί­ες. Επι­πλέ­ον, η έκδο­ση περι­λαμ­βά­νει κεί­με­να πανε­πι­στη­μια­κών, κρι­τι­κών λογο­τε­χνί­ας και συγ­γρα­φέ­ων, στα οποία παρου­σιά­ζε­ται η ιστο­ρία, οι –δια­χρο­νι­κά– κυρί­αρ­χες τάσεις, αλλά και το σημε­ρι­νό «προ­φίλ» της αστυ­νο­μι­κής λογο­τε­χνί­ας σε κάθε συμ­με­τέ­χου­σα χώρα.
Πέρα από το υψη­λό ανα­γνω­στι­κό ενδια­φέ­ρον της, αυτή η πρω­τό­τυ­πη έκδο­ση προ­σφέ­ρει μονα­δι­κή ευκαι­ρία σε όσους ενδια­φέ­ρο­νται για το είδος να έρθουν σε επα­φή με τους λογο­τε­χνι­κά «άγνω­στους» γεί­το­νές μας και ταυ­τό­χρο­να ανι­χνεύ­ει σε βάθος τα κοι­νά θεμα­τι­κά και αφη­γη­μα­τι­κά μοτί­βα των συγ­γρα­φέ­ων που δημιουρ­γούν τη βαλ­κα­νι­κή εκδο­χή του noir – το BalkaNoir.

 

Νεο­κλής Γαλα­νό­που­λος

Ο ιδα­νι­κός ντε­τέ­κτιβ (Μυθι­στό­ρη­μα)

1902, Λον­δί­νο, οδός Γκρό­σερ, αριθ. 221Β. Ο παγκο­σμί­ου φήμης «ιδα­νι­κός» ντε­τέ­κτιβ Σέρ­γουιν Χομπς, ο επο­νο­μα­ζό­με­νος και «Ιππό­της της Δικαιο­σύ­νης», ειδο­ποι­η­μέ­νος από ένα ανώ­νυ­μο μήνυ­μα, ανα­λαμ­βά­νει μαζί με τον πιστό φίλο του, δόκτο­ρα Τζό­να­θαν Γουόρ­ντον, να εξι­χνιά­σει ένα διπλό έγκλη­μα στην περιο­χή Χάμερ­σμιθ. Η έρευ­να που θα ακο­λου­θή­σει, θα απο­δει­χτεί η δυσκο­λό­τε­ρη της ζωής του, για λόγους άσχε­τους με την πολυ­πλο­κό­τη­τα της υπό­θε­σης, και θα τον φέρει αντι­μέ­τω­πο με τον χει­ρό­τε­ρο εχθρό του – πιο φοβε­ρό ακό­μη και από τον δια­βό­η­το καθη­γη­τή Μόρ­τι­μερ, τον πάλαι ποτέ αρχη­γό του λον­δρέ­ζι­κου υπο­κό­σμου, τον οποίο όλος ο κόσμος θεω­ρεί εδώ και χρό­νια νεκρό.

Σελί­δα τη σελί­δα το μυστή­ριο πυκνώ­νει, η ομί­χλη της πρω­τεύ­ου­σας καλύ­πτει τα πάντα και πρω­τί­στως τον ίδιο τον ήρωα. Η αγω­νία του ανα­γνώ­στη κορυ­φώ­νε­ται όταν η μεγα­λο­φυ­ΐα θα βρε­θεί αντι­μέ­τω­πη με τον κοι­νό νου.

Ποιος θα επι­κρα­τή­σει;

Ένα μυθι­στό­ρη­μα που φιλο­δο­ξεί να τοπο­θε­τή­σει την κλα­σι­κή αστυ­νο­μι­κή λογο­τε­χνία στη θέση που της αξί­ζει∙ στην καρ­διά μας.

 

Σταύ­ρος Χρι­στο­δού­λου

Τη μέρα που πάγω­σε ο ποτα­μός (Μυθι­στό­ρη­μα)

Τον Φεβρουά­ριο του 1985, τη μέρα που πάγω­σε ο Δού­να­βης, γεν­νή­θη­κε ο Κόβατς Γιά­νος. Είσο­σι επτά χρό­νια μετά, ο νεα­ρός Μαγυά­ρος –γνω­στός στην Ασφά­λεια ως ο «Γιά­νος ο Ούγ­γρος»– συλ­λαμ­βά­νε­ται στην Αθή­να με την κατη­γο­ρία ότι δολο­φό­νη­σε τον ζωγρά­φο Μίλ­το Ανδρια­νό. Πρό­κει­ται άρα­γε για ένα ακό­μα «τυπι­κό» έγκλη­μα όπου εμπλέ­κε­ται το κύκλω­μα της ανδρι­κής πορ­νεί­ας; O δημο­σιο­γρά­φος Στρά­τος Παπα­δό­που­λος ξεκι­νά να ξετυ­λί­γει το κου­βά­ρι της ιστο­ρί­ας σκα­λί­ζο­ντας τις ζωές ανθρώ­πων που βαδί­ζουν παράλ­λη­λα και ενί­ο­τε συνα­ντώ­νται στο αχα­νές τοπίο της νέας αθη­ναϊ­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας: Μια εξη­ντά­χρο­νη χήρα που δια­τη­ρεί με τον Ούγ­γρο ερω­τι­κή σχέ­ση, η γυναί­κα του με την οποία από­κτη­σε και έναν γιο, ο γόνος μιας ισχυ­ρής πολι­τι­κής οικο­γέ­νειας που σχε­τι­ζό­ταν με τον ζωγρά­φο, ένας ομο­φο­βι­κός αστυ­νό­μος και ένας τύπος του περι­θω­ρί­ου, αυτά είναι τα βασι­κά πρό­σω­πα του μυστη­ρί­ου – το οποίο εντέ­λει απο­κα­λύ­πτε­ται εκεί όπου ξεκί­νη­σαν όλα, στην όχθη του ποτα­μού, λίγο έξω από τη Βου­δα­πέ­στη…

 

ΠΟΙΗΣΗ

Δάφ­νη Νική­τα

Το δέντρο που ανα­τέλ­λει

Ένα δέντρο στα κρυ­φά ανε­βαί­νει στο δωμά­τιό μου και μου μιλά για τις ιστο­ρί­ες αυτές των ανθρώ­πων που ζουν όπως κι εγώ μέσα σε δωμά­τια, σε σπί­τια, σε πόλεις, εκεί που οι επο­χές έρχο­νται και φεύ­γουν αθό­ρυ­βα, εκεί που ακού­γε­ται το μπλουζ του Νότου, εκεί που οι άνθρω­ποι μιλούν για όνει­ρα και ποντί­κια, εκεί που ξεθά­φτη­καν όλα τα κρυμ­μέ­να μυστι­κά και η περι­πέ­τεια είναι για δύο. Το ακούω να μου λέει για τη χώρα εκεί­νη όπου ο ήλιος μόνο ανα­τέλ­λει, οι άνθρω­ποι περ­πα­τούν χωρίς ομπρέ­λες στη βρο­χή, ο θάνα­τος ξεχνά­ει τον έρω­τα, τα σπί­τια ανθί­ζουν, θαύ­μα­τα συμ­βαί­νουν για να κρα­τή­σουν το χαμό­γε­λο, για­τί μ’ αυτούς που αγα­πάς δεν έχει τέλος το ταξί­δι.

Η ηρω­ί­δα δεν θυμί­ζει καλο­καί­ρι για­τί η αλή­θεια υπάρ­χει στη βρο­χή που πέφτει από τη σκε­πή. Αυτή είναι η ομορ­φιά, μια ομορ­φιά πέρα από την επα­νά­στα­ση, όπως η γυναί­κα που κάθε­ται στην πολυ­θρό­να της, καπνί­ζει «Καρέ­λια» και δια­βά­ζει δυνα­τά το ποί­η­μα. Με δάκρυα στα μάτια ερω­τεύ­ε­ται, όπως μόνοι μέσα στα εργα­στή­ρια ερω­τεύ­ο­νται οι δημιουρ­γοί.

 

 

ΔΟΚΙΜΙΑ

Η λογο­κρι­σία στην Ελλά­δα: Καχε­κτι­κή Δημο­κρα­τία, Δικτα­το­ρία, Μετα­πο­λί­τευ­ση

(Ιστο­ρι­κό και πολι­τι­σμι­κό λεξι­κό)

Επι­μέ­λεια: Πηνε­λό­πη Πετσί­νη – Δημή­τρης Χρι­στό­που­λος

Το Λεξι­κό απο­τε­λεί μια διε­πι­στη­μο­νι­κή χαρ­το­γρά­φη­ση του φαι­νο­μέ­νου της λογο­κρι­σί­ας στην Ελλά­δα μέσα από την κατα­γρα­φή και την κρι­τι­κή ανά­λυ­ση εμβλη­μα­τι­κών περι­πτώ­σε­ων. Εστιά­ζει στην περί­ο­δο της Μετα­πο­λί­τευ­σης, αντι­πα­ρα­θέ­το­ντας και συν­δέ­ο­ντας ταυ­τό­χρο­να την παρου­σία λογο­κρι­τι­κών πρα­κτι­κών στη δημο­κρα­τία με την αντί­στοι­χη ανά­πτυ­ξη σε περιό­δους δικτα­το­ρί­ας και «καχε­κτι­κής» δημο­κρα­τί­ας. Χωρί­ζε­ται σε τρεις ενό­τη­τες: Η πρώ­τη παρου­σιά­ζει το ιστο­ρι­κό υπό­βα­θρο της λογο­κρι­σί­ας υπό τη μορ­φή ιστο­ρι­κής ανα­σκό­πη­σης. Σε ξεχω­ρι­στές μελέ­τες τεκ­μη­ριώ­νε­ται η λογο­κρι­σία στον τύπο, στις εικα­στι­κές τέχνες, τη μου­σι­κή, τη λογο­τε­χνία κ.ο.κ. Η δεύ­τε­ρη ανα­λύ­ει τις συνή­θεις «περιο­χές λογο­κρι­σί­ας» στις οποί­ες συστη­μα­τι­κά εντο­πί­ζο­νται λογο­κρι­τι­κά φαι­νό­με­να, όπως η βλα­σφη­μία, τα εθνι­κά θέμα­τα, η πορ­νο­γρα­φία κ.ά. Εστιά­ζο­ντας στην περί­ο­δο από τη Μετα­πο­λί­τευ­ση μέχρι τις μέρες μας, απο­τε­λεί ουσια­στι­κά μια εισα­γω­γή αλλά και μια συνο­λι­κή θεώ­ρη­ση των περι­στα­τι­κών που κατα­γρά­φο­νται στην τρί­τη και τελευ­ταία ενό­τη­τα, η οποία είναι δομη­μέ­νη με τη μορ­φή λημ­μά­των και ανα­φέ­ρε­ται διε­ξο­δι­κά στις περι­πτώ­σεις που εμφα­νί­στη­καν από το 1974 έως σήμε­ρα.

Κεί­με­να και λήμ­μα­τα υπο­γρά­φο­νται από επι­στή­μο­νες, ερευ­νη­τές και ειδι­κούς στα επι­μέ­ρους ακα­δη­μαϊ­κά πεδία τους, καθώς και από ιστο­ρι­κούς της τέχνης και καλ­λι­τέ­χνες που βίω­σαν οι ίδιοι τη λογο­κρι­σία. Στο σύνο­λό του, το υλι­κό καλύ­πτει ένα ευρύ φάσμα θεμά­των από τον αντι­κομ­μου­νι­σμό μέχρι τη βλα­σφη­μία και από τον Θία­σο του Θόδω­ρου Αγγε­λό­που­λου μέχρι την κατα­δί­κη του Γέρο­ντα Παστί­τσιου. Απο­τε­λεί έτσι ένα μωσαϊ­κό που παρέ­χει στον ανα­γνώ­στη υλι­κό για να γνω­ρί­σει, να αξιο­λο­γή­σει, να ξανα­δεί και να απο­τι­μή­σει ένα φαι­νό­με­νο με παγκό­σμια και δια­χρο­νι­κή διά­στα­ση.

 

Θάνος Βερέ­μης

Η αυτο­τέ­λεια του αισθη­τι­κού και το πολί­τευ­μα της χαμέ­νης αρε­τής

Η συλ­λο­γή απο­τε­λεί­ται από δοκί­μια δύο κατη­γο­ριών: εκεί­να που απο­δί­δουν το προ­νό­μιο της αυτο­τέ­λειας στην καλ­λι­τε­χνι­κή δημιουρ­γία –αυτο­τέ­λεια από κάθε πολι­τι­κή σκο­πι­μό­τη­τα– και όσα προ­βλη­μα­τί­ζο­νται για την απου­σία ανα­ζή­τη­σης της αρε­τής στη σύγ­χρο­νη πολι­τι­κή σκέ­ψη.

Καθώς ο Πλά­των και ο Αρι­στο­τέ­λης θεω­ρούν ότι τα χρη­στά πολι­τεύ­μα­τα δεν νοού­νται χωρίς την ύπαρ­ξη της αρε­τής, τόσο στους ηγέ­τες όσο και στους πολί­τες, είναι αδια­νό­η­το το ότι ουδείς σκε­πτό­με­νος ασχο­λεί­ται με το κεφα­λαιώ­δες αυτό πρό­βλη­μα. Οι ιδε­ο­λο­γί­ες, δεξιές και αρι­στε­ρές ανα­ζη­τούν τον Homo Economicus και αγνο­ούν τη σημα­σία του ήθους σε κάθε πολι­τεία σήμε­ρα.

Ο συγ­γρα­φέ­ας προ­σπα­θεί να συν­δυά­σει την αισθη­τι­κή με την ενά­ρε­τη κοι­νω­νία και να εξη­γή­σει την παθο­γέ­νεια της σημε­ρι­νής απου­σί­ας της αρε­τής από τον δημό­σιο προ­βλη­μα­τι­σμό.

 

Κον­στα­ντίν Λεό­ντιεφΒλα­ντί­μιρ Σολο­βιόφ

Το Βυζά­ντιο στη Ρωσία – Δοκί­μια ιστο­ρί­ας και φιλο­σο­φί­ας

Εισα­γω­γή-Μετά­φρα­ση: Ολέγ Τσυ­μπέν­κο

Ο τόμος παρου­σιά­ζει τη βυζα­ντι­νή ιδέα όπως την εξέ­λα­βαν και την εξέ­φρα­σαν δύο κορυ­φαί­οι στο­χα­στές στην ιστο­ρι­κή και φιλο­σο­φι­κή σκέ­ψη της Ρωσί­ας κατά το δεύ­τε­ρο μισό του 19ου αιώ­να. Εδώ συσ­σω­μα­τώ­νο­νται δύο εξαι­ρε­τι­κά επί­και­ρα δοκί­μια: Ο βυζα­ντι­νι­σμός και οι Σλά­βοι (1875) του Κον­στα­ντίν Λεό­ντιεφ και Ο βυζα­ντι­νι­σμός και η Ρωσία (1896) του Βλα­ντί­μιρ Σολο­βιόφ. Οι συγ­γρα­φείς αυτοί δεν είναι οι πλέ­ον τυπι­κοί, αλλά παρα­μέ­νουν αναμ­φί­βο­λα οι πλέ­ον ενδια­φέ­ρο­ντες εκπρό­σω­ποι των σλα­βό­φι­λων και των φιλο­δυ­τι­κών αντι­στοί­χως. Πρό­κει­ται για τα δύο κύρια πνευ­μα­τι­κά ρεύ­μα­τα εκεί­νης της περιό­δου, τα οποία συνυ­πήρ­χαν σε αδιά­σπα­στη ενό­τη­τα αλλά και σύγκρου­ση μετα­ξύ τους. Διό­τι, όπως έλε­γε και ο Αλε­ξά­ντρ Χέρ­τσεν, μπο­ρεί μεν να κοι­τού­σαν –όπως ο Ιανός ή ο Δικέ­φα­λος Αετός– προς αντί­θε­τες κατευ­θύν­σεις, είχαν όμως όλοι μια καρ­διά που χτυ­πού­σε. Η αντι­πα­ρά­θε­ση των σλα­βό­φι­λων και των φιλο­δυ­τι­κών δια­νο­ου­μέ­νων προσ­διο­ρί­ζει, με τρό­πο αισθη­τι­κό και συναι­σθη­μα­τι­κό του­λά­χι­στον, ολό­κλη­ρη την πολι­τι­σμι­κή και πολι­τι­κή πορεία της Ρωσί­ας μέχρι τις δικές μας ημέ­ρες. Το Βυζά­ντιο, αγα­πη­μέ­νο ή μισού­με­νο, δια­δρα­μά­τι­σε απο­φα­σι­στι­κό ρόλο στη δια­μόρ­φω­ση της Ρωσί­ας, από τη γέν­νη­σή της ως τη στιγ­μή που μετα­τρά­πη­κε σε αυτο­κρα­το­ρι­κή υπερ­δύ­να­μη, σε έναν κρί­σι­μο γεω­πο­λι­τι­κό παρά­γο­ντα.

 

Θεό­δω­ρος Π. Λια­νός

Περί πλού­του και στα­θε­ρής οικο­νο­μί­ας

Το βιβλίο αυτό εξε­τά­ζει τις τέσ­σε­ρις μορ­φές πλού­του που βρί­σκο­νται στη διά­θε­ση των ανθρώ­πων, δηλα­δή τον υλι­κό πλού­το, τον πνευ­μα­τι­κό, τον φυσι­κό και τον πλού­το των εμπει­ριών. Στην εξέ­λι­ξη της ανθρώ­πι­νης κοι­νω­νί­ας κυριάρ­χη­σε η αύξη­ση του υλι­κού πλού­του, η οποία ήταν και είναι απο­τέ­λε­σμα δύο κυρί­ως παρα­γό­ντων: της κατα­να­λω­τι­κής σπα­τά­λης και της μεγά­λης αύξη­σης του πλη­θυ­σμού. Υπερ­κα­τα­νά­λω­ση και υπερ­πλη­θυ­σμός έχουν πλέ­ον κατα­στεί τα δύο σημα­ντι­κά προ­βλή­μα­τα της επο­χής μας. Αυτά έχουν φέρει τον πλα­νή­τη μας στα όρια της αντο­χής του και έχουν δημιουρ­γή­σει τα τερά­στια οικο­λο­γι­κά προ­βλή­μα­τα της επο­χής μας. Οι μελ­λο­ντι­κές γενε­ές θα αντι­με­τω­πί­σουν εξαι­ρε­τι­κά μεγά­λες δυσκο­λί­ες επι­βί­ω­σης.

Η απά­ντη­ση στις δυσκο­λί­ες αυτές και η ευη­με­ρία των γενε­ών που έρχο­νται βρί­σκο­νται στην μεγά­λη μεί­ω­ση του παγκο­σμί­ου πλη­θυ­σμού στα επό­με­να χρό­νια και στον περιο­ρι­σμό της κατα­να­λω­τι­κής σπα­τά­λης. Η ανθρω­πό­τη­τα πρέ­πει να εγκα­τα­λεί­ψει την κατα­στρο­φι­κή προ­σπά­θεια συνε­χούς ανά­πτυ­ξης, η οποία δεν είναι πλέ­ον δυνα­τή, και να υιο­θε­τή­σει το μοντέ­λο της στα­θε­ρής οικο­νο­μί­ας σε ένα επί­πε­δο ευη­με­ρί­ας εφι­κτό για όλες τις επό­με­νες γενε­ές.

Δεν μπο­ρού­με πλέ­ον να ζού­με σαν τον Ωνά­ση, ούτε είναι ανά­γκη να ζού­με σαν τον άγιο Φρα­γκί­σκο.

 

Φωτει­νή Τσα­λί­κο­γλου

Μαθή­μα­τα θανά­του και ζωής (Ο Γιά­λομ στην Αθή­να)

Κάθε άνθρω­πος πρέ­πει να επι­λέ­γει πόση αλή­θεια μπο­ρεί να αντέ­ξει. Η απελ­πι­σία είναι το τίμη­μα που πλη­ρώ­νει για να φτά­σει κανείς στην αυτο­γνω­σία.

 

Η ψυχο­θε­ρα­πεία δεν είναι μια απλή δια­χεί­ρι­ση της οδύ­νης. Δεν έχει να κάνει με ένα χάπι ή με έναν λόγο που επου­λώ­νει την πλη­γή. Με την ύπαρ­ξή μας έχει να κάνει. Με τις δυσκο­λί­ες που αυτή συνα­ντά στο ταξί­δι του «υπάρ­χειν». Ο Γιά­λομ με τη ζωή και το έργο του μας δεί­χνει ότι η ψυχο­θε­ρα­πεία είναι πριν από όλα μια στορ­γι­κή βαθιά ανθρώ­πι­νη συνά­ντη­ση μετα­ξύ δύο προ­σώ­πων.

Το βιβλίο, με αφορ­μή μια παλαιό­τε­ρη επί­σκε­ψή του στην Αθή­να, ανα­φέ­ρε­ται στα μαθή­μα­τα θανά­του και ζωής, που ακα­τά­παυ­στα και μέχρι σήμε­ρα, στα ογδό­ντα εφτά του χρό­νια, ο Γιά­λομ εξα­κο­λου­θεί να προ­σφέ­ρει, θυμί­ζο­ντάς μας πως οφεί­λου­με να πάψου­με να ελπί­ζου­με σε ένα καλύ­τε­ρο χθες, δίχως να παραι­τη­θού­με από την ελπί­δα για ένα καλύ­τε­ρο αύριο.

 

 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ – ΙΣΤΟΡΙΑ

Γιώρ­γος Γεωρ­γής

Σεφέ­ρης – Αβέ­ρωφ: Η ρήξη

Η φιλία και συνερ­γα­σία του Ευάγ­γε­λου Αβέ­ρωφ και του Γιώρ­γου Σεφέ­ρη δοκι­μά­στη­κε στα τέλη του 1958 και τις αρχές του 1959 λόγω της δια­φω­νί­ας τους στις επι­λο­γές και την πορεία λύσης του Κυπρια­κού, με απο­τέ­λε­σμα τον απο­κλει­σμό του Γιώρ­γου Σεφέ­ρη, πρε­σβευ­τή στο Λον­δί­νο, από τις συνο­μι­λί­ες της Ζυρί­χης. Οι δύο άνδρες αντάλ­λα­ξαν μερι­κές επι­στο­λές ενώ στη διέ­νε­ξη επε­νέ­βη­σαν ο Κων­στα­ντί­νος και η Ιωάν­να Τσά­τσου. Ακο­λού­θη­σε μια μακρά περί­ο­δος ψυχρό­τη­τας χωρίς ποτέ οι σχέ­σεις τους να απο­κα­τα­στα­θούν.

Στην περί­ο­δο που ο Ευάγ­γε­λος Αβέ­ρωφ ήταν υπουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών στην κυβέρ­νη­ση Καρα­μαν­λή, ο Σεφέ­ρης υπη­ρέ­τη­σε αρχι­κά ως διευ­θυ­ντής στη Β´ Πολι­τι­κή Διεύ­θυν­ση του υπουρ­γεί­ου Εξω­τε­ρι­κών το 1956–1957 και ως πρε­σβευ­τής της Ελλά­δας στο Λον­δί­νο από το 1957 ως το 1962. Τις εμπει­ρί­ες και τις δια­φω­νί­ες του κατα­γρά­φει στα ημε­ρο­λό­γιά του και στην αλλη­λο­γρα­φία του. Κατα­λο­γί­ζει λαν­θα­σμέ­νες επι­λο­γές και επι­πο­λαιό­τη­τα στον Ευάγ­γε­λο Αβέ­ρωφ ενώ εκτι­μά τις θέσεις και τη στά­ση του Κων­στα­ντί­νου Καρα­μαν­λή.

 

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ – ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ

Ελευ­θέ­ριος Βενι­ζέ­λος και Μαρία Ελευ­θε­ρί­ου: Η αλλη­λο­γρα­φία (1889–1990)

Εισα­γω­γή: Μ. Ζ. Κοπι­δά­κης

Επι­μέ­λεια-μετα­γρα­φή επι­στο­λών: Μαρία Καρα­γιάν­νη

Το 1878 με τη Σύμ­βα­ση της Χαλέ­πας η Πύλη ανα­γκά­ζε­ται να παρα­χω­ρή­σει στην Κρή­τη ημιαυ­τό­νο­μο πολί­τευ­μα. Ο Γενι­κός Διοι­κη­τής διο­ρί­ζε­ται από τον Σουλ­τά­νο, αλλά η Γενι­κή των Κρη­τών Συνέ­λευ­ση, που νομο­θε­τεί, εκλέ­γε­ται. Στη Συνέ­λευ­ση δια­μορ­φώ­θη­καν δύο πολι­τι­κοί σχη­μα­τι­σμοί οι Συντη­ρη­τι­κοί και οι Φιλε­λεύ­θε­ροι ή επί το λαϊ­κό­τε­ρον «οι Καρα­βα­νά­δες» και οι «Ξυπό­λυ­τοι». Την άνοι­ξη του 1889 ο εικο­σι­πε­ντα­ε­τής δικη­γό­ρος Ελευ­θέ­ριος Βενι­ζέ­λος εκλέ­γε­ται πλη­ρε­ξού­σιος με τους Φιλε­λεύ­θε­ρους που κέρ­δι­σαν τις εκλο­γές. Στις συνε­δριά­σεις απέ­δει­ξε αθρόα τη δύνα­μη της ρητο­ρι­κής του αγχί­νοιας. Όμως οι Συντη­ρη­τι­κοί εξορ­γι­σμέ­νοι από την ήττα προ­χώ­ρη­σαν σε ένα άωρο επα­να­στα­τι­κό κίνη­μα, το οποί­ον και κατε­στά­λη. Ο Ελευ­θέ­ριος, που αν και δια­φω­νού­σε στά­θη­κε αλλη­λέγ­γυος προς τους επα­να­στά­τες, για να μην συλ­λη­φθεί κατέ­φυ­γε στην Αθή­να, όπου κατα­τα­λαι­πω­ρή­θη­κε από το δρι­μύ ψύχος, την αβε­βαιό­τη­τα και το μαρά­ζι του έρω­τα – η μνη­στή του Μαρία Ελευ­θε­ρί­ου είχε παρα­μεί­νει στα Χανιά.

Στην αλλη­λο­γρα­φία των μνη­στευ­μέ­νων κατα­γρά­φο­νται φύρ­δην μίγδην πολι­τι­κές εκτι­μή­σεις, αισθή­μα­τα παφλά­ζο­ντα, ανα­πο­λή­σεις, σχέ­δια για το κοι­νό μέλ­λον, προ­βλή­μα­τα της καθη­με­ρι­νό­τη­τας, εν ολί­γοις τα δημό­σια και τα ιδιω­τι­κά. Στην εκτε­νή Εισα­γω­γή του Μ. Ζ. Κοπι­δά­κη σχο­λιά­ζο­νται οι πτυ­χές του Κρη­τι­κού Ζητή­μα­τος, η αλλη­λου­χία των γεγο­νό­των, η επα­νά­καμ­ψη του ισλα­μι­κού φανα­τι­σμού και η απο­τυ­χία της οθω­μα­νο­ποί­η­σης των χρι­στια­νών. Κάπως ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα διε­ρευ­νώ­νται η «άχα­ρις δια­μο­νή» στην Αθή­να, η επί­πο­νη ενα­σχό­λη­ση του Ελευ­θέ­ριου με την εκμά­θη­ση της Γαλ­λι­κής, και οι προ­σω­πι­κό­τη­τες του «αισθη­μα­τία» πολι­τι­κού και της συμπο­νε­τι­κής Μαρί­ας.

 

Κατε­ρί­να Γώγου

Μου μοιά­ζει ο άνθρω­πος με έναν ήλιο, που καί­γε­ται από μόνος του

«Όπως και να ’χει, συνέ­ντευ­ξη ίσον λού­μπα. Δεν είμαι από αυτούς που πιστεύ­ουν ότι μέσα από τις “επα­να­στα­τι­κές” απα­ντή­σεις μου θα προ­κα­λέ­σω ανα­τρο­πές. Αυτό το “μπες μέσα να τ’ αλλά­ξεις” δεν περ­νά­ει πια. Πολύ απλά, η συνέ­ντευ­ξη είναι στρι­πτίζ μπρο­στά σ’ αλλή­θω­ρα μάτια μπα­νι­στη­ρι­τζή­δων ανα­γνω­στών (ευτυ­χώς όχι όλων), μπρο­στά σ’ ανώ­μα­λους σεξουα­λι­κά “ειδι­κούς” που τα ξέρουν όλα και, τέλος, μπρο­στά στους ειδε­χθείς κρι­τι­κούς τέχνης, που μη μπο­ρώ­ντας οι ίδιοι να κάνουν έργο και με το πρό­σχη­μα της καλο­προ­αί­ρε­της κρι­τι­κής, εξο­ντώ­νουν τους πραγ­μα­τι­κούς δημιουρ­γούς, που, ακρι­βώς επει­δή είναι δημιουρ­γοί, δεν έχουν πόστο, άρα δυνα­τό­τη­τα για αντί­λο­γο.

»Στη γη είναι όλα παλιά. Έχουν ειπω­θεί όλα. Εκεί­νο που σώνει τον άνθρω­πο σε έναν βαθ­μό είναι η Τέχνη. Και η Τέχνη γίνε­ται από μια μικρή κάστα ανθρώ­πων, είτε “δια­νο­ού­με­νων”, είτε “λαϊ­κών”, που την καθο­δη­γεί, την εκφρά­ζει και τελι­κά την λυμαί­νε­ται, με το πρό­σχη­μα ότι αυτοί είναι που ξέρουν κι όλοι οι άλλοι είναι πρό­βα­τα… Για μένα όμως, δεν υπάρ­χει μεγα­λύ­τε­ρο έργο τέχνης από τον άνθρω­πο που περ­πα­τά­ει ολο­μό­να­χος μέσα στον χρό­νο, με οδυ­νη­ρές συγκρού­σεις μέσα του. Πρά­ξη και όνει­ρο, ατο­μι­κό και κοι­νω­νι­κό, άσπρο και μαύ­ρο. Μου μοιά­ζει ο άνθρω­πος με έναν ήλιο, που καί­γε­ται από μόνος του. Και η Τέχνη σαν άρρω­στος και για­τρός μαζί».

Ένα βιβλίο που συγκε­ντρώ­νει τις συνε­ντεύ­ξεις της Κατε­ρί­νας Γώγου, όπου η σημα­ντι­κή ποι­ή­τρια εκφρά­ζει με τον κοφτε­ρό και χει­μαρ­ρώ­δη λόγο της τη βαθιά αγω­νία της για την κοι­νω­νία, την πολι­τι­κή, την τέχνη, τον συνάν­θρω­πο.

 

Γιαν­νά­κης Μάτσης

Μετά παρ­ρη­σί­ας (Για την Ιστο­ρία και την Αλή­θεια)

Ο Γιαν­νά­κης Μάτσης υπήρ­ξε από τα ιδρυ­τι­κά στε­λέ­χη του Δημο­κρα­τι­κού Συνα­γερ­μού. Συμπα­ρα­τά­χθη­κε και συμπο­ρεύ­θη­κε με τον Γλαύ­κο Κλη­ρί­δη στην ίδρυ­ση του ΔΗΣΥ και στη μεγα­λειώ­δη πορεία του, που τον κατέ­στη­σε πρώ­το κόμ­μα στην Κύπρο.
Το 1996 και ενώ ο Γλαύ­κος Κλη­ρί­δης είχε εκλε­γεί Πρό­ε­δρος της Κυπρια­κής Δημο­κρα­τί­ας, υπο­νο­μεύ­θη­κε μια μεγά­λη ευκαι­ρία λύσης του Κυπρια­κού, που είχε δια­μορ­φω­θεί χάρη στις επα­φές του Μάτση με αξιω­μα­τού­χους της Κυβέρ­νη­σης Κλί­ντον και ιδιαί­τε­ρα με τον Ρίτσαρντ Χόλ­μπρουκ, τον «γίγα­ντα» της αμε­ρι­κα­νι­κής διπλω­μα­τί­ας. Αυτό οδή­γη­σε τον Γιαν­νά­κη Μάτση, που ήταν τότε Πρό­ε­δρος του ΔΗΣΥ, στην από­φα­ση να μην επα­να­διεκ­δι­κή­σει την Προ­ε­δρία του κόμ­μα­τος.
Αντι­τά­χθη­κε στην επι­βο­λή του Σχε­δί­ου Ανάν και αγω­νί­σθη­κε για την απόρ­ρι­ψή του. Θεω­ρεί ότι η Διζω­νι­κή Δικοι­νο­τι­κή Ομο­σπον­δία, ως προ­ο­πτι­κή λύσης, οδη­γεί στην κατά­λυ­ση της Κυπρια­κής Δημο­κρα­τί­ας και θα έχει ως άμε­ση συνέ­πεια τη διχο­τό­μη­ση και την τουρ­κο­ποί­η­ση της Κύπρου.
Ενερ­γός στην πολι­τι­κή ζωή για πενή­ντα περί­που χρό­νια, ο Μάτσης πρω­το­στά­τη­σε ή ανα­μεί­χθη­κε ενερ­γά στις προ­σπά­θειες δια­κρί­βω­σης της τύχης των αγνο­ου­μέ­νων, σωτη­ρί­ας της πολι­τι­στι­κής μας κλη­ρο­νο­μιάς στα κατε­χό­με­να και κατα­δί­κης του εποι­κι­σμού. Παράλ­λη­λα, υπήρ­ξε από τους πρω­το­πό­ρους στην επα­να­προ­σέγ­γι­ση με τους Τουρ­κο­κυ­πρί­ους.
Οι εμπει­ρί­ες του από τις σχέ­σεις με τον Μακά­ριο, το ΑΚΕΛ και τα άλλα κυπρια­κά κόμ­μα­τα απο­δί­δο­νται νηφά­λια, χωρίς πάθος, με στό­χο την απο­κα­τά­στα­ση της ιστο­ρι­κής αλή­θειας. Πολ­λές από τις απο­κα­λύ­ψεις του, που έρχο­νται για πρώ­τη φορά στο φως, θα προ­κα­λέ­σουν και θα συζη­τη­θούν.
Ένα βιβλίο συγκλο­νι­στι­κό, με απο­κα­λύ­ψεις γύρω από την πορεία του Κυπρια­κού και όχι μόνο.

 

Νίκος Παπαν­δρέ­ου

Ανδρέ­ας Παπαν­δρέ­ου: ο οικο­νο­μο­λό­γος

«Τι είδους οικο­νο­μο­λό­γος ήταν ο Ανδρέ­ας Παπαν­δρέ­ου; Για πολ­λούς που βρί­σκο­νται έξω από την ακα­δη­μαϊ­κή κοι­νό­τη­τα και ίσως και για ορι­σμέ­νους μέσα σε αυτήν που δεν γνω­ρί­ζουν ωστό­σο το ακα­δη­μαϊ­κό του έργο, υπάρ­χει η εντύ­πω­ση ότι ήταν πάντα μαρ­ξι­στής. Πιθα­νόν να έχουν ακού­σει ότι στα νιά­τα του ήταν τρο­τσκι­στής. Σίγου­ρα γνω­ρί­ζουν ότι ίδρυ­σε ένα σοσια­λι­στι­κό κόμ­μα του οποί­ου ηγή­θη­κε. Ορι­σμέ­νοι ίσως να έχουν ακού­σει τον τίτλο Πατερ­να­λι­στι­κός Καπι­τα­λι­σμός, που είναι ένα από τα δεκα­πέ­ντε βιβλία του. Ο τίτλος του βιβλί­ου ενι­σχύ­ει την εντύ­πω­ση ότι ήταν αιρε­τι­κός, επι­κρι­τής του συστή­μα­τος. Και φυσι­κά και ήταν. […]

»Μελε­τώ­ντας τον Ανδρέα, μαθαί­νει κανείς για την εξέ­λι­ξή της οικο­νο­μι­κής επι­στή­μης από τον Δεύ­τε­ρο Παγκό­σμιο Πόλε­μο και μετά. Ο Ανδρέ­ας ήταν μέλος της πρώ­της γενιάς οικο­νο­μο­λό­γων της μετα­πο­λε­μι­κής περιό­δου. Ήταν δηλα­δή παρών στο “Επτα­ή­με­ρο” της Γέν­νη­σης της Οικο­νο­μι­κής Επι­στή­μης και μαζί με άλλους, έπλα­σε και εκεί­νος κατι­τίς απ’ τον «αρχέ­γο­νο» πηλό της δημιουρ­γί­ας».

(ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)

 

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Ευστά­θιος Βέλ­τσος

Georges Canguilhem (1904–1995)

(Ιδέ­ες, έννοιες και μέθο­δοι της ζωής)

Το βιβλίο αυτό απο­τε­λεί την εισα­γω­γή στις έννοιες και στις μεθό­δους του Γάλ­λου φιλο­σό­φου Georges Canguilhem (Ζορζ Καν­γκι­λέμ). Ο Γάλ­λος δια­νοη­τής υπήρ­ξε ο διά­δο­χος του Gaston Bachelard (Γκα­στόν Μπα­σε­λάρ) και επη­ρέ­α­σε με τη διδα­σκα­λία και το έργο του για τις έννοιες του κανό­να και του παθο­λο­γι­κού, όπως και για το επι­στη­μο­λο­γι­κό καθε­στώς των ιατρι­κών επι­στη­μών, τη σκέ­ψη γνω­στών Γάλ­λων φιλο­σό­φων, μετα­ξύ των οποί­ων οι Michel Foucault (Μισέλ Φου­κώ), Louis Althusser (Λουί Αλτου­σέρ), Pierre Macherey (Πιερ Μασε­ρέ).

Στο βιβλίο επι­χει­ρεί­ται μια συστη­μα­τι­κή προ­σέγ­γι­ση της βασι­κής προ­βλη­μα­τι­κής του έργου του Canguilhem για τις αξί­ες της ζωής (όπως της υγεί­ας και της ασθέ­νειας), μέσα από την ανά­λυ­ση βασι­κών εννοιών και μεθό­δων της φιλο­σο­φί­ας του, ενώ παρου­σιά­ζο­νται επί­σης σημα­ντι­κά βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία καθώς και το θεω­ρη­τι­κό πλαί­σιο της επο­χής. Στό­χος είναι να ανα­δει­χθεί η ιδιαί­τε­ρη φιλο­σο­φι­κή μέθο­δός του, που συν­δυά­ζει τη φιλο­σο­φία με την ιστο­ρία των επι­στη­μών και των ιδε­ών. Ο χαρα­κτη­ρι­στι­κός τρό­πος που ο Canguilhem ενσω­μα­τώ­νει τη φιλο­σο­φία με την ιστο­ρία των επι­στη­μών και των ιδε­ών, συνι­στά ό,τι ονο­μά­ζου­με «γαλ­λι­κό επι­στη­μο­λο­γι­κό ύφος» σκέ­ψης και γρα­φής.

 

ΑΝΑΧΡΟΝΙΣΜΟΙ

Ζήσης Κοτιώ­νης

Ο Ανα­ξί­μαν­δρος στη Φου­κου­σί­μα (Γενε­α­λο­γί­ες της τεχνι­κής)

Ιδού μια υπό­θε­ση: ήδη στις απαρ­χές του τεχνι­κού πολι­τι­σμού κάνει την εμφά­νι­σή της η ανθρω­πό­και­νος επο­χή. Η σύγ­χρο­νη ιδέα ότι η ανθρώ­πι­νη δρα­στη­ριό­τη­τα επη­ρε­ά­ζει και δια­μορ­φώ­νει τη γεω­λο­γι­κή συγκρό­τη­ση και την εξέ­λι­ξη της γης ενυ­πάρ­χει ήδη στα θραύ­σμα­τα των προ­σω­κρα­τι­κών κοσμο­λο­γιών. Στις θεω­ρη­τι­κές υπο­θέ­σεις του Ανα­ξί­μαν­δρου ανευ­ρί­σκε­ται η σύλ­λη­ψη του κόσμου ως τεχνι­κού κατα­σκευά­σμα­τος, όπως είναι μια κυλιν­δρι­κή κολό­να ή ένας μεταλ­λευ­τι­κός κλί­βα­νος.

Ο Ανα­ξί­μαν­δρος στη Φου­κου­σί­μα είναι καλ­λι­τε­χνι­κό πρό­τζεκτ και ποι­η­τι­κό δοκί­μιο. Αφη­γεί­ται πρα­κτι­κές περι­πλα­νή­σε­ων, κατα­γρα­φών, ανοι­κτών ανα­γνώ­σε­ων των προ­σω­κρα­τι­κών φιλο­σό­φων και γενε­α­λο­γή­σεις εδα­φι­κών ευρη­μά­των. Η επι­τό­πια περι­πλά­νη­ση γίνε­ται κάπο­τε ταξί­δι στην οικου­με­νι­κή γεω­γρα­φία και ταξί­δι μέχρι τη σύγ­χρο­νη ιστο­ρία, από τα παρά­λια της Μεσο­γεί­ου ως τα παρά­λια της Ιαπω­νί­ας. Οι αστο­χή­σα­ντες πυρη­νι­κοί αντι­δρα­στή­ρες της Φου­κου­σί­μα είναι τεχνο­λο­γι­κές μετα­μορ­φώ­σεις του ανα­ξι­μάν­δρειου κλι­βά­νου.

Το βιβλίο απευ­θύ­νε­ται περισ­σό­τε­ρο σε εκεί­νες και εκεί­νους που θέλουν να αδρά­ξουν μέσα από την «τοπο-στιγ­μή» τη γενι­κό­τη­τα, το βάθος της ιστο­ρί­ας και την έκτα­ση των «φυσι­κο­πο­λι­τι­σμών». Να αδρά­ξουν τη γενε­α­λο­γία της τεχνι­κής ως βίω­μα και προ­σω­πι­κή ανά­μνη­ση, μέσα στη βαρε­τή συνή­θως αλλά καμιά φορά συναρ­πα­στι­κή διε­θνή συζή­τη­ση για τη γαία και το μέλ­λον του παρό­ντος της.

 

Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΣΗΜΕΡΑ

Δημή­τρης Δανιάς

Όσο πιο λίγο μ’ αγα­πάς, τόσο πιο πολύ σε θέλω

(Για­τί ζηλεύω; Για­τί χωρί­ζω; Για­τί απα­τάω;)

Υπάρ­χει τρό­πος να ελέγ­ξεις τη ζήλια του συντρό­φου σου και τη δική σου; Για­τί απα­τά­με; Πώς αντι­με­τω­πί­ζεις έναν χωρι­σμό; Πώς πρέ­πει να δια­χει­ρί­ζε­σαι τον θυμό σου; Πώς απο­κτάς αυτο­πε­ποί­θη­ση; Πώς γίνε­ται η επι­λο­γή συντρό­φου; Πώς ξεπερ­νάς έναν μεγά­λο έρω­τα; Πώς απο­φεύ­γεις μια απόρ­ρι­ψη; Ποιες είναι οι βαθύ­τε­ρες ανά­γκες που δημιουρ­γεί μια σχέ­ση; Πώς πρέ­πει να αντι­δράς στα μεγα­λύ­τε­ρα προ­βλή­μα­τα μιας σχέ­σης; Ποιοι είναι οι πραγ­μα­τι­κά αταί­ρια­στοι σύντρο­φοι; Ποια συναι­σθή­μα­τα μας κατα­πιέ­ζουν πιο εύκο­λα; Βία στο ζευ­γά­ρι. Τι κάνω; Τα λάθη στο κρε­βά­τι. Πώς λει­τουρ­γεί η ευτυ­χία στο ζευ­γά­ρι;

Στο βιβλίο του Δημή­τρη Δανιά παρου­σιά­ζο­νται όλα αυτά τα προ­βλή­μα­τα και πολ­λά ακό­μη, καθώς και ο τρό­πος που αντι­με­τω­πί­ζο­νται στην πρά­ξη!

 

ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

Χρή­στος Πονη­ρός

Alberto Moravia – Η απου­σία του πατέ­ρα

(Ψυχα­να­λυ­τι­κή προ­σέγ­γι­ση)

«Παρό­τι έχουν περά­σει εξή­ντα ολό­κλη­ρα χρό­νια από το 1956, όταν “Ο Άγγλος Αξιω­μα­τι­κός” φιλο­ξε­νή­θη­κε στη Νέα Εστία, ο Μορά­βια, ένας από τους πιο μετα­φρα­σμέ­νους Ιτα­λούς συγ­γρα­φείς, εξα­κο­λου­θεί να κεντρί­ζει το ενδια­φέ­ρον του Έλλη­να ανα­γνώ­στη. Στο ανά χεί­ρας βιβλίο, ο Χρή­στος Πονη­ρός ξεκλει­δώ­νει τo έργο του Ιτα­λού λογο­τέ­χνη, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας το κατάλ­λη­λο –σύμ­φω­να και με τον Μορά­βια– κλει­δί: την Ψυχα­νά­λυ­ση. Έτσι, μέσα από το ζήτη­μα του Πατέ­ρα προ­σεγ­γί­ζει την αδια­φο­ρία, την πλή­ξη, το φύλο. Μια προ­σέγ­γι­ση που, ξεκι­νώ­ντας από τις ενδο­οι­κο­γε­νεια­κές και δια­προ­σω­πι­κές σχέ­σεις, επε­κτεί­νε­ται στην έλξη του ατό­μου από τους φαντα­σια­κούς-ψεύ­τι­κους, αλλά συνά­μα γοη­τευ­τι­κούς πολι­τι­κούς σωτή­ρες. Ο ανα­γνώ­στης μέσα από τις σελί­δες του βιβλί­ου εξε­ρευ­νά, με τον φακό της Ψυχα­νά­λυ­σης, το πλού­σιο λογο­τε­χνι­κό έργο του Μορά­βια, ανα­κα­λύ­πτο­ντας σε αυτό κάποιες συνή­θεις αλλά παράλ­λη­λα ουσιώ­δεις πτυ­χές της καθη­με­ρι­νό­τη­τάς μας, όπως οι δυσκο­λί­ες που συνο­δεύ­ουν το πέρα­σμα του αγο­ριού στην εφη­βεία, η εμμο­νή στο σεξ, η αμφι­φυ­λία, η ερω­τι­κή ζήλεια ή ακό­μα και η ηδο­νο­βλε­ψία, καθώς και τα έκδη­λα και λαν­θά­νο­ντα ερω­τι­κά τρί­γω­να. Πτυ­χές που σκαν­δα­λί­ζουν, όπως λέει ο Μορά­βια, μόνο όσους δεν προ­σπα­θούν να φτά­σουν στην ουσία των πραγ­μά­των».

Γερά­σι­μος Ζώρας, Καθη­γη­τής Ιτα­λι­κής Λογο­τε­χνί­ας

Εθνι­κό και Καπο­δι­στρια­κό Πανε­πι­στή­μιο Αθη­νών

 

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

Σοφία Κλώ­τσα

Η από­φα­ση της ευτυ­χί­ας (Πώς να πετύ­χε­τε ό,τι θέλε­τε στη ζωή σας)

Νέα έκδο­ση, συμπλη­ρω­μέ­νη

Τι είναι η ευτυ­χία και πώς μπο­ρού­με να την κατα­κτή­σου­με;

Το βιβλίο αυτό προ­σφέ­ρει χρή­σι­μες συμ­βου­λές για όλα τα σημα­ντι­κά ζητή­μα­τα της καθη­με­ρι­νό­τη­τάς μας, όπως είναι η επαγ­γελ­μα­τι­κή επι­τυ­χία, οι σχέ­σεις, η υγεία και η ισορ­ρο­πία, η προ­σω­πι­κή ανά­πτυ­ξη, ο πλού­τος και η ευτυ­χία γενι­κό­τε­ρα. Στη­ρί­ζε­ται σε μια βασι­κή προ­ϋ­πό­θε­ση: στο ότι εμείς οι ίδιοι δημιουρ­γού­με τη ζωή μας, εμείς που ανα­ζη­τού­με την ευτυ­χία σε κάθε μας βήμα και σε κάθε μας συλ­λο­γι­σμό. Για να την κατα­κτή­σου­με όμως και να διεκ­δι­κή­σου­με το δικαί­ω­μά μας σε αυτήν, πρέ­πει πρώ­τα να το απο­φα­σί­σου­με. Αλλά πώς θα πετύ­χου­με στη ζωή μας ό,τι θέλου­με; Υπάρ­χουν κλει­διά ή τεχνι­κές για την επι­τυ­χία και την ευτυ­χία;

Αν παρα­τη­ρή­σου­με ευτυ­χι­σμέ­νους ανθρώ­πους, θα δια­πι­στώ­σου­με ότι ακο­λου­θούν και εφαρ­μό­ζουν, συνει­δη­τά ή υπο­συ­νεί­δη­τα, συγκε­κρι­μέ­να μυστι­κά. Αυτά τα μυστι­κά τα απο­κα­λύ­πτει στο βιβλίο της με τρό­πο απλό και κατα­νοη­τό η ψυχο­λό­γος — life coach Σοφία Κλώ­τσα, για να απο­δεί­ξει ότι η ευτυ­χία δεν είναι ένα μακρι­νό όνει­ρο, αλλά μια εύκο­λη από­φα­ση.

 

ΣΑΤΙΡΙΚΑ 

Meme μου τους κύκλους τάρατ­τε

Κεί­με­να: Κώστας Του­λά­κης

Επι­μέ­λεια-σχε­δια­σμός: Πάνος Τσι­ρο­ζί­δης

«Αυτό δεν είναι βιβλίο, είναι σελί­δα», ανα­φώ­νη­σε ο Αρχι­μή­δης και

ξανα­μπή­κε στην μπα­νιέ­ρα του.

Ανα­κά­λυ­ψε και εσύ τα Ancient Memes, τη σελί­δα που πήρε αγάλ­μα­τα, πίνα­κες και τοι­χο­γρα­φί­ες και δίνο­ντάς τους φωνή, τα ανέ­βα­σε στο ίντερ­νετ. Τη σελί­δα που έβα­λε τους χρή­στες του Facebook στο τρι­πά­κι να μάθουν να φτιά­χνουν memes, δημιουρ­γώ­ντας ένα παράλ­λη­λο σύμπαν όπου…

… οι βίγκανς δεν περ­νά­νε και τόσο τέλεια.

… τα κορί­τσια έχουν σχέ­ση, για τα αγό­ρια δεν ξέρου­με.

… αν έχεις πρό­γραμ­μα θα τα κατα­φέ­ρεις και δεν θα στε­ρη­θείς τίπο­τα.

… ο Αρι­στο­τέ­λης και ο Πλά­τω­νας λύνουν στην Ακα­δη­μία τα γκο­με­νι­κά τους.

… ο Μέγας Αλέ­ξαν­δρος δοκι­μά­ζει την υπο­μο­νή του Διο­γέ­νη.

… Γρη­γο­ρια­νές χορω­δί­ες γύρω γύρω τρα­γου­δούν το «Ντε­σπα­σί­το».

… ήρω­ες της επα­νά­στα­σης του ’21 κυνη­γά­νε με το του­φέ­κι και

εκτε­λούν τα κλι­σέ.

… επί­μο­νοι πελά­τες ψάχνουν και δεν ψάχνουν σπά­νια βιβλία.

 

Και μην ψαρώ­νεις, βιβλίο είναι.

 

(ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)

 

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ / ΓΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΕΣ

Χρή­στος Α. Καρα­κό­λης

Φυσι­κή / Τετρά­δια 10–15

Τα Τετρά­δια Φυσι­κής του Χρή­στου Καρα­κό­λη ανα­φέ­ρο­νται στο σύνο­λο των Φυσι­κών Φαι­νο­μέ­νων που μπο­ρούν και που θα έπρε­πε να διδα­χθούν στους μαθη­τές του Λυκεί­ου, θετι­κού προ­σα­να­το­λι­σμού.

Φέτος θα κυκλο­φο­ρή­σουν τα Τετρά­δια 10–15. Πιο συγκε­κρι­μέ­να:

Τετρά­διο 10: Ηλε­κτρο­μα­γνη­τι­σμός I – Κυκλώ­μα­τα συνε­χούς ρεύ­μα­τος, Τετρά­διο 11: Ηλε­κτρο­μα­γνη­τι­σμός II – Φαι­νό­με­να ηλε­κτρο­μα­γνη­τι­κής επα­γω­γής, Τετρά­διο 12: Περιο­δι­κά φαι­νό­με­να II – Ηλε­κτρο­μα­γνη­τι­σμός III – Εναλ­λασ­σό­με­να ρεύ­μα­τα, Τετρά­διο 13: Ρευ­στά I – Στα­τι­κή των υγρών – Δυνα­μι­κή των υγρών και των αερί­ων, Τετρά­διο 14: Θερ­μο­κρα­σία – Θερ­μό­τη­τα, Τετρά­διο 15. Κινη­τι­κή θεω­ρία των αερί­ων – Θερ­μο­δυ­να­μι­κή.

 

ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ / ΑΠΡΟΣΜΕΝΟΙ ΦΙΛΟΙ

Βασί­λης Παπα­θε­ο­δώ­ρου

Αύρα, το άλο­γο ολυ­μπιο­νί­κης

Μια απί­στευ­τη ιστο­ρία επι­μο­νής και σθέ­νους που συνέ­βη στους 67ους Ολυ­μπια­κούς Αγώ­νες της αρχαιό­τη­τας, το 512 π.Χ. Η Αύρα, ένα άλο­γο που μαζί με τον ιδιο­κτή­τη της συμ­με­τεί­χαν στο αγώ­νι­σμα της ιππο­δρο­μί­ας εκπρο­σω­πώ­ντας την Κόριν­θο, κατά­φε­ρε να τερ­μα­τί­σει την κούρ­σα χωρίς τον ανα­βά­τη της. Οι κάτοι­κοι της πόλης τίμη­σαν το ηρω­ι­κό αυτό ζώο και το μνη­μό­νευαν για πολ­λές γενιές μετά.

Η σει­ρά «Απρό­σμε­νοι Φίλοι» απευ­θύ­νε­ται σε παι­διά προ­σχο­λι­κής και πρω­το­σχο­λι­κής ηλι­κί­ας. Οι ιστο­ρί­ες είναι βασι­σμέ­νες σε πραγ­μα­τι­κά περι­στα­τι­κά ηρω­ι­σμού, πίστης και αφο­σί­ω­σης ζώων, ενώ κάθε βιβλίο περι­λαμ­βά­νει παράρ­τη­μα με τα πραγ­μα­τι­κά γεγο­νό­τα, καθώς και βασι­κές γνώ­σεις σχε­τι­κές με την κάθε ιστο­ρία.