Καθώς πλη­σιά­ζου­με στον εορ­τα­σμό της επε­τεί­ου των 50 χρό­νων των Εκδό­σε­ων Καστα­νιώ­τη το 2018, αλλά και της Αθή­νας ως Παγκό­σμιας Πρω­τεύ­ου­σας Βιβλί­ου, η φετι­νή χρο­νιά ανοί­γει για τις εκδό­σεις μας με ένα πλού­σιο και εξαι­ρε­τι­κά ενδια­φέ­ρον πρό­γραμ­μα, το οποίο προ­τάσ­σει τη λογο­τε­χνι­κή πολυ­φω­νία, την ποιο­τι­κή γρα­φή, την υφο­λο­γι­κή ποι­κι­λία και τον συντο­νι­σμό με τους προ­βλη­μα­τι­σμούς της επο­χής.

Έργα σημα­ντι­κών Ελλή­νων και ξένων συγ­γρα­φέ­ων από τους χώρους της πεζο­γρα­φί­ας και της ποί­η­σης, αλλά και έργα νεό­τε­ρων αξιό­λο­γων δημιουρ­γών, συμπε­ρι­λα­βά­νο­νται στο πρό­γραμ­μα αυτό πλάι σε σημα­ντι­κά δοκί­μια και μελέ­τες κατα­ξιω­μέ­νων επι­στη­μό­νων, ερευ­νη­τών και στο­χα­στών.

Με λίγα λόγια:

Στη σει­ρά της Ελλη­νι­κής Πεζο­γρα­φί­ας η Ρέα Γαλα­νά­κη επι­στρέ­φει με το βιβλίο Δυο γυναί­κες, δυο θεές, που περι­λαμ­βά­νει τις νου­βέ­λες Εγώ, η Αριά­δνη και «Αθη­νά βοσκο­πού­λα» (Σπου­δή στον Χαλε­πά): στην πρώ­τη νου­βέ­λα η βλα­στι­κή θεά της Κρή­της φωτί­ζει με ανα­τρε­πτι­κό φως τη σχέ­ση της με τον μυθι­κό ήρωα Θησέα, ενώ στη δεύ­τε­ρη ξετυ­λί­γε­ται μεγά­λο μέρος από τη γνω­στή και άγνω­στη ζωή του σπου­δαί­ου γλύ­πτη Γιαν­νού­λη Χαλε­πά. Ο Παύ­λος Κάγιος στο μυθι­στό­ρη­μα Σας έπε­σε ο κλή­ρος της τρι­κυ­μί­ας παρου­σιά­ζει τη συντα­ρα­κτι­κή ιστο­ρία δύο νέων που ερω­τεύ­ο­νται αγνο­ώ­ντας τα βαριά δεσμά του παρελ­θό­ντος. Ο Νίκος Α. Μάντης στο μυθι­στό­ρη­μα Οι τυφλοί πραγ­μα­τεύ­ε­ται τις πολ­λές εκδο­χές της ελλη­νι­κής τύφλω­σης. Ανά­με­σα στους τοί­χους, και σε μια συλ­λο­γή σκλη­ρών αλλά και απρό­βλε­πτων διη­γη­μά­των, οι ήρω­ες του Γιώρ­γου Μπρά­μου θα δια­πι­στώ­σουν ότι η ζωή είναι χάρι­σμα και πόνος και χαρά. Η Λίνα Σόρο­γκα στο μυθι­στό­ρη­μα Χρυ­σά λού­πι­να μπλέ­κει τον μύθο με την Ιστο­ρία, από τα χωριά της Μάνης της δεκα­ε­τί­ας του ’40 μέχρι τη σύγ­χρο­νη Αθή­να. Μάθε με να μ’ αγα­πάω, το νέο βιβλίο και της Φωτει­νής Τσα­λί­κο­γλου, αφιε­ρω­μέ­νο στα παρά­ξε­να της μητρι­κής αγά­πης, στο παι­χνί­δι του έρω­τα και του θανά­του, που σημα­δεύ­ει τη ζωή μας από την πρώ­τη μέχρι την έσχα­τη στιγ­μή. Πρό­σω­πα που παθιά­ζο­νται, αγα­πά­νε, θυσιά­ζο­νται, συμ­βι­βά­ζο­νται, δια­φθεί­ρο­νται, σώζουν, κατα­στρέ­φο­νται, ξανα­γεν­νιού­νται: η Ελέ­νη Τσε­κού­ρα μας τα συστή­νει μέσα από τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των της Πίσω πόρ­τα. Ο Κώστας Χατζηα­ντω­νί­ου, πάλι, με το μυθι­στό­ρη­μα Ο κύκλος του χώμα­τος δίνει την ευκαι­ρία στον ανα­γνώ­στη να παρα­κο­λου­θή­σει την εξέ­λι­ξη της νεο­ελ­λη­νι­κής ζωής, όπως σημα­δεύ­τη­κε από την κυπρια­κή τρα­γω­δία και κορυ­φώ­θη­κε μέσα στην κατα­να­λω­τι­κή μέθη της μετα­πο­λί­τευ­σης. Ο Κώστας Αρκου­δέ­ας επι­στρέ­φει στο βιβλίο του Τα κατα Αιγαί­ον πάθη και μας παρου­σιά­ζει μια νέα, ανα­θε­ω­ρη­μέ­νη έκδο­ση: πολυ­πρό­σω­πο βιω­μα­τι­κό μυθι­στό­ρη­μα, σχε­δόν αυτο­βιο­γρα­φι­κό, όπου αλη­θι­νοί πρω­τα­γω­νι­στές είναι τα τέσ­σε­ρα στοι­χεία της φύσης. Το πρό­γραμ­μα της σει­ράς ολο­κλη­ρώ­νε­ται με την έκδο­ση του Διά πυρός και αγά­πης του Πέτρου Κυρί­μη (νέα νου­βέ­λα που βασί­ζε­ται στην παλαιό­τε­ρη με τίτλο Η καρ­διά του κότσυ­φα) και με την επα­να­κυ­κλο­φο­ρία του βιβλί­ου Είναι ο πάν­θη­ρας ζωντα­νός; της αεί­μνη­στης Νίκης Μαρα­γκού, όπου η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μπλέ­κε­ται με τη φαντα­σία στη μυθι­στο­ρία μιας επο­χής και μιας πόλης της δεκα­ε­τί­ας του ’60 στην Κύπρο.

Στη σει­ρά «Καστα­νιώ­της Noir» ετοι­μά­ζε­ται το βιβλίο του Λευ­τέ­ρη Γιαν­να­κου­δά­κη Σκιά: ένα πολι­τι­κό νουάρ μυθι­στό­ρη­μα που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στο «άγνω­στο» Ηρά­κλειο της Κρή­της αλλά και στις σκο­τει­νές σήραγ­γες της Ιστο­ρί­ας. Στην ίδια σει­ρά επα­νεμ­φα­νί­ζε­ται και ο Ιερώ­νυ­μος Λύκα­ρης, με το μυθι­στό­ρη­μα Άκου, πτώ­μα, να μαθαί­νεις, που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στην καρ­διά και στα σπλά­χνα των αδιά­φθο­ρων της Αστυ­νο­μί­ας, με κεντρι­κό ήρωα έναν κατα­θλι­πτι­κό εισαγ­γε­λέα που δια­κω­μω­δεί τους εφιάλ­τες του με έναν δικής του έμπνευ­σης εγκλη­μα­το­λο­γι­κό ονει­ρο­κρί­τη. 

Η σει­ρά της Ξένης Λογο­τε­χνί­ας των Εκδό­σε­ων Καστα­νιώ­τη παρα­μέ­νει στο πεδίο της μετα­φρα­σμέ­νης πεζο­γρα­φί­ας η πλέ­ον πολυ­φω­νι­κή στην Ελλά­δα και εμπλου­τί­ζε­ται συνε­χώς. Σε αυτήν παρου­σιά­ζο­νται «Συγ­γρα­φείς απ’ όλο τον κόσμο» που ξεχω­ρί­ζουν για το έργο τους, τόσο στις χώρες τους όσο και διε­θνώς. Εν προ­κει­μέ­νω, εκπρο­σω­πού­νται 17 δια­φο­ρε­τι­κές χώρες και 13 δια­φο­ρε­τι­κές γλώσ­σες, ενώ 11 είναι οι συγ­γρα­φείς που εκδί­δο­νται για πρώ­τη φορά στη γλώσ­σα μας.

Το κωμι­κο­τρα­γι­κό αρι­στούρ­γη­μα Υπη­ρέ­τη­σα τον Άγγλο βασι­λιά του Τσέ­χου Μπό­χου­μιλ Χρά­μπαλ, με πρω­τα­γω­νι­στή ένα γκαρ­σό­νι που κατα­φέρ­νει να γίνει εκα­τομ­μυ­ριού­χος κατά τον Β΄ Παγκό­σμιο Πόλε­μο, εκδί­δε­ται για πρώ­τη φορά στα ελλη­νι­κά. Τα Πέτα­λα από αίμα του Κενυά­τη Νγκού­γκι γουά Θιόν­γκο, ο οποί­ος συγκα­τα­λέ­γε­ται στα­θε­ρά τα τελευ­ταία χρό­νια μετα­ξύ των διεκ­δι­κη­τών του Βρα­βεί­ου Νόμπελ, είναι ένα εμβλη­μα­τι­κό έργο της αφρι­κα­νι­κής λογο­τε­χνί­ας στον 20ό αιώ­να. Ο Ιτα­λός Κλά­ου­ντιο Μάγκρις, κορυ­φαί­ος μελε­τη­τής της ευρω­παϊ­κής κουλ­τού­ρας και ταυ­τό­τη­τας, εντάσ­σε­ται στον κατά­λο­γο των Εκδό­σε­ων Καστα­νιώ­τη με το πιο πρό­σφα­το μυθι­στό­ρη­μά του Υπό­θε­ση αρχεί­ου, ένα σπου­δαίο βιβλίο που μας ξενα­γεί σ’ ένα γκρο­τέ­σκο Μου­σείο Πολέ­μου το οποίο ευαγ­γε­λί­ζε­ται την ειρή­νη. Ο Νορ­βη­γός Καρλ Ούβε Κνά­ου­σγκορντ συνε­χί­ζει τη μυθι­στο­ρη­μα­τι­κή του αυτο­βιο­γρα­φία Ο αγώ­νας μου. Στον τέταρ­το τόμο με τίτλο Χορεύ­ο­ντας στο σκο­τά­δι ακο­λου­θού­με τον δεκα­ο­κτά­χρο­νο πρω­τα­γω­νι­στή σε ένα μικρό ψαρά­δι­κο χωριό του Αρκτι­κού Κύκλου, όπου η ζωή του αρχί­ζει να παίρ­νει μια σκο­τει­νή τρο­πή. Η Ιτα­λί­δα Σερέ­να Βιτά­λε, σε ένα μονα­δι­κό μυθι­στό­ρη­μα-έρευ­να με τον τίτλο Ο μακα­ρί­της σιχαι­νό­ταν το κου­τσο­μπο­λιό, κατα­πιά­νε­ται με ένα από τα μεγα­λύ­τε­ρα μυστή­ρια της σοβιε­τι­κής επο­χής, απο­τί­νο­ντας φόρο τιμής στον Ρώσο ποι­η­τή Βλα­ντί­μιρ Μαγια­κόφ­σκι. Η Γερ­μα­νί­δα Τζέν­νυ Έρπεν­μπεκ, η οποία απέ­σπα­σε το Βρα­βείο Τόμας Μαν το 2016, εγκαι­νί­α­σε μια νέα φάση του έργου της με τη Συντέ­λεια του κόσμου, όπου, με φόντο τον φοβε­ρό 20ό αιώ­να, αφη­γεί­ται τις πολ­λές εν δυνά­μει ζωές και τους δια­φο­ρε­τι­κούς θανά­τους μιας πολυ­διά­στα­της ηρω­ί­δας. Ο κόσμος που δημιουρ­γεί ο Γερ­μα­νός Ντά­νιελ Κέλ­μαν στην και­νούρ­για του νου­βέ­λα Έπρε­πε να είχες φύγει αγγί­ζει την ατμό­σφαι­ρα μιας ιστο­ρί­ας φαντα­σμά­των, είναι ένας κόσμος από­κρη­μνος, κυριο­λε­κτι­κά και μετα­φο­ρι­κά, εμπνευ­σμέ­νος από τον Μπόρ­χες, τον Κάφ­κα και τον Καλ­βί­νο. Η μεγά­λη κυρία των μεξι­κα­νι­κών γραμ­μά­των Ελέ­να Πονια­τόφ­σκα, η οποία τιμή­θη­κε με το Βρα­βείο Θερ­βά­ντες το 2013 για το σύνο­λο του έργου της, κατα­θέ­τει με Το τρέ­νο θα περά­σει πρώ­το, ένα μαχη­τι­κό μυθι­στό­ρη­μα εμπνευ­σμέ­νο από τους κοι­νω­νι­κούς αγώ­νες. Ο αρα­βό­φω­νος Ιμπρα­χίμ αλ Κού­νι, ο κορυ­φαί­ος Λίβυος συγ­γρα­φέ­ας που ήταν υπο­ψή­φιος για το Διε­θνές Βρα­βείο Booker το 2015, μας χαρί­ζει με το βιβλίο Το χρυ­σά­φι και η κατά­ρα της ερή­μου μια λυρι­κή ιστο­ρία για τους «μπλε ανθρώ­πους» της ερή­μου, τους Τουα­ρέγκ. Ο Γιον Κάλ­μαν Στέ­φαν­σον είναι ο σημα­ντι­κό­τε­ρος πεζο­γρά­φος της σύγ­χρο­νης Ισλαν­δί­ας. Το μυθι­στό­ρη­μά του Παρά­δει­σος και κόλα­ση είναι ένα σαγη­νευ­τι­κό, σπά­νιο ανά­γνω­σμα, ποι­η­τι­κής υφής, σαν μια αργό­συρ­τη ανά­σα μέσα απ’ τον βυθό της θάλασ­σας. Η κορυ­φαία πεζο­γρά­φος της Πολω­νί­ας, η πολυ­βρα­βευ­μέ­νη Όλγκα Τοκάρ­τσουκ, με το μυθι­στό­ρη­μα Το Αρχέ­γο­νο και άλλοι και­ροί μας μετα­φέ­ρει σε ένα σχε­δόν μυθι­κό χωριό που κατοι­κεί­ται από εκκε­ντρι­κούς, αρχε­τυ­πι­κούς χαρα­κτή­ρες. Μια εντυ­πω­σια­κή νωπο­γρα­φία ανθρώ­πι­νων πεπρω­μέ­νων είναι Ο Μεγά­λος Πόλε­μος του Σέρ­βου Αλε­ξά­νταρ Γκά­τα­λι­τσα, ένα από πλέ­ον εντυ­πω­σια­κά μυθι­στο­ρή­μα­τα των Βαλ­κα­νί­ων στην αυγή του 21ου αιώ­να. Η Ντούλ­σε Μαρία Καρ­ντό­ζο υπο­γρά­φει με τον Γυρι­σμό ένα αλη­σμό­νη­το μυθι­στό­ρη­μα ενη­λι­κί­ω­σης, που μετα­τρά­πη­κε στα­δια­κά σε εκδο­τι­κό φαι­νό­με­νο στην πατρί­δα της, όπου η συγ­γρα­φέ­ας θίγει τη μαζι­κή επι­στρο­φή των Πορ­το­γά­λων από τις πρώ­ην αποι­κί­ες τους. Οι Καρ­φί­τσες στην άμμο, το νέο μυθι­στό­ρη­μα του Περου­βια­νού Σαντιά­γο Ρον­κα­λιό­λο, με πρω­τα­γω­νι­στές τέσ­σε­ρις μαθη­τές στην ταραγ­μέ­νη Λίμα της δεκα­ε­τί­ας του ’90, περι­γρά­φει ένα παι­χνί­δι που μετα­τρέ­πε­ται σε θρί­λερ πριν κατα­λή­ξει στην από­λυ­τη τρα­γω­δία. Ο Ισπα­νός Πάμπλο Γκου­τιέ­ρεθ, στο εκλε­πτυ­σμέ­νο μυθι­στό­ρη­μά του Τα ανα­τρε­πτι­κά βιβλία, συν­δυά­ζει σάτι­ρα και κοι­νω­νι­κή κρι­τι­κή, παρα­κο­λου­θώ­ντας την απρό­βλε­πτη ανταρ­σία μιας απο­γοη­τευ­μέ­νης γυναί­κας. Οι Τρεις όρο­φοι στο μυθι­στο­ρη­μα­τι­κό κτή­ριο του Εσκόλ Νεβό, του πλέ­ον δημο­φι­λούς συγ­γρα­φέα της νεό­τε­ρης γενιάς στο Ισρα­ήλ, αντα­να­κλούν το τρι­με­ρές ψυχα­να­λυ­τι­κό μοντέ­λο του Φρόιντ. Το βιβλίο συνι­στά μια ακτι­νο­γρα­φία των ψυχώ­σε­ων της μεσαί­ας τάξης, της οποί­ας οι αγω­νί­ες είναι παντού οι ίδιες. Ο Σου­η­δός Ούλα Νίλ­σον στο Ίσι­ντορ και Πάου­λα αφη­γεί­ται την ιστο­ρία  –ατμο­σφαι­ρι­κή, σαν ται­νία του Μπέρ­γκ­μαν– μιας άφα­της αγά­πης, ανα­συν­θέ­το­ντας τον μύθο του Ορφέα και της Ευρυ­δί­κης στην περί­φη­μη εκδο­χή του Ρίλ­κε. Η Αμε­ρι­κα­νί­δα Μεγκ Γουό­λι­τζερ στο Μια ξεχω­ρι­στή παρέα διε­ρευ­νά τους τρό­πους με τους οποί­ους η τέχνη, το χρή­μα και η ζήλια μπο­ρούν δοκι­μά­σουν ακό­μη και τις πιο στε­νές φιλί­ες. Ο Τούρ­κος Μπουρ­χάν Σον­μέζ στο Ισταν­μπούλ Ισταν­μπούλ γρά­φει για τη δύνα­μη της συμπό­νιας και της φαντα­σί­ας, ασχέ­τως αν το σκη­νι­κό είναι δυσοί­ω­νο, ένα μικρό παγω­μέ­νο κελί στα έγκα­τα της σύγ­χρο­νης μεγα­λού­πο­λης. Η συγ­γρα­φέ­ας και δημο­σιο­γρά­φος Ετζέ Τεμελ­κου­ράν στο αφή­γη­μά της Τουρ­κία – Παρα­φρο­σύ­νη και μελαγ­χο­λία ανα­λύ­ει την πολύ­πλευ­ρη κρί­ση που μαστί­ζει τη χώρα της. Μια σύν­θε­τη ματιά πάνω στην πολι­τι­κή και κοι­νω­νι­κή αβε­βαιό­τη­τα της γεί­το­νος, που βιώ­νει τόσο εσω­τε­ρι­κούς όσο και εξω­τε­ρι­κούς κρα­δα­σμούς.

Αυτή την περί­ο­δο θα έχου­με τη μεγά­λη ευκαι­ρία να συνα­ντή­σου­με τρεις ξεχω­ρι­στούς συγ­γρα­φείς που θα επι­σκε­φτούν τη χώρα μας:

Μια από τις σπου­δαιό­τε­ρες πεζο­γρά­φους του αγγλό­φω­νου κόσμου, η βρα­βευ­μέ­νη με Booker Ιρλαν­δή συγ­γρα­φέ­ας Ανν Ένραϊτ επι­σκέ­πτε­ται για πρώ­τη φορά την Αθή­να στις 16 Μαρ­τί­ου, σε μια εφ’ όλης της ύλης συζή­τη­ση για το έργο της.

Ο δημο­φι­λής στη χώρα του Ισραη­λι­νός συγ­γρα­φέ­ας της νέας γενιάς Εσκόλ Νεβό, ο οποί­ος μετα­φρά­ζε­ται για πρώ­τη φορά στα ελλη­νι­κά, θα παρου­σιά­σει το βιβλίο του στην Αθή­να και τη Θεσ­σα­λο­νί­κη τον Μάιο.

Η δημο­σιο­γρά­φος και συγ­γρα­φέ­ας Ετζέ Τεμελ­κου­ράν επι­σκέ­πτε­ται την Αθή­να τον Ιού­νιο και ανα­λύ­ει την σύν­θε­τη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της σύγ­χρο­νης Τουρ­κί­ας.

Στις υπό­λοι­πες σει­ρές θα κυκλο­φο­ρή­σουν:

Ποί­η­ση:

Σκο­τει­νός χρό­νος της Κατε­ρί­νας Καρι­ζώ­νη και Ωσάν εξο­μο­λό­γη­ση / Καθα­ρή Δευ­τέ­ρα της Λένα Παμπού­κη

Δοκί­μια / Πολι­τι­κή – Ιστο­ρία / Μαρ­τυ­ρί­ες –  Βιο­γρα­φί­ες:

Καζαν­τζά­κης – Ζορ­μπάς: μια αλη­θι­νή φιλία του Γιώρ­γου Στα­σι­νά­κη, Ιδέ­ες της σκλη­ρό­τη­τας και της καλο­σύ­νης (Εθνι­κι­σμός, ρατσι­σμός, σοσιαλισμός,1897–1922) του Παντε­λή Βου­του­ρή, Ευάγ­γε­λος Αβέ­ρωφ – Γιώρ­γος Σεφέ­ρης: Η ρήξη του Γιώρ­γου Γεωρ­γή, Η Συν­θή­κη της Λωζά­νης (Δια­χρο­νι­κές προ­σεγ­γί­σεις και εκτι­μή­σεις) σε επι­μέ­λεια των Γιώρ­γου Γεωρ­γή, Πάμπου Χαρα­λά­μπους και Χρί­στου Κυρια­κί­δη, Εξου­σί­ες εκτός ελέγ­χου (Η μετα­δη­μο­κρα­τι­κή παρα­μόρ­φω­ση της Ευρω­παϊ­κής Ένω­σης) του Απο­στό­λη Φωτιά­δη, Η αρχή της αντί­θε­σης (Για­τί η θέλη­ση για δύνα­μη;) του Φοί­βου Καρα­κί­τσου.

Ψυχο­λο­γία / Ψυχο­θε­ρα­πεί­ες: Φωτει­νή (Όλα είναι μνή­μη) της Μαριέτ­τας Πεπε­λά­ση και Οικο­γέ­νειες σε δίσε­κτα χρό­νια (Σημειώ­σεις μιας ψυχιά­τρου) της Κάτιας Χαρα­λα­μπά­κη.

Ακο­λου­θούν ανα­λυ­τι­κά τα βιβλία του εκδο­τι­κού προ­γράμ­μα­τός μας.


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Κώστας Αρκουδέας

Τα κατά Αιγαίον πάθη

Μυθι­στό­ρη­μα

Νέα έκδο­ση, ανα­θε­ω­ρη­μέ­νη

Ο Γιώρ­γος Ρώμας φτά­νει στη Θήρα λίγο μετά τον Δεκα­πε­νταύ­γου­στο. Σκο­πεύ­ει να κάνει ένα μικρό πέρα­σμα από το νησί και να συνε­χί­σει την περι­ή­γη­σή του, μα τελι­κά θα μεί­νει πολύ περισ­σό­τε­ρο. Κοι­τά­ζει τώρα τη χαρα­κιά που του έχει αφή­σει· ένα βαθύ αυλά­κω­μα που γίνε­ται πιο έντο­νο όταν χαμο­γε­λά­ει. Όσο βαθύ και αν είναι, όμως, δεν συγκρί­νε­ται με τα σημά­δια μέσα του, τα πιο οδυ­νη­ρά, που δεν δια­φέ­ρουν από αυτά της Σαντο­ρί­νης.

Τα κατά Αιγαί­ον πάθη ξεκι­νούν σαν μια ανέ­με­λη περι­πλά­νη­ση στα αιγαιο­πε­λα­γί­τι­κα νησιά και κατα­λή­γουν να εξε­ρευ­νούν τις πιο σκο­τει­νές πτυ­χές των ερω­τι­κών σχέ­σε­ων. Ένα μυθι­στό­ρη­μα βιω­μα­τι­κό, σχε­δόν αυτο­βιο­γρα­φι­κό, με ήρω­ες που ο συγ­γρα­φέ­ας γνώ­ρι­σε κατά τη διάρ­κεια της μακράς παρα­μο­νής του στη Θήρα. Πολυ­πρό­σω­πο αφή­γη­μα με βασι­κό πρω­τα­γω­νι­στή τον Μπα­λή, που γοη­τεύ­ει τον αφη­γη­τή με το πάθος του για ζωή. Οι αλη­θι­νοί πρω­τα­γω­νι­στές, ωστό­σο, είναι τα τέσ­σε­ρα στοι­χεία της φύσης. Η θάλασ­σα του Αιγαί­ου, άγρια και απρό­βλε­πτη, ο άνε­μος που συνο­μι­λεί με τις καρ­διές των ανθρώ­πων, τα ηφαί­στεια που κοχλά­ζουν, έτοι­μα ανά πάσα στιγ­μή να εκρα­γούν, και τέλος, το αλά­τι της γης που πέφτει στις πλη­γές των ηρώ­ων και τις καί­ει.

Ρέα Γαλανάκη

Δυο γυναίκες, δυο θεές 

Νου­βέ­λες

 

Στην πρώ­τη νου­βέ­λα με τίτλο Εγώ, η Αριά­δνη, η βλα­στι­κή θεά της Κρή­της –και ταυ­τό­χρο­να μια νεα­ρή κοπέ­λα– φωτί­ζει με ανα­τρε­πτι­κό φως τη σχέ­ση της με τον Θησέα. Μόνη της, όχι όμως «εγκα­τα­λειμ­μέ­νη», αφη­γεί­ται όσα έγι­ναν, προ­βλέ­πει όσα θα συμ­βούν: Η νίκη του Θησέα δεν ήταν τυχαία, ο θάνα­τος του Αιγέα έχει προ­σχε­δια­στεί, η σκιά του Μινώ­ταυ­ρου ακο­λου­θεί τον φονιά του, νέοι θεοί και αντι­λή­ψεις απει­λούν να κατα­λύ­σουν την παλαιά τάξη πραγ­μά­των. Σ’ αυτό το κρί­σι­μο μεταίχ­μιο ακρο­βα­τεί ο λόγος της Αριά­δνης για τον έρω­τα, τον φόνο, την εξου­σία, τη γυναί­κα.

Στη δεύ­τε­ρη νου­βέ­λα, που έχει ως τίτλο «Αθη­νά βοσκο­πού­λα» – Σπου­δή στον Χαλε­πά, ένα μικρό πήλι­νο γλυ­πτό του Χαλε­πά, η «Αθη­νά βοσκο­πού­λα», γίνε­ται ο μίτος για να ξετυ­λι­χτεί μεγά­λο μέρος από τη ζωή του σπου­δαί­ου γλύ­πτη. Στο  επί­κε­ντρο βρί­σκο­νται οι δεκα­ε­τί­ες που έζη­σε στον Πύρ­γο της Τήνου κάνο­ντας ο ίδιος τον βοσκό για να βιο­πο­ρί­ζε­ται, μετά τον μακρό­χρο­νο εγκλει­σμό του σε φρε­νο­κο­μείο. Με τον οφει­λό­με­νο σεβα­σμό, η συγ­γρα­φέ­ας προ­σπα­θεί να προ­σεγ­γί­σει τις οικο­γε­νεια­κές και άλλες σχέ­σεις του, την εμμο­νή του στη γλυ­πτι­κή παρά τις αντι­ξο­ό­τη­τες, τη χρή­ση του πηλού αντί του μαρ­μά­ρου, τη σχέ­ση του με τα ζώα, τη σοφία εν τέλει του θεω­ρού­με­νου ως «τρε­λού» ηλι­κιω­μέ­νου καλ­λι­τέ­χνη.

Παύλος Κάγιος

Σας έπεσε ο κλήρος της τρικυμίας

Μυθι­στό­ρη­μα

 

Ποιος απο­φα­σί­ζει στη ζωή μας; Εμείς ή όλα είναι γραμ­μέ­να στο τυχε­ρό ή άτυ­χο αστέ­ρι μας;

Ο Θόδω­ρος και η Ιωάν­να, δύο τρια­ντα­τριά­χρο­νοι, ερω­τεύ­ο­νται με την πρώ­τη ματιά αγνο­ώ­ντας πως «μέσα στης τύχης θα πια­στούν τη μήτρα» κου­βα­λώ­ντας αμαρ­τί­ες γονέ­ων. Η Ιωάν­να, έρχε­ται «από τη μεριά της αστρα­πής», είναι απαρ­νη­μέ­νη από γονείς κι αλλιώ­τι­κα «γραμ­μέ­νη» στο πρό­σω­πο. Ο Θόδω­ρος, αν και πλου­σιό­παι­δο που «τα έχει όλα», αισθά­νε­ται να ’χει γεν­νη­θεί λει­ψός, απο­κομ­μέ­νος, να ’ναι μισός στον κόσμο τού­το. Πνί­γε­ται με τους τσα­κω­μούς στην οικο­γέ­νειά του για μια δια­θή­κη του προ­πάπ­που του  –που επί δεκα­ε­τί­ες κρα­τά­ει αιχ­μά­λω­τους τους κλη­ρο­νό­μους– και φεύ­γει στο εξω­τε­ρι­κό.

Γνω­ρί­ζο­ντας την Ιωάν­να στη Νέα Υόρ­κη, αισθά­νε­ται να συνα­ντά το πεπρω­μέ­νο του. Και βρί­σκει σωτη­ρία στην πονε­μέ­νη αιω­νιό­τη­τα του χαμό­γε­λού της, στην απε­ρα­ντο­σύ­νη του υγρού βλέμ­μα­τός της. Το αμαρ­τω­λό παρελ­θόν, όμως, επι­στρέ­φει και εισβάλ­λει στη ζωή τους ξεσκε­πά­ζο­ντας οικο­γε­νεια­κές συνω­μο­σί­ες και ψέμα­τα. Απο­κα­λύ­πτο­νται μυστι­κά που γίνο­νται δεσμά και δένουν και αυτούς και τον καρ­πό του «παρά­νο­μου» έρω­τά τους.

Θα τολ­μή­σουν να πάνε κόντρα στη μοί­ρα ή θα σκύ­ψουν το κεφά­λι και θα  υπο­τα­χθούν στην προ­αιώ­νια ύβρη που προ­κά­λε­σε η βέβη­λη πρά­ξη ενός Οιδί­πο­δα εχθρού όταν γεν­νιό­ντου­σαν;

Πέτρος Κυρίμης

Διά πυρός και αγάπης

Μυθι­στό­ρη­μα
Γερ­μα­νία του ογδό­ντα. Πέρα­σαν κιό­λας σχε­δόν δέκα χρό­νια. Κρα­νί­ου τόπος. Καμιά φωνή στην κορυ­φή του. Μεθυ­σμέ­νες μόνο νυκτό­βιες κραυ­γές και γαβγί­σμα­τα σκύ­λων. Ταβέρ­να «Ο Σωκρά­της». Ταβέρ­να «Ο Διό­νυ­σος». Σου­βλά­κι γύρος, εκλο­γές στην κοι­νό­τη­τα, στην εκκλη­σία θα ψήσουν αρνιά κι αυτή την Ανά­στα­ση. Πρώ­το τρα­πέ­ζι ο πρέ­σβης, ο στρα­τιω­τι­κός ακό­λου­θος, ο δεσπό­της. Πίσω οι λοι­ποί ευσε­βείς. Πιο πίσω μερι­κοί Γερ­μα­νοί περί­οι­κοι να χαζεύ­ουν και να χει­ρο­κρο­τούν, έκθαμ­βοι από το μεγα­λείο της Ελλά­δας, τα κορί­τσια που χορεύ­ουν ντυ­μέ­να με εθνι­κές ενδυ­μα­σί­ες και μιλά­νε μετα­ξύ τους γερ­μα­νι­κά. Απο­λαμ­βά­νου­με όλοι το ελλη­νι­κό Πάσχα. Τα στριμ­μέ­να μου άντε­ρα βγά­ζω από μέσα μου και στε­γνώ­νω έξω στο λαμπρό σου ήλιο, Κύριε. Θα φτιά­ξω όπως κάθε χρό­νο την καθιε­ρω­μέ­νη μου μαγει­ρί­τσα. Παίρ­νω νερό της θάλασ­σας και τα περ­νάω πρώ­το χέρι. Παίρ­νω νερά­κι της βρο­χής και τα ξεβγά­ζω. Τα αφή­νω­να βρά­σουν καλά μες στο αίμα μου. Ενα­πο­θέ­τω με ευλά­βεια την πια­τέ­λα στο τρα­πέ­ζι. Τρώ­νε με βου­λι­μία. Φάγε­τε, πίε­τε, λέγω. Τού­το εστί το τέλος μου…

Νίκος Α. Μάντης

Οι τυφλοί

Μυθι­στό­ρη­μα

 

Καλο­καί­ρι 2011. Ο Ισί­δω­ρος ανα­ζη­τά τη Σοφία στα στε­νά της ταραγ­μέ­νης Αθή­νας. Ο Κλε­άν­θης, ερα­σι­τέ­χνης συλ­λέ­κτης στοι­χεί­ων και φύλα­κας του «Βιβλί­ου των Πάντων», πιστεύ­ει ότι μπο­ρεί να τον βοη­θή­σει.

Απρί­λιος 1972. Ο Γιώρ­γος είναι ένας νεα­ρός εύζω­νας που πρό­κει­ται να πρω­τα­γω­νι­στή­σει σε μια θεα­τρι­κή παρά­στα­ση-σταθ­μό, αλλά και στις επε­τεια­κές εκδη­λώ­σεις της δικτα­το­ρί­ας στο Καλ­λι­μάρ­μα­ρο. Τι είναι αυτό που τον βασα­νί­ζει και για­τί οι τηλε­πα­θη­τι­κές του ικα­νό­τη­τες, που τον ακο­λου­θούν από παι­δί, δεν μπο­ρούν να τον σώσουν;

Καλο­καί­ρι 1985, Κυκλά­δες. Ο Νέιτ διε­ρευ­νά τον αιφ­νί­διο θάνα­το του πατέ­ρα του, σε μια ανα­ζή­τη­ση όπου η τρο­μο­κρα­τία, η ψυχε­δέ­λεια κι ένας αινιγ­μα­τι­κός ταξι­διώ­της με δίχρω­μα μάτια μπλέ­κο­νται αξε­διά­λυ­τα, αλλοιώ­νο­ντας τη λογι­κή μορ­φή της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας.

Πώς συν­δέ­ο­νται όλες αυτές οι ιστο­ρί­ες; Ένα πολυ­ε­πί­πε­δο μυθι­στό­ρη­μα για τις εκδο­χές της ελλη­νι­κής τύφλω­σης, για την αφή­γη­ση που δε γνω­ρί­ζει όρια, αλλά και για την ίδια την ηδο­νή της εξι­στό­ρη­σης, όπου αλλε­πάλ­λη­λοι λαβύ­ριν­θοι ανοί­γο­νται, για να μην κλεί­σουν ποτέ.

Νίκη Μαραγκού

Είναι ο πάνθηρας ζωντανός;

Μυθι­στό­ρη­μα

 

«Kάποιες από τις ιστο­ρί­ες στο βιβλίο αυτό μου τις διη­γή­θη­κε ο Eυάγ­γε­λος Λουί­ζος. O Λουί­ζος ήταν ένας αλη­θι­νός κοσμο­πο­λί­της, που συν­δέ­θη­κε στα νιά­τα του με την ομά­δα Kατσί­μπα­λη, Kαρα­ντώ­νη, Eλύ­τη, Aντω­νί­ου κ.ά. Στο σπί­τι του στην Aμμό­χω­στο φιλο­ξέ­νη­σε τον Eλύ­τη και τον Σεφέ­ρη. Ένα μεγά­λο μέρος της αγά­πης του Σεφέ­ρη για την Kύπρο ανή­κει στο «μάστρο», όπως απο­κα­λού­σε ο Σεφέ­ρης τον Λουί­ζο. Aσχο­λή­θη­κε με κυπρο­λο­γι­κές έρευ­νες και ίδρυ­σε το 1966 στην Aμμό­χω­στο, με προ­τρο­πή του Σεφέ­ρη, τον εκδο­τι­κό οίκο Les editions L’ Oiseau. Έζη­σε στην Aμμό­χω­στο μέχρι το 1974. Tον επι­σκε­πτό­μουν τακτι­κά τα τελευ­ταία χρό­νια της ζωής του στη Λευ­κω­σία. Όταν πέθα­νε, το 1993, σκέ­φτη­κα να συγκε­ντρώ­σω κάποιες από τις ιστο­ρί­ες του. Όταν όμως ξεκί­νη­σα να γρά­φω, τα πρό­σω­πα στο βιβλίο πήραν τους δικούς τους δρό­μους, η φαντα­σία μπλέ­χτη­κε με τις αλη­θι­νές ιστο­ρί­ες της Aμμο­χώ­στου, με τις δικές μου ανα­μνή­σεις της επο­χής, και βγή­κε τελι­κά ένα άλλο κεί­με­νο, που δεν είναι πια η ιστο­ρία του Eυάγ­γε­λου αλλά η μυθι­στο­ρία μιας επο­χής και μιας πόλης. Mια νεα­ρή Γερ­μα­νί­δα ζωγρά­φος παντρεύ­ε­ται στην Aμμό­χω­στο του 1962 έναν ιδιό­μορ­φο άντρα, που έχει τη διπλά­σια ηλι­κία. Mέσα από την ιστο­ρία του Στέ­φα­νου και της Bέρας, τους σκο­τει­νούς δρό­μους του έρω­τα, δια­γρά­φε­ται η φυσιο­γνω­μία μιας παρα­λια­κής μεσο­γεια­κής πόλης στη δεκα­ε­τία του ’60, θολή και κρυ­φή».

NIKH MAPAΓKOY

Γιώργος Μπράμος

Ανάμεσα στους τοίχους

Διη­γή­μα­τα

 

Ένας μεσό­κο­πος τρα­πε­ζι­κός υπάλ­λη­λος τινά­ζει την ήσυ­χη ζωή του στον αέρα για χάρη του έρω­τα. Ένας ταπει­νός ταξι­τζής πιστεύ­ει ότι του χαρί­στη­κε το προ­νό­μιο να ανα­τρέ­ψει τους κανό­νες της φύσης. Ένα νεα­ρό παι­δί ανα­κα­λύ­πτει το σκίρ­τη­μα του πόθου εκεί που ακό­μα και η σκέ­ψη είναι αμαρ­τία. Ένας συντα­ξιού­χος καθη­γη­τής οδη­γεί­ται στον εξευ­τε­λι­σμό επει­δή τόλ­μη­σε να μαγευ­τεί από μια εξω­τι­κή μετα­νά­στρια. Μια μυστη­ριώ­δης γυναί­κα τιμω­ρεί ανε­λέ­η­τα έναν ανυ­πο­ψί­α­στο άντρα για το αρρω­στη­μέ­νο πάθος του.

Χαμέ­νοι και ανέ­στιοι, ακί­νη­τοι και παρα­πλα­νη­μέ­νοι, οι αντι­ή­ρω­ες αυτών των σύντο­μων ιστο­ριών κρύ­βουν μέσα τους την μικρή ήττα που σιγο­τρώ­ει την χαμο­ζωή τους και την μεγά­λη ελπί­δα ότι μπο­ρεί με μια απε­γνω­σμέ­νη κίνη­ση να κατα­φέ­ρουν να την υπερ­βούν. Κάποιοι, όταν βρε­θούν ανά­με­σα στους τοί­χους, θα δια­πι­στώ­σουν ότι η ανθρώ­πι­νη συν­θή­κη, παρά την αγριό­τη­τα και την οδύ­νη της, είναι μαζί και χαρά και προ­σφο­ρά, έλε­ος και συμπό­νια.

Σκλη­ρά, αντι­ρη­το­ρι­κά αλλά και απρό­σμε­να, τα διη­γή­μα­τα του βιβλί­ου δια­τρέ­χουν την μνή­μη και το βίω­μα, αφή­νο­ντας το ίχνος της μικρής ιστο­ρί­ας, μέσα στην σύγ­χυ­ση και την αμη­χα­νία των και­ρών.

Λίνα Σόρογκα

Χρυσά λούπινα

Μυθι­στό­ρη­μα

 

Ιανουά­ριος  2011. O Δημο­σθέ­νης Δοξα­ράς, δοξα­σμέ­νος πια συγ­γρα­φέ­ας, βρί­σκε­ται στην Πρά­γα, προ­σκε­κλη­μέ­νος του Εθνι­κού Θεά­τρου για την πρε­μιέ­ρα του έργου του. Στο τέλος της θριαμ­βευ­τι­κής βρα­διάς επι­στρέ­φει στο ξενο­δο­χείο του, όπου λίγο αργό­τε­ρα, μέσα στην παγω­μέ­νη νύχτα, θα αρχί­σει να ξετυ­λί­γε­ται μπρο­στά του το παρελ­θόν∙ τα παι­δι­κά χρό­νια στην Μάνη, η θηριω­δία του πολέ­μου, το αγό­ρι που διά­βα­ζε βιβλία μετά μανί­ας και κρυ­φά­κου­γε πίσω από μισά­νοι­χτες πόρ­τες, πάντα στη σκιά των γεγο­νό­των, ο ντρο­πα­λός φοι­τη­τής στο παρά­δο­ξο της μετα­πο­λε­μι­κής Αθή­νας, οι μέρες ραδιο­φώ­νου, το πατά­ρι του Λου­μί­δη. Ένας νέος που βια­ζό­ταν να γίνει μεγά­λος∙ ο γάμος του από προ­ξε­νιό  αλλά και ο φλο­γε­ρός έρω­τας, η χού­ντα, η κατα­φυ­γή  στην Μασ­σα­λία και η γνω­ρι­μία του με πρό­σω­πα της υψη­λής κοι­νω­νί­ας, το πάθος και η λύτρω­ση  με την γρα­φή, η ανα­γνώ­ρι­ση και η μονα­χι­κό­τη­τα, ως όψεις του  ίδιου νομί­σμα­τος∙ μια ζωή σαν μυθο­πλα­σία, με τα βαγό­νια της να κυλούν στις ράγες του ίδιου πάντα ορά­μα­τος.

Ένα κοι­νω­νι­κό δρά­μα και ταυ­τό­χρο­να ένα κοσμο­πο­λί­τι­κο μυθι­στό­ρη­μα, όπου ο μύθος μπλέ­κε­ται με την Ιστο­ρία, το φαντα­στι­κό συνο­μι­λεί με το πραγ­μα­τι­κό, από τα χωριά της Μάνης της δεκα­ε­τί­ας του ’40 μέχρι τη σύγ­χρο­νη Αθή­να.

Φωτεινή Τσαλίκογλου

Μάθε με να με αγαπάω

 

 

Αγά­πα με… μη με αφή­σεις ποτέ… Μη με προ­δώ­σεις. Σε έχω ανά­γκη. Θα αδια­φο­ρώ για να μην πλη­γω­θώ. Θα σε πλη­γώ­νω για να μην πλη­γω­θώ. Θα σε τιμω­ρώ, θα σου κάνω κακό για να μου κάνω κακό. 

«Με αγα­πάω» σημαί­νει μαθαί­νω μια αλή­θεια για τον εαυ­τό μου. Μαθαί­νω ποιος είμαι, ποιος μπο­ρώ να γίνο­μαι. Μέσα από τη σχέ­ση με τη μητέ­ρα από την αρχή κιό­λας της ζωής μου μαθαί­νω ότι υπάρ­χω μόνο και μόνο επει­δή κάποιος είναι εκεί για να μου αντι­γυ­ρί­σει το ότι υπάρ­χω. Για να δια­ψεύ­σει τον εφιάλ­τη του ασυ­ντρό­φευ­του.

Το βιβλίο αυτό είναι αφιε­ρω­μέ­νο στα παρά­ξε­να της μητρι­κής αγά­πης. Στο παι­χνί­δι του έρω­τα και του θανά­του, που σημα­δεύ­ει τη ζωή μας από την πρώ­τη μέχρι την έσχα­τη στιγ­μή. Σε αισθή­σεις, μυρω­διές, βιώ­μα­τα, συγκι­νή­σεις, που ψάχνουν να βρουν τις κατάλ­λη­λες λέξεις για να απο­δο­θούν και δυσκο­λεύ­ο­νται.

Ελένη Τσεκούρα

Πίσω πόρτα

Διη­γή­μα­τα

 

Έρχε­ται μια στιγ­μή στη ζωή που θα πού­με ότι ο άλλος είναι τα πάντα. Είναι όμως αλή­θεια  αυτό; Το βιβλίο ξεκι­νά με την από­λυ­τη, την άνευ όρων παρά­δο­ση, για να τελειώ­σει με την απε­λευ­θέ­ρω­ση ή τη φυγή. Στο ενδιά­με­σο περι­φέ­ρο­νται πρό­σω­πα που παθιά­ζο­νται, αγα­πά­νε, θυσιά­ζο­νται, συμ­βι­βά­ζο­νται, δια­φθεί­ρο­νται, σώζουν, κατα­στρέ­φο­νται, ξανα­γεν­νιού­νται. Χτυ­πιού­νται και ορκί­ζο­νται στον έρω­τα και σ’ όλα τα παρελ­κό­με­νά του, αλλά ίσως τελι­κά μιλά μόνο ο ναρ­κισ­σι­σμός. Ούτε και οι ίδιοι φαί­νε­ται να ξέρουν τις απα­ντή­σεις. Προ­σπα­θούν να προ­σκολ­λη­θούν κάπου και να μεί­νουν πιστοί στην αλή­θεια τους, όποια κι αν είναι αυτή, ωραία ή άσχη­μη, ανώ­δυ­νη η σκλη­ρή. Η πίσω πόρ­τα του μυα­λού τους όμως παρα­μέ­νει πάντα ανοι­χτή.

Στις ιστο­ρί­ες δεν θα βρει κανείς ήρω­ες με μεγά­λα λόγια και απί­θα­νες ζωές. Μόνο ανθρώ­πους που θέλουν να βρουν κάπου να στα­θούν, να ακου­μπή­σουν, ίσως και να σώσουν ένα κομ­μά­τι του εαυ­τού τους μέσα από τον άλλο.

Κώστας Χατζηαντωνίου

Ο κύκλος του χώματος

Μυθι­στό­ρη­μα

 

Ο κύκλος του χώμα­τος είναι ο κύκλος της ζωής – όπως γεν­νιέ­ται, ανα­πτύσ­σε­ται και τελειώ­νει στο χώμα. Αυτό είναι το θεμε­λια­κό στοι­χείο της φύσης, η γη πάνω στην οποία υψώ­νε­ται το οικο­δό­μη­μα του πολι­τι­σμού μας. Αυτό είναι και ο τελι­κός μας προ­ο­ρι­σμός, στο χώμα λύνο­νται όλοι οι σωμα­τι­κοί δεσμοί. Μέσα από ανα­δρο­μές σε ιστο­ρι­κά επει­σό­δια που σφρά­γι­σαν την πορεία μιας οικο­γέ­νειας, προ­βάλ­λει ένας ιδιαί­τε­ρος κόσμος που παρακ­μά­ζει αλλά αρνεί­ται να συμ­βι­βα­στεί με το πνεύ­μα των νέων και­ρών. Με άξο­να τον ανθυ­πο­λο­χα­γό Αλέ­ξαν­δρο Γαβα­λά, αγνο­ού­με­νου από τις επι­χει­ρή­σεις της Κύπρου το 1974 και σκιά από τότε στη ζωή των οικεί­ων του, ο ανα­γνώ­στης παρα­κο­λου­θεί την εξέ­λι­ξη της νεο­ελ­λη­νι­κής ζωής, όπως σημα­δεύ­ε­ται από την κυπρια­κή τρα­γω­δία και κορυ­φώ­νε­ται μέσα στην κατα­να­λω­τι­κή μέθη της μετα­πο­λί­τευ­σης. Ο θάνα­τος των παλαιό­τε­ρων Γαβα­λά­δων και οι αντι­συμ­βα­τι­κές επι­λο­γές της νεό­τε­ρης γενιάς τους, κλεί­νουν έναν ιστο­ρι­κό και βιο­λο­γι­κό κύκλο. Ο κύκλος του χώμα­τος όμως, πανί­σχυ­ρος νόμος της φύσης, ανα­ζη­τά τον τρό­πο για ν’ ανοί­ξει πάλι με μια νέα ζωή.


ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ NOIR

Λευτέρης Γιαννακουδάκης

Σκιά

Μυθι­στό­ρη­μα

 

Μάιος 2012, μέρα εθνι­κών εκλο­γών. Ο αστυ­νό­μος Δήμος Γκε­ρές επι­στρέ­φει έπει­τα από είκο­σι χρό­νια στο Ηρά­κλειο για τις τελευ­ταί­ες ώρες του πατέ­ρα του. Στο λιμά­νι τον περι­μέ­νουν ο πάλαι ποτέ παι­δι­κός του φίλος και το πτώ­μα μιας νεα­ρής πόρ­νης. Στο στό­μα της νεκρής γυναί­κας ανα­κα­λύ­πτε­ται το δαχτυ­λί­δι της από χρό­νια πεθα­μέ­νης μητέ­ρας του Γκε­ρέ. Ο αστυ­νό­μος Ιβάν Αλε­ξά­ντροφ ανα­λαμ­βά­νει την υπό­θε­ση και τα πράγ­μα­τα περι­πλέ­κο­νται όταν προ­κύ­πτει δεύ­τε­ρο πτώ­μα, το οποίο έχει στο στό­μα το δαχτυ­λί­δι του πατέ­ρα του Γκε­ρέ. Ο Γκε­ρές ανα­γκά­ζε­ται να ερευ­νή­σει το κρυ­φό παρελ­θόν της οικο­γέ­νειάς του, για να οδη­γη­θεί σε μια παλιά ιστο­ρία που ανα­τρέ­πει τη ζωή του όπως τη γνώ­ρι­ζε.

Ένα πολι­τι­κό νουάρ μυθι­στό­ρη­μα που ενώ­νει τέσ­σε­ρις περιό­δους-ορό­ση­μο για την Ελλά­δα: τα Ιου­λια­νά του 1965, την εισβο­λή στην Κύπρο του 1974, το «βρό­μι­κο ’89» και τις εκλο­γές του 2012. Ένα βιβλίο όπου ο ανα­γνώ­στης έρχε­ται αντι­μέ­τω­πος με συγκα­λυμ­μέ­να εγκλή­μα­τα του παρελ­θό­ντος, περι­πλα­νώ­με­νος στην άγνω­στη γεω­γρα­φία της πόλης του Ηρα­κλεί­ου και στις σκο­τει­νές σήραγ­γες της σύγ­χρο­νης ιστο­ρί­ας.

Ιερώνυμος Λύκαρης

Άκου, πτώμα, να μαθαίνεις*

Μυθι­στό­ρη­μα

Το Άκου, πτώ­μα, να μαθαί­νεις* είναι μια συναρ­πα­στι­κή ίντρι­γκα με απί­στευ­το φινά­λε, αντά­ξιο της κωμι­κο­τρα­γι­κής επι­νοη­τι­κό­τη­τας που γεν­νά η ροπή του ανθρώ­που προς το έγκλη­μα. Ακού­σιος εμπνευ­στής και οργα­νω­τής της είναι ο Κόκ­κι­νος Τρά­γος, εισαγ­γε­λέ­ας απο­σπα­σμέ­νος στη Διεύ­θυν­ση Εσω­τε­ρι­κών Υπο­θέ­σε­ων της αστυ­νο­μί­ας, που δια­χει­ρί­ζε­ται την κατά­θλι­ψή του ερμη­νεύ­ο­ντας τους εφιάλ­τες του με έναν δικής του έμπνευ­σης εγκλη­μα­το­λο­γι­κό ονει­ρο­κρί­τη.

Λίγες ώρες μετά την απο­κά­λυ­ψη του μεγά­λου μυστι­κού της ζωής και της καριέ­ρας του στον Κόκ­κι­νο Τρά­γο, ο υπο­διοι­κη­τής της υπη­ρε­σί­ας ταξί­αρ­χος Βάθρα­κας ή Σκιά βρί­σκε­ται νεκρός στο γρα­φείο του.

Ποια αιμα­το­βαμ­μέ­να νήμα­τα συν­δέ­ουν τον κακό­μορ­φο ταξί­αρ­χο Βάθρα­κα, την πανέ­μορ­φη σύζυ­γό του Ξαν­θού­λα ή Χήρα Αλε­πού, τον διοι­κη­τή της υπη­ρε­σί­ας αντι­στρά­τη­γο Χαρο­μή­τρο ή Μινώ­ταυ­ρο και την εγκλη­μα­τι­κή οργά­νω­ση Αδελ­φό­τη­τα του Βορ­ρά, που στο παρελ­θόν είχε παγι­δεύ­σει τον Κόκ­κι­νο Τρά­γο, όταν αυτός διε­ρευ­νού­σε τη δρά­ση της; Τι ρόλο παί­ζουν στην υπό­θε­ση ένας δημο­σιο­γρά­φος του αστυ­νο­μι­κού ρεπορ­τάζ, ο Αργο­ναύ­της, καθώς και δύο παι­δι­κοί φίλοι του Κόκ­κι­νου Τρά­γου: ο Χαμαι­λέ­ο­ντας, υπουρ­γός της κυβέρ­νη­σης, που από μικρός είχε το χάρι­σμα της εκμε­τάλ­λευ­σης των περι­στά­σε­ων, και ο Μανού­σος, καντη­λα­νά­φτης, περι­ποι­η­τής τάφων και συμ­πτω­μα­τι­κός deus ex machina της κάθαρ­σης;

Στη μυθι­στο­ρη­μα­τι­κή πλο­κή ενσω­μα­τώ­νο­νται αλη­θο­φα­νή ρεπορ­τάζ που στή­νο­νται «για καλό σκο­πό», καθώς και ένα παραλ­λαγ­μέ­νο δοκί­μιο του Μαρξ με τίτλο Η συμ­βο­λή του οργα­νω­μέ­νου εγκλή­μα­τος στην ανά­πτυ­ξη του πλού­του των εθνών.

  • Ο τίτλος είναι δάνειο από την ται­νία του Νίκου Νικο­λα­ΐ­δη Τα κου­ρέ­λια τρα­γου­δά­νε ακό­μα. Η ατά­κα λέγε­ται από τον Κων­στα­ντί­νο Τζού­μα.

ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ – ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΑΠ’ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Σερένα Βιτάλε

Ο μακαρίτης σιχαινόταν το κουτσομπολιό

Μυθι­στό­ρη­μα (ΙΤΑΛΙΑ)

Μετά­φρα­ση: Έφη Καλ­λι­φα­τί­δη, Αλέ­ξης Πάρ­νης

Μόσχα, 14 Απρι­λί­ου 1930. Γύρω στις έντε­κα το πρωί, τα τηλέ­φω­να αρχί­ζουν να χτυ­πούν, μετα­δί­δο­ντας την «τρο­μα­κτι­κή είδη­ση» της αυτο­κτο­νί­ας του Βλα­ντί­μιρ Μαγια­κόφ­σκι: ένας πυρο­βο­λι­σμός στην καρ­διά μετα­φέ­ρει ακα­ριαία τον ποι­η­τή στον αστε­ρι­σμό των νεα­ρών θρύ­λων. Για μερι­κούς, το τέλος μοιά­ζει με σημά­δι: πέθα­νε η επα­να­στα­τι­κή ουτο­πία. Υπάρ­χει όμως και ο χορός των Φιλι­σταί­ων: αυτο­κτό­νη­σε επει­δή είχε σύφι­λη· επει­δή ήταν εξου­θε­νω­μέ­νος από τους φόρους· επει­δή μ’ αυτόν τον τρό­πο θα εκτο­ξεύ­ο­νταν οι πωλή­σεις των βιβλί­ων του. Υπάρ­χει επί­σης η αμη­χα­νία κι ο εκνευ­ρι­σμός της νομεν­κλα­τού­ρας απέ­να­ντι σ’ αυτόν τον «ανό­η­το, μικρό­ψυ­χο θάνα­το», ασύμ­βα­το με την κρα­τι­κή αγαλ­λί­α­ση. Μα τι συνέ­βη στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα στο μικρο­σκο­πι­κό δωμά­τιο μιας κομ­μου­νάλ­κα, όπου ο Μαγια­κόφ­σκι είχε μπει παρέα με την ερω­μέ­νη του; Μελε­τώ­ντας με ακρί­βεια και πάθος τις μαρ­τυ­ρί­ες των συγ­χρό­νων του, τις εφη­με­ρί­δες της επο­χής, τα ντο­κου­μέ­ντα που ανα­σύρ­θη­καν από τα αρχεία μετά το 1991, καταρ­ρί­πτο­ντας διά­φο­ρες γρα­φι­κές εικα­σί­ες, η Σερέ­να Βιτά­λε ανα­σκευά­ζει με δεξιο­τε­χνία αυτό που ακό­μα και σήμε­ρα θεω­ρεί­ται, στη Ρωσία, ένα από τα μεγά­λα μυστή­ρια της σοβιε­τι­κής επο­χής – ήταν στ’ αλή­θεια αυτο­κτο­νία; Ένα μονα­δι­κό μυθι­στό­ρη­μα-έρευ­να που απο­τί­νει φόρο τιμής στον Μαγια­κόφ­σκι.

Αλεξάνταρ Γκάταλιτσα

Ο Μεγάλος Πόλεμος

Μυθι­στό­ρη­μα (ΣΕΡΒΙΑ)

Μετά­φρα­ση: Ισμή­νη Ραντού­λο­βιτς

Ένα μυθι­στό­ρη­μα επι­κών δια­στά­σε­ων για τον Α΄ Παγκό­σμιο Πόλε­μο, αυτό το σύν­θε­το πλέγ­μα γεγο­νό­των που καθό­ρι­σαν, αρχής γενο­μέ­νης από το 1914, την πορεία του φοβε­ρού 20ού αιώ­να. Το βιβλίο του Αλε­ξά­νταρ Γκά­τα­λι­τσα δεν είναι ούτε ένα ακό­μα χρο­νι­κό, ούτε ένα τυπι­κό ιστο­ρι­κό μυθι­στό­ρη­μα. Είναι ένας σύγ­χρο­νος και έντε­χνος τρό­πος να μιλή­σει κανείς για το παρελ­θόν και να το ανα­κα­λέ­σει σε όλη του την περι­πλο­κό­τη­τα, ένας συναρ­πα­στι­κός ιστός καμω­μέ­νος από πολ­λα­πλές αφη­γη­μα­τι­κές δια­στά­σεις, μια εντυ­πω­σια­κή νωπο­γρα­φία ανθρώ­πι­νων πεπρω­μέ­νων η οποία ζωντα­νεύ­ει την ατμό­σφαι­ρα μιας ολό­κλη­ρης επο­χής – όχι μόνο τα κρί­σι­μα πεδία των μαχών και τα μετό­πι­σθεν, αλλά και την περί­ο­δο της αθω­ό­τη­τας που προη­γή­θη­κε. Ο συγ­γρα­φέ­ας παρα­κο­λου­θεί τις τύχες ογδό­ντα και πλέ­ον χαρα­κτή­ρων από όλες τις εμπό­λε­μες πλευ­ρές – επι­φα­νείς και αφα­νείς, νικη­τές και ηττη­μέ­νους, στρα­τη­γούς και στρα­τιώ­τες, τρα­γου­δι­στές της όπε­ρας και κατα­σκό­πους, καλ­λι­τέ­χνες και απλούς ανθρώ­πους, σαρώ­νο­ντας με το σου­ρε­α­λι­στι­κό, μετα­φυ­σι­κό του βλέμ­μα μια ταραγ­μέ­νη Ευρώ­πη από τη μια της άκρη ως την άλλη. Ο Μεγά­λος Πόλε­μος ανή­κει στα σημα­ντι­κό­τε­ρα συγ­γρα­φι­κά επι­τεύγ­μα­τα των Βαλ­κα­νί­ων τα τελευ­ταία χρό­νια. Το 2012 τιμή­θη­κε με το Βρα­βείο ΝΙΝ, την κορυ­φαία λογο­τε­χνι­κή διά­κρι­ση της Σερ­βί­ας.

Πάμπλο Γκουτιέρεθ

Τα ανατρεπτικά βιβλία

Μυθι­στό­ρη­μα (ΙΣΠΑΝΙΑ)

Μετά­φρα­ση: Κλαί­τη Σωτη­ριά­δου

Λίγες ώρες μετά τον θάνα­το του συζύ­γου της, ένα κιβώ­τιο με βιβλία φθά­νει στο σπί­τι της Ρέμε κατά λάθος. Εκεί­νη, αντί να τα επι­στρέ­ψει, βγά­ζει ένα στην τύχη και αρχί­ζει να το δια­βά­ζει. Από εκεί­νη τη στιγ­μή κάτι παρά­ξε­νο συμ­βαί­νει: η Ρέμε κλεί­νε­ται στο σπί­τι της και τα κατα­βρο­χθί­ζει όλα με μια δον­κι­χω­τι­κή από­λαυ­ση. Νιώ­θει πως τα βιβλία περι­γρά­φουν την ίδια τη ζωή της, μια ιστο­ρία επι­βί­ω­σης, συγκρα­τη­μέ­νης σεξουα­λι­κό­τη­τας και πολ­λών απο­γοη­τεύ­σε­ων. Όταν πλέ­ον βγαί­νει από την απο­μό­νω­σή της, όλα της φαί­νο­νται δια­φο­ρε­τι­κά και μάλ­λον μιση­τά στη συνοι­κία ενός προ­α­στί­ου όπου ζει, έχο­ντας χαρα­μί­σει την ύπαρ­ξή της. Ωστό­σο, γοη­τευ­μέ­νη από τη λογο­τε­χνία που έχει μόλις ανα­κα­λύ­ψει, η Ρέμε αρχί­ζει να βλέ­πει τον κόσμο μέσα από τα ανα­γνώ­σμα­τά της και στα­δια­κά της απο­κα­λύ­πτε­ται μια ισχυ­ρή και συμ­βο­λι­κή ανταρ­σία, μια ανυ­πο­τα­ξία ικα­νή να ξεπε­ρά­σει τα όρια της μυθο­πλα­σί­ας και να εισχω­ρή­σει στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: η συνοι­κία σύντο­μα θα μετα­τρα­πεί σ’ ένα νέο πεδίο μάχης, χωρίς ανε­μό­μυ­λους, ούτε μαγε­μέ­να παν­δο­χεία. Κοι­νω­νι­κή κρι­τι­κή και σάτι­ρα συν­δυά­ζο­νται, με ευαι­σθη­σία και τρυ­φε­ρό­τη­τα, σε αυτό το εκλε­πτυ­σμέ­νο μυθι­στό­ρη­μα, το πρώ­το βιβλίο του Πάμπλο Γκου­τιέ­ρεθ που μετα­φρά­ζε­ται στα ελλη­νι­κά.

Μεγκ Γουόλιτζερ

Μια ξεχωριστή παρέα

Μυθι­στό­ρη­μα (ΗΠΑ)

Μετά­φρα­ση: Μαρία Φακί­νου

Το καλο­καί­ρι που παραι­τή­θη­κε ο Ρίτσαρντ Νίξον, έξι έφη­βοι γίνο­νται αχώ­ρι­στοι σε μια καλ­λι­τε­χνι­κή θερι­νή κατα­σκή­νω­ση. Δεκα­ε­τί­ες αργό­τε­ρα, ο δεσμός τους παρα­μέ­νει ισχυ­ρός αλλά πολ­λά πράγ­μα­τα έχουν αλλά­ξει. Ό,τι μας δίνει ώθη­ση στην εφη­βεία δεν είναι πάντα αρκε­τό για να αντι­με­τω­πί­σου­με τον κόσμο στα τριά­ντα ή τα πενή­ντα. Η Μεγκ Γουό­λι­τζερ παρα­κο­λου­θεί τους ήρω­ές της από το από­γειο της νεό­τη­τάς τους ως τη μέση ηλι­κία, καθώς ταλέ­ντο, τύχη και συγκυ­ρί­ες δια­φο­ρο­ποιούν τα όνει­ρα και τις επι­θυ­μί­ες τους. Η Τζουλς Τζέι­κο­μπ­σον, μια επί­δο­ξη κωμι­κή ηθο­ποιός, παραι­τεί­ται από τις φιλο­δο­ξί­ες της και ακο­λου­θεί ένα πιο πρα­κτι­κό επάγ­γελ­μα. Ο φίλος της ο Τζό­να, χαρι­σμα­τι­κός μου­σι­κός, στα­μα­τά­ει να παί­ζει κιθά­ρα και γίνε­ται μηχα­νι­κός. Όμως ο Ίθαν και η Ας, οι καλύ­τε­ροι φίλοι της Τζουλς και πλέ­ον παντρε­μέ­νοι, όχι μόνο παρα­μέ­νουν συνε­πείς στους αρχι­κούς τους στό­χους αλλά απο­δει­κνύ­ο­νται ιδιαί­τε­ρα επι­τυ­χη­μέ­νοι. Το Μια ξεχω­ρι­στή παρέα είναι ένα γλυ­κό­πι­κρο μυθι­στό­ρη­μα, με σύν­θε­τες προ­σω­πι­κό­τη­τες που χαρα­κτη­ρί­ζουν την επο­χή τους, τη δεκα­ε­τία του 1970. Η Αμε­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας διε­ρευ­νά τους τρό­πους με τους οποί­ους η τέχνη, το χρή­μα και η ζήλια μπο­ρούν να δοκι­μά­σουν ακό­μα και τις πιο στε­νές φιλί­ες.

Τζέννυ Έρπενμπεκ

Η συντέλεια του κόσμου 

Μυθι­στό­ρη­μα (ΓΕΡΜΑΝΙΑ)

Μετά­φρα­ση: Αλέ­ξαν­δρος Κυπριώ­της

Στις αρχές του περα­σμέ­νου αιώ­να γεν­νιέ­ται ένα κορί­τσι. Η μάνα του Εβραία, ο πατέ­ρας του χρι­στια­νός. Πόσο θα ζήσει; Πόσο θα μπο­ρού­σε να ζήσει, αν κάποιος είχε προ­λά­βει να κάνει κάτι που δεν έκα­νε; Κι αν όντως δεν πέθαι­νε τότε το κορί­τσι, πόσα χρό­νια θα ζού­σε ακό­μα; Και τι του επι­φύλ­λα­σε το μέλ­λον; Με φόντο ένα συνε­χώς μετα­βαλ­λό­με­νο ιστο­ρι­κό πλαί­σιο, σε αυτό το πέμ­πτο βιβλίο της, η Τζέν­νυ Έρπεν­μπεκ αφη­γεί­ται τις πολ­λές εν δυνά­μει ζωές, αλλά και τους δια­φο­ρε­τι­κούς θανά­τους μιας αλη­σμό­νη­της ηρω­ί­δας. Οι πολ­λές ζωές γίνο­νται μία, σε ένα ταξί­δι γεμά­το όνει­ρα, διωγ­μούς, έρω­τες, πεί­να, ανα­κρί­σεις, εκτε­λέ­σεις, τιμές, σιω­πές και τελε­τουρ­γι­κές επα­να­λή­ψεις× ένα ταξί­δι που ξεκι­νά από τη Γαλι­κία της αυστρο­ουγ­γρι­κής μοναρ­χί­ας λίγο μετά το 1900, συνε­χί­ζε­ται στη Βιέν­νη μετά το τέλος του Α΄ Παγκο­σμί­ου Πολέ­μου, κι ύστε­ρα στη Μόσχα την επο­χή του στα­λι­νι­σμού, κι από εκεί στο Βερο­λί­νο της Γερ­μα­νι­κής Λαο­κρα­τι­κής Δημο­κρα­τί­ας, για να ολο­κλη­ρω­θεί στο Βερο­λί­νο της σύγ­χρο­νης επα­νε­νω­μέ­νης Γερ­μα­νί­ας. Στη Συντέ­λεια του κόσμου η πολυ­βρα­βευ­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας σκα­λί­ζει ιστο­ρι­κά ντο­κου­μέ­ντα και θαμ­μέ­να μυστι­κά, μιλά­ει για το σκο­τά­δι του θανά­του έτσι ώστε να κρα­τή­σει άσβε­στο στη μνή­μη το φως της ζωής.

Νγκούγκι γουά Θιόνγκο

Πέταλα από αίμα

Μυθι­στό­ρη­μα (ΚΕΝΥΑ)

Μετά­φρα­ση: Σταυ­ρού­λα Αργυ­ρο­πού­λου

Τα Πέτα­λα από αίμα ξεκι­νούν σαν αστυ­νο­μι­κό μυθι­στό­ρη­μα, με τη διε­ρεύ­νη­ση μιας θεα­μα­τι­κής, τρι­πλής δολο­φο­νί­ας στην ενδο­χώ­ρα της Κένυας, με θύμα­τα τρεις επι­φα­νείς προ­σω­πι­κό­τη­τες του τόπου που εξυ­πη­ρε­τούν ξένα συμ­φέ­ρο­ντα. Σε τού­τη την παθια­σμέ­νη και σκλη­ρή αφή­γη­ση του Νγκού­γκι γουά Θιόν­γκο, με φόντο τον αγώ­να των Μάου Μάου κατά της βρε­τα­νι­κής κυριαρ­χί­ας, οι τέσ­σε­ρις ύπο­πτοι είναι και οι πρω­τα­γω­νι­στές: ένας δάσκα­λος, ένας συν­δι­κα­λι­στής, μια μπαρ­γού­μαν και πόρ­νη και ένας παλιός αντάρ­της που πάλε­ψε για την ανε­ξαρ­τη­σία της Κένυας. Καθώς εκτυ­λίσ­σο­νται οι αλλη­λέν­δε­τες ιστο­ρί­ες τους, μια εικό­να κατα­στρο­φής ανα­δύ­ε­ται από ένα σύγ­χρο­νο κρά­τος του Τρί­του Κόσμου, όπου ο απο­γοη­τευ­μέ­νος λαός αισθά­νε­ται ότι οι ηγέ­τες του τον έχουν επα­νει­λημ­μέ­νως απο­γοη­τεύ­σει. Το έργο αυτό κυκλο­φό­ρη­σε το 1977 και η θεμα­το­λο­γία του ήταν τόσο εκρη­κτι­κή, ώστε οδή­γη­σε τον συγ­γρα­φέα στη φυλα­κή. Στα Πέτα­λα από αίμα ο Νγκού­γκι γουά Θιόν­γκο, ένας κορυ­φαί­ος Αφρι­κα­νός συγ­γρα­φέ­ας και δια­νο­ού­με­νος του και­ρού μας, θίγει ζητή­μα­τα όπως η δια­φθο­ρά της εξου­σί­ας, ο απρό­σω­πος καπι­τα­λι­σμός, η σημα­σία της εκπαί­δευ­σης, και προ­βλη­μα­τί­ζε­ται για το κατά πόσον μια απε­λευ­θε­ρω­μέ­νη πλέ­ον χώρα απλώς μιμεί­ται και κατά συνέ­πεια διαιω­νί­ζει την κατα­πί­ε­ση της αποι­κιο­κρα­τι­κής περιό­δου.

Ντούλσε Μαρία Καρντόζο

Ο γυρισμός

Μυθι­στό­ρη­μα (ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ)

Μετά­φρα­ση: Αθη­νά Ψυλ­λιά

Λουά­ντα, 1975. Στην Αγκό­λα μαί­νε­ται για χρό­νια ο πόλε­μος της ανε­ξαρ­τη­σί­ας, αλλά η κατάρ­ρευ­ση του δικτα­το­ρι­κού καθε­στώ­τος επι­τα­χύ­νει την απο­χώ­ρη­ση των Πορ­το­γά­λων. Εκα­το­ντά­δες χιλιά­δες λευ­κοί υπο­χρε­ώ­νο­νται να εγκα­τα­λεί­ψουν την αποι­κιο­κρα­τού­με­νη χώρα. Μόνο έτσι θα ξεφύ­γουν από τα ανε­ξέ­λεγ­κτα αντί­ποι­να των ανταρ­τών. Ο δεκα­πε­ντά­χρο­νος Ρούι, ο αφη­γη­τής του βιβλί­ου, δεν έχει πατή­σει ποτέ το χώμα της μακρι­νής μητρό­πο­λης, αλλά έχει ακού­σει πολ­λά γι’ αυτήν. Ο ίδιος και η οικο­γέ­νειά του ετοι­μά­ζο­νται να επα­να­πα­τρι­στούν, γεγο­νός που του προ­κα­λεί ανά­μι­κτα συναι­σθή­μα­τα. Η απροσ­δό­κη­τη σύλ­λη­ψη του πατέ­ρα του σε έναν τυχαίο έλεγ­χο επι­σπεύ­δει την ανα­χώ­ρη­ση. Χωρίς να γνω­ρί­ζουν τι του έχει συμ­βεί, αν είναι ζωντα­νός ή νεκρός, ο Ρούι με τη μητέ­ρα και την αδερ­φή του φεύ­γουν για τη Λισα­βό­να δίχως αυτόν. Η πρω­τεύ­ου­σα, που στα μάτια τους είχε το χρώ­μα της νοσταλ­γί­ας, απο­δει­κνύ­ε­ται καχύ­πο­πτη και εχθρι­κή. Για περισ­σό­τε­ρο από έναν χρό­νο ζουν στο δωμά­τιο ενός ξενο­δο­χεί­ου πέντε αστέ­ρων που στε­γά­ζει τους επα­να­πα­τρι­σμέ­νους, ένα απρό­βλε­πτο καθαρ­τή­ριο χωρίς εξα­σφα­λι­σμέ­νη σωτη­ρία. Στον αλη­σμό­νη­το Γυρι­σμό της Ντούλ­σε Μαρία Καρ­ντό­ζο η εφη­βεία μετα­τρέ­πε­ται σε μια τρο­μαγ­μέ­νη ανα­μο­νή της ενη­λι­κί­ω­σης, σε μια συγκι­νη­τι­κή ανα­ζή­τη­ση της ελπί­δας και της αγά­πης.

Ντάνιελ Κέλμαν

Έπρεπε να είχες φύγει

Νου­βέ­λα (ΓΕΡΜΑΝΙΑ)

Μετά­φρα­ση: Κώστας Κοσμάς

Ένας στε­νός δρό­μος με από­το­μες στρο­φές, δέντρα χαμέ­να στην ομί­χλη, βρά­χια, χει­μώ­νας. Ένα νεα­ρό ζευ­γά­ρι με παι­δί απο­φα­σί­ζει να περά­σει μερι­κές ήσυ­χες μέρες σ’ ένα απο­μο­νω­μέ­νο εξο­χι­κό στο βου­νό. Όμως δεν κατα­φέρ­νουν ν’ αφή­σουν πίσω τις έγνοιες της καθη­με­ρι­νό­τη­τας: η μικρή τούς λέει διαρ­κώς κάτι ακα­τα­νό­η­τες ιστο­ρί­ες από τον παι­δι­κό σταθ­μό, η γυναί­κα στέλ­νει συνε­χώς μηνύ­μα­τα στο κινη­τό και ο άντρας, ένας συγ­γρα­φέ­ας που πρέ­πει να παρα­δώ­σει το σενά­ριο για το δεύ­τε­ρο μέρος μιας επι­τυ­χη­μέ­νης κωμω­δί­ας, κατα­γρά­φει σ’ ένα μπλοκ ιδέ­ες και σκη­νές. Έτσι του­λά­χι­στον ισχυ­ρί­ζε­ται. Για­τί οι περισ­σό­τε­ρες σημειώ­σεις του αφο­ρούν οικο­γε­νεια­κές στιγ­μές, συζυ­γι­κές εντά­σεις και κάποια παρά­ξε­να πράγ­μα­τα που συμ­βαί­νουν γύρω του. Κάτι δεν πάει καθό­λου καλά με αυτό το κατά τα άλλα μοντέρ­νο σπί­τι. Ο κόσμος που δημιουρ­γεί ο Ντά­νιελ Κέλ­μαν στην και­νούρ­για του νου­βέ­λα, η οποία αγγί­ζει την ατμό­σφαι­ρα μιας ιστο­ρί­ας φαντα­σμά­των, είναι ένας κόσμος από­κρη­μνος, κυριο­λε­κτι­κά και μετα­φο­ρι­κά. Το ανοί­κειο και το παρά­δο­ξο συν­θέ­τουν την άλλη όψη της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, καρα­δο­κούν στις παρυ­φές της και ασκούν μια από­κο­σμη έλξη, όπως ακρι­βώς το χάος που περι­μέ­νει μετά τον γκρε­μό. Κανέ­να δρά­μα δεν είναι μικρό στο ανθρώ­πι­νο μυα­λό.

Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ

Χορεύοντας στο σκοτάδι – Ο αγώνας μου, βιβλίο τέταρτο

Μυθι­στό­ρη­μα (ΝΟΡΒΗΓΙΑ)

Μετά­φρα­ση: Σωτή­ρης Σου­λιώ­της

Στα δεκα­ο­κτώ του, ο Καρλ Ούβε πηγαί­νει να εργα­στεί ως δάσκα­λος σ’ ένα μικρό ψαρά­δι­κο χωριό στον Βορ­ρά της Νορ­βη­γί­ας. Δεν τον ενδια­φέ­ρει και πολύ το αντι­κεί­με­νο, αλλά θέλει απλώς να μαζέ­ψει κάποια χρή­μα­τα για να ταξι­δέ­ψει και να ξεκι­νή­σει τη συγ­γρα­φι­κή του καριέ­ρα. Στην αρχή όλα μοιά­ζουν ιδα­νι­κά: γρά­φει τα πρώ­τα του διη­γή­μα­τα, νιώ­θει ευπρόσ­δε­κτος λόγω της συμπε­ρι­φο­ράς των κατοί­κων της περιο­χής και γοη­τευ­τι­κός εξαι­τί­ας της προ­σο­χής που του χαρί­ζουν τα κορί­τσια. Όταν όμως οι ατέ­λειω­τες νύχτες του Αρκτι­κού Κύκλου αρχί­ζουν να κατα­πί­νουν το τοπίο, η ζωή του παίρ­νει κι αυτή μια σκο­τει­νή τρο­πή. Η γρα­φή του επα­να­λαμ­βά­νε­ται, πίνει τόσο πολύ που ξεπερ­νά­ει τα όρια και οι από­πει­ρες να χάσει την παρ­θε­νιά του τελειώ­νουν με ντρο­πή και ταπεί­νω­ση. Και σαν να μην έφτα­ναν όλα αυτά, στο σχο­λείο ανα­πτύσ­σε­ται ένας παρά­ξε­νος ρομα­ντι­σμός. Στην πορεία, μέσα από τις δικές του ανα­δρο­μές, ανα­κα­λεί τα μαθη­τι­κά του χρό­νια στο γυμνά­σιο και προ­σπα­θεί να εντο­πί­σει στο παρελ­θόν τις ρίζες των μετέ­πει­τα προ­βλη­μά­των του. Παντα­χού παρού­σα η βαριά σκιά του πατέ­ρα του, του οποί­ου η σχέ­ση με το αλκο­όλ ακο­λου­θεί σαν φάντα­σμα τον γιο του.

Ιμπραχίμ αλ Κούνι

Το χρυσάφι και η κατάρα της ερήμου

Μυθι­στό­ρη­μα (ΛΙΒΥΗ)

Μετά­φρα­ση: Ελέ­νη Καπε­τα­νά­κη

Η αγά­πη ανά­με­σα στον Ουχα­γιάντ, τον νεα­ρό Τουα­ρέγκ, και την καθα­ρό­αι­μη Μάχρι καμή­λα του δεν είναι μόνο μια σχέ­ση αλλη­λε­ξάρ­τη­σης που εξυ­πη­ρε­τεί την επι­βί­ω­ση μέσα στο ερη­μι­κό τοπίο. Είναι μια ξεχω­ρι­στή σχέ­ση επι­κοι­νω­νί­ας και συντρο­φι­κό­τη­τας. Οι περι­πέ­τειες και οι δοκι­μα­σί­ες τους δια­δέ­χο­νται η μία την άλλη, με σκη­νι­κό τη λιβυ­κή Σαχά­ρα, την επο­χή της εισβο­λής των Ιτα­λών στον Βορ­ρά και της εξά­πλω­σης του λιμού στον Νότο της χώρας. Οι δυο τους, κυνη­γη­μέ­νοι από τις απρό­βλε­πτες περι­στά­σεις και τη φυλή του Ουχα­γιάντ, φτά­νουν στις σπη­λιές του Τζά­μπαλ αλ Χασά­ου­να με τις πετρό­μορ­φες σκη­νές κυνη­γιού των «αρχαί­ων αγί­ων». Ο Ιμπρα­χίμ αλ Κού­νι αφη­γεί­ται μονα­δι­κά τη ζωή των Τουα­ρέγκ, νομά­δων της ερή­μου, και μας ταξι­δεύ­ει στα μεγά­λα άδεια τοπία, εκεί όπου η άμμος συνα­ντά τον ορί­ζο­ντα για να σχη­μα­τί­σουν ένα απέ­ρα­ντο κενό, εκεί όπου η έρη­μος γίνε­ται η άλλη όψη της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Οι αρχαί­οι μύθοι, ο μυστι­κι­σμός του Ισλάμ, η φιλο­σο­φία των Σού­φι, η μετα­φυ­σι­κή, ο ρωσι­κός υπαρ­ξι­σμός, απο­τε­λούν κυρί­αρ­χα μοτί­βα στη λογο­τε­χνία του κορυ­φαί­ου Λίβυου συγ­γρα­φέα. Το χρυ­σά­φι και η κατά­ρα της ερή­μου είναι το πρώ­το έργο του που μετα­φρά­ζε­ται στα ελλη­νι­κά.

Κλάουντιο Μάγκρις

Υπόθεση αρχείου

Μυθι­στό­ρη­μα (ΙΤΑΛΙΑ)

Μετά­φρα­ση: Άννα Παπα­σταύ­ρου

Σ’ αυτό το βίαιο, τρυ­φε­ρό και παθια­σμέ­νο μυθι­στό­ρη­μα, ο Κλά­ου­ντιο Μάγκρις αντι­με­τω­πί­ζει τον πόλε­μο, μια έμμο­νη ιδέα του που, ανε­ξαρ­τή­τως επο­χής ή χώρας, σχε­δόν δεν μπο­ρεί να απο­σχι­στεί από την ίδια τη ζωή: έναν πόλε­μο οικου­με­νι­κό, κόκ­κι­νο από αίμα, μαύ­ρο σαν τα αμπά­ρια των δου­λε­μπο­ρι­κών καρα­βιών, σκο­τει­νό σαν τη θάλασ­σα που κατα­βρο­χθί­ζει θησαυ­ρούς και πεπρω­μέ­να, γκρί­ζο σαν τον καπνό των σωμά­των που κάη­καν στο κρε­μα­τό­ριο της Ριζιέ­ρα ντι Σαν Σάμπα, λευ­κό σαν τον ασβέ­στη που σκε­πά­ζει τους λάκ­κους με τους νεκρούς. Η Υπό­θε­ση αρχεί­ου μιλά­ει για ένα γκρο­τέ­σκο Μου­σείο Πολέ­μου που ευαγ­γε­λί­ζε­ται την ειρή­νη, για τις αίθου­σες και τα όπλα του, που το καθέ­να αφη­γεί­ται γεγο­νό­τα πάθους και παρά­νοιας· η ιστο­ρία ενός ανθρώ­που που θυσιά­ζει τη ζωή του για να το κατα­σκευά­σει, για να λυτρω­θεί μέσα από την ανα­ζή­τη­ση μιας βαθιά κρυμ­μέ­νης αλή­θειας· η ιστο­ρία μιας γυναί­κας, της Λουί­ζας, με κλη­ρο­νο­μιά την εξο­ρία των Εβραί­ων και τη σκλα­βιά των μαύ­ρων. Ο κορυ­φαί­ος Ιτα­λός συγ­γρα­φέ­ας σκά­βει με μανία στην αμεί­λι­κτη κόλα­ση των ενο­χών και των αμαρ­τη­μά­των μας. Αφη­γεί­ται ένα συγκλο­νι­στι­κό έπος, πλα­σμέ­νο από τρα­γω­δί­ες και σιω­πές, της αγά­πης και της φρί­κης.

Εσκόλ Νεβό

Τρεις όροφοι

Μυθι­στό­ρη­μα (ΙΣΡΑΗΛ)

Μετά­φρα­ση: Λουί­ζα Μιζάν

Ο Αρνόν Λεβα­νό­νι είναι αγριω­πός και κτη­τι­κός. Η αγά­πη του για την Όφρι, τη μεγά­λη του κόρη, τον βγά­ζει εκτός εαυ­τού. Όταν υπο­ψιά­ζε­ται πως ο γεί­το­νάς του την έχει κακο­ποι­ή­σει σεξουα­λι­κά, τον στέλ­νει στο νοσο­κο­μείο. Μπαί­νει σε μεγα­λύ­τε­ρους μπε­λά­δες όταν η εγγο­νή του γεί­το­να απει­λεί να τον εκδι­κη­θεί. Ο ίδιος μένει σε μια ήσυ­χη γει­το­νιά με την οικο­γέ­νειά του. Από πάνω τους μένει, με τα δυο παι­διά της, «η χήρα» Χάνι Ντο­ρόν, της οποί­ας ο άντρας λεί­πει συχνά σε επαγ­γελ­μα­τι­κά ταξί­δια. Ο κου­νιά­δος της, κυνη­γη­μέ­νος από τους πελά­τες του και την αστυ­νο­μία, ζητά­ει κατα­φύ­γιο στο σπί­τι της. Στον τελευ­ταίο όρο­φο μένει μια πραγ­μα­τι­κή χήρα: η από­μα­χη δικα­στί­να Ντβό­ρα Έντελ­μαν. Συντα­ξιού­χος πλέ­ον, προ­σπα­θεί να ξεκι­νή­σει μια και­νούρ­για ζωή, συμ­με­τέ­χο­ντας σε ένα κίνη­μα δια­μαρ­τυ­ρί­ας. Θα κατα­φέ­ρει όμως να επα­να­συν­δε­θεί με τον γιο της; Η Χάνι Ντο­ρόν θα ξεπε­ρά­σει τα προ­βλή­μα­τά της; Ο Αρνόν θα σώσει τον γάμο του; Οι Τρεις όρο­φοι του κτι­ρί­ου αντα­να­κλούν το τρι­με­ρές ψυχα­να­λυ­τι­κό μοντέ­λο του Φρόιντ. Ο Εσκόλ Νεβό, ο πλέ­ον δημο­φι­λής συγ­γρα­φέ­ας της νεό­τε­ρης γενιάς στο Ισρα­ήλ, ακτι­νο­γρα­φεί τις ψυχώ­σεις της μεσαί­ας τάξης και μας χαρί­ζει ένα υπέ­ρο­χο μυθι­στό­ρη­μα.

Ούλα Νίλσον

Ίσιντορ και Πάουλα

Μυθι­στό­ρη­μα (ΣΟΥΗΔΙΑ)

Μετά­φρα­ση: Γρη­γό­ρης Ν. Κον­δύ­λης

O Ίσι­ντορ ζει κάτω από την επι­φά­νεια της γης. Εργά­ζε­ται ως μηχα­νο­δη­γός στο μετρό της Στοκ­χόλ­μης και καθη­με­ρι­νά φοβά­ται μήπως κάποιος πηδή­ξει ή πέσει μπρο­στά στο δικό του τρέ­νο. Η Πάου­λα ζει σε ένα άλλο σκο­τά­δι και ο Ίσι­ντορ έχει κάνει σκο­πό της ζωής του να την βγά­λει ξανά στο φως. Αλλά η Πάου­λα δεν θέλει. Είναι ξαδέρ­φια. Οι ζωές τους δια­πλέ­κο­νται ένα καλο­καί­ρι των παι­δι­κών τους χρό­νων, κάτω από μια έντο­νη λια­κά­δα που επι­τρέ­πει να σχη­μα­τί­ζο­νται βαθιές σκιές. Στους κόλ­πους μιας οικο­γέ­νειας όπου η βία είναι μόνι­μη, έχουν ο ένας τον άλλον – αλλά τίπο­τα περισ­σό­τε­ρο. Το νέο μυθι­στό­ρη­μα του Ούλα Νίλ­σον είναι η λυρι­κή και εκλε­πτυ­σμέ­νη αφή­γη­ση μιας άφα­της αγά­πης, ένα πυκνο­γραμ­μέ­νο βιβλίο –ατμο­σφαι­ρι­κό, σαν ται­νία του Μπέρ­γκ­μαν– για την αυξα­νό­με­νη από­στα­ση ανά­με­σα σε δύο νέους που έχουν βρε­θεί τόσο κοντά όσο είναι ανθρω­πί­νως δυνα­τόν. Είναι, επί­σης, μια ανα­σύν­θε­ση του μύθου του Ορφέα και της Ευρυ­δί­κης στην περί­φη­μη εκδο­χή του Ρίλ­κε: μια Ευρυ­δί­κη που στον θάνα­το έχει γίνει ένα ιδιαί­τε­ρο άτο­μο και που ίσως να μην αντι­λαμ­βά­νε­ται καν ότι είναι ο Ορφέ­ας εκεί­νος που βαδί­ζει πιο μπρο­στά της στον δρό­μο.

Ελένα Πονιατόφσκα

Το τρένο θα περάσει πρώτο

Μυθι­στό­ρη­μα (ΜΕΞΙΚΟ)

Μετά­φρα­ση: Μαρ­γα­ρί­τα Μπο­νά­τσου

Γεν­νή­θη­κε σ’ ένα χωριό στο νότιο Μεξι­κό και δεν θα έφευ­γε ποτέ από εκεί, αν μια μέρα δεν περ­νού­σε από μπρο­στά του το τρέ­νο κι αν στον θόρυ­βο εκεί­νης της ατμο­μη­χα­νής δεν άκου­γε την ιστο­ρία της ζωής του. Έτσι εξη­γού­σε ο ίδιος την ασί­γα­στη δίψα του για γνώ­ση, που πάντα τον ωθού­σε να ξεπερ­νά τα όριά του. Ο Τρι­νι­δάδ Πινέ­δα Τσί­νιας πήγε παντού με το τρέ­νο, σε μέρη που δεν είχε καν ονει­ρευ­τεί, και έζη­σε αμέ­τρη­τες εμπει­ρί­ες. Πάνω απ’ όλα, όμως, ξεχώ­ρι­σε για εκεί­νη τη στιγ­μή που μίλη­σε στους συνα­δέλ­φους του σιδη­ρο­δρο­μι­κούς με τέτοιο πάθος, ώστε να τους μετα­τρέ­ψει σε πρω­το­πό­ρους των κοι­νω­νι­κών αγώ­νων. Η απερ­γία τους ανα­στά­τω­σε τη χώρα και το καθε­στώς. Το τρέ­νο είναι η ίδια η ζωή. Αλλά, αν ο σιδη­ρό­δρο­μος είναι θέμα των αντρών, κανέ­νας τους δεν είναι τίπο­τα χωρίς τις γυναί­κες. Μητέ­ρες, σύζυ­γοι, ερω­μέ­νες και συνα­δέλ­φισ­σες αφή­νουν το απο­τύ­πω­μά τους σε αυτές τις σελί­δες, χάρη στην ανε­ξά­ντλη­τη δύνα­μη που πάλ­λε­ται μέσα τους. Το τρέ­νο θα περά­σει πρώ­το είναι ένα μαχη­τι­κό μυθι­στό­ρη­μα εμπνευ­σμέ­νο από την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Η Ελέ­να Πονια­τόφ­σκα είναι η μεγά­λη κυρία των μεξι­κα­νι­κών γραμ­μά­των.

Σαντιάγο Ρονκαλιόλο

Καρφίτσες στην άμμο

Μυθι­στό­ρη­μα (ΠΕΡΟΥ)

Μετά­φρα­ση: Κώστας Αθα­να­σί­ου

Λίμα, δεκα­ε­τία του 1990. Μια ταραγ­μέ­νη επο­χή για το Περού, με τη βία να έχει απλω­θεί πέρα από την ύπαι­θρο και να έχει φτά­σει στις πόλεις και στην πρω­τεύ­ου­σα, ακό­μα και στις πλού­σιες συνοι­κί­ες της. Βόμ­βες εκρή­γνυ­νται, το ρεύ­μα κόβε­ται όταν οι αντάρ­τες ανα­τι­νά­ζουν τους πυλώ­νες του ηλε­κτρι­κού, ο φόβος κυριαρ­χεί μέσα στο σκο­τά­δι. Σε αυτό το κλί­μα της ανα­σφά­λειας, τέσ­σε­ρις φίλοι στην αρχή της εφη­βεί­ας τους, μαθη­τές σε σχο­λείο Iησου­ϊ­τών, εμπλέ­κο­νται στα­δια­κά, σχε­δόν ασυ­ναί­σθη­τα, σε μια περι­πέ­τεια που αρχί­ζει σαν ατα­ξία, τους οδη­γεί όμως να σπά­σουν κάθε φραγ­μό ανά­με­σα στο καλό και στο κακό, και τελι­κά κατα­λή­γει στο από­λυ­το δρά­μα. Οι Καρ­φί­τσες στην άμμο είναι μια ιστο­ρία βίαι­ης ενη­λι­κί­ω­σης τεσ­σά­ρων παι­διών που βιώ­νουν με έναν σκλη­ρό τρό­πο τη φιλία και τη συντρο­φι­κό­τη­τα, το ξύπνη­μα της σεξουα­λι­κό­τη­τας, την οικο­γε­νεια­κή κατα­πί­ε­ση, τα κόλ­πα της εξου­σί­ας, αλλά συγ­χρό­νως μαθαί­νουν τον φόβο, την απελ­πι­σία, την οργή, την εκδί­κη­ση. Το νέο μυθι­στό­ρη­μα του Σαντιά­γο Ρον­κα­λιό­λο περι­γρά­φει ένα παι­χνί­δι που μετα­τρέ­πε­ται σε θρί­λερ πριν κατα­λή­ξει σε τρα­γω­δία, η οποία μπο­ρεί να χάνε­ται μέσα στον ορυ­μα­γδό που κυριεύ­ει μια χώρα αλλά σημα­δεύ­ει για πάντα τους πρω­τα­γω­νι­στές της.

Μπουρχάν Σονμέζ

Ιστανμπούλ Ιστανμπούλ

Μυθι­στό­ρη­μα (ΤΟΥΡΚΙΑ)

Μετά­φρα­ση: Θάνος Ζαρά­γκα­λης

Τα χρώ­μα­τα της Ισταν­μπούλ πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται καθώς δια­λύ­ε­ται η ομί­χλη. Η Ισταν­μπούλ με τους τρού­λους, τα κάστρα και τα τεί­χη της. Η Ισταν­μπούλ με τις υπό­γειες φυλα­κές της. Στα έγκα­τα της σύγ­χρο­νης μεγα­λού­πο­λης υπάρ­χει ένα μικρό παγω­μέ­νο κελί, όπου κρα­τού­νται τέσ­σε­ρις άντρες: ο μαθη­τής Ντε­μιρ­τάι, ο Για­τρός, ο κου­ρέ­ας Κάμο και ο μπαρ­μπα-Κιου­χεϊ­γλάν. Εκεί ο καθέ­νας περι­μέ­νει τη σει­ρά του στα βάναυ­σα χέρια της εξου­σί­ας. Όπο­τε δεν δέχο­νται τα χτυ­πή­μα­τα μιας αδια­νό­η­της βίας, διη­γού­νται ο ένας στον άλλο ιστο­ρί­ες. Αυτός είναι ο τρό­πος που έχουν βρει για ν’ απα­λύ­νουν την αγω­νία και ν’ αντέ­ξουν τον πόνο. Μοι­ρά­ζο­νται όμορ­φα και ευτρά­πε­λα περι­στα­τι­κά. Τα πνι­χτά χαχα­νη­τά γίνο­νται το βάλ­σα­μό τους. Τα μυα­λά τους ξεφεύ­γουν με αυτο­σχέ­δια αινίγ­μα­τα και παρα­βο­λές. Στα­δια­κά, συν­θέ­τουν από κοι­νού ένα πολύ­χρω­μο ψηφι­δω­τό για την ίδια την Πόλη, τους απλούς ανθρώ­πους και τις ζωές τους, τον απελ­πι­σμό και την ελπί­δα τους. Μια μεγά­λη, πολυ­φω­νι­κή αφή­γη­ση που αρχί­ζει κάτω από τη γη, ανα­δύ­ε­ται και αγκα­λιά­ζει όλα όσα συμ­βαί­νουν στην επι­φά­νεια. Παρά το δυσοί­ω­νο σκη­νι­κό, το Ισταν­μπούλ Ισταν­μπούλ του Μπουρ­χάν Σον­μέζ είναι ένα μυθι­στό­ρη­μα για τη δύνα­μη της συμπό­νιας και της φαντα­σί­ας.

Γιον Κάλμαν Στέφανσον

Παράδεισος και Κόλαση

Μυθι­στό­ρη­μα (ΙΣΛΑΝΔΙΑ)

Μετά­φρα­ση: Ρίτα Κολα­ΐ­τη

Σε μια απο­μα­κρυ­σμέ­νη γωνιά της Ισλαν­δί­ας, ένα παι­δί, ο φίλος του ο Μπάρ­δουρ και άλλοι ψαρά­δες μπα­κα­λιά­ρου ξανοί­γο­νται στα παγω­μέ­να νερά. Μια σφο­δρή θύελ­λα τους αιφ­νι­διά­ζει κατα­με­σής του ωκε­α­νού και ο Μπάρ­δουρ, που έχει ξεχά­σει τη νιτσε­ρά­δα του, καθώς ήταν βαθιά απορ­ρο­φη­μέ­νος απ’ τον Απο­λε­σθέ­ντα παρά­δει­σο του Μίλ­τον, υπο­κύ­πτει στο φονι­κό ψύχος και πεθαί­νει. Συγκλο­νι­σμέ­νο απ’ την απώ­λειά του, το παι­δί επι­στρέ­φει στη στε­ριά και ξεκι­νά μια ριψο­κίν­δυ­νη πορεία δια­σχί­ζο­ντας όλο το νησί για να επι­στρέ­ψει το βιβλίο στον κάτο­χό του, έναν τυφλό γερο-καπε­τά­νιο. Ο πόνος του γίνε­ται και δικός μας, το ίδιο και η ελπί­δα του. Οι κακου­χί­ες και οι κίν­δυ­νοι του ταξι­διού ουδό­λως το πτο­ούν – είναι απο­φα­σι­σμέ­νο ν’ αντα­μώ­σει τον φίλο του στον θάνα­το. Μόλις όμως βρε­θεί στο Χωριό βυθί­ζε­ται στις ζωές και στις αφη­γή­σεις των κατοί­κων του. Το Παρά­δει­σος και Κόλα­ση είναι μια ιστο­ρία που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στις αρχές του 20ού αιώ­να, ένα κεί­με­νο ζωντα­νό και αιώ­νιο, γεμά­το λυρι­σμό, όπου κάθε λέξη βρί­σκε­ται στη σωστή θέση. Ένα μυθι­στό­ρη­μα υπνω­τι­στι­κής δύνα­μης, ένα από εκεί­να τα πολύ σπά­νια ανα­γνώ­σμα­τα από τα οποία κανείς δεν βγαί­νει άθι­κτος, μια σαγη­νευ­τι­κή απο­κά­λυ­ψη.

Ετζέ Τεμελκουράν

Τουρκία – Παραφροσύνη και μελαγχολία

Αφή­γη­μα (ΤΟΥΡΚΙΑ)

Μετά­φρα­ση: Ελέ­νη Παξι­νού, Μαρία Παξι­νού

Η Τουρ­κία είναι μια χώρα με πολ­λές αντι­θέ­σεις και αντι­φά­σεις. Αν και κατ’ επί­φα­σιν δημο­κρα­τι­κή, το καθε­στώς Ερντο­γάν έχει αρχί­σει να προ­σο­μοιά­ζει με απο­λυ­ταρ­χία. Φυλα­κί­ζει τους αντι­φρο­νού­ντες και κατα­πνί­γει βίαια κάθε δια­μαρ­τυ­ρία. Παρό­λο που η Τουρ­κία είναι τυπι­κά ένα κοσμι­κό κρά­τος, το κυβερ­νών Κόμ­μα Δικαιο­σύ­νης και Ανά­πτυ­ξης εξέ­θρε­ψε την επιρ­ροή του θρη­σκευ­τι­κού συντη­ρη­τι­σμού. Στε­λέ­χη του ζητούν την απα­γό­ρευ­ση των αμβλώ­σε­ων και την ποι­νι­κο­ποί­η­ση της μοι­χεί­ας. Η Τουρ­κία, ευρι­σκό­με­νη ανέ­κα­θεν σε μια άβο­λη θέση μετα­ξύ της εκκο­σμι­κευ­μέ­νης Δύσης και της Ισλα­μι­κής Ανα­το­λής, έχει εμπλα­κεί και επη­ρε­ά­ζε­ται από τις συγκρού­σεις γει­το­νι­κών χωρών, την Αρα­βι­κή Άνοι­ξη, τον εμφύ­λιο πόλε­μο στη Συρία και την ανά­δυ­ση του Ισλα­μι­κού Κρά­τους. Στο αφή­γη­μα Τουρ­κία – Παρα­φρο­σύ­νη και μελαγ­χο­λία η Ετζέ Τεμελ­κου­ράν απο­τυ­πώ­νει την ανα­τα­ρα­χή ενός ολό­κλη­ρου έθνους και περι­γρά­φει την πολύ­πλευ­ρη κρί­ση που μαστί­ζει τη σύγ­χρο­νη τουρ­κι­κή κοι­νω­νία. Ανα­δει­κνύ­ει μια μακρά κουλ­τού­ρα κατα­πί­ε­σης και αυταρ­χι­σμού που χαρα­κτη­ρί­ζει την τουρ­κι­κή ιστο­ρία, από την πτώ­ση της οθω­μα­νι­κής αυτο­κρα­το­ρί­ας και την συνε­πα­κό­λου­θη άρνη­ση της γενο­κτο­νί­ας των Αρμε­νί­ων. Μια συναρ­πα­στι­κή, σύν­θε­τη ματιά πάνω στην πολι­τι­κή αβε­βαιό­τη­τα της γει­το­νι­κής χώρας, που βιώ­νει τόσο εσω­τε­ρι­κούς όσο και εξω­τε­ρι­κούς κρα­δα­σμούς σε ένα συνε­χώς μετα­βαλ­λό­με­νο διε­θνές περι­βάλ­λον.

Όλγκα Τοκάρτσουκ

Το Αρχέγονο και άλλοι καιροί

Μυθι­στό­ρη­μα (ΠΟΛΩΝΙΑ)

Μετά­φρα­ση: Αλε­ξάν­δρα Δ. Ιωαν­νί­δου

Υπάρ­χει ένα σχε­δόν μυθι­κό χωριό που κατοι­κεί­ται από εκκε­ντρι­κούς, αρχε­τυ­πι­κούς ανθρώ­πι­νους χαρα­κτή­ρες. Είναι ένας παρά­ξε­νος τόπος, ένας συμπυ­κνω­μέ­νος μικρό­κο­σμος της κεντρι­κής Ευρώ­πης και του κόσμου. Το Αρχέ­γο­νο το φυλάσ­σουν ακρο­βο­λι­σμέ­νοι τέσ­σε­ρις Αρχάγ­γε­λοι. Και μέσα από τα δικά τους μάτια, που είναι κρυ­στάλ­λι­να και στα­λά­ζουν λυρι­σμό, παρα­κο­λου­θού­με τις ζωές των απλών ανθρώ­πων του σε όλη τη διάρ­κεια του 20ού αιώ­να, από το 1914 ως τις δικές μας μέρες, την πολυ­τά­ρα­χη ιστο­ρία της Πολω­νί­ας δηλα­δή υπό τη μορ­φή μιας επι­κής αλλη­γο­ρί­ας που δια­περ­νά τον χώρο και τον χρό­νο. Ο έρω­τας και η πίστη, ο πόλε­μος και η βία, η μονα­ξιά και ο θάνα­τος σημα­δεύ­ουν τις δια­δρο­μές των μελών μιας οικο­γέ­νειας απ’ την ακμή της μέχρι την τελι­κή διά­λυ­σή της. Το Αρχέ­γο­νο και άλλοι και­ροί είναι το τρί­το μυθι­στό­ρη­μα της Όλγκα Τοκάρ­τσουκ, εκδό­θη­κε στα μέσα της δεκα­ε­τί­ας του 1990 και ήταν αυτό που την καθιέ­ρω­σε ως την κορυ­φαία πεζο­γρά­φο της σύγ­χρο­νης πολω­νι­κής λογο­τε­χνί­ας. Η πολυ­βρα­βευ­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας, παρα­τη­ρεί και περι­γρά­φει τα πράγ­μα­τα με μια ειρω­νι­κή ουδε­τε­ρό­τη­τα, χωρίς συναι­σθη­μα­τι­κές εξάρ­σεις, με ένα ύφος απο­λύ­τως δια­κρι­τό, και αφή­νει θαμπω­μέ­νους τους ανα­γνώ­στες στο επι­κέ­ντρο μιας μετα­φυ­σι­κής παν­δαι­σί­ας.


ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ

Μπόχουμιλ Χράμπαλ

Υπηρέτησα τον Άγγλο βασιλιά

Μυθι­στό­ρη­μα (ΤΣΕΧΙΑ)

Μετά­φρα­ση: Σόνια Στά­μου-Ντορ­νιά­κο­βα

Στο κωμι­κο­τρα­γι­κό αρι­στούρ­γη­μα του Μπό­χου­μιλ Χρά­μπαλ το απί­στευ­το γίνε­ται πραγ­μα­τι­κό­τη­τα με τους πλέ­ον παρά­δο­ξους τρό­πους. Στο Υπη­ρέ­τη­σα τον Άγγλο βασι­λιά ο κορυ­φαί­ος Τσέ­χος συγ­γρα­φέ­ας περι­γρά­φει σου­ρε­α­λι­στι­κές κατα­στά­σεις με διά­θε­ση σατι­ρι­κή και αφο­πλι­στι­κή φυσι­κό­τη­τα. Πρω­τα­γω­νι­στής της ιστο­ρί­ας είναι ένας ταπει­νός ανθρω­πά­κος, ο Γιαν Ντί­τιε, ο οποί­ος μπο­ρεί να είναι κοντού­λης αλλά έχει εξαι­ρε­τι­κά υψη­λές φιλο­δο­ξί­ες. Είναι ένα ασή­μα­ντο γκαρ­σό­νι που δου­λεύ­ει σ’ ένα πολυ­τε­λέ­στα­το ξενο­δο­χείο της Πρά­γας, λίγο πριν ξεσπά­σει ο B΄ Παγκό­σμιος Πόλε­μος. Ο μεγά­λος στό­χος της ζωής του είναι να γίνει εκα­τομ­μυ­ριού­χος, να κατα­ξιω­θεί επαγ­γελ­μα­τι­κά, να βρει μια όμορ­φη γυναί­κα και να κερ­δί­σει τον σεβα­σμό όσων τον υπο­τι­μού­σαν. Κάποια στιγ­μή καλεί­ται να υπη­ρε­τή­σει όχι τον Άγγλο βασι­λιά αλλά τον αυτο­κρά­το­ρα της Αιθιο­πί­ας, γεγο­νός που θεω­ρεί μονα­δι­κό στην καριέ­ρα του. Στη συνέ­χεια ερω­τεύ­ε­ται μια αθλή­τρια των ναζί, την επο­χή που οι Γερ­μα­νοί εισβάλ­λουν στην Τσε­χο­σλο­βα­κία. Μετά το τέλος του πολέ­μου, εκμε­ταλ­λευό­με­νος κάτι σπά­νια γραμ­μα­τό­ση­μα που ανή­καν στους Εβραί­ους, αγγί­ζει το όνει­ρό του και κατα­φέρ­νει να στή­σει το δικό του ξενο­δο­χείο, το «Λατο­μείο». Αργό­τε­ρα όμως εγκα­θι­δρύ­ε­ται το κομου­νι­στι­κό καθε­στώς, ο Γιαν χάνει τα πάντα και κατα­λή­γει στο δάσος, μόνος αλλά ελεύ­θε­ρος.


ΠΟΙΗΣΗ

Κατερίνα Καριζώνη

Σκοτεινός χρόνος

 

 

Ποί­η­ση ενός μυστι­κού, αινιγ­μα­τι­κού και αφώ­τι­στου χρό­νου, ο οποί­ος κατα­γρά­φε­ται και περι­γρά­φε­ται με αλλη­γο­ρί­ες και συμ­βο­λι­σμούς, μύθους και σπα­ραγ­μέ­να προ­σω­πι­κά βιώ­μα­τα. Η ποι­ή­τρια χρη­σι­μο­ποιεί το λόγο με μαθη­μα­τι­κή αυστη­ρό­τη­τα, τα ποι­ή­μα­τα μοιά­ζουν με εξι­σώ­σεις, όπου το ζητού­με­νο είναι η κρυμ­μέ­νη ουσία των πραγ­μά­των. Παί­ζο­ντας συχνά σκά­κι με τις λέξεις, διεκ­δι­κεί τόπους ονεί­ρων που μοιά­ζουν με αντε­στραμ­μέ­νους παρα­δεί­σους, ενί­ο­τε απει­λη­τι­κούς, και επι­χει­ρεί μια αισθη­τι­κή υπέρ­βα­ση του πραγ­μα­τι­κού, μια αγω­νιώ­δη φυγή μέσα απ’ τον σκο­τει­νό και αστάθ­μη­το χρό­νο.

Πώς ορί­ζε­ται όμως στα ποι­ή­μα­τά της αυτός ο γρι­φώ­δης και μη μετρή­σι­μος χρό­νος; Με τις μνή­μες, τις απώ­λειες, τους φόβους, τους έρω­τες, τις ενο­χές, τα ανο­μο­λό­γη­τα πάθη, την κατα­κερ­μα­τι­σμέ­νη και τραυ­μα­τι­σμέ­νη προ­σω­πι­κή μυθο­λο­γία της. Με αυτά τα υλι­κά χτί­ζει το ποι­η­τι­κό της σύμπαν η ποι­ή­τρια, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας τις λέξεις ως πρό­σχη­μα, τις εικό­νες και τους μύθους ως πυξί­δες και όχη­μα για να μας ταξι­δέ­ψει ως το τέρ­μα του δικού της ιδιό­μορ­φου και συναρ­πα­στι­κού ποι­η­τι­κού χρό­νου.

Λένα Παμπούκη

Ωσάν εξομολόγηση / Καθαρή Δευτέρα

«Ναι! Υπάρ­χει ένα κατα­φύ­γιο ενά­ντια στο θάνα­το. Να κάνεις τέχνη πριν από αυτόν. Όμως εσύ έγρα­ψες μετά. Κι εκτός τόπου, εκτός χρό­νου, βρέ­θη­κε το κατα­φύ­γιο – έωλο, να συντρο­φεύ­ει τα όνει­ρα της αγρύ­πνιας μας. Και τις αγω­νί­ες της επό­με­νης μέρας. Λένα, παι­δι­κή μου φίλη. Λένα, από πάντα φίλη μου, από τότε που όλα ήταν άλλα κι εμείς αμέ­ρι­μνοι και νέοι. Αμέ­ρι­μνα νέοι. Δίχως το θάνα­το. Tότε που τίπο­τα δεν προ­μή­νυε τη συμ­φο­ρά, για­τί η συμ­φο­ρά είναι αυτή που δεν χωρά μέσα στα σημά­δια. Και κανέ­να σημά­δι δεν μπο­ρεί να υπάρ­ξει για να χωρέ­σει τη μέρα εκεί­νη. Η μέρα ήταν Τρί­τη. 14 Σεπτεμ­βρί­ου του 1999. Φάλ­κον. Μοι­ραία της μοί­ρας πτή­ση. Και μέσα εκεί ο Γιάν­νος. Κι ο Νικό­λας. Σιω­πή. Ένα χρό­νο και κάτι μετά, μου είπες: “Έχω κάτι να σου δώσω”. Kι αυτό το “κάτι” ήταν τα ποι­ή­μα­τά σου. Δεν ήμουν προ­ε­τοι­μα­σμέ­νη. Δεν γνώ­ρι­ζα. Κι όταν τα διά­βα­σα, συγκλο­νί­στη­κα. Μου είπες: “Θέλω έναν πρό­λο­γο δικό σου”. Όμως τι να γρά­ψω; Δεν έχω τίπο­τα, μα τίπο­τα να πω. Τα έχεις πει όλα εσύ. Εδώ. Σ’ αυτές τις λιγο­στές σελί­δες. Στις λέξεις που σπα­ρά­ζουν. Στους στί­χους που ανα­πνέ­ουν κι απο­κτούν δέρ­μα, σώμα· και ουρ­λιά­ζουν και σιω­πούν και σε κάνουν να συλ­λο­γι­στείς έναν “άλλον” ορι­σμό του ανθρώ­που».

ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΣΑΛΙΚΟΓΛΟΥ (από τον πρό­λο­γο του βιβλί­ου)


ΔΟΚΙΜΙΑ

Παντελής Βουτουρής

Ιδέες της σκληρότητας και της καλοσύνης

(Εθνικισμός, ρατσισμός, σοσιαλισμός, 1897–1922)

 

Στα τέλη του 19ου αιώ­να εισβάλ­λουν και ευδο­κι­μούν σε μιαν ηττη­μέ­νη και ταπει­νω­μέ­νη Ελλά­δα οι νέες ιδέ­ες της σκλη­ρό­τη­τας: οι αφο­ρι­σμοί του Φρει­δε­ρί­κου Νίτσε για τη δύνα­μη, τα δόγ­μα­τα του κοι­νω­νι­κού δαρ­βι­νι­σμού για το δικαί­ω­μα του ισχυ­ρού να υπο­τάσ­σει τους ανί­σχυ­ρους, και οι εμπνευ­σμέ­νες από τον Joseph Arthur Comte de Gobineau και τον Huston Stewart Chamberlain φυλε­τι­κές και ευγο­νι­κές θεω­ρί­ες. Κατά τη διάρ­κεια της εικο­σι­πε­ντα­ε­τί­ας ανά­με­σα στους δύο ανυ­πο­λό­γι­στους σε κατα­στρο­φές πολέ­μους (1897–1922), κορυ­φώ­νε­ται το δημο­τι­κι­στι­κό κίνη­μα, ανα­ζω­πυ­ρώ­νε­ται η Μεγά­λη Ιδέα, ανα­βιώ­νει ο μεσ­σια­νι­σμός, εκδη­λώ­νε­ται ο εθνι­κός διχα­σμός, και ανα­λαμ­βά­νο­νται σταυ­ρο­φο­ρί­ες για την ανόρ­θω­ση της χώρας, την κάθαρ­ση και την ανα­γέν­νη­ση τόσο της  πολι­τι­κής όσο και της πνευ­μα­τι­κής ζωής. Πρό­κει­ται για μια περί­ο­δο, με άλλα λόγια, δοκι­μα­σί­ας, μεγά­λων ανα­με­τρή­σε­ων και ιδε­ο­λο­γιών.

Το βιβλίο αυτό εντάσ­σε­ται στο σχε­τι­κά ανε­ξε­ρεύ­νη­το -στην ελλη­νι­κή βιβλιο­γρα­φία- πεδίο της ιστο­ρί­ας των ιδε­ών και εστιά­ζει στις σημα­ντι­κό­τε­ρες ιδε­ο­λο­γί­ες της επο­χής: τον εθνι­κι­σμό, τον σοσια­λι­σμό, και τον ρατσι­σμό.

Φοίβος Καρακίτσος

Η αρχή της αντίθεσης

(Γιατί η θέληση για δύναμη;)

 

Αυτό που συμ­βαί­νει περι­λαμ­βά­νει και το ενέρ­γη­μα και το σκο­πό. Η ύπαρ­ξή μας γεμί­ζει από τη διά­θε­ση της πρω­τιάς, από τη διά­θε­ση της δύνα­μης και της υπε­ρο­χής, στη σφαί­ρα της καθη­με­ρι­νό­τη­τας, της οικο­γέ­νειας, της εργα­σί­ας, της πολι­τι­κής. Για­τί ο άνθρω­πος όμως κατα­κλύ­ζε­ται από αυτή τη θέλη­ση και την ορμή; Για­τί η θέλη­ση για τη δύνα­μη; Στο βιβλίο αυτό εξε­τά­ζε­ται η εξή­γη­ση των κινή­τρων και της βού­λη­σης, των λόγων και των μορ­φών που οδη­γούν στις σχέ­σεις αντα­νά­κλα­σης με τις ανά­γκες και τα πάθη, με τις επι­θυ­μί­ες και τις ικα­νο­ποι­ή­σεις του αιώ­νια εφι­κτού. Ο άνθρω­πος γεν­νή­θη­κε για να ενερ­γεί, να πράτ­τει, να νικά. Με ποιες κρί­σεις όμως, με ποιους γιγα­ντι­σμούς και ποιες μικρό­τη­τες από­στα­σης και εγγύ­τη­τας χτί­ζει τις κατα­λυ­τι­κές μορ­φές της θέα­σης, στη χρη­σι­μό­τη­τα αυτού του πεπρω­μέ­νου; Ποια είναι η αρχή και ποιο το τέλος; Αυτό είναι που μένει να ειπω­θεί. Η αρχή της αντί­θε­σης, η αρχή της κίνη­σης από μια θέση σε μια νέα θέση, και από εκεί έπει­τα και πάλι σε μια και­νούρ­για, δια­νοί­γει όλο το πλά­τος της σχέ­σης των φυσι­κών με τα ανθρώ­πι­να και επι­βε­βαιώ­νει στην ισχύ του μετα­νό­μου της την πίστη πως όλα ενώ­νο­νται σε ένα. Καθώς κοι­τά­ζεις το μηδέν στα μάτια, όμως, η ερώ­τη­ση και η απά­ντη­ση παρα­μέ­νουν. Θέλω τη δύνα­μη ναι, όμως για­τί τη θέλω;


ΠΟΛΙΤΙΚΗ – ΙΣΤΟΡΙΑ

Γιώργος Γεωργής

Ευάγγελος Αβέρωφ – Γιώργος Σεφέρης : Η ρήξη

 

 

Η φιλία και συνερ­γα­σία του Ευάγ­γε­λου Αβέ­ρωφ και του Γιώρ­γου Σεφέ­ρη δοκι­μά­στη­κε από το τέλος του 1958 και στις αρχές του 1959 λόγω της δια­φω­νί­ας τους στις επι­λο­γές και στην πορεία λύσης του Κυπρια­κού, με απο­τέ­λε­σμα τον απο­κλει­σμό του Γιώρ­γου Σεφέ­ρη, πρε­σβευ­τή στο Λον­δί­νο, από τις συνο­μι­λί­ες της Ζυρί­χης. Οι δύο άνδρες αντάλ­λα­ξαν μερι­κές επι­στο­λές και στη διέ­νε­ξη επε­νέ­βη­σαν ο Κων­στα­ντί­νος και η Ιωάν­να Τσά­τσου. Ακο­λού­θη­σε μακρά περί­ο­δος ψυχρό­τη­τας χωρίς ποτέ οι σχέ­σεις τους να απο­κα­τα­στα­θούν.

Ο Σεφέ­ρης στην περί­ο­δο που ο Ευάγ­γε­λος Αβέ­ρωφ ήταν υπουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών στη κυβέρ­νη­ση Καρα­μαν­λή, υπη­ρέ­τη­σε αρχι­κά ως διευ­θυ­ντής στη Δεύ­τε­ρη Πολι­τι­κή Διεύ­θυν­ση του Υπουρ­γεί­ου Εξω­τε­ρι­κών το 1956–1957 και ως πρε­σβευ­τής της Ελλά­δος στο Λον­δί­νο από το 1957 ως το 1962. Τις εμπει­ρί­ες και τις δια­φω­νί­ες του κατα­γρά­φει στα ημε­ρο­λό­γιά του και στην αλλη­λο­γρα­φία του. Κατα­λο­γί­ζει λαν­θα­σμέ­νες επι­λο­γές και επι­πο­λαιό­τη­τα στον Ευάγ­γε­λο Αβέ­ρωφ ενώ εκτι­μά ιδιαί­τε­ρα τον Κων­στα­ντί­νο Καρα­μαν­λή.

Η Συνθήκη της Λωζάνης

(Διαχρονικές προσεγγίσεις και εκτιμήσεις)

Επιμέλεια: Γιώργος Γεωργής, Πάμπος Χαραλάμπους, Χρίστος Κυριακίδης

Η συν­θή­κη της Λωζά­νης υπήρ­ξε κορυ­φαίο διπλω­μα­τι­κό γεγο­νός και διε­θνής σύμ­βα­ση που ρύθ­μι­σε τα σύνο­ρα και τις σχέ­σεις Ελλά­δος –Τουρ­κί­ας και άλλων κρα­τών της Ανα­το­λι­κής Ευρώ­πης και της Μέσης Ανα­το­λής. Ουσια­στι­κά τερ­μά­τι­σε ορι­στι­κά τον Α΄ Παγκό­σμιο Πόλε­μο και ιδιαί­τε­ρα την ελλη­νο­τουρ­κι­κή σύρ­ρα­ξη στη Μικρά Ασία. Παρά τις συνε­χείς τουρ­κι­κές υπο­νο­μεύ­σεις και παρα­βιά­σεις της Συν­θή­κης, χάρη στην ελλη­νι­κή ανο­χή και προ­σπά­θεια παρέ­με­νε το βασι­κό πλαί­σιο καλής γει­το­νί­ας και συνερ­γα­σί­ας ανά­με­σα στα δύο όμο­ρα κρά­τη, που μοι­ρά­ζο­νται χερ­σαία και θαλάσ­σια σύνο­ρα.

Πρό­κει­ται για έναν συλ­λο­γι­κό τόμο, με τη συμ­με­το­χή έντε­κα ιστο­ρι­κών και πολι­τι­κών επι­στη­μό­νων που εξε­τά­ζουν την ιστο­ρία του Συνε­δρί­ου της Λωζά­νης, ανα­τέ­μνουν το περιε­χό­με­νο της Συν­θή­κης και εξε­τά­ζουν την ισχύ, την πορεία και τις επι­πτώ­σεις της στο χρό­νο. Ο τόμος περι­λαμ­βά­νει επί­σης το πλή­ρες κεί­με­νο της Συν­θή­κης. 

Αποστόλης Φωτιάδης

Εξουσίες εκτός ελέγχου

(Η μεταδημοκρατική παραμόρφωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης)

 

Πώς οι φορείς εκτε­λε­στι­κής εξου­σί­ας της ΕΕ κατα­φέρ­νουν να μη λογο­δο­τούν ακό­μα και σε περι­πτώ­σεις εξό­φθαλ­μων παρα­τυ­πιών; Πώς ανα­συ­γκρο­τού­νται οι θεσμοί, ώστε να είναι από τη φύση τους ανε­ξέ­λεγ­κτοι; Πώς ελίσ­σο­νται τα οργα­νω­μέ­να συμ­φέ­ρο­ντα μέσα σ’ αυτό το δυστο­πι­κό σκη­νι­κό και πώς συσχε­τί­ζο­νται με τους φορείς εξου­σί­ας προ­ω­θώ­ντας την ατζέ­ντα τους; Πόσο ευρω­παϊ­κός είναι ο Ευρω­παϊ­κός Μηχα­νι­σμός Στα­θε­ρό­τη­τας; Η συμ­φω­νία ΕΕ-Τουρ­κί­ας ήταν πράγ­μα­τι μια συμ­φω­νία των ευρω­παϊ­κών κρα­τών; Κιν­δύ­νε­ψε στ’ αλή­θεια η Ελλά­δα με έξο­δο από τη Σέν­γκεν στο απο­κο­ρύ­φω­μα της προ­σφυ­γι­κής κρί­σης;

Η Ευρώ­πη των «δημο­κρα­τι­κών αξιών» συρ­ρι­κνώ­νε­ται ραγδαία, αφή­νο­ντας όλο και περισ­σό­τε­ρο χώρο για την απο­δο­χή μιας εκχυ­δαϊ­σμέ­νης εξου­σί­ας που δεν ανα­γνω­ρί­ζει ούτε καν τα πεπε­ρα­σμέ­να όρια της ευρω­παϊ­κής αστι­κής δημο­κρα­τί­ας. Οι πολ­λα­πλές κρί­σεις που αντι­με­τω­πί­ζουν σήμε­ρα οι ευρω­παϊ­κές κοι­νω­νί­ες και η ευρω­παϊ­κή κοι­νό­τη­τα επι­τα­χύ­νουν την απο­δό­μη­ση.

Αυτή η έρευ­να επι­χει­ρεί να απο­δεί­ξει πως ό,τι βλέ­που­με και ακού­με γύρω μας σήμε­ρα δεν είναι πλέ­ον από μόνα τους αρκε­τά για να ερμη­νεύ­σου­με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τά μας. Η διεκ­δί­κη­ση περισ­σό­τε­ρης λογο­δο­σί­ας είναι απα­ραί­τη­τη για να απο­τρα­πεί ακό­μα ένα ταξί­δι της ευρω­παϊ­κής ιστο­ρί­ας ως… «την άκρη της νύχτας».


ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ – ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ

Γιώργος Στασινάκης

Καζαντζάκης – Ζορμπάς: μια αληθινή φιλία

Εισα­γω­γή: Θανά­σης Αγά­θος

 

Στο βιβλίο αυτό ο Γιώρ­γος Στα­σι­νά­κης, πρό­ε­δρος της Διε­θνούς Εται­ρεί­ας Φίλων Νίκου Καζαν­τζά­κη, πραγ­μα­τεύ­ε­ται τη σχέ­ση Καζαν­τζά­κη – Ζορ­μπά, την ιστο­ρία μιας αλη­θι­νής φιλί­ας. Εξή­ντα χρό­νια από τον θάνα­το του μεγά­λου Έλλη­να λογο­τέ­χνη, και ύστε­ρα από εμπε­ρι­στα­τω­μέ­νη έρευ­να, παρου­σιά­ζο­νται άγνω­στα στοι­χεία για τον θρυ­λι­κό Γιώρ­γη Ζορ­μπά (που έγι­νε Αλέ­ξης Ζορ­μπάς στο μυθι­στό­ρη­μα του Νίκου Καζαν­τζά­κη Βίος και πολι­τεία του Αλέ­ξη Ζορ­μπά): η γέν­νη­σή του στη Μακε­δο­νία, τα ταξί­δια και οι περι­πέ­τειές του, η ταφή στα Σκό­πια… Επί­σης έρχο­νται στο φως στοι­χεία για τη σχέ­ση του με τον Καζαν­τζά­κη, όπως η γνω­ρι­μία τους στο Άγιον Όρος, η εκμε­τάλ­λευ­ση ενός λιγνι­τω­ρυ­χεί­ου στη Μεσ­ση­νια­κή Μάνη, ο επα­να­πα­τρι­σμός Ελλή­νων από τον Καύ­κα­σο κ.ά.

Η φιλία τους ήταν βαθιά και αλη­θι­νή. Ο Ζορ­μπάς ανέ­φε­ρε: «Αφε­ντι­κό, άνθρω­πο δεν αγά­πη­σα σαν εσέ­να». Και ο Καζαν­τζά­κης έγρα­ψε: «Αν ήθε­λα να ξεχω­ρί­σω ποιοι άνθρω­ποι αφή­καν βαθύ­τε­ρα τ’ αχνά­ρια τους στη ψυχή μου, ίσως να ξεχώ­ρι­ζα τον Όμη­ρο, το Βού­δα, το Νίτσε, τον Μπέρ­ξο­να και το Ζορ­μπά […] Ο Ζορ­μπάς μ’ έμα­θε ν’ αγα­πώ τη ζωή και να μη φοβού­μαι το θάνα­το».


ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Μαριέττα Πεπελάση

Φωτεινή

(Όλα είναι μνήμη)

 

Στον κάθε άνθρω­πο υπάρ­χει η δύνα­μη και το θάρ­ρος του εσω­τε­ρι­κού του κόσμου για να ανα­κα­λύ­ψει τις αρε­τές του και να γίνει κυρί­αρ­χος της πορεί­ας της ζωής του χωρίς βλα­βε­ρές προ­σκολ­λή­σεις και βασα­νι­στι­κά βιώ­μα­τα παι­δι­κής ηλι­κί­ας.

Η Φωτει­νή είναι μία από τις μονα­δι­κές εκεί­νες πρω­τα­γω­νί­στριες που ο χαρα­κτή­ρας τους και η προ­σω­πι­κό­τη­τά τους δια­πλά­στη­καν από την κόλα­ση της κατα­πί­ε­σης, της ταπεί­νω­σης, της ψυχι­κής βίας, του ψυχι­κού πόνου. Η ιδέα και μόνο της συνά­ντη­σής της με την ψυχο­θε­ρα­πεία, με τις πιο από­κρυ­φες, σκο­τει­νές, ακα­τέρ­γα­στες πλευ­ρές της προ­σω­πι­κό­τη­τάς της την τρο­μο­κρα­τού­σε.

Με έμπνευ­ση τη Φωτει­νή, η Μαριέτ­τα Πεπε­λά­ση απο­τί­ει φόρο τιμής σε κάθε γυναί­κα που τολ­μά να ανοί­ξει το λου­λού­δι του εαυ­τού της προς το φως του ήλιου, το φως της αλή­θειας της.

Όλοι όσοι ξεκι­νούν ψυχο­θε­ρα­πεία δεν έχουν το κου­ρά­γιο να εξε­ρευ­νή­σουν και να έρθουν σε επα­φή με μνή­μες που προ­κα­λούν πόνο κι εμπει­ρί­ες τραυ­μα­τι­κές, θέλει ιδιαί­τε­ρους ανθρώ­πους αυτό το ταξί­δι.


ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΕΣ

Κάτια Χαραλαμπάκη

Οικογένεις σε δίσεκτα χρόνια

(Σημειώσεις μιας ψυχιάτρου)

 

Τι βιώ­νουν και τι εκφρά­ζουν στο γρα­φείο του ψυχο­θε­ρα­πευ­τή οι οικο­γέ­νειες σήμε­ρα; Η έναρ­ξη και η παρά­τα­ση της οικο­νο­μι­κής και κοι­νω­νι­κής κρί­σης έφε­ραν νέα δεδο­μέ­να στη ζωή των οικο­γε­νειών, όχι μόνο υλι­κά, αλλά και ψυχο­λο­γι­κά και, ακό­μα περισ­σό­τε­ρο, στο επί­πε­δο των σχέ­σε­ων. Έτσι, ένας θερα­πευ­τής οικο­γέ­νειας βρί­σκε­ται μπρο­στά σε πρω­τό­γνω­ρες εμπει­ρί­ες στη δου­λειά του, που απαι­τούν νέα κατα­νό­η­ση και νοη­μα­το­δό­τη­ση.

Τα κεί­με­να του βιβλί­ου γρά­φτη­καν κατά το διά­στη­μα 2010–2016, με στό­χο να κατα­γρα­φεί ένα κομ­μά­τι από αυτό το και­νο­φα­νές υλι­κό στις σχέ­σεις των οικο­γε­νειών και των ζευ­γα­ριών που εισέ­βα­λε και εξα­κο­λου­θεί να εισβάλ­λει, «ακα­τέρ­γα­στο», στο γρα­φείο του θερα­πευ­τή οικο­γέ­νειας. Γίνε­ται προ­σπά­θεια, εκτός από την περι­γρα­φή, να τεθούν προ­βλη­μα­τι­σμοί σχε­τι­κά με τις νέες δυνα­τό­τη­τες που χρειά­ζε­ται να ανα­δυ­θούν στο ψυχο­θε­ρα­πευ­τι­κό πλαί­σιο για πιο απο­τε­λε­σμα­τι­κές θερα­πευ­τι­κές παρεμ­βά­σεις.

Από την άλλη, παρα­τί­θε­νται κεί­με­να πιο θεω­ρη­τι­κά, γραμ­μέ­να πάλι την περί­ο­δο αυτής της εξα­ε­τί­ας, που σχε­τί­ζο­νται με την ποί­η­ση, τη φιλο­σο­φία και τους μύθους της αρχαιό­τη­τας, τη μελέ­τη γρα­πτών του Ρώσου γλωσ­σο­λό­γου Μπα­χτίν, του Αμε­ρι­κα­νού ανθρω­πο­λό­γου Bateson, θέμα­τα σχε­τι­κά με την ονο­μα­το­δο­σία στην ελλη­νι­κή οικο­γέ­νεια κ.λπ. Με τον τρό­πο αυτόν γίνε­ται σύν­δε­ση των περι­γρα­φών των σύγ­χρο­νων κατα­στά­σε­ων στις οικο­γε­νεια­κές σχέ­σεις με γενι­κό­τε­ρους προ­βλη­μα­τι­σμούς, όπως είναι ο «διά­λο­γος» και ο «πολυ­φω­νι­κός εαυ­τός», η οποία είναι χρή­σι­μη για τη βαθύ­τε­ρη κατα­νό­η­ση των νέων φαι­νο­μέ­νων στις σχέ­σεις αλλά και για την ίδια τη διεύ­ρυν­ση εννοιών της ψυχο­θε­ρα­πεί­ας.

Ένα μεγά­λο μέρος του περιε­χο­μέ­νου του βιβλί­ου είναι παρου­σί­α­ση κλι­νι­κών περι­πτώ­σε­ων ψυχο­θε­ρα­πεί­ας οικο­γέ­νειας και ζεύ­γους.