Καθώς πλη­σιά­ζου­με στον εορ­τα­σμό της επε­τεί­ου των 50 χρό­νων των Εκδό­σε­ων Καστα­νιώ­τη το 2018, αλλά και της Αθή­νας ως Παγκό­σμιας Πρω­τεύ­ου­σας Βιβλί­ου, παρου­σιά­ζου­με ένα πλού­σιο και εξαι­ρε­τι­κά ενδια­φέ­ρον πρό­γραμ­μα, το οποίο συν­δυά­ζει τη λογο­τε­χνι­κή πολυ­φω­νία με την ποιο­τι­κή γρα­φή, την υφο­λο­γι­κή ποι­κι­λία και τον συντο­νι­σμό με τους προ­βλη­μα­τι­σμούς της εποχής.

Έργα σημα­ντι­κών Ελλή­νων και ξένων συγ­γρα­φέ­ων από τους χώρους της πεζο­γρα­φί­ας και της ποί­η­σης, αλλά και έργα νεό­τε­ρων αξιό­λο­γων δημιουρ­γών, συμπε­ρι­λα­βά­νο­νται στο πρό­γραμ­μα αυτό πλάι σε σημα­ντι­κά δοκί­μια και μελέ­τες κατα­ξιω­μέ­νων επι­στη­μό­νων, ερευ­νη­τών και στοχαστών.

Στη σει­ρά της Ελλη­νι­κής Πεζο­γρα­φί­ας θα εκδο­θεί το νέο βιβλίο της πολυ­βρα­βευ­μέ­νης Ρέας Γαλα­νά­κη με τον τίτλο Δυο γυναί­κες, δυο θεές. Δύο και οι νου­βέ­λες του τόμου, με την πρώ­τη (Αθη­νά βοσκο­πού­λα) να θίγει αινίγ­μα­τα για τη γνω­στή και άγνω­στη ζωή του σπου­δαί­ου παρία γλύ­πτη Γιαν­νού­λη Χαλε­πά, και με τη δεύ­τε­ρη (Εγώ, η Αριά­δνη) να ρίχνει το ανα­τρε­πτι­κό της φως στη σχέ­ση της βλα­στι­κής θεάς της Κρή­της με τον μυθι­κό ήρωα Θησέα.

Τι έμα­θα περ­πα­τώ­ντας στον κόσμο: ένα βιβλίο-έκπλη­ξη από τη Λένα Διβά­νη, η οποία επι­στρέ­φει στην πεζο­γρα­φία πέντε χρό­νια μετά το συγκι­νη­τι­κό Εγώ, ο Ζάχος Ζάχα­ρης, για να μας ταξι­δέ­ψει στα τέσ­σε­ρα σημεία του ορί­ζο­ντα, από την Κού­βα έως τη Νέα Ζηλαν­δία και από τη Γη του Πυρός έως την αλπι­κή στέ­γη της Ευρώ­πης. Ένα συναρ­πα­στι­κό βιω­μα­τι­κό αφή­γη­μα, που δια­βά­ζε­ται σαν μυθι­στό­ρη­μα με ήρω­ες τους τόπους και τα στοι­χεία της φύσης.

Έναν χρό­νο μετά το Κρα­τι­κό Βρα­βείο Διη­γή­μα­τος (για το Η εξαί­σια γυναί­κα και τα ψάρια) και δύο χρό­νια μετά την Αλε­ξάν­δρα, ο Ανδρέ­ας Μήτσου επα­νέρ­χε­ται με τη νου­βέ­λα Γκα­λί­να – Η σκο­τει­νή οικια­κή βοη­θός για να μας συστή­σει μια μυστη­ριώ­δη και μοχθη­ρή γυναί­κα που εκδι­κεί­ται με κάθε τρό­πο όποιον μπαί­νει ανά­με­σα σ’ αυτή και τη νεα­ρή κυρία της.

Νέο βιβλίο και για την Ελέ­νη Πριο­βό­λου, η Καρα­μέ­λα, μια τολ­μη­ρή νου­βέ­λα που ανα­φέ­ρε­ται στις οικο­γε­νεια­κές, κοι­νω­νι­κές και πολι­τι­κές σχέ­σεις, στην υπο­κρι­σία, τη φθο­ρά και τη δια­φθο­ρά. Η Καρα­μέ­λα είναι μια ηρω­ί­δα με βαθιά τραύ­μα­τα, μια «γλυ­κιά» ωστό­σο γυναί­κα η οποία απο­φα­σί­ζει να σπά­σει τον εξω­τε­ρι­κό φλοιό του κόσμου και να δώσει στον εαυ­τό της τον ρόλο της τιμωρού.

Άκρως ατμο­σφαι­ρι­κό το νέο μυθι­στό­ρη­μα του Αλέ­ξη Στα­μά­τη με τον τίτλο Μοτέλ Μορέ­να: ένα παρά­ξε­νο νησί με ψηλούς βρά­χους και οργιώ­δη βλά­στη­ση, όπου ένας πεντα­με­λής θία­σος δίνει την τελευ­ταία παρά­στα­ση της περιο­δεί­ας του. Αλλό­κο­τα γεγο­νό­τα, υπό­γειες δυνά­μεις, ιδιόρ­ρυθ­μοι ήρω­ες συν­θέ­τουν ένα έργο όπου αμφι­σβη­τεί­ται κάθε ορθο­λο­γι­σμός, καθώς η τέχνη συγκρού­ε­ται με το μυστή­ριο που τη γέννησε.

Βασι­σμέ­νο σε πραγ­μα­τι­κά γεγο­νό­τα, το κοι­νω­νι­κό μυθι­στό­ρη­μα του Κώστα Λογα­ρά Τα που­λιά με το μαύ­ρο κολά­ρο παρα­κο­λου­θεί τη δρα­μα­τι­κή ιστο­ρία ενός απο­φυ­λα­κι­σμέ­νου δολο­φό­νου παράλ­λη­λα με την πτω­τι­κή πορεία μιας χώρας. Η Ελλά­δα σήμε­ρα αλλά και τριά­ντα χρό­νια πριν, η Πάτρα τώρα και τότε, και προ πάντων οι άνθρω­ποι, θύτες αλλά και θύμα­τα μιας κοι­νω­νί­ας που καταρρέει.

Κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κό και το νέο μυθι­στό­ρη­μα του Ντί­νου Οικο­νό­μου Έργα και ημέ­ρες του φοι­τη­τή Αλέ­ξη Τραυ­λού, δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στη Θεσ­σα­λο­νί­κη το διά­στη­μα 1963–1964, στον από­η­χο της δολο­φο­νί­ας του Γρη­γό­ρη Λαμπρά­κη, σε μια περί­ο­δο ραγδαί­ων ανα­τρο­πών. Ήρω­ας του βιβλί­ου, ο εμβλη­μα­τι­κός Αλέ­ξης Τραυ­λός, που τον θυμό­μα­στε από τα αστυ­νο­μι­κά μυθι­στο­ρή­μα­τα Το μνη­μό­συ­νο της χελώ­νας και Θα πεθά­νεις, αν χρεια­στεί.

Επί­σης θα κυκλο­φο­ρή­σει το βιβλίο του Πέτρου Κυρί­μη Διά πυρός και αγά­πης (νέα νου­βέ­λα που βασί­ζε­ται στην παλαιό­τε­ρη με τίτλο Η καρ­διά του κότσυ­φα).

Στο πρό­γραμ­μά μας δεν θα μπο­ρού­σε βέβαια να απου­σιά­ζει το διή­γη­μα. Στη συλ­λο­γή Το κου­μπί και άλλες ιστο­ρί­ες της Τασού­λας Τσι­λι­μέ­νη η απώ­λεια δια­τρέ­χει διη­γή­μα­τα χαμη­λό­φω­να αλλά και υπαι­νι­κτι­κά, που μαρ­τυ­ρούν την ομορ­φιά, την παρου­σία των αψύ­χων αλλά και των ζωντα­νών, τα όνει­ρα και την παι­δι­κό­τη­τα ως μεδού­λι της ζωής.

Τέλος, τη μονα­δι­κό­τη­τα του τόπου που ονο­μά­ζε­ται Άγιον Όρος ανα­δει­κνύ­ει ο Θανά­σης Θ. Νιάρ­χος στον ομώ­νυ­μο τόμο Άγιον Όρος (με υπό­τι­τλο Η άσβε­στη φλό­γα), όπου ανθο­λο­γεί κεί­με­να για τον Άθω, γραμ­μέ­να από σπου­δαί­ους λογο­τέ­χνες, όπως οι Θεο­το­κάς, Καζαν­τζά­κης, Κόντο­γλου, Ουρά­νης, Παπα­δια­μά­ντης και πολ­λοί άλλοι.

Στην Ξένη Λογο­τε­χνία, στη σει­ρά «Εικο­στός Αιώ­νας», θα κυκλο­φο­ρή­σει Ο πρώ­τος άνθρω­πος του Αλμπέρ Καμύ σε νέα μετά­φρα­ση – το κατε­ξο­χήν αυτο­βιο­γρα­φι­κό μυθι­στό­ρη­μα του νομπε­λί­στα συγ­γρα­φέα, που ανα­σύρ­θη­κε ημι­τε­λές από τα συντρίμ­μια ενός αυτο­κι­νή­του, όταν ο ίδιος έχα­σε τη ζωή του σε τρο­χαίο ατύ­χη­μα. Είναι ο τελευ­ταί­ος Καμύ, πάντα συγκι­νη­τι­κός, πάντα συναρ­πα­στι­κός. Το αδια­φι­λο­νί­κη­το αρι­στούρ­γη­μα του Μπέρ­ναρντ Μάλα­μουντ Ο μάστο­ρας εκδί­δε­ται για πρώ­τη φορά στα ελλη­νι­κά. Στο πολυ­βρα­βευ­μέ­νο μυθι­στό­ρη­μά του ο Αμε­ρι­κα­νο­ε­βραί­ος συγ­γρα­φέ­ας αφη­γεί­ται την ιστο­ρία ενός ανθρώ­που ο οποί­ος αρνεί­ται να ομο­λο­γή­σει ένα έγκλη­μα που δεν έχει δια­πρά­ξει. Στην ίδια σει­ρά θα κυκλο­φο­ρή­σει και το πρώ­το μυθι­στό­ρη­μα του Στιγκ Ντά­γκερ­μαν Το φίδι, που γρά­φτη­κε κατά τη διάρ­κεια του Β΄ Παγκο­σμί­ου Πολέ­μου και εκτυ­λίσ­σε­ται σε μια σπα­σμω­δι­κά ουδέ­τε­ρη Σου­η­δία, με το στρά­τευ­μά της σε επι­φυ­λα­κή. Είναι μια σπου­δή πάνω στον φόβο και στην υπαρ­ξια­κή αγωνία.

Η σει­ρά «Συγ­γρα­φείς απ’ όλο τον κόσμο» εμπλου­τί­ζε­ται συνε­χώς με νέες φωνές από όλες τις χώρες της υφηλίου:

Στην Ιτα­λία του 1978 οι Ερυ­θρές Ταξιαρ­χί­ες κρα­τούν όμη­ρο τον πρώ­ην πρω­θυ­πουρ­γό Άλντο Μόρο. Χιλιό­με­τρα μακριά από τη Ρώμη, στο Παλέρ­μο, μια παρέα νεα­ρών αγο­ριών σχη­μα­τί­ζουν τον δικό τους ανα­τρε­πτι­κό πυρή­να. Ο Ιτα­λός Τζόρ­τζιο Βάστα με το πρώ­το του μυθι­στό­ρη­μα Ο χρό­νος που δεν είχα κατα­φέρ­νει να απο­τυ­πώ­σει μια ολό­κλη­ρη χώρα τη στιγ­μή που αυτή χάνει ορι­στι­κά την αθω­ό­τη­τά της. H Λέε­να Κρουν είναι η επι­φα­νέ­στε­ρη πεζο­γρά­φος της Φιν­λαν­δί­ας. Θα τη γνω­ρί­σου­με μέσα από δύο σύντο­μα έργα της, δύο νου­βέ­λες που θα κυκλο­φο­ρή­σουν σ’ έναν τόμο: το εμβλη­μα­τι­κό και αλλη­γο­ρι­κό Ταί­να­ρο, που την έκα­νε ευρύ­τε­ρα γνω­στή, και το Hotel Sapiens, έναν περί­κλει­στο χώρο που κατοι­κεί­ται από ιδιό­τυ­πους κατοί­κους. Μια παρά­τολ­μη δολο­φο­νι­κή από­πει­ρα βρί­σκε­ται στο επί­κε­ντρο του μυθι­στο­ρή­μα­τος Κατά­δυ­ση του Άγγλου Τζό­να­θαν Λη: βρι­σκό­μα­στε στο Μπράι­τον το 1984 και μια ωρο­λο­για­κή βόμ­βα είναι προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νη να εκρα­γεί στο ξενο­δο­χείο όπου θα βρί­σκε­ται η πρω­θυ­πουρ­γός της Μεγά­λης Βρε­τα­νί­ας και ολό­κλη­ρο το υπουρ­γι­κό της συμ­βού­λιο. Ο Ισπα­νός Χουάν Γκό­μεθ Μπάρ­θε­να, βασι­σμέ­νος σε πραγ­μα­τι­κά γεγο­νό­τα, μας ταξι­δεύ­ει με τη Γυναί­κα από μελά­νι στο Περού του 1904, όπου μια καλο­στη­μέ­νη λογο­τε­χνι­κή φάρ­σα γίνε­ται η αφορ­μή για τη δια­τή­ρη­ση μιας μακρο­χρό­νιας αλλη­λο­γρα­φί­ας που θα οδη­γή­σει τελι­κά τον Ισπα­νό νομπε­λί­στα ποι­η­τή Χουάν Ραμόν Χιμέ­νεθ να ερω­τευ­τεί μια γυναί­κα-φάντα­σμα. Ο ποι­η­τής Σίλαρντ Μπόρ­μπε­γι, αντλώ­ντας από τις ανα­μνή­σεις της παι­δι­κής του ηλι­κί­ας, έγρα­ψε ένα απί­στευ­τα ρεα­λι­στι­κό μυθι­στό­ρη­μα, σκλη­ρό και ενί­ο­τε βάναυ­σο. Ο ανα­γνώ­στης δεν παρα­κο­λου­θεί μόνο το χρο­νι­κό μιας οικο­γέ­νειας, αλλά και την ιστο­ρία της ίδιας της Ουγ­γα­ρί­ας, τα ποι­κί­λα τραύ­μα­τα που άφη­σαν πάνω στη χώρα δύο παγκό­σμιοι πόλε­μοι – το κεί­με­νο όμως δια­πνέ­ε­ται από μια ακα­τά­βλη­τη, απα­στρά­πτου­σα ελπί­δα. Οι άπο­ροι είναι το δημιουρ­γι­κό απο­κο­ρύ­φω­μα ενός ασυμ­βί­βα­στου αλλά μελαγ­χο­λι­κού καλ­λι­τέ­χνη που αυτο­κτό­νη­σε το 2014. To μυθι­στό­ρη­μα Πεθαί­νο­ντας την άνοι­ξη του Γερ­μα­νού Ραλφ Ρότμαν προ­κά­λε­σε πλα­τύ ενθου­σια­σμό και χαρα­κτη­ρί­στη­κε «βιβλίο ορό­ση­μο για τη μετά-(Γκύντερ)Γκρας επο­χή». Είναι το μυθι­στό­ρη­μα που δια­βά­ζε­ται τού­τη την επο­χή στις περισ­σό­τε­ρες χώρες της Ευρώ­πης, ένα λογο­τε­χνι­κό κεί­με­νο απέ­ριτ­της έκφρα­σης, εξπρε­σιο­νι­στι­κής τεχνο­τρο­πί­ας και καθη­λω­τι­κής δύνα­μης, που εντο­πί­ζει τα θραύ­σμα­τα της ομορ­φιάς ακό­μα και μέσα στην από­γνω­ση. Ο Κρο­ά­της Ίβαν Σέρ­σεν στο μυθι­στό­ρη­μά του Φαύ­λος κύκλος αφη­γεί­ται την ιστο­ρία μιας νεα­ρής μετα­νά­στριας από τη Νιγη­ρία και απο­τυ­πώ­νει με συγκλο­νι­στι­κό τρό­πο την από­γνω­ση των αβο­ή­θη­των «παρα­νό­μων», των προ­σφύ­γων και των φυγά­δων κάθε είδους. Ένα θέμα εξαι­ρε­τι­κά επί­και­ρο, πολύ­πλο­κο και επί­πο­νο, που αντι­με­τω­πί­ζε­ται σε πολ­λές χώρες της Ευρώ­πης με επι­πο­λαιό­τη­τα ή και υπο­κρι­σία. Ο κήπος του Θεού του Ολλαν­δού Γιαν Σίμπε­λινκ είναι μια ιστο­ρία θρη­σκευ­τι­κής μανί­ας στη δεκα­ε­τία του ’30 και συγ­χρό­νως μια φοβε­ρή σχέ­ση πατέ­ρα και γιου, όπου ο γονιός μετα­τρέ­πε­ται στα­δια­κά σ’ έναν σκλη­ρο­πυ­ρη­νι­κό, ακραίο, φανα­τι­κό καλ­βι­νι­στή. Πρό­κει­ται για μια από τις μεγα­λύ­τε­ρες εκδο­τι­κές επι­τυ­χί­ες των τελευ­ταί­ων ετών στις Κάτω Χώρες – έχει ξεπε­ρά­σει τα 600.000 αντί­τυ­πα και απο­τε­λεί αντι­κεί­με­νο έντο­νων συζη­τή­σε­ων και συγκρού­σε­ων. Τέλος, ένα μυθι­στό­ρη­μα για την παγκο­σμιό­τη­τα και την ταυ­τό­τη­τα στον σημε­ρι­νό κόσμο, μια σύγ­χρο­νη περι­πέ­τεια που συνυ­φαί­νε­ται με την αρχέ­γο­νη παρά­δο­ση του σαμα­νι­σμού: ο Χουάνγκ Σοκ Γιονγκ είναι ο κορυ­φαί­ος μετα­πο­λε­μι­κός πεζο­γρά­φος της κορε­α­τι­κής χερ­σο­νή­σου και Η εγκα­τα­λειμ­μέ­νη πρι­γκί­πισ­σα ένα μυθι­στό­ρη­μα για τη «μετα­νά­στευ­ση και την αρμο­νία», όπως λέει ο ίδιος ο συγγραφέας.

Στη σει­ρά «Καστα­νιώ­της noir», οι Νεκρές ώρες του Βασί­λη Δανέλ­λη είναι το νέο του μυθι­στό­ρη­μα με κεντρι­κό ήρωα-αφη­γη­τή έναν εκτε­λε­στή που ανα­με­τριέ­ται με τον χρό­νο. Υπαρ­ξια­κό νουάρ, σκο­τει­νός εσω­τε­ρι­κός μονό­λο­γος, ένα οδοι­πο­ρι­κό στις νεκρές ώρες της νύχτας, με κοφτό λόγο και συνε­χείς ανατροπές.

Στην ίδια σει­ρά και το μυθι­στό­ρη­μά της Σκω­τσέ­ζας Βαλ ΜακΝτέρ­μιντ Το τρα­γού­δι της Σει­ρή­νας, μια περι­πλά­νη­ση στο μυα­λό ενός κατά συρ­ροή δολο­φό­νου. Ψυχο­λο­γι­κό θρί­λερ που καθη­λώ­νει τον ανα­γνώ­στη από την πρώ­τη έως την τελευ­ταία σελίδα.

Στη σει­ρά «Ποί­η­ση» ανα­μέ­νε­ται να κυκλο­φο­ρή­σει η νέα συλ­λο­γή του Ντί­νου Σιώ­τη Ωρο­σκό­πια νεκρών, ένας διά­λο­γος μετα­ξύ ζώντων και τεθνε­ώ­των, όπου οι ζωντα­νοί λένε τα πάθη τους στους νεκρούς και οι νεκροί τα λάθη τους στους ζωντανούς.

Στη σει­ρά «Δοκί­μια» θα κυκλο­φο­ρή­σει το βιβλίο του Παντε­λή Βου­του­ρή Ιδέ­ες της σκλη­ρό­τη­τας και της καλο­σύ­νης (Εθνι­κι­σμός, σοσια­λι­σμός, ρατσι­σμός, 1897–1922), το οποίο δια­τρέ­χει μια περί­ο­δο μεγά­λων ιδε­ο­λο­γι­κών ανα­με­τρή­σε­ων και εξε­τά­ζει την πρό­σλη­ψη των ιδε­ών τη συγκε­κρι­μέ­νη επο­χή από την ελλη­νι­κή δια­νό­η­ση. Ο Σπύ­ρος Τζου­βέ­λης με το βιβλίο του Ο Καβά­φης της Ιστο­ρί­ας και των αισθή­σε­ων (σει­ρά «Νεο­ελ­λη­νι­κή Γραμ­μα­το­λο­γία») επι­χει­ρεί μια συνο­λι­κή επι­σκό­πη­ση και απο­τί­μη­ση του έργου του Κ.Π. Καβά­φη. Στη σει­ρά «Φιλο­σο­φία» θα κυκλο­φο­ρή­σει το βιβλίο του Ευστά­θιου Βέλ­τσου Georges Canguilhem (1904–1995) – Ιδέ­ες, έννοιες και μέθο­δοι της ζωής, μια εισα­γω­γή στο σπου­δαίο έργο του Γάλ­λου φιλο­σό­φου και δια­νοη­τή, που ανα­δει­κνύ­ει την ιδιαί­τε­ρη φιλο­σο­φι­κή μέθο­δό του, τον συν­δυα­σμό της φιλο­σο­φί­ας με την ιστο­ρία των επι­στη­μών και των ιδε­ών. Στη σει­ρά «Πολι­τι­κή-Ιστο­ρία» θα κυκλο­φο­ρή­σει ο συλ­λο­γι­κός τόμος Λωζάν­νη 1923 (Δια­χρο­νι­κές προ­σεγ­γί­σεις και εκτι­μή­σεις) σε επι­μέ­λεια των Γιώρ­γου Γεωρ­γή, Χρί­στου Κ. Κυρια­κί­δη και Χαρά­λα­μπου Γ. Χαρα­λά­μπους: έντε­κα ιστο­ρι­κοί και πολι­τι­κοί επι­στή­μο­νες διε­ρευ­νούν την ιστο­ρία του συνε­δρί­ου της Λωζάν­νης, ανα­τέ­μνουν το περιε­χό­με­νο της συν­θή­κης και εξε­τά­ζουν την ισχύ, την πορεία και τις επι­πτώ­σεις της στον χρό­νο. Ο Δημή­τρης Κου­τσού­κης με το βιβλίο του Ο ματω­μέ­νος θρό­νος του Θεού (και οι αρχέ­γο­νες συγκρού­σεις στη Μέση Ανα­το­λή) επι­χει­ρεί να ερμη­νεύ­σει τις δυσοί­ω­νες κατα­στά­σεις που επι­κρα­τούν στη Μέση Ανα­το­λή, απαλ­λαγ­μέ­νος από στε­νό­μυα­λους δογ­μα­τι­σμούς, στεί­ρες προ­κα­τα­λή­ψεις, δια­στρε­βλω­μέ­νες πολι­τι­κές προ­πα­γάν­δες και θρη­σκευ­τι­κούς φανα­τι­σμούς. Στο ερώ­τη­μα πώς και για­τί εκτρο­χιά­στη­κε η Μετα­πο­λί­τευ­ση επι­χει­ρεί να απα­ντή­σει ο Γιάν­νης Λού­λης με το νέο πολι­τι­κό βιβλίο του που φέρει τον τίτλο Στις ρίζες του κακού. Ο Νίκος Παπα­δη­μη­τρί­ου με τον Άρη Ανα­γνω­στό­που­λο επι­με­λή­θη­καν τον συλ­λο­γι­κό τόμο Το παρελ­θόν στο παρόν (Μνή­μη, ιστο­ρία και αρχαιό­τη­τα στη σύγ­χρο­νη Ελλά­δα), όπου κορυ­φαί­οι ειδι­κοί από διά­φο­ρα επι­στη­μο­νι­κά πεδία επι­χει­ρούν να προ­σεγ­γί­σουν την πολυ­διά­στα­τη σχέ­ση της ελλη­νι­κής κοι­νω­νί­ας με το ιστο­ρι­κό παρελ­θόν. Στη σει­ρά «Μαρ­τυ­ρί­ες-Βιο­γρα­φί­ες» θα εκδο­θεί ο Γ΄ τόμος του έργου του Γιώρ­γη Μωρα­ΐ­τη Ανα­μνή­σεις ενός αντάρ­τη, όπου παρου­σιά­ζο­νται όλα τα δρα­μα­τι­κά γεγο­νό­τα από τη Βάρ­κι­ζα έως και τον Εμφύ­λιο, όπως ο ίδιος ο συγ­γρα­φέ­ας τα έζησε.

Στη σει­ρά «Ανα­χρο­νι­σμοί» θα κυκλο­φο­ρή­σει το βιβλίο Ο Ανα­ξί­μαν­δρος στη Φου­κου­σί­μα, ένα καλ­λι­τε­χνι­κό πρό­τζεκτ και ποι­η­τι­κό δοκί­μιο του Ζήση Κοτιώ­νη.

Μια ενδια­φέ­ρου­σα έκδο­ση για την οικο­νο­μι­κή και κοι­νω­νι­κή ιστο­ρία της Αθή­νας υπο­γρά­φουν οι Λυδία Σαπου­νά­κη-Δρα­κά­κη και Μαρία Λουί­ζα Τζό­για-Μοά­τσου με το βιβλίο Από τα «Εδώ­δι­μα-Αποι­κια­κά» στα σού­περ μάρ­κετ (Η πορεία 140 ετών μιας ελλη­νι­κής εται­ρεί­ας τρο­φί­μων).

Στα «Βιβλία για παι­διά και νέους» οι Εκδό­σεις Καστα­νιώ­τη και ο Βασί­λης Παπα­θε­ο­δώ­ρου εγκαι­νιά­ζουν τη σει­ρά «Απρό­σμε­νοι Φίλοι», που απευ­θύ­νε­ται σε παι­διά προ­σχο­λι­κής και πρω­το­σχο­λι­κής ηλι­κί­ας. Κάθε βιβλίο της σει­ράς περιέ­χει μυθο­πλα­σία βασι­σμέ­νη σε πραγ­μα­τι­κή ιστο­ρία ηρω­ι­σμού, πίστης και αφο­σί­ω­σης ζώων. Τα δύο πρώ­τα που θα εκδο­θούν είναι τα Τόγκο, το σκυ­λί των πάγων και Αύρα, το άλο­γο ολυ­μπιο­νί­κης.

Με ένα ακό­μα βιβλίο για παι­διά προ­σχο­λι­κής ηλι­κί­ας συμπλη­ρώ­νε­ται το εκδο­τι­κό μας πρό­γραμ­μα: Η Μάγια στη ζού­γκλα της Γιο­λά­ντας Τσια­μπό­κα­λου είναι ένα βιβλίο για την ανά­γκη που έχου­με όλοι μας για μια ζεστή αγκα­λιά πριν από κάθε «καλη­νύ­χτα».

Η χρο­νιά θα κλεί­σει με τα καθιε­ρω­μέ­να ημε­ρο­λό­για 365 ημέ­ρες γονιός (με κεί­με­να της Δάφ­νης Φιλίπ­που), Κάθε μέρα μια θετι­κή σκέ­ψη (με κεί­με­να του Γουί­ντυ Ντράι­ντεν) και το συλ­λο­γι­κό Ο τοί­χος είχε τη δική του υστε­ρία, το οποίο φέτος έχει τον τίτλο Πρώ­τη φορά 2018: μια απο­λαυ­στι­κή ανθο­λο­γία με τα πιο δημο­φι­λή «τιτι­βί­σμα­τα» που δημο­σιεύ­τη­καν στην ιστο­σε­λί­δα hysteria.gr.

Καλό εκδο­τι­κό φθινόπωρο!


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ / ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

 

Ρέα ΓαλανάκηΡέα Γαλα­νά­κη

Δυο γυναί­κες, δυο θεές (Νου­βέ­λες)

Με αφορ­μή το γλυ­πτό του Χαλε­πά «Αθη­νά βοσκο­πού­λα», η πρώ­τη νου­βέ­λα εστιά­ζε­ται στα είκο­σι οκτώ χρό­νια που έζη­σε ο Χαλε­πάς στην Τήνο, μετά το φρε­νο­κο­μείο της Κέρ­κυ­ρας και μέχρι να επι­στρέ­ψει στην Αθή­να, ανα­γνω­ρι­σμέ­νος για δεύ­τε­ρη φορά. Στο διά­στη­μα αυτό, που ο θάνα­τος της μάνας μοί­ρα­σε στα δυο, ο Χαλε­πάς δού­λευε και ως βοσκός. Ποια ήταν η θυελ­λώ­δης σχέ­ση με τη μάνα, πώς δια­σταυ­ρώ­νο­νταν πρό­σω­πα και χρό­νοι εντός του, για­τί «νεκρα­να­στή­θη­κε» σ’ αυτό το διά­στη­μα ο «παρί­ας γλύ­πτης», είναι κάποια από τα αινίγ­μα­τα που θίγονται.

Το ερω­τι­κό πάθος της Αριά­δνης για τον ξένο κι εχθρό στη μινω­ι­κή Κνω­σό Θησέα εξι­στο­ρεί­ται στη δεύ­τε­ρη νου­βέ­λα από την ίδια. Η αφή­γη­σή της δια­φέ­ρει από τον μύθο που μας παρέ­δω­σε η ελλη­νι­κή αρχαιό­τη­τα. Όχι μόνον επει­δή παίρ­νει τον λόγο μια γυναί­κα, αλλά κι επει­δή δίπλα στην ερω­τευ­μέ­νη κόρη ανα­δύ­ε­ται το κύρος μιας πρι­γκί­πισ­σας, ιέρειας και θεάς. Ωσάν να έπρε­πε να κάνουν τα πράγ­μα­τα τον μοι­ραίο, τον τελε­τουρ­γι­κό τους κύκλο, ακό­μη και σε έναν κόσμο που έφθι­νε καθώς ανα­δυό­ταν ο καινούργιος.

Στο επί­με­τρο του βιβλί­ου η συγ­γρα­φέ­ας παρα­θέ­τει τη βιω­μα­τι­κή της σχέ­ση με τις παρα­πά­νω νου­βέ­λες, που, ως όφει­λαν, δια­φέ­ρουν ανα­με­τα­ξύ τους σε πολλά.

 

Λένα ΔιβάνηΛένα Διβά­νη

Τι έμα­θα περ­πα­τώ­ντας στον κόσμο

Όταν τελειώ­σεις σχο­λείο και πανε­πι­στή­μιο, φίλε ανα­γνώ­στη, ένας τρό­πος υπάρ­χει να συνε­χί­σεις την εκπαί­δευ­σή σου: να ξεβο­λευ­τείς. Να αφή­σεις τον κανα­πέ και ν’ αρπά­ξεις  σακί­διο, μπο­τά­κια και δια­βα­τή­ριο. Να αγα­πή­σεις τα λιμά­νια, τα αερο­δρό­μια, τις άγνω­στες λέξεις, τον ύπνο σε σκη­νή, τις παρά­ξε­νες φάτσες, τις ανα­πά­ντε­χες συνα­ντή­σεις. Να φτά­σεις στην εκρη­κτι­κή Βενε­ζου­έ­λα του ετοι­μο­θά­να­του Τσά­βες, στη σέξι Κού­βα όπου όλα αλλά­ζουν εκτός από τη λατρεία του Τσε, στην προ­βιο­μη­χα­νι­κή Αιθιο­πία των κομ­μέ­νων κλει­το­ρί­δων, στο Βιετ­νάμ όπου ο σκύ­λος είναι σπου­δαί­ος μεζές, στη Γη του Πυρός όπου ο Δαρ­βί­νος εμπνεύ­στη­κε τη θεω­ρία του, στη Νέα Ζηλαν­δία των Μαο­ρί όπου τρέ­χει το νερό ανά­πο­δα για να δεις τον κόσμο ανά­πο­δα. Όχι μόνο πόλεις, που είναι σκέ­τη βιτρί­να – για να δεις όλη την αλή­θεια πρέ­πει να πας και στα χωριά και στα βου­νά. Όχι μην τρο­μά­ζεις, δεν χρειά­ζε­ται να είσαι αθλη­τα­ράς. Όποιος θέλει να ανε­βεί, ανεβαίνει.

Εγώ το πρω­τό­κα­να πριν δεκα­έ­ξι χρό­νια – θα δεις πώς και για­τί. Απο­φά­σι­σα λοι­πόν να κλεί­σω σ’ ένα βιβλίο τις πιο αστεί­ες, μαύ­ρες, απροσ­δό­κη­τες ιστο­ρί­ες που με συνά­ντη­σαν όσο περ­πα­τού­σα στα βου­νά και στις πόλεις του κόσμου. Είπα να σου διη­γη­θώ τι έπα­θα και τι έμα­θα μήπως την επό­με­νη φορά έρθεις κι εσύ.

Η Λένα Διβά­νη επι­στρέ­φει στην πεζο­γρα­φία έπει­τα από πέντε χρό­νια με ένα υβρι­δι­κό λογο­τε­χνι­κό αφή­γη­μα, που δια­βά­ζε­ται σαν ταξι­διω­τι­κή περι­πέ­τεια στα τέσ­σε­ρα σημεία του ορί­ζο­ντα ή σαν μυθι­στό­ρη­μα με ήρω­ες τους τόπους και τα στοι­χεία της φύσης. Με το διεισ­δυ­τι­κό, αυτο­σαρ­κα­στι­κό και καυ­στι­κό, αλλά πάντα ειλι­κρι­νές ύφος της, που δια­τρέ­χει όλα της τα βιβλία.

 

Πέτρος ΚυρίμηςΠέτρος Κυρί­μης

Διά πυρός και αγά­πης (Νου­βέ­λα)

Γερ­μα­νία του ογδό­ντα. Πέρα­σαν κιό­λας σχε­δόν δέκα χρό­νια. Κρα­νί­ου τόπος. Καμιά φωνή στην κορυ­φή του. Μεθυ­σμέ­νες μόνο νυκτό­βιες κραυ­γές και γαβγί­σμα­τα σκύ­λων. Ταβέρ­να «Ο Σωκρά­της». Ταβέρ­να «Ο Διό­νυ­σος». Σου­βλά­κι γύρος, εκλο­γές στην κοι­νό­τη­τα, στην εκκλη­σία θα ψήσουν αρνιά κι αυτή την Ανά­στα­ση. Πρώ­το τρα­πέ­ζι ο πρέ­σβης, ο στρα­τιω­τι­κός ακό­λου­θος, ο δεσπό­της. Πίσω οι λοι­ποί ευσε­βείς. Πιο πίσω μερι­κοί Γερ­μα­νοί περί­οι­κοι να χαζεύ­ουν και να χει­ρο­κρο­τούν, έκθαμ­βοι από το μεγα­λείο της Ελλά­δας, τα κορί­τσια που χορεύ­ουν ντυ­μέ­να με εθνι­κές ενδυ­μα­σί­ες και μιλά­νε μετα­ξύ τους γερ­μα­νι­κά. Απο­λαμ­βά­νου­με όλοι το ελλη­νι­κό Πάσχα. Τα στριμ­μέ­να μου άντε­ρα βγά­ζω από μέσα μου και στε­γνώ­νω έξω στο λαμπρό σου ήλιο, Κύριε. Θα φτιά­ξω όπως κάθε χρό­νο την καθιε­ρω­μέ­νη μου μαγει­ρί­τσα. Παίρ­νω νερό της θάλασ­σας και τα περ­νάω πρώ­το χέρι. Παίρ­νω νερά­κι της βρο­χής και τα ξεβγά­ζω. Τα αφή­νω να βρά­σουν καλά μες στο αίμα μου. Ενα­πο­θέ­τω με ευλά­βεια την πια­τέ­λα στο τρα­πέ­ζι. Τρώ­νε με βου­λι­μία. Φάγε­τε, πίε­τε, λέγω. Τού­το εστί το τέλος μου…

 

Κώστας ΛογαράςΚώστας Λογα­ράς

Τα που­λιά με το μαύ­ρο κολά­ρο (Μυθι­στό­ρη­μα)

Ο Μαρί­νος Τριά­ντης ζει μόνος στην Πάτρα, σ’ έναν από­με­ρο δρό­μο του λιμα­νιού της – πέρα­σμα μετα­να­στών προς την κοντι­νή Ιτα­λία. Μονα­δι­κή του συντρο­φιά το σκυ­λί του, ο Ραμόν. Είναι Οκτώ­βρης του 2011 κι έχει μόλις απο­φυ­λα­κι­στεί, ύστε­ρα από τριά­ντα χρό­νια κάθειρ­ξης για τη δολο­φο­νία του δεκα­ε­ξά­χρο­νου «φίλου» του. Με το στίγ­μα του ισο­βί­τη να τον ακο­λου­θεί, σε μια πόλη ρημαγ­μέ­νη από την κρί­ση και αλλαγ­μέ­νη από το χρό­νο, προ­σπα­θεί να επι­βιώ­σει ζώντας με τα ψίχου­λα από την ήδη πενι­χρή σύντα­ξη της γριάς μάνας του. Παλεύ­ει να προ­σαρ­μο­στεί στη νέα του ζωή. Αλλά είναι αμφί­βο­λο αν θα κατα­φέ­ρει να στα­θεί όρθιος σε έναν τόπο που μοιά­ζει να καταρρέει.

Εμπνευ­σμέ­νο από αλη­θι­νά γεγο­νό­τα, το μυθι­στό­ρη­μα παρα­κο­λου­θεί τη δρα­μα­τι­κή ιστο­ρία ενός ανθρώ­που παράλ­λη­λα με την πτω­τι­κή πορεία μιας χώρας. Σε πρώ­το πλά­νο το άτο­μο ως όργα­νο του ανε­ξέ­λεγ­κτου κακού. Στο φόντο η αυθαι­ρε­σία της εξου­σί­ας, που συντε­λεί στη διά­βρω­ση της κοι­νω­νί­ας και στη διά­χυ­ση του κακού πάνω στο σώμα της.

 

Ανδρέας ΜήτσουΑνδρέ­ας Μήτσου

Γκα­λί­να – Η σκο­τει­νή οικια­κή βοη­θός (Νου­βέ­λα)

Η Γκα­λί­να, μια ηλι­κιω­μέ­νη οικια­κή βοη­θός, βρί­σκε­ται σε ερω­τι­κή σχέ­ση με τη νεα­ρή κυρία της. Το νεο­γέν­νη­το παι­δί της συντρό­φου της έρχε­ται να μοι­ρα­στεί την αγά­πη τους.

Η Γκα­λί­να το μισεί και επι­χει­ρεί τη φυσι­κή του εξό­ντω­ση με τρό­πο αδιανόητο.

Απρό­βλε­πτα εμπλέ­κε­ται στην υπό­θε­ση περί­ερ­γος αστυ­νο­μι­κός της Ασφά­λειας. Αυτός θα σώσει, εν τέλει, το βρέ­φος από τα νύχια της μοχθη­ρής γυναί­κας και θα απο­βεί ο φύλα­κας άγγε­λός του.

Για ετού­τη την εμπλο­κή του θα πλη­ρώ­σει τίμη­μα ακρι­βό. Η εκδί­κη­ση της οικια­κής βοη­θού θα του κατα­λύ­σει τη ζωή.

Την ίδια εκδί­κη­ση θα υπο­στεί και κάποιος τυχαί­ος μάρ­τυ­ρας της υπό­θε­σης. Παρό­μοια τιμω­ρία επα­πει­λεί όμως και κάθε άλλον ωτα­κου­στή αυτής της ιστορίας.

 

Θανάσης ΝιάρχοςΆγιον Όρος (Η άσβε­στη φλόγα)

Επι­λο­γή-επι­μέ­λεια: Θανά­σης Θ. Νιάρχος

Ο τόμος αυτός θέλει να δια­σώ­σει κάτι από την ευγέ­νεια, τη χάρη, τη μαγεία, αλλά και την αυστη­ρό­τη­τα μιας «ανορ­θο­δο­ξί­ας» όπως είναι ο μονα­χι­σμός, καθώς η ύπαρ­ξη του τελευ­ταί­ου μεγα­λώ­νει «επι­κίν­δυ­να» το περι­θώ­ριο ο κόσμος να μπο­ρεί να μετα­βάλ­λε­ται κάθε στιγ­μή σε ποι­η­τι­κό γεγο­νός. Δεν έχει παρά να προ­σέ­ξει κανείς τα ονό­μα­τα των συγ­γρα­φέ­ων που υπο­γρά­φουν τα κεί­με­να του τόμου αυτού: Παπα­δια­μά­ντης, Καζαν­τζά­κης, Θεο­το­κάς, Ουρά­νης, Κόντο­γλου, Πρε­βε­λά­κης και άλλοι πολ­λοί σπου­δαί­οι εκπρό­σω­ποι των γραμ­μά­των και των τεχνών. Θρη­σκευό­με­νοι ή άθε­οι, θαυ­μα­στι­κοί ή επι­φυ­λα­κτι­κοί, αστοί ή περι­θω­ρια­κοί, νιώ­θεις να αισθά­νο­νται τα εκφρα­στι­κά τους εργα­λεία ανε­παρ­κή, προ­κει­μέ­νου να δια­τυ­πώ­σουν μιαν απο­κά­λυ­ψη που τους γίνε­ται και που ανα­τρέ­πει τα δεδο­μέ­να της ζωής τους, όπως έχουν δια­μορ­φω­θεί ως την ώρα που επι­σκέ­πτο­νται το Άγιον Όρος. Τι άλλο θα μπο­ρού­σε να χαρα­κτη­ρι­στεί ως θαύ­μα στη ζωή του κάθε ανθρώ­που, παρά ο ενδοια­σμός αρχι­κά και η προ­θυ­μία στη συνέ­χεια να αλλά­ξει το βαθύ­τε­ρό του εαυ­τό, που τον μετα­βάλ­λει σε ένα από Θεού γέν­νη­μα; Ο τόμος Άγιον Όρος, η άσβε­στη φλό­γα, με τη χρο­νι­κή διάρ­κεια ενός αιώ­να που καλύ­πτει η συγ­γρα­φή και η δημο­σί­ευ­ση των κει­μέ­νων του, σεμνύ­νε­ται πως συμ­βάλ­λει στην ενερ­γο­ποί­η­ση του θαύ­μα­τος αυτού σε εξαι­ρε­τι­κά δύσκο­λους και χθα­μα­λούς καιρούς.

 

Ντίνος ΟικονόμουΝτί­νος Οικονόμου

Έργα και ημέ­ρες του φοι­τη­τή Αλέ­ξη Τραυ­λού (Μυθι­στό­ρη­μα)

Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1963–1964, στον από­η­χο της δολο­φο­νί­ας Λαμπρά­κη και σε μια περί­ο­δο ραγδαί­ων πολι­τι­κών εξε­λί­ξε­ων και ανα­τρο­πών. Τις κυβερ­νή­σεις της Δεξιάς δια­δέ­χε­ται η κυβέρ­νη­ση του Κέντρου, στην οποία στη­ρί­ζο­νται οι ελπί­δες πολ­λών πολι­τών. Στο ρωμα­λέο φοι­τη­τι­κό κίνη­μα εντάσ­σο­νται όλο και περισ­σό­τε­ροι νέοι. Ανά­με­σά τους ο Αλέ­ξης Τραυ­λός, φοι­τη­τής της Ιατρι­κής, ξεχω­ρί­ζει για την αγω­νι­στι­κή διά­θε­ση, τις καθο­δη­γη­τι­κές ικα­νό­τη­τες, αλλά και για την έφε­ση προς την κοι­νω­νι­κή άνο­δο. Εκ των πραγ­μά­των, συγ­χρω­τί­ζε­ται με τοπι­κούς κομ­μα­τι­κούς μεγα­λο­πα­ρά­γο­ντες, οι οποί­οι όμως –μαζί με μητρο­πο­λί­τες, στρα­τη­γούς και επι­χει­ρη­μα­τί­ες– συναλ­λάσ­σο­νται με φαι­νο­με­νι­κά απρο­σπέ­λα­στους καθη­γη­τές. Μέσα σ’ αυτό το κλί­μα, που εντεί­νε­ται από τις αλλη­λε­ξαρ­τή­σεις, τις αστυ­νο­μι­κές αυθαι­ρε­σί­ες και την παρα­κρα­τι­κή δρά­ση ακραί­ων οργα­νώ­σε­ων, ανα­πτύσ­σε­ται ένα ειδύλ­λιο ανά­με­σα στον Αλέ­ξη και τη Ραλού, μια πλού­σια συμ­φοι­τή­τριά του, μια κοπέ­λα που «θολώ­νει τα νερά». Σύντο­μα ο κεντρι­κός ήρω­ας θα έρθει αντι­μέ­τω­πος με σημα­ντι­κά ηθι­κά διλήμ­μα­τα. Οι απο­φά­σεις θα είναι δύσκο­λες. Οι επι­λο­γές θα καθο­ρί­σουν τη ζωή του για πάντα.

Ένα κοι­νω­νι­κό και πολι­τι­κό μυθι­στό­ρη­μα για τα πάθη και τις συγκρού­σεις μιας ταραγ­μέ­νης επο­χής, η οποία δεν έχει μέχρι σήμε­ρα απο­τυ­πω­θεί στη λογο­τε­χνία επαρκώς.

 

Ελένη ΠριοβόλουΕλέ­νη Πριοβόλου

Η Καρα­μέ­λα (Νου­βέ­λα)

Η Φρό­ξη Καρα­μέ­λα, βέρα Αθη­ναία από πάπ­που προς πάπ­πον, είναι κλη­ρο­νό­μος μιας ιστο­ρι­κής καρα­με­λο­ποι­ί­ας την οποία εξε­λίσ­σει και μετα­τρέ­πει σε  προ­σω­πι­κό της «ναό».  Οι καρα­μέ­λες της είναι μονα­δι­κές. Σκλη­ρό το εκμα­γείο τους, όμως  η ουσία  και η  δύνα­μή τους βρί­σκε­ται στο εσω­τε­ρι­κό τους – στο «ολύ­μπιο νέκταρ» που η ίδια παρα­σκευά­ζει, για να κατα­στεί, από απλή επαγ­γελ­μα­τί­ας, μία πραγ­μα­τι­κή δημιουρ­γός. «Θεό» απο­κα­λεί τον εαυ­τό της, και την κοι­νω­νία έναν απέ­ρα­ντο «οίκο ενο­χής», που στέ­κε­ται απέ­να­ντί της αντί­πα­λη και εχθρική.

Για τη «γλυ­κιά» Καρα­μέ­λα δεν υπάρ­χουν αθώ­οι. Στιγ­μα­τι­σμέ­νη η ίδια από τη ζωή, απο­φα­σί­ζει να σπά­σει τον εξω­τε­ρι­κό φλοιό του κόσμου και να δώσει στον εαυ­τό της το ρόλο της τιμωρού.

Ένα βιβλίο για τις οικο­γε­νεια­κές, κοι­νω­νι­κές και πολι­τι­κές σχέ­σεις, για την αντί­φα­ση ανά­με­σα  στο «φαί­νε­σθαι» και το «είναι». Μια ιστο­ρία για την υπο­κρι­σία, τη φθο­ρά και τη δια­φθο­ρά, αλλά και για τον σύγ­χρο­νο αλλο­τριω­μέ­νο άνθρωπο.

 

Αλέξης ΣταμάτηςΑλέ­ξης Σταμάτης

Μοτέλ Μορέ­να (Μυθι­στό­ρη­μα)

Ένας πεντα­με­λής θία­σος με επι­κε­φα­λής τους πρω­τα­γω­νι­στές Ρομάν, σκη­νο­θέ­τη-συγ­γρα­φέα, και τη σύντρο­φό του Θίντα, πρώ­ην σταρ του σινε­μά, φτά­νει στον τελευ­ταίο σταθ­μό της περιο­δεί­ας του, σ’ ένα παρά­ξε­νο νησί με ψηλούς βρά­χους αλλά και οργιώ­δη βλά­στη­ση. Όσα ακο­λου­θούν στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα είναι πολύ πιο αλλό­κο­τα από το από­κο­σμο έργο που ο θία­σος θα ανε­βά­σει μπρο­στά σε ένα εντε­λώς ιδιόρ­ρυθ­μο κοι­νό. Δυνά­μεις υπό­γειες, αρχέ­γο­νες αλλά και δια­χρο­νι­κές αρχί­ζουν να εμφα­νί­ζο­νται για να αμφι­σβη­τή­σουν κάθε ορθολογισμό.

Το Μοτέλ Μορέ­να αφη­γεί­ται την άλλη πλευ­ρά του πολι­τι­σμού που πολ­λοί νομί­ζουν ότι χάθη­κε, αλλά τα ίχνη του είναι ορα­τά σε κάθε συμπε­ρι­φο­ρά της ανθρώ­πι­νης φύσης. Είναι μια ιστο­ρία όπου η Τέχνη συγκρού­ε­ται με το μυστή­ριο που τη γέννησε.

 

Τασούλα ΤσιλιμένηΤασού­λα Τσιλιμένη

Το κου­μπί (και άλλες ιστορίες)

Εικό­νες ζωής, χαμη­λό­φω­νες αλλά και υπαι­νι­κτι­κές, με ένα βλέμ­μα νοσταλ­γι­κό και καταγ­γελ­τι­κό για όσα έγι­ναν και όσα δεν πρό­λα­βαν να γίνουν. Η απώ­λεια, ως διαρ­κές στοι­χείο αυτού του βιβλί­ου, δια­τρέ­χει ιστο­ρί­ες που μαρ­τυ­ρούν την ομορ­φιά, την παρου­σία των αψύ­χων αλλά και των ζωντα­νών, τα όνει­ρα και την παι­δι­κό­τη­τα ως μεδού­λι της ζωής. Τα πρό­σω­πα δεν απεκ­δύ­ο­νται τους ρόλους που η ζωή τούς όρι­σε. Κορί­τσια που ασφυ­κτιούν στον κόσμο των ενη­λί­κων, σώμα­τα σπαρ­μέ­να στις πλα­γιές του Ολύ­μπου, μωρά που εξα­φα­νί­ζο­νται σε πυκνές αντά­ρες, άνθρω­ποι που κοι­τούν από κορ­νί­ζες ή από το βυθό της λίμνης και απαι­τούν την αλή­θεια τους. Δρα­μα­το­ποι­η­μέ­νες αφη­γή­σεις που υφαί­νουν με λεπτές απο­χρώ­σεις και διεισ­δυ­τι­κό βλέμ­μα τα «θέλω» των δια­φο­ρε­τι­κών σε ηλι­κία χαρα­κτή­ρων και επι­χει­ρούν να ισορ­ρο­πή­σουν τον πεζο­γρα­φι­κό λόγο με την ποι­η­τι­κό­τη­τα των εικό­νων και τον μαγι­κό ρεαλισμό.

«Η μικρή φόρ­μα στην πιο μεγά­λη της ώρα. Ιστο­ρί­ες-νάνοι για ανθρώ­πους σφυ­ρη­λα­τη­μέ­νους στο εργα­στή­ρι του χωριού, στα καφε­νεία τους που μυρί­ζουν καπνό και ρακή και στις σκιε­ρές ποτί­στρες που κελα­ρύ­ζουν τα μεση­μέ­ρια. Αφη­γή­σεις για τους ταπει­νούς, χρό­νια μετά την εξό­διο ακο­λου­θία της μνήμης».

ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ

ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Αλμπέρ ΚαμύΕΙΚΟΣΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ

Αλμπέρ Καμύ (ΓΑΛΛΙΑ)

Ο πρώ­τος άνθρω­πος (Mυθι­στό­ρη­μα) (Βρα­βείο Νόμπελ)

Μετά­φρα­ση: Ρίτα Κολαΐτη 

Στις 4 Ιανουα­ρί­ου 1960, ένα σπορ αυτο­κί­νη­το ντε­ρα­πά­ρει στο ολι­σθη­ρό οδό­στρω­μα και προ­σκρού­ει σ’ έναν πλά­τα­νο. Ανά­με­σα στα θύμα­τα του ατυ­χή­μα­τος είναι και ο Αλμπέρ Καμύ, δημο­σιο­γρά­φος, δοκι­μιο­γρά­φος, δρα­μα­τουρ­γός, μυθι­στο­ριο­γρά­φος, τιμη­μέ­νος με το λογο­τε­χνι­κό Βρα­βείο Νόμπελ. Μες στα συντρίμ­μια, βρί­σκουν έναν δερ­μά­τι­νο χαρ­το­φύ­λα­κα. Περιέ­χει ένα ανο­λο­κλή­ρω­το χει­ρό­γρα­φο. Αυτό το αυτο­βιο­γρα­φι­κό σχε­δί­α­σμα, που αντλεί την έμπνευ­σή του από μια Αλγε­ρία που την καί­ει ο ήλιος, συνο­δεύ­ε­ται από τις σημειώ­σεις του συγ­γρα­φέα, τις φρά­σεις-αφο­ρι­σμούς που δίνουν τον τόνο, τους δισταγ­μούς και τις εξάρ­σεις του μελ­λο­ντι­κού βιβλί­ου. Ο πρώ­τος άνθρω­πος είναι ο τελευ­ταί­ος Καμύ, πάντα συγκι­νη­τι­κός, πάντα συναρ­πα­στι­κός. «Τελι­κά, θα μιλή­σω για κεί­νους που αγα­πού­σα», γρά­φει ο Αλμπέρ Καμύ σε μια σημεί­ω­ση για τον Πρώ­το άνθρω­πο. Το σχέ­διο αυτού του μυθι­στο­ρή­μα­τος, το οποίο δού­λευε μέχρι την παρα­μο­νή του θανά­του του, ήταν φιλό­δο­ξο. Ο ίδιος είχε πει κάπο­τε ότι οι συγ­γρα­φείς «τρέ­φουν την ελπί­δα πως θα ξανα­βρούν τα μυστι­κά μιας οικου­με­νι­κής τέχνης η οποία, με ταπει­νό­τη­τα και μαε­στρία, θα ξανά­δι­νε επι­τέ­λους ζωή σε ήρω­ες με σάρ­κα και διάρ­κεια». Έθε­σε τις βάσεις αυτού που θα ήταν η αφή­γη­ση της παι­δι­κής ηλι­κί­ας του δικού του «πρώ­του ανθρώ­που». Τού­τη η πρώ­τη γρα­φή έχει αυτο­βιο­γρα­φι­κό χαρα­κτή­ρα που σίγου­ρα δεν θα υπήρ­χε στην ορι­στι­κή εκδο­χή του μυθι­στο­ρή­μα­τος. Αλλά ακρι­βώς τού­τη η αυτο­βιο­γρα­φι­κή πτυ­χή είναι πολύ­τι­μη σήμε­ρα. Ο ανα­γνώ­στης, δια­βά­ζο­ντας αυτές τις σελί­δες, βλέ­πει να ξεπρο­βάλ­λουν οι ρίζες αυτού που απο­τέ­λε­σε την προ­σω­πι­κό­τη­τα του Καμύ, την ευαι­σθη­σία του, τη γένε­ση της σκέ­ψης του, τους λόγους της ιδε­ο­λο­γι­κής στρά­τευ­σής του. Για­τί, σε όλη του τη ζωή, ήθε­λε να μιλά­ει εξ ονό­μα­τος εκεί­νων στους οποί­ους απα­γό­ρευαν τον λόγο.

 

Μπέρναρντ ΜάλαμουντΜπέρ­ναρντ Μάλα­μουντ (ΗΠΑ)

Ο μάστο­ρας (Mυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Κατε­ρί­να Σχινά

Ο μάστο­ρας (1966) είναι το πλέ­ον γνω­στό και βρα­βευ­μέ­νο έργο του Μπέρ­ναρντ Μάλα­μουντ – ένα βιβλίο που έλκει ολο­φά­νε­ρα την κατα­γω­γή του από τo ρωσι­κό μυθι­στό­ρη­μα και ιδιαί­τε­ρα από τα γρα­πτά του Ισα­άκ Μπά­μπελ. Η ιστο­ρία τοπο­θε­τεί­ται στην τσα­ρι­κή περί­ο­δο και εκτυ­λίσ­σε­ται στο Κίε­βο του 1911, σε μια περί­ο­δο οξυ­μέ­νου αντι­ση­μι­τι­σμού. Ο συγ­γρα­φέ­ας παρα­κο­λου­θεί τα άγχη και τις αγω­νί­ες που ταλα­νί­ζουν έναν άνθρω­πο ο οποί­ος βρί­σκε­ται αίφ­νης απο­ξε­νω­μέ­νος από την κοι­νό­τη­τά του και γίνε­ται στό­χος μιας αδια­νό­η­της εχθρό­τη­τας. Ο πρω­τα­γω­νι­στής, ο Εβραί­ος πολυ­τε­χνί­της Για­κόβ Μποκ, κατη­γο­ρεί­ται για τον βάναυ­σο θάνα­το ενός δωδε­κά­χρο­νου παι­διού ρωσι­κής κατα­γω­γής. Ο Μποκ έχει εγκα­τα­λεί­ψει το χωριό του για να δοκι­μά­σει την τύχη του στο Κίε­βο∙ έχει αρνη­θεί την εβραϊ­κή του ταυ­τό­τη­τα και από ένα καπρί­τσιο της τύχης βρί­σκε­ται να δου­λεύ­ει στο πλιν­θο­ποιείο ενός μέλους κάποιας αντι­ση­μι­τι­κής οργά­νω­σης. Όταν το αγό­ρι ανα­κα­λύ­πτε­ται σε μια σπη­λιά δολο­φο­νη­μέ­νο, έχο­ντας χάσει όλο το αίμα του, οι Εβραί­οι κατη­γο­ρού­νται για τελε­τουρ­γι­κό φόνο. Ο Μποκ συλ­λαμ­βά­νε­ται και φυλα­κί­ζε­ται, αρνεί­ται όμως να ομο­λο­γή­σει ένα έγκλη­μα που δεν έχει δια­πρά­ξει. Ο Μποκ, που αγω­νί­ζε­ται να απο­δεί­ξει την αθω­ό­τη­τά του μέσα σε μιαν ατμό­σφαι­ρα ακραί­ου μίσους, είναι η δια­χρο­νι­κή μυθι­στο­ρη­μα­τι­κή ενσάρ­κω­ση όσων βρί­σκο­νται αντι­μέ­τω­ποι με μιαν ανύ­παρ­κτη δικαιο­σύ­νη και έναν τυφλω­μέ­νο από τις προ­κα­τα­λή­ψεις, αμα­θή και δει­σι­δαί­μο­να όχλο. Ο μάστο­ρας είναι το αδια­φι­λο­νί­κη­το αρι­στούρ­γη­μα του Μπέρ­ναρντ Μάλα­μουντ. Το βιβλίο τιμή­θη­κε, το 1967, τόσο με το Εθνι­κό Βρα­βείο Βιβλί­ου των ΗΠΑ όσο και με το Βρα­βείο Πού­λι­τζερ. Εκδί­δε­ται για πρώ­τη φορά στην ελλη­νι­κή γλώσσα.

 

Στιγκ ΝτάγκερμανΣτιγκ Ντά­γκερ­μαν (ΣΟΥΗΔΙΑ)

Το φίδι (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Γρη­γό­ρης Ν. Κονδύλης

O Στιγκ Ντά­γκερ­μαν, ένας από τους επι­φα­νέ­στε­ρους συγ­γρα­φείς της Σκαν­δι­να­βί­ας στον 20ό αιώ­να, εμφα­νί­στη­κε στα σου­η­δι­κά γράμ­μα­τα σε ηλι­κία 22 χρό­νων, με το μυθι­στό­ρη­μα Το φίδι, που εκδό­θη­κε το 1945. Το σύνο­λο των κρι­τι­κών το υπο­δέ­χθη­κε εμβρό­ντη­το. «Σε κανέ­να ντε­μπού­το Σου­η­δού συγ­γρα­φέα της τρέ­χου­σας εκα­το­ντα­ε­τί­ας δεν συνα­ντά κανείς τέτοια βάναυ­ση πει­στι­κό­τη­τα», έγρα­φε ο Ούλοφ Λάγκερ­κρανς στην ιστο­ρι­κή εφη­με­ρί­δα Ντά­γκενς Νυχέ­τερ. Γραμ­μέ­νο κατά τη διάρ­κεια του Δευ­τέ­ρου Παγκο­σμί­ου Πολέ­μου, το βιβλίο εκτυ­λίσ­σε­ται σε μια σπα­σμω­δι­κά ουδέ­τε­ρη Σου­η­δία με το στρά­τευ­μά της σε επι­φυ­λα­κή. Ο ίδιος ο συγ­γρα­φέ­ας, κλη­ρω­τός και οπα­δός του αναρ­χο­συν­δι­κα­λι­σμού, χρη­σι­μο­ποιεί την καθη­με­ρι­νό­τη­τα στον στρα­τό ως ένα σκη­νι­κό βάθους, ένα φόντο, προ­κει­μέ­νου να επι­χει­ρή­σει μια διε­ρεύ­νη­ση της κοι­νω­νι­κής δικαιο­σύ­νης και της ψυχο­λο­γί­ας του φόβου. Με τα δικά του λόγια, που έχουν γίνει πλέ­ον κλα­σι­κά, ο Στιγκ Ντά­γκερ­μαν περι­γρά­φει το πρώ­το του έργο ως εξής: «Ο συγ­γρα­φέ­ας πραγ­μα­το­ποιεί μια έρευ­να για το πώς μια ομά­δα ανθρώ­πων παρα­δί­δε­ται στο βίαιο σφι­χτα­γκά­λια­σμα του τρό­μου και πώς αντι­δρούν υπό το κρά­τος και την πίε­ση του τρό­μου αυτού, ο καθέ­νας ανά­λο­γα με τη δική του ψυχο­σύν­θε­ση. Η θέση την οποία επι­θυ­μεί να υπο­στη­ρί­ξει το βιβλίο είναι ότι πρω­τί­στως ο άνθρω­πος οφεί­λει να παρα­δέ­χε­ται την αρχέ­γο­νη αγω­νία – όχι να την αρνεί­ται. Η συμ­βί­ω­ση με την αγω­νία, με τον τρό­μο, είναι ο μόνος τρό­πος ζωής που μπο­ρεί να χαρί­σει στον άνθρω­πο έστω κάποια μικρή δυνα­τό­τη­τα να έρθει σ’ επα­φή με τον εαυ­τό του».

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΑΠ’ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Τζόρτζιο ΒάσταΤζόρ­τζιο Βάστα (ΙΤΑΛΙΑ)

Ο χρό­νος που δεν είχα (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Άμπυ Ραΐκου

To 1978, εκεί­νο το annus horribilis της Δημο­κρα­τί­ας, ως η αρχή και το τέλος της Ιστο­ρί­ας. Oι δια­βό­η­τες Ερυ­θρές Ταξιαρ­χί­ες κρα­τούν όμη­ρο τον πρώ­ην χρι­στια­νο­δη­μο­κρά­τη πρω­θυ­πουρ­γό Άλντο Μόρο. Χιλιό­με­τρα μακριά από τη Ρώμη, σε ένα Παλέρ­μο άγριο και σχε­δόν προϊ­στο­ρι­κό, τρία νεα­ρά αγό­ρια παρα­κο­λου­θούν τις εξε­λί­ξεις μιας υπό­θε­σης που θα κατέ­λη­γε σύντο­μα σε τρα­γω­δία. Όμως στα μάτια τους οι τρο­μο­κρά­τες είναι οι μαχη­τές που ήλθαν να βγά­λουν την Ιτα­λία από τη νάρ­κω­σή της. Αηδια­σμέ­να από τη ζωή και τον επαρ­χιω­τι­σμό της Σικε­λί­ας, απο­φα­σί­ζουν να σχη­μα­τί­σουν τον δικό τους ανα­τρε­πτι­κό πυρή­να. Αλλά­ζουν τα ονό­μα­τά τους, οργα­νώ­νουν από­πει­ρες, περ­νά­νε στη δρά­ση και προ­κα­λούν βία και χάος, αρχι­κά στο σχο­λείο και στη συνέ­χεια σε όλη την τοπι­κή κοι­νω­νία. Δύο πράγ­μα­τα απο­βαί­νουν καθο­ρι­στι­κά σε αυτό το βιβλίο: ένας μιμη­τι­σμός που θα έχει φοβε­ρές συνέ­πειες και ο έρω­τας για μια κοπέ­λα. Ο χρό­νος που δεν είχα του Τζόρ­τζιο Βάστα, ίσως το πλέ­ον εντυ­πω­σια­κό και απαι­τη­τι­κό ντε­μπού­το των τελευ­ταί­ων χρό­νων στην ιτα­λι­κή πεζο­γρα­φία, με το οποίο ο συγ­γρα­φέ­ας διεκ­δί­κη­σε το Βρα­βείο Strega και απέ­σπα­σε το Βρα­βείο Lο Straniero, είναι ένα μυθι­στό­ρη­μα πολ­λα­πλής ενη­λι­κί­ω­σης. Είναι ένα έργο δυνα­τό και σπα­ρα­κτι­κό, που κατα­φέρ­νει να απο­τυ­πώ­σει την αγω­νία μιας ολό­κλη­ρης χώρας τη στιγ­μή που αυτή χάνει ορι­στι­κά την αθω­ό­τη­τά της, καθώς μετα­βαί­νει σε μια επο­χή αίμα­τος και αβεβαιότητας.

 

Λέενα Κρουν

Λέε­να Κρουν (ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ)

 

Ταί­να­ρο & Hotel Sapiens (Δυο νουβέλες)

Μετά­φρα­ση: Μαρία Μαρτζούκου

H Λέε­να Κρουν είναι η επι­φα­νέ­στε­ρη πεζο­γρά­φος της Φιν­λαν­δί­ας. Ο τόμος περι­λαμ­βά­νει δύο σύντο­μα έργα της: το εμβλη­μα­τι­κό Ταί­να­ρο, βιβλίο που την έκα­νε ευρύ­τε­ρα γνω­στή, και το Hotel Sapiens που ανή­κει στα πιο πρό­σφα­τα έργα της. Το Ταί­να­ρο είναι μια αλλη­γο­ρι­κή ιστο­ρία γραμ­μέ­νη σε επι­στο­λι­κή μορ­φή που ισορ­ρο­πεί μετα­ξύ ποί­η­σης και πεζο­γρα­φί­ας, ονεί­ρου και πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Ο παρα­λή­πτης των επι­στο­λών παρα­μέ­νει ανώ­νυ­μος και δεν απα­ντά ποτέ. Η συντά­κτρια των επι­στο­λών βρί­σκε­ται στο Ταί­να­ρο, όπου έφτα­σε πάνω σε ένα λευ­κό πλοίο για κάποιο λόγο που δεν τον θυμά­ται πια. Νοσταλ­γεί το σπί­τι της, συγ­χρό­νως όμως γοη­τεύ­ε­ται από τον και­νούρ­γιο τόπο και τους παρά­ξε­νους κατοί­κους του. Με ξενα­γό της το Σκα­θά­ρι προ­σπα­θεί να κατα­νο­ή­σει τις συνή­θειές τους. Τι είναι όμως το Hotel Sapiens; Άσυ­λο; Νοσο­κο­μείο; Ερευ­νη­τι­κό κέντρο; Μου­σείο; Είναι, σε κάθε περί­πτω­ση, ένας περί­κλει­στος χώρος γεμά­τος ιδιό­τυ­πους κατοί­κους. Οι τελευ­ταί­οι, όπως φαί­νε­ται, είναι φορείς μιας σπά­νιας ασθέ­νειας που ονο­μά­ζε­ται ανθρω­πιά. Κανέ­νας απ’ αυτούς δεν είναι εντε­λώς στα καλά του, τη στιγ­μή ακρι­βώς που ο γύρω κόσμος φαί­νε­ται να οδεύ­ει προς το τέλος του. Εκεί βρί­σκο­νται, μετα­ξύ άλλων, μια οφθαλ­μί­α­τρος που έχει τυφλω­θεί, μια ψυχί­α­τρος που έχει χάσει την πνευ­μα­τι­κή της ισορ­ρο­πία, ένας άντρας που αλλη­λο­γρα­φεί με τη νεκρή του κόρη και κάποιες πραγ­μα­τι­κά αλλό­κο­τες καλό­γριες. Ο χώρος αυτός φυλάσ­σε­ται από μηχα­νές των οποί­ων η νοη­μο­σύ­νη και η ηθι­κή έχουν ξεπε­ρά­σει τις αντί­στοι­χες των δημιουρ­γών τους.

 

Τζόναθαν ΛηΤζό­να­θαν Λη (ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ)

Κατά­δυ­ση (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Μαρ­γα­ρί­τα Ζαχαριάδου

Τον Σεπτέμ­βριο του 1984, στο Ξενο­δο­χείο Γκραντ της παρα­θα­λάσ­σιας πόλης του Μπράι­τον, στην Αγγλία, τοπο­θε­τή­θη­κε ωρο­λο­για­κή βόμ­βα. Η βόμ­βα είχε προ­γραμ­μα­τι­στεί να εκρα­γεί σε είκο­σι τέσ­σε­ρις ημέ­ρες, όταν στο ξενο­δο­χείο θα βρι­σκό­ταν η πρω­θυ­πουρ­γός της Μεγά­λης Βρε­τα­νί­ας και ολό­κλη­ρο το υπουρ­γι­κό της συμ­βού­λιο. Το μυθι­στό­ρη­μα Κατά­δυ­ση μάς οδη­γεί στα άδυ­τα της παρά­τολ­μης αυτής δολο­φο­νι­κής από­πει­ρας, μιας πρά­ξης βίας με παγκό­σμιο αντί­κτυ­πο, πλά­θο­ντας ταυ­τό­χρο­να ορι­σμέ­νους αλη­σμό­νη­τους χαρα­κτή­ρες. Η αφή­γη­ση του Τζό­να­θαν Λη, όπου συνυ­φαί­νο­νται με δεξιο­τε­χνία πραγ­μα­τι­κά και φαντα­στι­κά γεγο­νό­τα, το κωμι­κό και το τρα­γι­κό, κινεί­ται ανά­με­σα στον νεα­ρό Νταν, μέλος του IRA, ειδι­κό στα εκρη­κτι­κά, στον Μους, πρώ­ην αθλη­τή και νυν υπο­διευ­θυ­ντή του ξενο­δο­χεί­ου, και στη Φρέ­για, την έφη­βη κόρη του, που προ­σπα­θεί να απο­φα­σί­σει τι θα κάνει μετά το σχο­λείο. Μέσα σε τέσ­σε­ρις μόλις εβδο­μά­δες, καθώς η μέρα άφι­ξης της πρω­θυ­πουρ­γού πλη­σιά­ζει, η ζωή καθε­νός από τους τρεις θα αλλά­ξει ορι­στι­κά. Τολ­μη­ρό και δυνα­τό, ένα βιβλίο γέλιου και οδύ­νης, η Κατά­δυ­ση διε­ρευ­νά τις εσω­τε­ρι­κές συγκρού­σεις, τις προ­τε­ραιό­τη­τες, την ενο­χή και τη μετα­μέ­λεια, και πάνω απ’ όλα το πώς μπο­ρεί το άτο­μο να γίνει το νερό στον μύλο της Ιστορίας.

 

Χουάν Γκόμεθ ΜπάρθεναΧουάν Γκό­μεθ Μπάρ­θε­να (ΙΣΠΑΝΙΑ)

Γυναί­κα από μελά­νι (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Βασι­λι­κή Κνήτου

Το 1904 δύο νεα­ροί Περου­βια­νοί που προ­σπα­θού­σαν να απο­κτή­σουν κάποια αντί­τυ­πα ποι­η­τι­κών συλ­λο­γών υπο­γε­γραμ­μέ­να από τον λατρε­μέ­νο τους Χουάν Ραμόν Χιμέ­νεθ, απο­φά­σι­σαν να γρά­ψουν στον ποι­η­τή παρι­στά­νο­ντας πως ήταν μία νεα­ρή κοπέ­λα – η Χεορ­χί­να Ούμπνερ. Το απο­τέ­λε­σμα αυτής της καλο­στη­μέ­νης λογο­τε­χνι­κής φάρ­σας ήταν η δια­τή­ρη­ση μιας μακρο­χρό­νιας αλλη­λο­γρα­φί­ας, που θα οδη­γού­σε τελι­κά τον νομπε­λί­στα ποι­η­τή από την Ισπα­νία να ερω­τευ­τεί τη γυναί­κα-φάντα­σμα από τη Λίμα. Βασι­ζό­με­νος σ’ αυτήν την ιστο­ρία, ο Χουάν Γκό­μεθ Μπάρ­θε­να προ­τεί­νει μία ευφά­ντα­στη λογο­τε­χνι­κή ανά­πλα­ση του επει­σο­δί­ου, στο πλαί­σιο ενός συναρ­πα­στι­κού ιστο­ρι­κού μυθι­στο­ρή­μα­τος. Γινό­μα­στε έτσι μάρ­τυ­ρες του αθώ­ου πεί­σμα­τος των μαθη­τευό­με­νων ποι­η­τών, του Χοσέ και του Κάρ­λος, οι οποί­οι έχο­ντας συνεί­δη­ση της μετριό­τη­τας των πρώ­των πονη­μά­των τους, απο­φα­σί­ζουν να δημιουρ­γή­σουν την τέλεια μού­σα για τον Χουάν Ραμόν, αυτήν που θα του εμπνεύ­σει τα καλύ­τε­ρά του ποι­ή­μα­τα. Ο ανα­γνώ­στης θα ταξι­δέ­ψει μαζί τους στο Περού των αρχών του 20ου αιώ­να, από τις σοφί­τες της επί­πλα­στης μπο­έ­μι­κης ζωής των αρι­στο­κρα­τών του ως τα πορ­νεία των φτω­χών ή την προ­βλή­τα όπου θα πέσουν νεκροί οι πρώ­τοι εργά­τες αγω­νι­στές. Και σιγά σιγά θα παρα­κο­λου­θή­σου­με επί­σης τη γέν­νη­ση της ίδιας αυτής της μού­σας, της Χεορ­χί­να, που θα ξυπνή­σει πάθη κι από τις δύο μεριές του Ατλα­ντι­κού, μέχρι να γίνει τελι­κά, αυτή η Γυναί­κα από μελά­νι, η πραγ­μα­τι­κή πρω­τα­γω­νί­στρια του μυθιστορήματος.

 

Σίλαρντ ΜπόρμπεγιΣίλαρντ Μπόρ­μπε­γι (ΟΥΓΓΑΡΙΑ)

Οι άπο­ροι (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Μανου­έ­λα Μπέρκι

Το βιβλίο αυτό προ­κά­λε­σε πρω­το­φα­νή αίσθη­ση όταν κυκλο­φό­ρη­σε το 2013 στην Ουγ­γα­ρία. Είναι το πρώ­το (και το τελευ­ταίο) μυθι­στό­ρη­μα που έγρα­ψε ο ανα­γνω­ρι­σμέ­νος και πολυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής Σίλαρντ Μπόρ­μπε­γι. Οι άπο­ροι απο­τυ­πώ­νουν την αδια­νό­η­τη ανέ­χεια και την επι­θε­τι­κή αγριό­τη­τα που βιώ­νει μια εν μέρει εβραϊ­κή οικο­γέ­νεια σε μια αγρο­τι­κή περιο­χή στα τέλη της δεκα­ε­τί­ας του ’60 και στις αρχές της δεκα­ε­τί­ας του ’70. Σε ένα μικρό χωριό της βορειο­α­να­το­λι­κής Ουγ­γα­ρί­ας, κοντά στα σύνο­ρα με τη Ρου­μα­νία, ένα μικρό αγό­ρι παρα­τη­ρεί την καθη­με­ρι­νή ζωή και περι­γρά­φει τη μάχη που δίνουν οι δικοί του για να επι­βιώ­σουν. Όπως συμ­βαί­νει με τους περισ­σό­τε­ρους κατοί­κους, η οικο­γέ­νειά του ταλα­νί­ζε­ται από τη φτώ­χεια, αλλά οι συν­θή­κες που επι­κρα­τούν στο σπί­τι του είναι ακό­μη χει­ρό­τε­ρες – οι γονείς του είναι πλέ­ον εξο­στρα­κι­σμέ­νοι, εξαι­τί­ας της εβραϊ­κής ρίζας του πατέ­ρα του και των σχέ­σε­ων της μητέ­ρας του με τους κου­λά­κους, τους εύπο­ρους γαιο­κτή­μο­νες που υπο­στή­ρι­ξαν το καθε­στώς του Μίκλος Χόρ­τι πριν το ανα­τρέ­ψουν οι κομ­μου­νι­στές. Με μια ατρό­μη­τη ειλι­κρί­νεια, με μια πηγαία ανυ­πο­κρι­σία που μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει αμη­χα­νία στον ανα­γνώ­στη, ο συγ­γρα­φέ­ας ενορ­χη­στρώ­νει σε μια πολυ­φω­νι­κή αφή­γη­ση τις επι­φυ­λα­κτι­κές αλλά καθά­ριες σκέ­ψεις ενός παι­διού, τα χοντρο­κομ­μέ­να αισχρό­λο­γα του αλκο­ο­λι­κού πατέ­ρα του και τις όμορ­φες ιστο­ρί­ες από το παρελ­θόν των παπ­πού­δων του. Όλα αυτά μαζί διευ­ρύ­νουν την εικό­να, δεν παρα­κο­λου­θού­με μόνο το χρο­νι­κό μιας οικο­γέ­νειας αλλά και την ιστο­ρία της ίδιας της Ουγ­γα­ρί­ας, τα ποι­κί­λα τραύ­μα­τα που άφη­σαν πάνω στη χώρα δύο παγκό­σμιοι πόλε­μοι, καθώς και την αντι­με­τώ­πι­ση του εβραϊ­κού στοι­χεί­ου, τότε και σήμε­ρα. Ο Σίλαρντ Μπόρ­μπε­γι, αντλώ­ντας από τις ανα­μνή­σεις της παι­δι­κής του ηλι­κί­ας, έγρα­ψε ένα απί­στευ­τα ρεα­λι­στι­κό έργο, σκλη­ρό και ενί­ο­τε βάναυ­σο. Το κεί­με­νο όμως δια­πνέ­ε­ται από μια ακα­τά­βλη­τη, απα­στρά­πτου­σα ελπί­δα. Οι άπο­ροι είναι το δημιουρ­γι­κό απο­κο­ρύ­φω­μα ενός ασυμ­βί­βα­στου αλλά μελαγ­χο­λι­κού καλ­λι­τέ­χνη που αυτο­κτό­νη­σε το 2014.

 

Ραλφ Ρότμαν (ΓΕΡΜΑΝΙΑ)

Πεθαί­νο­ντας την άνοι­ξη (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Μαρία Αγγελίδου

Από­μα­κρος, λιγο­μί­λη­τος, συχνά πιω­μέ­νος, ο πατέ­ρας είναι ένας δύσκο­λος άνθρω­πος. Αλλά ο γιος του –ο αφη­γη­τής του βιβλί­ου– είναι εξαι­ρε­τι­κά περί­ερ­γος για τις εμπει­ρί­ες που είχε εκεί­νος στη διάρ­κεια του Β΄ Παγκο­σμί­ου Πολέ­μου. Απο­φα­σί­ζει, λοι­πόν, να του δωρί­σει ένα σημειω­μα­τά­ριο, με σκο­πό να τον ωθή­σει να κατα­γρά­ψει τις ανα­μνή­σεις του. Όμως ο πατέ­ρας πεθαί­νει και το μόνο που αφή­νει πίσω είναι ο σκε­λε­τός μιας ανο­λο­κλή­ρω­της ιστο­ρί­ας. Κατό­πιν, ο γιος επι­χει­ρεί να γεμί­σει τα κενά, με ό,τι του είναι δια­θέ­σι­μο, με ό,τι μπο­ρεί, σωστό ή λάθος. Στο Πεθαί­νο­ντας την άνοι­ξη ο Ραλφ Ρότμαν αφη­γεί­ται την ιστο­ρία του Βάλ­τερ Ούρ­μπαν και του Φρή­ντριχ Καρό­λι, δυο δεκα­ε­φτά­χρο­νων αρμε­χτών από τη Βόρεια Γερ­μα­νία, που τον Φεβρουά­ριο του 1945 στρα­το­λο­γού­νται «εθε­λο­ντι­κά» και στέλ­νο­νται στο μέτω­πο. Κι ενώ ο ένας γίνε­ται οδη­γός στη Μονά­δα Ανε­φο­δια­σμού των SS, ο άλλος φεύ­γει για το μέτω­πο. Λιπο­τα­κτεί, συλ­λαμ­βά­νε­ται και κατα­δι­κά­ζε­ται. Οι δυο τους θα ξανα­βρε­θούν, όμως αυτό θα γίνει υπό τις πλέ­ον τρα­γι­κές συν­θή­κες. Με εικό­νες συγκλο­νι­στι­κές αφη­γεί­ται ο Ραλφ Ρότμαν τον τελευ­ταίο χρό­νο του πολέ­μου στην Ουγ­γα­ρία, όταν οι Γερ­μα­νοί αξιω­μα­τι­κοί πετού­σαν χει­ρο­βομ­βί­δες πίσω από τους στρα­τιώ­τες για να τους ανα­γκά­σουν να προ­χω­ρή­σουν στις μάχες, όταν οι άντρες στο μέτω­πο επι­δί­δο­νταν σε γιορ­τές απελ­πι­σί­ας ενώ τους περί­με­νε ο σίγου­ρος θάνα­τος. Ο πολυ­βρα­βευ­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας ζωντα­νεύ­ει και τις πρώ­τες εβδο­μά­δες μιας ειρή­νης, όπου κάποιος σαν τον Βάλ­τερ δεν θα μπο­ρέ­σει ποτέ να βρει τη γαλή­νη – κι ως την ώρα του θανά­του του θα συνε­χί­σει να φοβά­ται και να βογκά­ει: «Πλη­σιά­ζουν, Θεέ μου, ολο­έ­να πλη­σιά­ζουν! Ας ήξε­ρα ένα μέρος να κρυ­φτού­με…» Ένα έργο που προ­κά­λε­σε τον πλα­τύ ενθου­σια­σμό και χαρα­κτη­ρί­στη­κε ένα «βιβλίο ορό­ση­μο για τη μετά-(Γκύντερ) Γκρας επο­χή». Το Πεθαί­νο­ντας την άνοι­ξη είναι το γερ­μα­νι­κό μυθι­στό­ρη­μα που δια­βά­ζε­ται τού­τη την επο­χή στις περισ­σό­τε­ρες χώρες της Ευρώ­πης, ένα λογο­τε­χνι­κό κεί­με­νο απέ­ριτ­της έκφρα­σης, εξπρε­σιο­νι­στι­κής τεχνο­τρο­πί­ας, καθη­λω­τι­κής δύνα­μης, που εντο­πί­ζει τα θραύ­σμα­τα της ομορ­φιάς ακό­μη και μέσα στην απόγνωση.

 

Ίβαν ΣέρσενΊβαν Σέρ­σεν (ΚΡΟΑΤΙΑ)

Φαύ­λος κύκλος (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Ισμή­νη Ραντούλοβιτς

Το μυθι­στό­ρη­μα αφη­γεί­ται την ιστο­ρία μιας νεα­ρής μετα­νά­στριας από τη Νιγη­ρία, της Ουχου­νό­μα, η οποία, ύστε­ρα από χρό­νια περι­πλά­νη­σης στην Ευρώ­πη –και επει­δή δεν έχει τα απα­ραί­τη­τα δικαιο­λο­γη­τι­κά για νόμι­μη δια­μο­νή στην Ευρω­παϊ­κή Ένω­ση– κατα­λή­γει σε μια φυλα­κή της Γερ­μα­νί­ας, κάπου στη Βαυα­ρία. Εκεί γνω­ρί­ζει γυναί­κες απ’ όλο τον κόσμο και δια­πι­στώ­νει ότι, ενώ όλες τους είναι δια­φο­ρε­τι­κές, έχουν και πολ­λά κοι­νά στοι­χεία. Η καθε­μία από αυτές, ασχέ­τως κατα­γω­γής –είτε προ­έρ­χο­νται από χώρες του πρώ­ην ανα­το­λι­κού μπλοκ είτε από την πρώ­ην Γιου­γκο­σλα­βία ή τη Δυτι­κή Αφρι­κή–, κου­βα­λά­ει το βάρος των τύψε­ων και την πικρία της ματαί­ω­σης τόσο λόγω της ίδιας της ύπαρ­ξης όσο και λόγω της απώ­λειας της ελευ­θε­ρί­ας και της ανθρώ­πι­νης αξιο­πρέ­πειας. Η ηρω­ί­δα δια­πι­στώ­νει την παντο­δυ­να­μία του τυχαί­ου, του απρό­βλε­πτου, που εγκλω­βί­ζει τους πάντες σε μια μοί­ρα από την οποία δεν μπο­ρούν με κανέ­να τρό­πο να ξεφύ­γουν. Η πρω­τό­τυ­πη ματιά του νεα­ρού Κρο­ά­τη συγ­γρα­φέα πάνω στον σύγ­χρο­νο κόσμο και τον υπό­κο­σμο της μετα­νά­στευ­σης –από την επί­ση­μη πολι­τι­κή και τους μηχα­νι­σμούς κατα­στο­λής μέχρι τα διά­φο­ρα παρά­νο­μα δίκτυα εκμε­τάλ­λευ­σης και τα μέσα μαζι­κής ενη­μέ­ρω­σης– απο­τυ­πώ­νει με συγκλο­νι­στι­κό τρό­πο τη μιζέ­ρια και την από­γνω­ση των αβο­ή­θη­των «παρά­νο­μων» θυμά­των, των δια­κι­νού­με­νων ανθρώ­πων ή απλώς των προ­σφύ­γων και των φυγά­δων κάθε είδους. Η κυκλι­κή, κλει­στο­φο­βι­κή αφή­γη­ση με στοι­χεία δημο­σιο­γρα­φι­κής έρευ­νας, απο­κα­λύ­πτει την τύχη των μετα­να­στριών στη σημε­ρι­νή Ευρώ­πη, ένα θέμα εξαι­ρε­τι­κά πολύ­πλο­κο και επί­πο­νο που αντι­με­τω­πί­ζε­ται, σε πολ­λές χώρες της Ευρώ­πης, με επι­πο­λαιό­τη­τα ή και υποκρισία.

 

Γιαν ΣίμπελινκΓιαν Σίμπε­λινκ (ΟΛΛΑΝΔΙΑ)

Ο κήπος του Θεού (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Ινώ Βαν Ντάικ-Μπαλτά

«Πάντα φοβό­μουν να διη­γη­θώ ολό­κλη­ρη την ιστο­ρία: για τον στα­δια­κό πλην ανα­πό­τρε­πτο κατή­φο­ρο ενός μει­λί­χιου, πλην πονε­μέ­νου στα νιά­τα του άντρα –ο οποί­ος βρή­κε κατα­φύ­γιο στον πιο μαύ­ρο καλ­βι­νι­σμό– και τον πόνο και τη στε­νο­χώ­ρια που προ­κά­λε­σε στο άμε­σο περι­βάλ­λον του». Ο Γιαν Σίμπε­λινκ έχει δημιουρ­γή­σει πλή­θος χαρα­κτή­ρων στη διάρ­κεια της μακράς συγ­γρα­φι­κής του καριέ­ρας. Ποτέ όμως δεν έφθα­σε τόσο κοντά στις ρίζες του όσο με το μυθι­στό­ρη­μα Ο κήπος του Θεού, το οποίο καθή­λω­σε τους ανα­γνώ­στες όταν κυκλο­φό­ρη­σε στην Ολλαν­δία το 2005. Το βιβλίο απέ­σπα­σε το λογο­τε­χνι­κό βρα­βείο ΑΚΟ και έχει ξεπε­ρά­σει τα 600.000 αντί­τυ­πα –από τις μεγα­λύ­τε­ρες επι­τυ­χί­ες των τελευ­ταί­ων ετών– και συνε­χί­ζει να απο­τε­λεί αντι­κεί­με­νο έντο­νων συζη­τή­σε­ων ή και συγκρού­σε­ων. Ο συγ­γρα­φέ­ας αφη­γεί­ται μια ιστο­ρία θρη­σκευ­τι­κής μανί­ας στη δεκα­ε­τία του ’30 και συγ­χρό­νως μια φοβε­ρή σχέ­ση πατέ­ρα και γιου, όπου ο γονιός μετα­τρέ­πε­ται στα­δια­κά σ’ έναν σκλη­ρο­πυ­ρη­νι­κό, ακραίο, φανα­τι­κό χρι­στια­νό. Ο τελευ­ταί­ος, ο Χανς Σίβες, σε μια απο­φα­σι­στι­κή καμπή της ενή­λι­κης ζωής του, βιώ­νει μια βαθιά μετα­φυ­σι­κή εμπει­ρία: είναι πεπει­σμέ­νος πως για μια σύντο­μη στιγ­μή βρέ­θη­κε σε άμε­ση επι­κοι­νω­νία με τον Θεό. Στην προ­σπά­θειά του να δώσει νόη­μα στον καθη­με­ρι­νό του βίο και να εξα­σφα­λί­σει την πολυ­πό­θη­τη αιω­νιό­τη­τα, χάνει τον έλεγ­χο του εαυ­τού του και την επα­φή με τους οικεί­ους του.

 

Χουάνγκ Σοκ ΓιονγκΧουάνγκ Σοκ Γιονγκ (ΝΟΤΙΑ ΚΟΡΕΑ)

Η εγκα­τα­λειμ­μέ­νη πρι­γκί­πισ­σα (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Αμα­λία Τζιώτη

Το 1983, στην πόλη Τσόνγ­κ­τζιν της Βόρειας Κορέ­ας, έρχε­ται στον κόσμο ένα ακό­μη κορί­τσι, το έβδο­μο συνο­λι­κά, σε μια οικο­γέ­νεια που προσ­δο­κού­σε μάταια ένα αγό­ρι. Το μωρό εγκα­τα­λεί­πε­ται λίγες ώρες μετά τη γέν­νη­σή του, επεμ­βαί­νει όμως ο σκύ­λος του σπι­τιού και, τελι­κά, η για­γιά κατα­φέρ­νει να το σώσει. Η γριά δίνει στο κορι­τσά­κι το συμ­βο­λι­κό όνο­μα Μπά­ρι, παρ­μέ­νο από έναν σαμα­νι­κό μύθο για μια πρι­γκί­πισ­σα που είχε μεν την ίδια μοί­ρα αλλά ανέ­λα­βε κατό­πιν και μια κρί­σι­μη απο­στο­λή: να ανα­ζη­τή­σει το ελι­ξί­ριο που γαλη­νεύ­ει τις ψυχές των νεκρών. Η Μπά­ρι, που έχει κλη­ρο­νο­μή­σει τις ενο­ρα­τι­κές ικα­νό­τη­τες της για­γιάς της, δρα­πε­τεύ­ει από μια χώρα που λιμο­κτο­νεί και απε­ρη­μώ­νε­ται. Βρί­σκει κατα­φύ­γιο περ­νώ­ντας αρχι­κά στην Κίνα και από εκεί αρχί­ζει ένα περι­πε­τειώ­δες ταξί­δι: η ηρω­ί­δα δια­σχί­ζει τον ωκε­α­νό με ένα φορ­τη­γό πλοίο που έχει ως τελι­κό προ­ο­ρι­σμό το πολυ­πο­λι­τι­σμι­κό Λον­δί­νο όπου, όπως πιστεύ­ει η ίδια, θα ζήσει μια καλύ­τε­ρη ζωή. Είναι όμως έτσι; Ένα βιβλίο που, μέσα από μια αρχέ­γο­νη τοπι­κή παρά­δο­ση, μιλά­ει για την παγκο­σμιό­τη­τα και την ταυ­τό­τη­τα, για τη «μετα­νά­στευ­ση και την αρμο­νία», όπως έχει πει ο ίδιος ο Χουάνγκ Σοκ Γιονγκ, ο κορυ­φαί­ος μετα­πο­λε­μι­κός συγ­γρα­φέ­ας της κορε­α­τι­κής χερ­σο­νή­σου, «δίχως αμφι­βο­λία, ο σημα­ντι­κό­τε­ρος μυθι­στο­ριο­γρά­φος στην Ασία σήμε­ρα», σύμ­φω­να με τον Ιάπω­να νομπε­λί­στα Κεν­ζα­μπού­ρο Όε.

 

ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ NOIR

Βασίλης ΔανέλληςΒασί­λης Δανέλλης

Νεκρές ώρες (Μυθι­στό­ρη­μα)

Παί­ζου­με τον Θεό. Είμα­στε άγρια ζώα. Το μόνο που έχει σημα­σία είναι να βγά­λου­με τη μέρα. Αυτή είναι η ιστο­ρία μου. Γεμά­τη μέρες που χρειά­στη­κε να δεί­ξω τα νύχια μου. Κι άλλες τόσο αδιά­φο­ρες που θα ήταν σπα­τά­λη χαρτιού.

Ένας εκτε­λε­στής που γερ­νά­ει. Ο βίαιος θάνα­τος δεν τον φοβί­ζει, η φυσι­κή φθο­ρά όμως είναι άλλη υπό­θε­ση. Πιο τρο­μα­κτι­κή. Γύρω του παί­ζε­ται μια σκο­τει­νή παρ­τί­δα σκά­κι. Η σκα­κιέ­ρα είναι μεγά­λη κι εκεί­νος δεν κατα­λα­βαί­νει από ελιγ­μούς και τακτι­κές. Κινεί­ται μόνο μπρο­στά, ένα τετρά­γω­νο την φορά, κι όσο φτά­σει. Δεν τον ενδια­φέ­ρει ποιος κερ­δί­ζει, σημα­σία έχει εκεί­νος να κάνει σωστά τη δου­λειά του. Nα εκτε­λεί τους στό­χους του.

Ένα υπαρ­ξια­κό νουάρ, ένας σκο­τει­νός εσω­τε­ρι­κός μονό­λο­γος, ένα οδοι­πο­ρι­κό στις νεκρές ώρες της νύχτας.


Βαλ ΜακΝτέρμιντΒαλ ΜακΝτέρ­μιντ (ΣΚΩΤΙΑ)

Το τρα­γού­δι της Σει­ρή­νας (Μυθι­στό­ρη­μα)

Μετά­φρα­ση: Νίκος Α. Μάντης

Στην πόλη του Μπρά­ντ­φιλντ έχουν ανα­κα­λυ­φθεί τα πτώ­μα­τα τεσ­σά­ρων αντρών. Το μυστή­ριο καλεί­ται να απο­κρυ­πτο­γρα­φή­σει ο ειδι­κός ψυχο­λό­γος Τόνι Χιλ. Όμως, ακό­μα κι αυτός, ένας επαγ­γελ­μα­τί­ας με μεγά­λη εμπει­ρία από σκο­τει­νές υπο­θέ­σεις, έρχε­ται αντι­μέ­τω­πος με κάτι πρω­τό­γνω­ρο, μια φοβε­ρή ακο­λου­θία από σεξουα­λι­κές δολο­φο­νί­ες και απο­τρό­παιους ακρω­τη­ρια­σμούς. Ωστό­σο, η κατάρ­τι­ση του ψυχο­λο­γι­κού προ­φίλ του συγκε­κρι­μέ­νου εγκλη­μα­τία δεν είναι πέρα από τις δυνά­μεις του Τόνι Χιλ. Και ο βασι­κός λόγος γι’ αυτό είναι το ίδιο του το παρελ­θόν, όλα όσα τον μετέ­τρε­ψαν στα­δια­κά στην ιδα­νι­κή περί­πτω­ση του ανθρώ­που ο οποί­ος μπο­ρεί να κατα­νο­ή­σει σε βάθος τα κίνη­τρα ενός τέτοιου φονιά, με μυα­λό στοι­χειω­μέ­νο από εικό­νες μεσαιω­νι­κών, φρι­χτών βασα­νι­στη­ρί­ων. Σε τού­τη την ιστο­ρία, πάντως, ο Τόνι Χιλ καθί­στα­ται απρό­σμε­να και το ιδα­νι­κό θύμα. Ο κυνη­γός τοπο­θε­τεί­ται απέ­να­ντι στο θήρα­μά του, σε μια θανά­σι­μη μάχη που δια­τη­ρεί αμεί­ω­τη την αγω­νία του ανα­γνώ­στη ως την τελευ­ταία σελί­δα. Ένα καθη­λω­τι­κό, σφι­χτο­δε­μέ­νο, πανέ­ξυ­πνα γραμ­μέ­νο μυθι­στό­ρη­μα από τη Σκω­τσέ­ζα Βαλ ΜακΝτέρ­μιντ που κρα­τά επά­ξια τα αιμα­το­βαμ­μέ­να σκή­πτρα της «βασί­λισ­σας του ψυχο­λο­γι­κού θρί­λερ» στον αγγλό­φω­νο κόσμο. Το τρα­γού­δι της Σει­ρή­νας, βρα­βευ­μέ­νο με το Crime Writers’ Association GoldDagger Award 1995, συνι­στά μια περι­πλά­νη­ση στο μυα­λό ενός σίριαλ κίλερ δίχως προηγούμενο.

 

ΠΟΙΗΣΗ

Ντίνος ΣιώτηςΝτί­νος Σιώτης

Ωρο­σκό­πια νεκρών

Σε έναν κόσμο ρημαγ­μέ­νο από τις αυτα­πά­τες και την εικο­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, η συλ­λο­γή Ωρο­σκό­πια νεκρών είναι ένας διά­λο­γος μετα­ξύ ζώντων και τεθνε­ώ­των, όπου οι ζωντα­νοί λένε τα πάθη τους στους νεκρούς και οι νεκροί τα λάθη τους στους ζωντα­νούς. Εκτός κιν­δύ­νου ύστε­ρα από σοβα­ρό τρο­χαίο, οι νεκροί, μέσω του ωρο­σκό­που τους, συνο­μι­λούν με τη ζωή σε ένα παράλ­λη­λο με το δικό μας σύμπαν, διεκ­δι­κώ­ντας το δικό τους μέλ­λον στη μετά θάνα­τον ζωή. Η συλ­λο­γή θέτει εκ νέου το ζήτη­μα της απο­στο­λής της ποί­η­σης: να πηγαί­νει κατευ­θεί­αν στη ρίζα των πραγ­μά­των και στην ουσία της ζωής. Τα Ωρο­σκό­πια νεκρών συν­δυά­ζουν βιω­μέ­νες εμπει­ρί­ες με ζωδια­κές εκμυ­στη­ρεύ­σεις, ανα­πτύσ­σο­ντας μια σει­ρά από ενο­ποι­η­μέ­να ποι­ή­μα­τα όπου βασι­λεύ­ουν η ειρω­νεία, ο ρεα­λι­σμός, ο λυρι­σμός, o ρομα­ντι­σμός, ο (αυτο)σαρκασμός και η νοσταλ­γία που αφή­νει πίσω του το μέλ­λον, υπο­βάλ­λο­ντας έναν κόσμο. Πρό­κει­ται για ποι­ή­μα­τα με πικρό χιού­μορ και παι­γνιώ­δη διά­θε­ση που, κατά τον Νάνο Βαλα­ω­ρί­τη, «μας γοη­τεύ­ουν και μας εξυ­ψώ­νουν… ποι­ή­μα­τα κομ­ψά που συνα­πο­τε­λούν μια ενό­τη­τα αφη­γη­μα­τι­κή με γλώσ­σα κοφτε­ρή και ύφος υποδειγματικό».

  

ΔΟΚΙΜΙΑ

Παντελής ΒουτουρήςΠαντε­λής Βουτουρής

Ιδέ­ες της σκλη­ρό­τη­τας και της καλοσύνης 

(Εθνι­κι­σμός, σοσια­λι­σμός, ρατσι­σμός, 1897–1922)

Στα τέλη του 19ου αιώ­να εισβάλ­λουν και ευδο­κι­μούν σε μιαν ηττη­μέ­νη και ταπει­νω­μέ­νη Ελλά­δα οι νέες ιδέ­ες της σκλη­ρό­τη­τας: οι αφο­ρι­σμοί του Φρει­δε­ρί­κου Νίτσε για τη δύνα­μη, τα δόγ­μα­τα του κοι­νω­νι­κού δαρ­βι­νι­σμού για το δικαί­ω­μα του ισχυ­ρού να υπο­τάσ­σει τους ανί­σχυ­ρους, και οι εμπνευ­σμέ­νες από τον Joseph Arthur Comte de Gobineau και τον  Huston Stewart Chamberlain φυλε­τι­κές και ευγο­νι­κές θεω­ρί­ες. Κατά τη διάρ­κεια της εικο­σι­πε­ντα­ε­τί­ας ανά­με­σα στους δύο ανυ­πο­λό­γι­στους σε κατα­στρο­φές πολέ­μους (1897–1922), κορυ­φώ­νε­ται το δημο­τι­κι­στι­κό κίνη­μα, ανα­ζω­πυ­ρώ­νε­ται η Μεγά­λη Ιδέα, ανα­βιώ­νει ο μεσ­σια­νι­σμός, εκδη­λώ­νε­ται ο εθνι­κός διχα­σμός και ανα­λαμ­βά­νο­νται σταυ­ρο­φο­ρί­ες για την ανόρ­θω­ση της χώρας, την κάθαρ­ση και την ανα­γέν­νη­ση τόσο της  πολι­τι­κής όσο και της πνευ­μα­τι­κής ζωής. Πρό­κει­ται για μια περί­ο­δο, με άλλα λόγια, δοκι­μα­σί­ας και μεγά­λων ιδε­ο­λο­γι­κών ανα­με­τρή­σε­ων. Το βιβλίο αυτό εντάσ­σε­ται στο σχε­τι­κά ανε­ξε­ρεύ­νη­το –στην ελλη­νι­κή βιβλιο­γρα­φία– πεδίο της ιστο­ρί­ας των ιδε­ών και εστιά­ζει στις σημα­ντι­κό­τε­ρες ιδε­ο­λο­γί­ες της επο­χής: τον εθνι­κι­σμό, τον σοσια­λι­σμό και τον ρατσισμό.

 

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

Σπύρος ΤζουβέληςΣπύ­ρος Τζουβέλης

Ο Καβά­φης της Ιστο­ρί­ας και των αισθήσεων

Στα δοκί­μια που περι­λαμ­βά­νο­νται στο πρώ­το μέρος το τόμου αυτού γίνε­ται μια συνο­λι­κή επι­σκό­πη­ση και απο­τί­μη­ση του έργου του Καβά­φη με έμφα­ση στα ιστο­ρι­κά και διδα­κτι­κά του ποι­ή­μα­τα. Επι­ση­μαί­νε­ται ότι ο ποι­η­τής προ­τι­μά να περι­γρά­φει τα γεγο­νό­τα την ώρα που η τύχη παί­ζε­ται ακό­μα. Εμείς γνω­ρί­ζου­με από την Ιστο­ρία ότι το παι­χνί­δι έχει χαθεί κι έτσι αισθα­νό­μα­στε σαν σοφοί που ακού­με τη «μυστι­κή βοή των πλη­σια­ζό­ντων γεγο­νό­των». Βλέ­που­με το μέλ­λον εκεί­νης της επο­χής που απο­τε­λεί το παρελ­θόν της δικής μας.

Εξε­τά­ζε­ται ακό­μα, για πρώ­τη φορά, η σχέ­ση της ποι­η­τι­κής του Καβά­φη με την Ποι­η­τι­κή του Αρι­στο­τέ­λη, ο οποί­ος είχε δια­τυ­πώ­σει το περί­φη­μο από­φθεγ­μα: «Διό καί φιλο­σο­φώ­τε­ρον καί σπου­δαιό­τε­ρον ποί­η­σις ἱστο­ρί­ας ἐστίν». Διε­ρευ­νώ­νται επί­σης ορι­σμέ­νες τεχνι­κές του Καβά­φη (χρή­ση της λεπτο­μέ­ρειας και ενός ενδιά­με­σου αφη­γη­τή), με τις οποί­ες πετυ­χαί­νει με τρό­πο θαυ­μα­στό τη ζωντα­νή μετα­φο­ρά μας στο παρελ­θόν. Ανα­λύ­ο­νται, εξάλ­λου, συστη­μα­τι­κά τα βασι­κά μοτί­βα γύρω από τα οποία περι­στρέ­φο­νται τα περισ­σό­τε­ρα από τα ιστο­ρι­κά και διδα­κτι­κά ποι­ή­μα­τα του Καβά­φη, υπό το φως της δια­κη­ρυγ­μέ­νης τάσης του να επα­νέρ­χε­ται στις ίδιες περιο­χές, συμπλη­ρώ­νο­ντας ή φωτί­ζο­ντας ή απο­κα­λύ­πτο­ντας τις αντι­θέ­σεις στο αρχι­κό σχήμα.

Το δεύ­τε­ρο μέρος του βιβλί­ου αφιε­ρώ­νε­ται στα ερω­τι­κής έμπνευ­σης ποι­ή­μα­τα του Καβά­φη, τα λεγό­με­να αισθη­σια­κά, που απο­τε­λούν σημα­ντι­κό μέρος του έργου του και το συμπλη­ρώ­νουν και εμπλου­τί­ζουν με στί­χους υψη­λής αισθη­τι­κής αξί­ας. Ιδιαί­τε­ρη προ­σο­χή δόθη­κε στην προ­σπά­θεια που κατέ­βα­λε ο ποι­η­τής για την εξι­δα­νί­κευ­ση του αιρε­τι­κού έρω­τα και την ανα­βάθ­μι­σή του σε ποι­η­τι­κή αξία, καθώς και στις επιρ­ρο­ές που δέχθη­κε από την Παλα­τι­νή Ανθο­λο­γία και το Συμπό­σιο του Πλά­τω­να. Το δεύ­τε­ρο αυτό μέρος περι­λή­φθη­κε για πρώ­τη φορά στην αγγλι­κή έκδο­ση του βιβλίου.

Το τρί­το μέρος περι­λαμ­βά­νει ενδει­κτι­κή ανθο­λο­γία του έργου του Καβάφη.

 

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Ευστάθιος ΒέλτσοςΕυστά­θιος Βέλτσος

Georges Canguilhem (1904–1995)

(Ιδέ­ες, έννοιες και μέθο­δοι της ζωής)

Το βιβλίο αυτό απο­τε­λεί την εισα­γω­γή στις έννοιες και στις μεθό­δους του Γάλ­λου φιλο­σό­φου Georges Canguilhem (Ζορζ Καν­γκι­λέμ). Ο Γάλ­λος δια­νοη­τής υπήρ­ξε ο διά­δο­χος του Gaston Bachelard (Γκα­στόν Μπα­σε­λάρ) και επη­ρέ­α­σε με τη διδα­σκα­λία και το έργο του για τις έννοιες του κανό­να και του παθο­λο­γι­κού, όπως και για το επι­στη­μο­λο­γι­κό καθε­στώς των ιατρι­κών επι­στη­μών, τη σκέ­ψη γνω­στών Γάλ­λων φιλο­σό­φων, μετα­ξύ των οποί­ων οι Michel Foucault (Μισέλ Φου­κώ), Louis Althusser (Λουί Αλτου­σέρ), Pierre Macherey (Πιερ Μασερέ).

Στο βιβλίο επι­χει­ρεί­ται μια συστη­μα­τι­κή προ­σέγ­γι­ση της βασι­κής προ­βλη­μα­τι­κής του έργου του Canguilhem για τις αξί­ες της ζωής (όπως της υγεί­ας και της ασθέ­νειας), μέσα από την ανά­λυ­ση βασι­κών εννοιών και μεθό­δων της φιλο­σο­φί­ας του, ενώ παρου­σιά­ζο­νται επί­σης σημα­ντι­κά βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία καθώς και το θεω­ρη­τι­κό πλαί­σιο της επο­χής. Στό­χος είναι να ανα­δει­χθεί η ιδιαί­τε­ρη φιλο­σο­φι­κή μέθο­δός του, που συν­δυά­ζει τη φιλο­σο­φία με την ιστο­ρία των επι­στη­μών και των ιδε­ών. Ο χαρα­κτη­ρι­στι­κός τρό­πος που ο Canguilhem ενσω­μα­τώ­νει τη φιλο­σο­φία με την ιστο­ρία των επι­στη­μών και των ιδε­ών, συνι­στά ό,τι ονο­μά­ζου­με «γαλ­λι­κό επι­στη­μο­λο­γι­κό ύφος» σκέ­ψης και γραφής.

 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Λωζάν­νη 1923 (Δια­χρο­νι­κές προ­σεγ­γί­σεις και εκτιμήσεις)

Επι­μέ­λεια: Γιώρ­γος Γεωρ­γής, Χρί­στος Κ. Κυρια­κί­δης, Χαρά­λα­μπος Γ. Χαραλάμπους

Η συν­θή­κη της Λωζάν­νης υπήρ­ξε κορυ­φαίο διπλω­μα­τι­κό γεγο­νός και διε­θνής σύμ­βα­ση που ρύθ­μι­σε τα σύνο­ρα και τις σχέ­σεις Ελλά­δος-Τουρ­κί­ας και άλλων κρα­τών της Ανα­το­λι­κής Ευρώ­πης και της Μέσης Ανα­το­λής. Ουσια­στι­κά τερ­μά­τι­σε ορι­στι­κά τον Α΄ Παγκό­σμιο πόλε­μο, και ιδιαί­τε­ρα την ελλη­νο­τουρ­κι­κή σύρ­ρα­ξη στη Μικρά Ασία. Παρά τις συνε­χείς τουρ­κι­κές υπο­νο­μεύ­σεις και παρα­βιά­σεις της συν­θή­κης, χάρη στην ελλη­νι­κή ανο­χή και προ­σπά­θεια, παρέ­μει­νε το βασι­κό πλαί­σιο καλής γει­το­νί­ας και συνερ­γα­σί­ας ανά­με­σα στα δύο όμο­ρα κρά­τη, που μοι­ρά­ζο­νται χερ­σαία και θαλάσ­σια σύνορα.

Πρό­κει­ται για έναν συλ­λο­γι­κό τόμο, με τη συμ­με­το­χή ένδε­κα ιστο­ρι­κών και πολι­τι­κών επι­στη­μό­νων που διε­ρευ­νούν την ιστο­ρία του συνε­δρί­ου της Λωζάν­νης, ανα­τέ­μνουν το περιε­χό­με­νο της συν­θή­κης και εξε­τά­ζουν την ισχύ, την πορεία και τις επι­πτώ­σεις της στον χρό­νο. Ο τόμος περι­λαμ­βά­νει επί­σης το πλή­ρες κεί­με­νο της συν­θή­κης, η οποία απέ­κτη­σε σημα­σία και επι­και­ρό­τη­τα με την αμφι­σβή­τη­σή της από τον πρό­ε­δρο της Τουρκίας.

Γρά­φουν οι: Γιώρ­γος Γεωρ­γής, Κύπρος Η. Γιωρ­γαλ­λής, Κυριά­κος Ιακω­βί­δης, Αντώ­νης Κλά­ψης, Μανό­λης Κού­μας, Λυκούρ­γος Κουρ­κου­βέ­λας, Βαγ­γέ­λης Κου­φου­δά­κης, Ιάκω­βος Δ. Μιχαη­λί­δης, Βασί­λης Πρω­το­πα­πάς, Κων­στα­ντί­νος Σβο­λό­που­λος και Κύπρος Χρυσοστομίδης.

 

Δημήτρης ΚουτσούκηςΔημή­τρης Κουτσούκης

Ο ματω­μέ­νος θρό­νος του Θεού (και οι αρχέ­γο­νες συγκρού­σεις στη Μέση Ανατολή)

Ο τίτλος του βιβλί­ου δημιουρ­γεί εύλο­γες απο­ρί­ες. Έχει ανά­γκη ο Άχω­ρος, Άχρο­νος, παντα­χού παρών Δημιουρ­γός έναν θρό­νο; Και αν ναι, τότε πού βρί­σκε­ται αυτός ο θρό­νος; Κάπου στον «ουρα­νό» ή εδώ κάτω στη γη, στον κόσμο της ύλης;

Για­τί ο αυτός ο «θρό­νος» χαρα­κτη­ρί­ζε­ται ματω­μέ­νος; Πώς είναι δυνα­τόν ο Θεός να χρειά­ζε­ται έναν τέτοιο θρό­νο; Είναι αλλη­γο­ρι­κό το νόη­μα αυτών των λέξε­ων ή μήπως αντα­να­κλούν μια απτή όσο και αφά­ντα­στη πραγματικότητα;

Ο υπό­τι­τλος είναι σαφέ­στε­ρος. Αλλά και πάλι δεν προ­σφέ­ρει την ανα­γκαία «γέφυ­ρα» για την κατα­νό­η­ση του τίτλου. Πώς σχε­τί­ζο­νται οι δια­χρο­νι­κές συγκρού­σεις, οι φοβε­ροί πόλε­μοι στις περιο­χές της Μέσης Ανα­το­λής με την εξαι­ρε­τι­κά ασα­φή όσο και περί­ερ­γη ανα­φο­ρά σε έναν «ματω­μέ­νο θεϊ­κό θρό­νο»; Είναι άρα­γε αιμο­χα­ρής ο Δημιουρ­γός και, όπως ίσως θα έλε­γε δικαιο­λο­γη­μέ­να ένας απλός άνθρω­πος, δεν έχει άλλη δου­λειά να κάνει ο Ύψι­στος από το να παρα­κο­λου­θεί αμέ­το­χος, εδώ και χιλιά­δες χρό­νια, αιμα­το­χυ­σί­ες που μαί­νο­νται για χάρη Του;

Για τον συγ­γρα­φέα αυτού του βιβλί­ου ο ματω­μέ­νος θρό­νος του Θεού είναι η Ιερου­σα­λήμ και το Όρος του Ναού. Το πώς και το για­τί αφο­ρά την άγνω­στη στους περισ­σό­τε­ρους ιστο­ρία αυτής της πόλης και της γης Ισρα­ήλ γενι­κό­τε­ρα. Και η αρχή αυτής της ιστο­ρί­ας μάς γυρί­ζει πολύ πίσω στο χρό­νο, ίσως στην αρχή της ίδιας της Δημιουρ­γί­ας. Την ιστο­ρία αυτή ο συγ­γρα­φέ­ας την ιχνη­λα­τεί βήμα προς βήμα, για να μπο­ρέ­σει αφε­νός μεν να ερμη­νεύ­σει –εκτός των άλλων– και τις δυσοί­ω­νες κατα­στά­σεις που επι­κρα­τούν στη Μέση Ανα­το­λή, αφε­τέ­ρου δε να δια­μορ­φώ­σει τεκ­μη­ριω­μέ­νες από ιστο­ρι­κά γεγο­νό­τα από­ψεις, που δεν θα χρω­μα­τί­ζο­νται από στε­νό­μυα­λους δογ­μα­τι­σμούς, στεί­ρες προ­κα­τα­λή­ψεις, δια­στρε­βλω­μέ­νες πολι­τι­κές προ­πα­γάν­δες και θρη­σκευ­τι­κούς φανατισμούς.

 

Γιάννης ΛούληςΓιάν­νης Λούλης

Στις ρίζες του κακού (Πώς και για­τί εκτρο­χιά­στη­κε η Μεταπολίτευση)

Το αφή­γη­μα της Μετα­πο­λί­τευ­σης θυμί­ζει θρί­λερ. Οι Γάλ­λοι θα το προσ­διό­ρι­ζαν ως «μαύ­ρο» ή «σκλη­ρό». Άρα δεν θα μπο­ρού­σε να έχει happy end. Ξεκι­νά­ει φωτει­νά, μετά σκο­τει­νιά­ζει, και ακο­λου­θεί η βαθιά νύχτα της κρί­σης. Αρχι­κά, ο Κων­στα­ντί­νος Καρα­μαν­λής δρο­μο­λο­γεί μια δημο­κρα­τι­κή μετά­βα­ση που γίνε­ται πρό­τυ­πο για άλλες χώρες και πέρα από την ήπει­ρό μας. Όμως εδώ τελειώ­νουν τα καλά νέα. Η Ελλά­δα πλέ­ον περ­νά­ει στα χέρια μιας παλιάς φουρ­νιάς πολι­τι­κών, που κυριαρ­χού­σαν πριν από την απε­χθή δικτα­το­ρία. Ο πολι­τι­κός βίος δεν ανανεώνεται.

Ο Καρα­μαν­λής εγκα­τα­λεί­πει τη ΝΔ στον κακό εαυ­τό της. Ο Ανδρέ­ας Παπαν­δρέ­ου, ο πιο ταλα­ντού­χος από τους πολι­τι­κούς, απο­δει­κνύ­ε­ται λαϊ­κι­στής και εκτρο­χιά­ζει την οικο­νο­μία. Ο Μητσο­τά­κης είναι ανε­παρ­κής και ανα­χρο­νι­στι­κός. Σημί­της και Κώστας Καρα­μαν­λής είναι ευκαι­ρί­ες που χάνο­νται. Απέ­να­ντι στην κρί­ση, ο Γιώρ­γος Παπαν­δρέ­ου είναι μοι­ραί­ος. Ο Σαμα­ράς, πολι­τι­κός άλλων επο­χών, απο­τυγ­χά­νει. Ο Τσί­πρας προ­σπα­θεί να ενη­λι­κιω­θεί, με βαρύ κόστος για τη χώρα. Πολι­τι­κοί και κόμ­μα­τα απα­ξιώ­νο­νται. Και ο τόπος; Σέρ­νε­ται με ένα απο­τυ­χη­μέ­νο κρά­τος, με ένα ανε­παρ­κέ­στα­το πολι­τι­κό προ­σω­πι­κό και με μια αυτο­κα­τα­στρο­φι­κή κουλ­τού­ρα πόλωσης.

 

Το παρελ­θόν στο παρόν 

(Μνή­μη, ιστο­ρία και αρχαιό­τη­τα στη σύγ­χρο­νη Ελλάδα)

Επι­μέ­λεια: Νίκος Παπα­δη­μη­τρί­ου – Άρης Αναγνωστόπουλος

Τι είναι μνή­μη και τι μνη­μείο; Πώς το παρελ­θόν γίνε­ται ιστο­ρία; Για­τί η κλα­σι­κή αρχαιό­τη­τα θεω­ρεί­ται σημα­ντι­κό­τε­ρη από τον Μεσαί­ω­να; Πώς επι­λέ­γου­με τι θα ανα­σκά­ψου­με και τι θα εκθέ­σου­με σε ένα μου­σείο; Ποιος είναι ο ρόλος των πολι­τών στη δια­χεί­ρι­ση της πολι­τι­στι­κής κληρονομιάς;

Αυτά είναι μερι­κά από τα ερω­τή­μα­τα που θίγο­νται σε αυτό τον συλ­λο­γι­κό τόμο. Κορυ­φαί­οι ειδι­κοί από διά­φο­ρα επι­στη­μο­νι­κά πεδία επι­χει­ρούν να προ­σεγ­γί­σουν την πολυ­διά­στα­τη σχέ­ση της ελλη­νι­κής κοι­νω­νί­ας με το ιστο­ρι­κό παρελ­θόν, διε­ρευ­νώ­ντας θέμα­τα όπως οι μηχα­νι­σμοί δια­μόρ­φω­σης συλ­λο­γι­κής μνή­μης, η προ­νο­μια­κή μετα­χεί­ρι­ση κάποιων ιστο­ρι­κών περιό­δων, η αλλη­λε­πί­δρα­ση των πολι­τών με τα υλι­κά κατά­λοι­πα του παρελ­θό­ντος κ.ά. Ο τόμος έχει στό­χο να φέρει σε επα­φή το ευρύ κοι­νό με σύγ­χρο­νες θεω­ρη­τι­κές εξε­λί­ξεις στον τομέα των ανθρω­πι­στι­κών επι­στη­μών, να ανα­δεί­ξει τις ιδε­ο­λο­γι­κές παρα­μέ­τρους της μελέ­της του παρελ­θό­ντος και να ανα­σκευά­σει ορι­σμέ­νες στρε­βλώ­σεις που χαρα­κτη­ρί­ζουν τον δημό­σιο περί αρχαιο­λο­γί­ας λόγο.

Γρά­φουν: Άρης Ανα­γνω­στό­που­λος, Δάφ­νη Βου­δού­ρη, Ελε­ά­να Για­λού­ρη, Άγγε­λος Δελη­βορ­ριάς, Πέτρος Θέμε­λης, Νικό­λα­ος Καλ­τσάς, Χρι­στί­να Κου­λού­ρη, Αντώ­νης Λιά­κος, Νίκος Μπε­λα­βί­λας, Νίκος Παπα­δη­μη­τρί­ου, Δημή­τρης Πλάν­τζος, Όλγα Σακα­λή, Τάσος Σακελ­λα­ρό­που­λος, Ελέ­νη Στε­φά­νου, Ανα­στα­σία Τούρ­τα και Γιάν­νης Χαμηλάκης.

 

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ

Γιώργης ΜωραΐτηςΓιώρ­γης Μωραΐτης

Ανα­μνή­σεις ενός αντάρ­τη (τόμος Γ΄)

Στο τρί­το­μο έργο του Ανα­μνή­σεις ενός αντάρ­τη ο Γιώρ­γης Μωρα­ΐ­της ξεδι­πλώ­νει τα βιώ­μα­τά του από τις πιο άγριες αλλά και πιο συγκι­νη­τι­κές στιγ­μές της νεό­τε­ρης ελλη­νι­κής Ιστο­ρί­ας. Στον πρώ­το τόμο μίλη­σε για τα παι­δι­κά του χρό­νια μέχρι την Κατο­χή. Στον δεύ­τε­ρο τόμο ανα­φέρ­θη­κε στη χιτλε­ρο­φα­σι­στι­κή Κατο­χή και την Εθνι­κή Αντί­στα­ση μέχρι την Απε­λευ­θέ­ρω­ση. Τώρα, στον τρί­το τόμο, παρου­σιά­ζει όλα τα δρα­μα­τι­κά γεγο­νό­τα από τη Βάρ­κι­ζα έως και τον Εμφύ­λιο, όπως ο ίδιος τα έζη­σε. Όλη την τριε­τία δηλα­δή της ένο­πλης πάλης με τον ΔΣΕ, μέχρι τον Μάη του 1950, που με την τελευ­ταία ομά­δα απ’ τα Άγρα­φα βγή­κε στην Αλβανία.

Ο συγ­γρα­φέ­ας από μικρός έζη­σε στα βου­νά και τα λάτρε­ψε. Κι όταν ήρθε το πλή­ρω­μα του χρό­νου, με τ’ όπλο στο χέρι αγω­νί­στη­κε για τη λευ­τε­ριά. Πολέ­μη­σε σε δύο αντάρ­τι­κα: ένα στην Κατο­χή, στον ΕΛΑΣ, κι ένα στον Εμφύ­λιο, στον ΔΣΕ.

Απ’ τον μακρο­χρό­νιο αγώ­να βγή­κε ζωντα­νός. Κι έγρα­ψε όσα βίω­σε. Τον «βοή­θη­σε» ίσως και η φυλα­κή, όπου κρα­τή­θη­κε δεκα­πέ­ντε χρό­νια. Στά­θη­κε βέβαια τυχε­ρός, καθώς δεν εκτε­λέ­στη­κε. Για­τί, αν και κατα­δι­κά­στη­κε δις εις θάνα­τον, είχε τελι­κά «τύχη βουνό».

 

ΑΝΑΧΡΟΝΙΣΜΟΙ

Ζήσης ΚοτιώνηςΖήσης Κοτιώ­νης

Ο Ανα­ξί­μαν­δρος στη Φουκουσίμα

Ιδού μια υπό­θε­ση:  ήδη στις απαρ­χές του τεχνι­κού πολι­τι­σμού κάνει την εμφά­νι­σή της η ανθρω­πό­και­νος επο­χή. Η σύγ­χρο­νη ιδέα ότι η ανθρώ­πι­νη δρα­στη­ριό­τη­τα επη­ρε­ά­ζει και δια­μορ­φώ­νει τη γεω­λο­γι­κή συγκρό­τη­ση και την εξέ­λι­ξη της γης, ενυ­πάρ­χει ήδη στα θραύ­σμα­τα των προ­σω­κρα­τι­κών κοσμο­λο­γιών. Στις θεω­ρη­τι­κές υπο­θέ­σεις του Ανα­ξί­μαν­δρου ανευ­ρί­σκε­ται η σύλ­λη­ψη του κόσμου ως τεχνι­κού κατα­σκευά­σμα­τος, όπως είναι μια κυλιν­δρι­κή κολό­να ή ένας μεταλ­λευ­τι­κός κλίβανος.

Ο Ανα­ξί­μαν­δρος στη Φου­κου­σί­μα είναι καλ­λι­τε­χνι­κό πρό­τζεκτ και ποι­η­τι­κό δοκί­μιο. Αφη­γεί­ται πρα­κτι­κές περι­πλα­νή­σε­ων, κατα­γρα­φών, ανοι­κτών ανα­γνώ­σε­ων των προ­σω­κρα­τι­κών φιλο­σό­φων και γενε­α­λο­γή­σεις εδα­φι­κών ευρη­μά­των. Η επι­τό­πια περι­πλά­νη­ση γίνε­ται κάπο­τε ταξί­δι στην οικου­με­νι­κή γεω­γρα­φία και ταξί­δι μέχρι την σύγ­χρο­νη ιστο­ρία,  από τα παρά­λια της Μεσο­γεί­ου ως τα παρά­λια της Ιαπω­νί­ας. Οι αστο­χή­σα­ντες πυρη­νι­κοί αντι­δρα­στή­ρες της Φου­κου­σί­μα είναι τεχνο­λο­γι­κές μετα­μορ­φώ­σεις του ανα­ξι­μάν­δρειου κλιβάνου.

Το βιβλίο απευ­θύ­νε­ται περισ­σό­τε­ρο σε εκεί­νες και εκεί­νους που θέλουν να αδρά­ξουν, μέσα από την «τοπο-στιγ­μή» τη γενι­κό­τη­τα, το βάθος της ιστο­ρί­ας και την έκτα­ση των «φυσι­κο­πο­λι­τι­σμών». Να  αδρά­ξουν τη γενε­α­λο­γία της τεχνι­κής ως βίω­μα και προ­σω­πι­κή ανά­μνη­ση, μέσα στην βαρε­τή συνή­θως αλλά καμιά φορά συναρ­πα­στι­κή διε­θνή συζή­τη­ση για τη γαία και το μέλ­λον του παρό­ντος της.

 

ΑΛΜΠΟΥΜ

Λυδία Σαπου­νά­κη-Δρα­κά­κη, Μαρία Λουί­ζα Τζόγια-Μοάτσου

Από τα «Εδώ­δι­μα-Αποι­κια­κά» στα σού­περ μάρκετ 

(Η πορεία 140 ετών μιας ελλη­νι­κής εται­ρεί­ας τροφίμων)

Μέχρι τη λει­τουρ­γία της Βαρ­βα­κεί­ου Αγο­ράς το 1886, ένα πολύ­βουο πλή­θος κατέ­κλυ­ζε καθη­με­ρι­νά τις ξύλι­νες παρά­γκες στο Πάνω Παζά­ρι, όπου γινό­ταν το λια­νι­κό εμπό­ριο τρο­φί­μων της επο­χής. Κι ενώ στην Αθή­να κυριαρ­χού­σαν «δυσει­δή» και «οζώ­δη» παντο­πω­λεία, το «λαμπρό» εδω­δι­μο­πω­λείο που άνοι­ξε το 1877 στην οδό Αιό­λου ο Πανα­γιώ­της Θανό­που­λος, από την ορει­νή Αρκα­δία, έμελ­λε να γίνει η αφε­τη­ρία μιας σει­ράς αδια­νό­η­των για την επο­χή νεω­τε­ρι­σμών, στη δύσβα­τη πορεία προς τον εξευ­ρω­παϊ­σμό του λια­νι­κού εμπο­ρί­ου τροφίμων.

Η επα­νά­στα­ση στον κλά­δο ξεκί­νη­σε στην Ελλά­δα τη δεκα­ε­τία του 1960. Μέχρι τότε τα κατα­στή­μα­τα σελφ σέρ­βις, που μετα­πο­λε­μι­κά είχαν ήδη δια­σχί­σει τον Ατλα­ντι­κό, κατέ­κλυ­ζαν στα­δια­κά τη Δυτι­κή Ευρώ­πη. Ωστό­σο ήταν ακό­μα άγνω­στα στην Ελλά­δα. Ο Τύπος προ­σπα­θού­σε να εξη­γή­σει τη νέα πρα­κτι­κή, τονί­ζο­ντας ότι στα παντο­πω­λεία αυτο­ε­ξυ­πη­ρέ­τη­σης «ψωνί­ζουν και οι άνδρες τσου­λώ­ντας καρο­τσά­κι σαν κι αυτό που βάζουν τα μωρά και δεν υπάρ­χει βερε­σές»!  Ήταν στο κατά­στη­μα Θανό­που­λου στα Χαυ­τεία που το 1961 πρω­το­ε­φαρ­μό­στη­κε το σύστη­μα σελφ σέρ­βις, δίνο­ντας το έναυ­σμα στη δημιουρ­γία και εξά­πλω­ση των αλυ­σί­δων σού­περ μάρκετ.

Το πέρα­σμα από τα «εδώ­δι­μα-αποι­κια­κά» στα σύγ­χρο­να σού­περ μάρ­κετ και οι μετα­σχη­μα­τι­σμοί του λια­νι­κού εμπο­ρί­ου τρο­φί­μων σκια­γρα­φού­νται μέσα από τις επι­χει­ρη­μα­τι­κές κινή­σεις της οικο­γέ­νειας Θανό­που­λου, που πλέ­ον δρα­στη­ριο­ποιεί­ται επί 140 συνε­χή χρό­νια στον τομέα αυτό.

Το βιβλίο δεν περιο­ρί­ζε­ται στην απλή παρά­θε­ση στοι­χεί­ων που αφο­ρούν τη δια­χρο­νι­κή εξέ­λι­ξη μιας επι­χεί­ρη­σης, αλλά υπα­κού­ει σε μια συνο­λι­κή αντί­λη­ψη της κοι­νω­νι­κής ιστο­ρί­ας της Αθή­νας και δια­γρά­φει κομ­μά­τια της ιστο­ρί­ας του υλι­κού πολι­τι­σμού της.

 

ΒΙΒΛΙΑ ΜΕ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Ο τοί­χος είχε τη δική του υστε­ρία #2018

Πρώ­τη φορά 2018

Ένα σπαρ­τα­ρι­στό ημε­ρο­λό­γιο, μια απο­λαυ­στι­κή ανθο­λο­γία με τα πιο δημο­φι­λή «τιτι­βί­σμα­τα» που δημο­σιεύ­τη­καν στην ιστο­σε­λί­δα Ο τοί­χος είχε τη δική του υστε­ρία (hysteria.gr).

Από τον πρό­λο­γο της έκδοσης:

Πρώ­τη φορά 2018 λοιπόν.

Το πιστέ­ψα­με, το φέρα­με, το στη­ρί­ζου­με. Είναι η ελπί­δα μας.

Το τιμού­με με τις τοπ 9,99 φατσού­λες που θα σαρώ­σουν τα ντα­ουν­λό­ουντζ της χρονιάς.

Φατσού­λα «Πρώ­τη φορά Αρι­στε­ρο­α­κρο­δε­ξιά». Μπου­κω­μέ­νη με ένα ανδρι­κό μόριο που ανα­πτύσ­σε­ται δια­γώ­νια από κάτω προς τα πάνω, από αρι­στε­ρά προς άκρα δεξιά. Τα μάτια γουρ­λω­μέ­να (λογι­κό). Απευ­θύ­νε­ται απο­κλει­στι­κά στην ελλη­νι­κή αγο­ρά. Χρώ­μα: το κοροϊδί.

Φατσού­λα «Επαί­της». Με ένα χέρι μπρο­στά από το κεφά­λι που προ­τεί­νει την παλά­μη. Όλο και κάτι επαι­τεί ο καθέ­νας μας: χρή­μα, αγά­πη, χαρά, νοιά­ξι­μο, ανέ­σεις κ.λπ. Τα μάτια τύπου «Δώσε κι από δω». Χρώ­μα: αυτό της ντρο­πής, το ντροπί.

Φατσού­λα «Ζάκερ­μπεργκ». Με πολ­λά βελά­κια καρ­φω­μέ­να στο επά­νω μέρος του κεφα­λιού. Με ροχά­λες στα μάγου­λα και στα μάτια. Τα μάτια δεν φαί­νο­νται, είναι καλυμ­μέ­να από τις ροχά­λες. Χρώ­μα: του χρήματος.

Φατσού­λα «Μού­φα αντι­κα­θε­στω­τι­κός» που πετά­ει μολό­τοφ. Απο­πνέ­ει μια ιδε­ο­λο­γι­κή στει­ρό­τη­τα. Τα μάτια είναι ντε­μέκ στρα­βω­μέ­να.. Χρώ­μα: το προβοκατορί.

Φατσού­λα «Ενω­μέ­νη Ευρώ­πη» σε σχή­μα γιν-γιανγκ. Θα απο­συρ­θεί σύντο­μα για­τί προ­βλέ­πε­ται να μην έχει κάποια χρή­ση ούτε καν για να περι­γρά­ψεις κάποια αδιά­φο­ρη διά­θε­ση. Τα μάτια βλέ­πουν αστε­ρά­κια… Χρώ­μα: το οτελευταιοςνακλεισειτηνπόρτα.

Φατσού­λα «Εμε­να­να­κούς». Από το στό­μα βγαί­νουν γράμ­μα­τα και αριθ­μοί. Τα μάτια κοι­τά­ζουν το λαό τους. Χρώ­μα: το ξερολί.

Φατσού­λα «Τηλε­θε­α­τής». Είναι αξύ­ρι­στη και μοιά­ζει με τον άνθρω­πο των σπη­λαί­ων. Τα μάτια είναι άδεια. Χρώ­μα: το αξιολυπητί.

Φατσού­λα «Θρη­σκεία ίμπερ άλες», που κρα­τά­ει σταυ­ρό, καλάσ­νι­κοφ και χρή­μα. Τα μάτια κοι­τά­ζουν στον ουρα­νό (μήπως τους πέσει στο κεφά­λι). Χρώ­μα: το θανατί.

Φατσού­λα «Υγιει­νή δια­στρο­φή». Με κορ­δέ­λα στο κεφά­λι που γρά­φει «Χωρίς γλου­τέ­νη, με στέ­βια και κινόα». Τα μάτια λάμπουν από υγεία. Χρώ­μα: το τρε­ντί. 

Και τέλος η 

Φατσού­λα «Νενι­χά­σα­μεν». Είναι η μόνη που δια­τί­θε­ται με ανι­μέι­σον, δηλα­δή κίνη­ση Στην αρχή είναι ενθου­σια­σμέ­νη και πάει να πανη­γυ­ρί­σει και στο τέλος απο­γοη­τεύ­ε­ται και βάζει τα χέρια στο πρό­σω­πο. Συν­δυά­ζε­ται άρι­στα με τη φατσού­λα «Πρώ­τη φορά αρι­στε­ρο­α­κρο­δε­ξιά». Προ­τει­νό­με­νο χρώ­μα το σκατί.

 

Δάφνη Φιλίππου365 ημέ­ρες γονιός

Κεί­με­να: Δάφ­νη Φιλίππου

Τα πολυ­τι­μό­τε­ρα δώρα που μπο­ρείς να δώσεις στο παι­δί σου είναι: αγά­πη, ποιο­τι­κός χρό­νος, ενσυ­ναί­σθη­ση, προ­σε­κτι­κή ακρό­α­ση, δια­θε­σι­μό­τη­τα, κατα­νό­η­ση, άνευ όρων απο­δο­χή. Στις σελί­δες του ημε­ρο­λο­γί­ου οι γονείς θα ανα­κα­λύ­ψουν πολ­λά ακό­μη δώρα για τους ίδιους και για τα παι­διά τους: νέες πλη­ρο­φο­ρί­ες και πιθα­νές απα­ντή­σεις σε ερω­τή­μα­τα που τους απα­σχο­λούν για τη σχέ­ση τους, τα όρια, το διά­βα­σμα, την τηλε­ό­ρα­ση, την τιμω­ρία, το δια­ζύ­γιο, την υιο­θε­σία, την εγκυ­μο­σύ­νη, την ανά­πτυ­ξη της πρω­το­βου­λί­ας, της δημιουρ­γι­κό­τη­τας, της συναι­σθη­μα­τι­κής νοη­μο­σύ­νης κ.ά. Οι ειδι­κοί θα εμπλου­τί­σουν τη θεμα­το­λο­γία τους για τα σεμι­νά­ρια των γονιών που εμψυχώνουν.

 

Κάθε μέρα μια θετι­κή σκέψη

Κεί­με­να: Δρ Γουί­ντυ Ντράιντεν

Στό­χος του παρό­ντος ημε­ρο­λο­γί­ου είναι να σας εμπνεύ­σει, να σας δια­σκε­δά­σει, να σας δώσει υλι­κό για περι­συλ­λο­γή, να σας βοη­θή­σει να κατα­νο­ή­σε­τε τον εαυ­τό σας, για να ζεί­τε την κάθε ημέ­ρα του χρό­νου στο έπακρο.
O Γουί­ντυ Nτράι­ντεν, που έχει γρά­ψει τα κεί­με­να, ψυχο­θε­ρα­πευ­τής, καθη­γη­τής Συμ­βου­λευ­τι­κής Ψυχο­λο­γί­ας, έχει βοη­θή­σει πολ­λά άτο­μα να απο­κτή­σουν καλύ­τε­ρο έλεγ­χο της ζωής τους και να αντι­με­τω­πί­σουν προ­βλή­μα­τα που ταλαι­πω­ρούν όλους μας, όπως είναι η ζήλια, ο θυμός, οι ενο­χές και η ντρο­πή. Σκο­πός του είναι να κατα­νο­ή­σουν όλοι ότι η συναι­σθη­μα­τι­κή ευε­ξία είναι εξί­σου απα­ραί­τη­τη με τη σωμα­τι­κή, αν θέλου­με να λεγό­μα­στε «υγιή» άτο­μα. H ουσία της φιλο­σο­φί­ας του έγκει­ται στο ότι, υιο­θε­τώ­ντας κάθε μέρα και μια νέα θετι­κή σκέ­ψη, εφαρ­μό­ζο­ντάς την και παρα­τη­ρώ­ντας πώς αυτή επη­ρε­ά­ζει τις σκέ­ψεις, τα αισθή­μα­τα και τις πρά­ξεις μας, μπο­ρού­με να κατα­πο­λε­μή­σου­με τις παρά­λο­γες πεποι­θή­σεις μας και να βελ­τιώ­σου­με την ψυχι­κή μας υγεία. Ένα ημε­ρο­λό­γιο-έκπλη­ξη για κάθε χρό­νο και για κάθε ημέ­ρα του!

 

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΝΕΟΥΣ

ΑΠΡΟΣΜΕΝΟΙ ΦΙΛΟΙ

Βασίλης ΠαπαθεοδώρουΒασί­λης Παπαθεοδώρου

  1. Τόγκο, το σκυ­λί των πάγων 
  2. Αύρα, το άλο­γο ολυμπιονίκης

Οι Εκδό­σεις Καστα­νιώ­τη και ο Βασί­λης Παπα­θε­ο­δώ­ρου εγκαι­νιά­ζουν τη σει­ρά «Απρό­σμε­νοι Φίλοι» που απευ­θύ­νε­ται σε παι­διά προ­σχο­λι­κής και πρω­το­σχο­λι­κής ηλι­κί­ας. Κάθε βιβλίο της νέας αυτής σει­ράς θα περιέ­χει μυθο­πλα­σία βασι­σμέ­νη σε πραγ­μα­τι­κή ιστο­ρία ηρω­ι­σμού, πίστης και αφο­σί­ω­σης ζώων, ενώ θα υπάρ­χει και παράρ­τη­μα με την πραγ­μα­τι­κή ιστο­ρία και βασι­κές πληροφορίες/γνώσεις που προ­κύ­πτουν. Το Τόγκο, το σκυ­λί των πάγων ανα­φέ­ρε­ται σε μια σκυ­τα­λο­δρο­μία φαρ­μά­κων από σκυ­λιά έλκη­θρου, που έγι­νε στις αρχές του 20ού αιώ­να στην Αλά­σκα με σκο­πό να σωθεί ένα χωριό από μια επι­δη­μία.  Η Αύρα, το άλο­γο ολυ­μπιο­νί­κης ανα­φέ­ρε­ται στην πραγ­μα­τι­κή ιστο­ρία ενός αλό­γου στους ολυ­μπια­κούς αγώ­νες της αρχαιό­τη­τας, που τερ­μά­τι­σε στο αγώ­νι­σμα της ιππο­δρο­μί­ας, χωρίς τον ανα­βά­τη του.

 

ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Γιολάντα Τσιαμπόκαλου (Sadahzinia)Γιο­λά­ντα Τσιαμπόκαλου 

Η Μάγια στη ζούγκλα

Η Μάγια φορά­ει τις πιτζά­μες και κάνει μια τελευ­ταία βόλ­τα στη ζού­γκλα της. Η ζέβρα και η τίγρη είναι ακό­μα μαλω­μέ­νες, ο ελέ­φα­ντας δεν αισθά­νε­ται και πολύ καλά και ο κρο­κό­δει­λος συνε­χί­ζει τις σκα­ντα­λιές που έκα­νε όλη μέρα…

Όλα τα ζώα ετοι­μά­ζο­νται για ύπνο: Χασμου­ριού­νται, αυτο­συ­γκε­ντρώ­νο­νται, ρεμ­βά­ζουν, κουρ­νιά­ζουν κι έχουν ανά­γκη μια ζεστή αγκα­λιά πριν κοιμηθούν.