Περού, για μας τους Ευρω­παί­ους, είναι πρώ­τα απ’ όλα το Μάτσου Πίτσου, αυτή η σχε­δόν εξω­πραγ­μα­τι­κή πόλη των Ίνκας πάνω στις Άνδεις. Παίρ­νεις το αερο­πλά­νο από τη Λίμα (ήδη το αερο­πλά­νο έχει γεμί­σει χρώ­μα­τα από τα ρού­χα των επι­βα­τών του, κι από εκεί­να τα καφε­τιά καπέ­λα με τον μακρό­στε­νο κύλιν­δρο που φορά­νε οι ορε­σί­βιοι χωριά­τες) και μετά από ταξί­δι μιας περί­που ώρας, κατε­βαί­νεις μέσα σε μια τερά­στια χαρά­δρα – από τα πιο εντυ­πω­σια­κά πράγ­μα­τα που μπο­ρεί να δει ταξι­διώ­της αερο­πλά­νου αυτή η κατά­βα­ση, βου­νά στα αρι­στε­ρά παρά­θυ­ρα, βου­νά στα δεξιά παρά­θυ­ρα, και το αερο­πλά­νο να χάνει ύψος μέσα σε μια θολή εικό­να που σιγά σιγά παίρ­νει τα χαρα­κτη­ρι­στι­κά μιας πόλης, μιας αρχαί­ας πόλης, που κάπο­τε της έλα­χε να είναι βασί­λισ­σα, το Κού­σκο.

Από το πανέ­μορ­φο Κού­σκο παίρ­νεις το μικρό τρέ­νο που θα σε πάει στο Μάτσου Πίτσου. Παλιά πρω­τεύ­ου­σα των Ίνκας, το Κού­σκο είναι μια μικρή μπα­ρόκ πόλη ισπα­νι­κού ύφους που απλώ­νε­ται γύρω από μια μεγά­λη πλα­τεία, την πλα­τεία που όπως πάντα φιλο­ξε­νεί τα εμβλή­μα­τα των τεσ­σά­ρων εξου­σιών, τις εκκλη­σί­ες, το δημαρ­χείο, το δικα­στή­ριο, το μεγά­λο ξενο­δο­χείο. Φαντά­ζο­μαι σε αυτό το μεγά­λο πεδίο που στη συνέ­χεια έγι­νε μεγά­λη πλα­τεία να κρί­θη­κε η τελι­κή μάχη, αυτή που είδε ηττη­μέ­νους και ντρο­πια­σμέ­νους τους Ίνκας, και νικη­τές τους ξένους με τα όπλα που ξερ­νού­σαν φωτιά και θάνα­το. Όσοι από τους γηγε­νείς επέ­ζη­σαν, λέει ο μύθος, ανέ­βη­καν και κτί­σα­νε το μυστη­ριώ­δες Μάτσου Πίτσου. Οι υπό­λοι­ποι, μαζί και ο αυτο­κρά­το­ρας Ινκά­ρι, θα θρέ­ψουν με το αίμα και τα κόκα­λά τους τη δύσκο­λη ορει­νή γη, ώστε ο Ισπα­νός κατα­κτη­τής να βρει εύφο­ρο έδα­φος να ορθώ­σει τη μεγα­λο­πρε­πή και­νούρ­για πόλη. Επει­δή όμως οι μύθοι δεν αρκού­νται στο αίμα και στα κόκα­λα, προ­σθέ­τουν ότι οι κατα­κτη­τές, αφού θανά­τω­σαν τον αυτο­κρά­το­ρα, τον έκο­ψαν κομ­μα­τά­κια και έθα­ψαν το κάθε κομ­μά­τι του σε άλλο μέρος, ώστε να μη δια­κιν­δυ­νεύ­σουν μια πιθα­νή ανά­στα­σή του, και το κου­φά­ρι του να μη βρει ποτέ τάφο να ανα­παυ­τεί.

Λίμα, μερι­κές χιλιά­δες χρό­νια αργό­τε­ρα. Ένα μοντέρ­νο κτί­ριο με εμφα­νές μπε­τόν, που μοιά­ζει με εκα­το­ντά­δες άλλα σε όλο τον κόσμο, φιλο­ξε­νεί το μεγά­λο Μου­σείο της περου­βια­νής πρω­τεύ­ου­σας. Στον τελευ­ταίο όρο­φο μια φωτο­γρα­φι­κή έκθε­ση από τον ιδιό­τυ­πο εμφύ­λιο που έζη­σε η χώρα στη δεκα­ε­τία του ’80. Μια τερά­στια αφί­σα δίνει το στίγ­μα και τη λογι­κή της έκθε­σης: «Αν δεν πού­με όλη την αλή­θεια για το παρελ­θόν μας, δεν θα μπο­ρέ­σου­με ποτέ να το ξεπε­ρά­σου­με». Κι ύστε­ρα αρχί­ζει η παρέ­λα­ση, η φρι­κτή παρέ­λα­ση εικό­νων με κρε­μα­σμέ­νους σκύ­λους, τάφρους γεμά­τους άτα­φα ανθρώ­πι­να κορ­μιά, καμέ­να χωριά, αλυ­σο­δε­μέ­νους αιχ­μα­λώ­τους που οδη­γού­νται για εκτέ­λε­ση, στρα­τιω­τι­κούς που εκτε­λούν με συνο­πτι­κές δια­δι­κα­σί­ες νέους και γέρους και γελά­νε, αντάρ­τες με κόκ­κι­νες σημαί­ες που σφά­ζουν με την ίδια λύσ­σα των αντι­πά­λων τους, εγκα­τα­λειμ­μέ­να παι­διά που σφα­δά­ζουν στο κλά­μα. Ό,τι απέ­μει­νε από τον πόλε­μο δύο φονι­κών φατριών που αιμα­το­κύ­λι­σαν μια ολό­κλη­ρη χώρα, η μια διό­τι ήθε­λε –υπο­τί­θε­ται– μια καλύ­τε­ρη κοι­νω­νία, η άλλη διό­τι ήθε­λε –πάλι υπο­τί­θε­ται– να δια­φυ­λά­ξει την έννο­μη τάξη. 70.000 νεκροί για δυο φανα­τι­σμέ­νες φατρί­ες, χωριά ολό­κλη­ρα που έσβη­σαν από το χάρ­τη, ένα υπό­γειο μίσος που θα χρεια­στεί δεκα­ε­τί­ες να ξεπε­ρα­στεί.

Κοι­τά­ζο­ντας τις φωτο­γρα­φί­ες παρα­τη­ρώ σχε­δόν παντού ακρω­τη­ρια­σμέ­να πτώ­μα­τα. Εφό­σον δεν είναι μαζί μας, είναι με τον εχθρό, τους αξί­ζει ο θάνα­τος, το μακε­λειό, τους αξί­ζει ο ακρω­τη­ρια­σμός, ο θρύ­λος μεταγ­γί­ζε­ται εύκο­λα στο σήμε­ρα, ο αυτο­κρά­το­ρας των Ίνκας ντύ­νε­ται στο χακί του Περου­βια­νού Στρα­τού και στο κόκ­κι­νο του Φωτει­νού Μονο­πα­τιού και γίνε­ται τιμω­ρός του εαυ­τού του, και χαρί­ζει στους άλλους τον θάνα­το που χάρι­σαν σ’ αυτόν, να μην έχει μετα­θα­νά­τια γαλή­νη κανείς, να μην έχει τέλος ο σκο­τω­μός, έτσι κι αλλιώς η φτώ­χια είναι φτώ­χια, και η ζωή με φτώ­χια χωρίς νόη­μα, κι είναι ωραίο να φαντά­ζεις σωτή­ρας, να έχεις την εξου­σία της ζωής και του θανά­του πάνω στους άλλους, το δίκιο είναι με το μέρος σου, ο σκο­πός πάντα αγιά­ζει τα μέσα, τρια­κό­σιοι παρα­πά­νω τρια­κό­σιοι λιγό­τε­ροι δεν έχει σημα­σία, ας αφα­νι­στεί το χωριό.

Η μπου­ρού από το κίτρι­νο καρο­τσά­κι του παγω­τα­τζή βγά­ζει μια ανα­πά­ντε­χα βρα­χνή φωνή. Είναι τα ίδια καρο­τσά­κια που θυμά­ται ο Σαντιά­γο Ρον­κα­λιό­λο να δια­τρέ­χουν τα παι­δι­κά του χρό­νια, και να κάνουν τα παι­δά­κια της συνοι­κί­ας –μαζί και τον ίδιο– να τρέ­μουν από λαχτά­ρα και την προ­α­ναγ­γελ­θεί­σα ηδο­νή. Η συνοι­κία έχει αλλά­ξει από τότε, τα κίτρι­να καρο­τσά­κια των παγω­τα­τζή­δων όχι.

Η συνοι­κία είναι η Μιρα­φλό­ρες, γνω­στή μας κυρί­ως από τα μυθι­στο­ρή­μα­τα του Μάριο Βάρ­γκας Λιό­σα. Κάπο­τε συνοι­κία πλου­σί­ων, σιγά σιγά έγι­νε συνοι­κία της μεσαί­ας τάξης και των δια­νο­ου­μέ­νων – μια συνοι­κία που σφύ­ζει από ζωή, που φιλο­ξε­νεί τα μαγα­ζιά και τους ανθρώ­πους που έφυ­γαν από το ιστο­ρι­κό κέντρο, η πιο αδιά­φο­ρη αρχι­τε­κτο­νι­κά αλλά και η πιο ανθρώ­πι­νη συνοι­κία αυτής της αχα­νούς πρω­τεύ­ου­σας με τις έντο­νες ταξι­κές δια­φο­ρές και τη μεγά­λη ιστο­ρία.

Ο πρώ­τος που έκα­νε παγκο­σμί­ως γνω­στό το όνο­μα του Ρον­κα­λιό­λο ήταν πάλι εκεί­νος, ο Βάρ­γκας Λιό­σα. Είχε δια­βά­σει τον Κόκ­κι­νο Απρί­λη και με τη γεν­ναιο­δω­ρία που μονά­χα οι πολύ μεγά­λοι συγ­γρα­φείς έχουν, δεν δίστα­σε να πει δημο­σί­ως «δια­βά­στε τον». Και βεβαί­ως όταν έχεις ανα­γνώ­στη έναν άνθρω­πο σαν τον Λιό­σα που σε προ­τρέ­πει να δια­βά­σεις ένα μυθι­στό­ρη­μα, δεν χρειά­ζε­σαι τίπο­τε άλλο για να πει­στείς να αγο­ρά­σεις τα δικαιώ­μα­τα του βιβλί­ου για την ελλη­νι­κή γλώσ­σα. Λίγο και­ρό αργό­τε­ρα, τρώ­γο­ντας με τον Κάρ­λος Φου­έ­ντες και τη γυναί­κα του σε ένα εστια­τό­ριο στο Γκά­ζι, τον ρωτάω αν έχει ξεχω­ρί­σει τον τελευ­ταίο και­ρό κάποιο καλό μυθι­στό­ρη­μα νέου λατι­νο­α­με­ρι­κά­νου συγ­γρα­φέα. Ναι, απα­ντά­ει, και μου ανα­φέ­ρει τον Ρον­κα­λιό­λο και τον Κόκ­κι­νο Απρί­λη. Κι όταν του είπα ότι είχα ήδη αγο­ρά­σει τα δικαιώ­μα­τα για λογα­ρια­σμό των Εκδό­σε­ων Καστα­νιώ­τη, εντυ­πω­σιά­στη­κε. Έχεις επο­μέ­νως το καλύ­τε­ρο βιβλίο, μου είχε πει, δεν χρειά­ζε­σαι άλλο.

Ο Κόκ­κι­νος Απρί­λης γρά­φτη­κε με βάση τις εμπει­ρί­ες και τα ερε­θί­σμα­τα που ο νεα­ρός Ρον­κα­λιό­λο συγκέ­ντρω­σε στις αρχές της δεκα­ε­τί­ας του ’90 δου­λεύ­ο­ντας στον Συνή­γο­ρο του Πολί­τη του Περού. Κου­βα­λού­σε ήδη στην πλά­τη του το βάρος μιας πολύ­χρο­νης δια­μο­νής στο Μεξι­κό όπου είχαν κατα­φύ­γει οι γονείς του λόγω των αρι­στε­ρών τους ιδε­ών (ο πατέ­ρας Ρον­κα­λιό­λο υπήρ­ξε στέ­λε­χος του Σοσια­λι­στι­κού Κόμ­μα­τος του Περού), το βάρος μιας δύσκο­λης επι­στρο­φής στο Περού του διχα­σμού και της βίας (και του θρη­σκευ­τι­κού σχο­λεί­ου Αρρέ­νων), το βάρος της εμπει­ρί­ας του δια­ζυ­γί­ου των δικών του, και το βάρος της έκδο­σης ενός μυθι­στο­ρή­μα­τος με τίτλο Ντρο­πή, το οποίο είχαν υπο­δε­χτεί πολύ καλά τόσο οι κρι­τι­κοί όσο και οι ανα­γνώ­στες.

«Άρχι­σα να δια­βά­ζω και να γρά­φω σε δύο δύσκο­λες στιγ­μές της ζωής μου. Όταν επι­στρέ­ψα­με στο Περού, είχα να αντι­με­τω­πί­σω μια χώρα βίαιη, σε κατά­στα­ση πολέ­μου, ένα θρη­σκευ­τι­κό σχο­λείο που με κατα­πί­ε­ζε, και τη διά­λυ­ση, επί­σης με βίαιο τρό­πο, της οικο­γέ­νειάς μου. Τότε άρχι­σα να δια­βά­ζω συστη­μα­τι­κά λογο­τε­χνία, ψάχνο­ντας να βρω έναν κόσμο καλύ­τε­ρο από αυτόν που μου πρό­σφε­ρε η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

»Ύστε­ρα, γύρω στα είκο­σί μου χρό­νια, άρχι­σα να γρά­φω επει­δή βίω­να μια εξί­σου δύσκο­λη κατά­στα­ση. Όλα στη ζωή μου πήγαι­ναν στρα­βά: οι σπου­δές μου στο πανε­πι­στή­μιο, οι ερω­τι­κές μου σχέ­σεις, ο περι­βάλ­λων χώρος. Τότε άρχι­σα να κάνω ένα σωρό δου­λειές που είχαν πάντα ως κύριο άξο­να τη γρα­φή: άρχι­σα να δημο­σιο­γρα­φώ, να γρά­φω τηλε­ο­πτι­κά σίριαλ, να κάνω τον “συγ­γρα­φέα-φάντα­σμα”, να γρά­φω τις ομι­λί­ες δια­φό­ρων πολι­τι­κών. Πρέ­πει να πω ότι αυτό το τελευ­ταίο, στο Περού, απο­τε­λεί ένα πολύ ανα­πτυγ­μέ­νο είδος μυθο­πλα­σί­ας!»

Η απο­φυ­γή κάθε ελι­τι­σμού γίνε­ται φανε­ρή από τα πρώ­τα βήμα­τα του συγ­γρα­φέα Ρον­κα­λιό­λο. Ο ίδιος αισθά­νε­ται την ανά­γκη να χρη­σι­μο­ποιεί στοι­χεία της λαϊ­κής κουλ­τού­ρας και να γρά­φει ιστο­ρί­ες ικα­νές να κρα­τή­σουν αμεί­ω­το το ενδια­φέ­ρον του μέσου ανα­γνώ­στη. Ταυ­τό­χρο­να, όταν γρά­φει την Ντρο­πή, θα επι­τρέ­ψει στον εαυ­τό του μια πιο προ­σω­πι­κή, πιο εκλε­πτυ­σμέ­νη, αλλά πάντα με χιού­μορ γρα­φή. Γρά­φο­ντας για μια δυσλει­τουρ­γι­κή οικο­γέ­νεια –ο πατέ­ρας που πεθαί­νει από καρ­κί­νο αλλά δεν βρί­σκει ποτέ την ευκαι­ρία να το ανα­κοι­νώ­σει στους άλλους, η μάνα η οποία ονει­ρεύ­ε­ται νεα­ρούς ερα­στές, η έφη­βη κόρη που ερω­τεύ­ε­ται τη φίλη της, ο γιος που βλέ­πει παντού πτώ­μα­τα, ο γάτος που έχει σεξουα­λι­κά προ­βλή­μα­τα–, ο Ρον­κα­λιό­λο τολ­μά να δώσει ένα σύγ­χρο­νο μυθι­στό­ρη­μα, απαλ­λαγ­μέ­νο από οποιο­δή­πο­τε στοι­χείο μπο­ρεί να θυμί­ζει τα παρα­δο­σια­κά σχή­μα­τα του λατι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κου φολ­κλόρ.

«Στην Ντρο­πή με ενδιέ­φε­ραν τα μυστι­κά, οι μικρές επι­θυ­μί­ες που συνή­θως δεν μπο­ρού­με να εξο­μο­λο­γη­θού­με στους ανθρώ­πους με τους οποί­ους ζού­με. Με ενδιέ­φε­ραν, με άλλα λόγια, τα τεί­χη που υψώ­νου­με ανά­με­σα σε εμάς και τους ανθρώ­πους που αγα­πά­με.

»Το δεύ­τε­ρο πράγ­μα που με ενδιέ­φε­ρε ήταν τα ερω­τή­μα­τα που βάζου­με στον εαυ­τό μας, και στα οποία δεν βρί­σκου­με ποτέ μια σαφή απά­ντη­ση. Ο πατέ­ρας, για παρά­δειγ­μα, μπρο­στά στον θάνα­το αρχί­ζει να ανα­ρω­τιέ­ται: ήμουν καλός πατέ­ρας; καλός σύζυ­γος; καλός ερα­στής; Όπως ξέρε­τε, όταν συζη­τά­με οι άντρες μετα­ξύ μας, είμα­στε όλοι οι τέλειοι ερα­στές, πράγ­μα βεβαί­ως αδύ­να­το ακό­μα και από στα­τι­στι­κή άπο­ψη. Όταν λοι­πόν αρχί­ζει ένας άντρας να βάζει στον εαυ­τό του τέτοιου είδους ερω­τή­μα­τα, σημαί­νει ότι θέτει υπό συζή­τη­ση ολό­κλη­ρο το μοντέ­λο της αντρι­κής ταυ­τό­τη­τας, έτσι όπως παρα­δο­σια­κά περ­νά­ει από γενιά σε γενιά. Αυτό ήταν κάτι που με ενδιέ­φε­ρε να δω, έστω με τη μορ­φή ερω­τη­μά­των χωρίς απά­ντη­ση.

»Γι’ αυτό κατέ­φυ­γα στο χιού­μορ και στην ειρω­νεία. Ακρι­βώς επει­δή το βιβλίο είναι γραμ­μέ­νο έτσι ώστε ο ανα­γνώ­στης να αισθά­νε­ται ότι κοι­τά­ζει από μια κλει­δα­ρό­τρυ­πα, θεώ­ρη­σα ότι το χιού­μορ σού επι­τρέ­πει να σκέ­φτε­σαι καλύ­τε­ρα, να προ­σεγ­γί­ζεις τις συγκι­νή­σεις πιο άμε­σα».

Μετά την Ντρο­πή ο νεα­ρός Ρον­κα­λιό­λο αισθά­νε­ται ότι μπο­ρεί να ανοι­χτεί σε πιο βαθιά νερά. Αυτή τη φορά, το πηγαίο χιού­μορ του θα μεί­νει στο συρ­τά­ρι.

«Ανά­με­σα στα θέμα­τα που μας απα­σχο­λού­σαν στον Συνή­γο­ρο του Πολί­τη, ήταν και αυτό των εξα­φα­νί­σε­ων της δεκα­ε­τί­ας του ’80 και των αρχών του ’90. Έτσι άρχι­σα να πηγαί­νω στις φυλα­κές, να μιλώ με ανθρώ­πους που υπήρ­ξαν θύμα­τα της βίας αλλά και με βασα­νι­στές και με σφα­γείς των δύο πλευ­ρών. Ήταν η πρώ­τη φορά που έβγαι­να από την ασφά­λεια του σπι­τιού μου και της συνοι­κί­ας μου, για να δω κάποιες δια­φο­ρε­τι­κές όψεις της χώρας μου.

»Έζη­σα αυτή την περί­ο­δο κάπως ιδιαί­τε­ρα. Μεγά­λω­σα σε μια αρι­στε­ρή οικο­γέ­νεια που πάντα ονει­ρευό­ταν την επα­νά­στα­ση. Κάποια στιγ­μή επι­στρέ­ψα­με στο Περού, όπου γινό­ταν πράγ­μα­τι ένα είδος επα­νά­στα­σης. Κι ήταν, η επα­νά­στα­ση αυτή, ιδιαί­τε­ρα αιμα­τη­ρή. Κι ύστε­ρα, όταν η επα­νά­στα­ση ηττή­θη­κε και νίκη­σε η ειρή­νη, ανα­κά­λυ­ψα ότι εκεί­νοι που με είχαν “προ­φυ­λά­ξει” από την επα­νά­στα­ση δεν ήταν πολύ καλύ­τε­ροι από τους επα­να­στά­τες. Ανα­κά­λυ­ψα, με άλλα λόγια, ότι δίπλα στη βία των τρο­μο­κρα­τών υπήρ­χε και η βία του κρά­τους που ήθε­λε να μας σώσει από τους τρο­μο­κρά­τες. Απο­τέ­λε­σμα; Εβδο­μή­ντα χιλιά­δες άνθρω­ποι έχα­σαν τότε τη ζωή τους, θύμα­τα άλλο­τε της μιας και άλλο­τε της άλλης πλευ­ράς.

»Και τότε άρχι­σα να ανα­ρω­τιέ­μαι: ποιοι ήταν οι καλοί και ποιοι οι κακοί σε αυτή την ιστο­ρία; Πόσες ζωές πρέ­πει να θυσια­στούν στον βωμό της ελευ­θε­ρί­ας, και πόσες στον βωμό της ασφά­λειας; Ανά­με­σα στους κάθε λογής Μπους και τους κάθε λογής Μπιν Λάντεν, ποιοι άρα­γε είναι οι δολο­φό­νοι που προ­τι­μά­με;»

Το κεντρι­κό πρό­σω­πο του Κόκ­κι­νου Απρί­λη, ο νεα­ρός εισαγ­γε­λέ­ας Τσα­καλ­τά­να, ξεκι­νά­ει την καριέ­ρα του με τις καλύ­τε­ρες προ­θέ­σεις και σε ένα πολι­τι­κο­κοι­νω­νι­κό περι­βάλ­λον κατάλ­λη­λο για να δώσει τις μάχες του ώστε να θριαμ­βεύ­σει το καλό, η δικαιο­σύ­νη.

«Ο Τσα­καλ­τά­να μού μοιά­ζει, οι εμπει­ρί­ες του μοιά­ζουν με τις εμπει­ρί­ες που είχα δου­λεύ­ο­ντας για τα Ανθρώ­πι­να Δικαιώ­μα­τα στις αρχές του ’90. Ήμουν εξί­σου γελοί­ος: πίστευα ότι με τον νόμο στο χέρι μπο­ρού­σες να λύσεις το κάθε πρό­βλη­μα. Ο κόσμος στον οποίο πιστεύ­ει ο Τσα­καλ­τά­να είναι ένας τέλειος κόσμος. Πιστεύ­ει ότι ο νόμος οργα­νώ­νει τον κόσμο σε κεφά­λαια και υπο­κε­φά­λαια, και ότι όσοι δεν υπα­κού­ουν στο νόμο θα πρέ­πει να τιμω­ρού­νται. Ο Τσα­καλ­τά­να, ακρι­βώς όπως εγώ, αρχί­ζει να ανα­κα­λύ­πτει ότι μπο­ρεί να είσαι από την πλευ­ρά του νόμου και, παρ’ όλα αυτά, να υπε­ρα­σπί­ζε­σαι δολο­φό­νους. Κάθε φορά τού είναι όλο και πιο δύσκο­λο να βρει ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός της Ιστο­ρί­ας. Βλέ­πε­τε, στην καρ­διά του 20ού αιώ­να, από αυτή την άπο­ψη, τα πράγ­μα­τα ήταν πιο εύκο­λα: ήσουν είτε με τη μια πλευ­ρά, είτε με την άλλη. Ήσουν είτε κομου­νι­στής είτε καπι­τα­λι­στής. Τώρα ζού­με σε έναν πιο σύν­θε­το κόσμο. Αυτό που βλέ­που­με στο βιβλίο είναι η απώ­λεια της αθω­ό­τη­τας, η στιγ­μή που παύ­ου­με να πιστεύ­ου­με ότι θα υπάρ­ξει ένας τέλειος κόσμος, στη δημιουρ­γία του οποί­ου θα μπο­ρού­σα­με να συνει­σφέ­ρου­με. Ο Τσα­καλ­τά­να συνει­δη­το­ποιεί ότι δεν ξέρει σε ποια πλευ­ρά βρί­σκε­ται ο ίδιος, και νομί­ζω ότι το ίδιο πράγ­μα συνει­δη­το­ποιεί και ο κόσμος αυτή τη στιγ­μή.

»Ναι, ο Κόκ­κι­νος Απρί­λης μοιά­ζει με αρχαιο­ελ­λη­νι­κή τρα­γω­δία, ακρι­βώς επει­δή μοιά­ζει με θρί­λερ. Το πρώ­το θρί­λερ στην ιστο­ρία είναι ο Οιδί­πο­δας: υπάρ­χει ένας δολο­φό­νος, ένα έγκλη­μα κι ένα συναρ­πα­στι­κό φινά­λε, αφού αυτός που ανα­ζη­τά τον δολο­φό­νο είναι ο ίδιος ο δολο­φό­νος. Πάντα με ενδιέ­φε­ρε αυτή η δομή, γι’ αυτό και η τελι­κή απο­κά­λυ­ψη για τον ήρωα του βιβλί­ου μου είναι μια σει­ρά από ερω­τή­μα­τα: ποιος είναι ο δολο­φό­νος; ποιος είμαι εγώ; ποια είναι πραγ­μα­τι­κά αυτή η χώρα; Ήθε­λα, καθώς ο εισαγ­γε­λέ­ας Τσα­καλ­τά­να αρχί­ζει να ερευ­νά τα εγκλή­μα­τα, να ανα­κα­λύ­πτει ότι δεν υπάρ­χει μονά­χα ένας κατά συρ­ροή δολο­φό­νος αλλά ότι μεγά­λω­σε σε μια κοι­νω­νία γεμά­τη κατά συρ­ροή δολο­φό­νους, κι ότι όλοι αυτοί έγι­ναν δολο­φό­νοι διό­τι ήταν ο μόνος τρό­πος να επι­βιώ­σουν».

Ο Κόκ­κι­νος Απρί­λης έκα­νε, από την αρχή, γνω­στό τον δημιουρ­γό του σε όλο τον κόσμο. Στη διε­θνή επι­τυ­χία του μυθι­στο­ρή­μα­τος σίγου­ρα έπαι­ξε ρόλο το βρα­βείο Αλφα­γκουά­ρα (και ο Ρον­κα­λιό­λο ήταν ο νεό­τε­ρος συγ­γρα­φέ­ας που το κέρ­δι­σε ποτέ), αλλά κυρί­ως έπαι­ξε ρόλο το θέμα του, και το διε­θνές ενδια­φέ­ρον που εξα­κο­λου­θεί να υπάρ­χει γι’ αυτή τη φονι­κή μηχα­νή που λεγό­ταν Φωτει­νό Μονο­πά­τι και για την οποία ο Ρον­κα­λιό­λο άλλο­τε χρη­σι­μο­ποιεί το επί­θε­το «επα­να­στά­τες» και άλλο­τε το επί­θε­το «τρο­μο­κρά­τες». Το γεγο­νός αυτό με ξαφ­νιά­ζει, για τα δυτι­κά πρό­τυ­πα είναι ένα λεξι­λό­γιο που ακού­γε­ται κάπως παρά­φω­νο, ύστε­ρα όμως σκέ­φτο­μαι ότι η κάθε επα­νά­στα­ση (η γαλ­λι­κή, η ρώσι­κη, η ιρα­νι­κή) κλεί­νει μέσα της σπέρ­μα­τα τρο­μο­κρα­τί­ας, όπως και ότι κάθε τρο­μο­κρα­τι­κό κίνη­μα αρέ­σκε­ται να λέει ότι εμπνέ­ε­ται από επα­να­στα­τι­κές αρχές.

Άλλω­στε ο Ρον­κα­λιό­λο ξέρει πολύ καλά για ποιο πράγ­μα μιλά­ει, αφού μπό­ρε­σε να επι­σκε­φτεί στε­λέ­χη του Φωτει­νού Μονο­πα­τιού στις φυλα­κές.

Η Τέταρ­τη ρομ­φαία ήταν η φυσι­κή συνέ­χεια του Κόκ­κι­νου Απρί­λη. Ο Ρον­κα­λιό­λο, λίγο ως δημο­σιο­γρά­φος λίγο ως συγ­γρα­φέ­ας, απο­φα­σί­ζει να γρά­ψει ένα ρεπορ­τάζ για τα αλη­θι­νά πρό­σω­πα που κρύ­βο­νταν πίσω από τις σημαί­ες και τα λάβα­ρα, και κυρί­ως για τον μυθι­κό αρχη­γό, τον Αμπι­μα­έλ Γκου­σμάν, τον άνθρω­πο που απο­κα­λού­σε τον εαυ­τό του «τέταρ­τη ρομ­φαία», δηλα­δή συνε­χι­στή της αγί­ας τριά­δας Λένιν, Στά­λιν και Μάο. Κλει­σμέ­νος σήμε­ρα μέσα σε ένα κλου­βί, στο κέντρο μιας αυλής, σε πλή­ρη απο­μό­νω­ση, ο Γκου­σμάν δεν μίλη­σε με τον Ρον­κα­λιό­λο. Μίλη­σε όμως μαζί του η σύντρο­φος του Γκου­σμάν, Ελέ­να Ιπα­ρα­γί­ρε, επί­σης κρα­τού­με­νη, καθώς και πολ­λοί άλλοι συνα­γω­νι­στές του και, σήμε­ρα, συγκρα­τού­με­νοί του. «Στη­ρι­ζό­μουν στη βεβαιό­τη­τα ότι και οι δύο πλευ­ρές με χρειά­ζο­νταν, για να διη­γη­θώ την ιστο­ρία τους με σεβα­σμό», δήλω­νε ο Ρον­κα­λιό­λο στον Βασί­λη Καλα­μα­ρά της Ελευ­θε­ρο­τυ­πί­ας, σε μια επί­σκε­ψή του στην Αθή­να με την ευκαι­ρία της έκδο­σης της Τέταρ­της ρομ­φαί­ας στα ελλη­νι­κά. Και συνέ­χι­σε: «Κάποια στιγ­μή ένιω­σα άβο­λα, όταν η Ελέ­να Ιπα­ρα­γί­ρε, σύντρο­φος του Γκου­σμάν και υπαρ­χη­γός του Φωτει­νού Μονο­πα­τιού, καθώς με απο­χαι­ρε­τού­σε, μου είπε: “Σας μίλη­σα με μεγά­λη ειλι­κρί­νεια λόγω του σεβα­σμού που αξί­ζει το πρό­σω­πό σας, η δου­λειά σας και η οικο­γέ­νειά σας”. Αυτή η ανα­φο­ρά στην οικο­γέ­νειά μου δεν ήταν απει­λή αλλά προει­δο­ποί­η­ση, διό­τι εγώ ζω πλέ­ον στην Ισπα­νία, όμως οι δικοί μου εξα­κο­λου­θούν να ζού­νε στο Περού».

Όλοι, ακό­μα και οι ηττη­μέ­νοι, ακό­μα και οι σφα­γείς, ακό­μα κι αυτοί που ξέρουν ότι δεν θα ξανα­ζή­σουν ποτέ ως κανο­νι­κοί ελεύ­θε­ροι άνθρω­ποι, θέλουν να διη­γη­θούν την ιστο­ρία τους, να έχουν την αίσθη­ση ότι κάτι από τη δρά­ση τους θα μεί­νει ζωντα­νό στον χρό­νο και θα έχει το πρό­σω­πό τους.

«Πάντα μου άρε­σαν τα μη μυθο­πλα­στι­κά μυθι­στο­ρή­μα­τα, όπως το Εν ψυχρώ του Τρού­μαν Καπό­τε, ή κάποια έργα του Νόρ­μαν Μέι­λερ που αφη­γού­νται πραγ­μα­τι­κές ιστο­ρί­ες. Για μένα το βιβλίο για τον Αμπι­μα­έλ Γκου­σμάν, παρό­τι δημο­σιο­γρα­φι­κό, λει­τουρ­γεί ως μυθι­στό­ρη­μα. Διό­τι αντι­με­τώ­πι­σα τα πρό­σω­πα με τον ίδιο τρό­πο με τον οποίο τα αντι­με­τω­πί­ζω σε ένα μυθι­στό­ρη­μα: θα απέ­φευ­γα να τα κρί­νω. Προ­σέγ­γι­σα τους στρα­τιω­τι­κούς, προ­σέγ­γι­σα τους τρο­μο­κρά­τες λέγο­ντάς τους: πέστε μου την ιστο­ρία σας κι εγώ θα την αφη­γη­θώ με τα δικά σας λόγια. Κι αυτό έκα­να».

Άρα­γε να είναι τυχαίο ότι οι περισ­σό­τε­ροι αρχη­γοί τρο­μο­κρα­τι­κών οργα­νώ­σε­ων (σκέ­φτο­μαι τον Αμπι­μα­έλ Γκου­σμάν αλλά και τον Ρενά­το Κούρ­τσιο των ιτα­λι­κών Ερυ­θρών Ταξιαρ­χιών που στα νιά­τα του ήταν, όπως ο Γκου­σμάν, παπα­δο­παί­δι) είχαν μια αυστη­ρή καθο­λι­κή δια­παι­δα­γώ­γη­ση; Να θεω­ρή­σου­με εντε­λώς φυσι­κή τη μεσ­σια­νι­κή αντί­λη­ψη που θρέ­φει τέτοιου είδους αντι­λή­ψεις, να θεω­ρή­σου­με ανα­πό­φευ­κτη την υπο­τί­μη­ση της ανθρώ­πι­νης ζωής με το όρα­μα ενός ουρά­νιου παρα­δεί­σου που υπό­σχο­νται οι θρη­σκεί­ες, στοι­χείο κοι­νό στους φανα­τι­κούς χρι­στια­νούς όπως και στους φανα­τι­κούς μου­σουλ­μά­νους; Η θεο­κρα­τι­κή δομή των δογ­μα­τι­κών κομου­νι­στι­κών κομ­μά­των έχει επι­ση­μαν­θεί από πολ­λούς. Τι όμως να πιστεύ­ει ένας νέος συγ­γρα­φέ­ας που δεν πέρα­σε ποτέ από κανέ­να κόμ­μα;

«Εδώ και λίγο και­ρό παρου­σί­α­σα το βιβλίο μου για τον Γκου­σμάν σε μια φυλα­κή. Προ­σπα­θώ πάντα να το παρου­σιά­ζω σε φυλα­κές, αφού οι ήρω­ες του βιβλί­ου είναι φυλα­κι­σμέ­νοι. Στην παρου­σί­α­ση αυτή εμφα­νί­στη­κε ένα σημα­ντι­κό στέ­λε­χος του Φωτει­νού Μονο­πα­τιού με ένα ροζά­ριο στο λαι­μό. Έκπλη­κτος, τον ρώτη­σα: “Μα εσύ δεν είσαι υπέρ του δια­λε­κτι­κού υλι­σμού;” Κι εκεί­νος μου απά­ντη­σε: “Ήμουν, αλλά το έκο­ψα”. Το είπε έτσι, σαν να είχε κόψει το κάπνι­σμα. Γι’ αυτούς τους ανθρώ­πους δεν υπάρ­χει καμιά αντί­φα­ση ανά­με­σα στην αρι­στε­ρή ιδε­ο­λο­γία και τη θρη­σκεία, το μόνο που θέλουν είναι να πιστεύ­ουν σε κάτι. Το προ­φίλ των μελών του Φωτει­νού Μονο­πα­τιού είναι παρό­μοιο με εκεί­νο των ανθρώ­πων που αφιε­ρώ­νουν τη ζωή τους σε μια θρη­σκεία. Ο μαρ­ξι­σμός, σε αυτούς τους ανθρώ­πους, λει­τουρ­γεί ως θρη­σκεία: υπάρ­χει ένα ιερό βιβλίο (το Κεφά­λαιο) και ένας παρά­δει­σος, η σοσια­λι­στι­κή ουτο­πία. Υπάρ­χει επί­σης ένα σύστη­μα κανό­νων, μια ηθι­κή που υπα­γο­ρεύ­ει τι πρέ­πει να κάνεις για να φτά­σεις στον τελι­κό στό­χο. Η μόνη δια­φο­ρά είναι ότι ο παρά­δει­σος βρί­σκε­ται εδώ στη γη. Υπάρ­χει μια υπερ­βα­τι­κή ιδε­ο­λο­γία που μετα­τρέ­πει τη ζωή των άλλων (αλλά και τη δική σου) σε ένα απλό βήμα για την επί­τευ­ξη του τελι­κού σκο­πού. Ο σκο­πός είναι τόσο υπερ­βα­τι­κός, που ο θάνα­τος είναι μονά­χα ένα μικρό σκα­λο­πά­τι προς τον τελι­κό στό­χο. Αυτό βεβαί­ως είναι που σου επι­τρέ­πει να σκο­τώ­νεις μαζι­κά.

»Δεν πρέ­πει πάντως να συγ­χέ­ου­με το Φωτει­νό Μονο­πά­τι με τα άλλα κινή­μα­τα της Λατι­νι­κής Αμε­ρι­κής. Το Φωτει­νό Μονο­πά­τι δεν ήταν μια οργά­νω­ση σαν αυτή που ονει­ρευό­ταν ο Τσε Γκε­βά­ρα. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα περι­φρο­νού­σαν τον Τσε, τον θεω­ρού­σαν αστό, όπως θεω­ρού­σαν την Κού­βα ένα δεξιό κρά­τος. Το Φωτει­νό Μονο­πά­τι χρη­σι­μο­ποιού­σε τη μαοϊ­κή μέθο­δο της ανά­μει­ξής σου με τους πολί­τες και της παρε­νό­χλη­σης του στρα­τού. Αν επι­τί­θε­σαι στον στρα­τό, ενώ κρύ­βε­σαι μέσα στους πολί­τες, οι στρα­τιω­τι­κοί θα αρχί­σουν να ρίχνουν στο ψαχνό και να τρο­μο­κρα­τούν τους αμά­χους. Έτσι, στη θεω­ρία, οι άμα­χοι θα περά­σουν στο πλευ­ρό σου. Είναι μια διε­στραμ­μέ­νη στρα­τη­γι­κή για­τί εμπε­ριέ­χει τη λογι­κή της πρό­κλη­σης, αυτό που οι ίδιοι ονό­μα­ζαν “παρα­κί­νη­ση σε γενο­κτο­νία”. Προ­κα­λείς τον στρα­τό να δια­πρά­ξει μια γενο­κτο­νία και μετά επω­φε­λεί­σαι από αυτή για να επι­τε­θείς στις ένο­πλες δυνά­μεις.

»Για­τί όμως μπό­ρε­σαν να συμ­βούν όλα αυτά; Διό­τι σε πολ­λές περιο­χές του Περού δεν υπήρ­χε κρά­τος, όπως δεν υπάρ­χει σήμε­ρα κρά­τος στο Αφγα­νι­στάν ή στο Ιράκ. Έτσι το Φωτει­νό Μονο­πά­τι μπο­ρού­σε να πάει σε ένα χωριό και να πει: τώρα θα διο­ρί­σου­με δάσκα­λο, δικα­στή, δήμαρ­χο και θα επι­βά­λου­με τον δικό μας νόμο. Μπο­ρεί να μην ήταν κάποιος σπου­δαί­ος νόμος αλλά πάντως ήταν ένας νόμος που θα τιμω­ρού­σε τους βια­στές ή τους κλέ­φτες. Αυτό έκα­νε πολ­λά χωριά να προ­τι­μή­σουν το Φωτει­νό Μονο­πά­τι από το επί­ση­μο κρά­τος…»

Η προη­γού­με­νη γενιά λατι­νο­α­με­ρι­κά­νων συγ­γρα­φέ­ων είχαν το βλέμ­μα τους στραμ­μέ­νο στην Ευρώ­πη, κυρί­ως στη Γαλ­λία. Όσοι μπό­ρε­σαν να φύγουν για το Παρί­σι (Λιό­σα, Κορ­τά­σαρ) το έκα­ναν με την πρώ­τη ευκαι­ρία. Κάποιοι άλλοι διά­λε­ξαν τον δρό­μο της διπλω­μα­τί­ας (Φου­έ­ντες, Πιτόλ) για να βρε­θούν κι αυτοί μακριά, να δουν τον κόσμο μέσα από μια άλλη οπτι­κή. Το Παρί­σι εκεί­νης της επο­χής ανα­κά­λυ­πτε από την αρχή τις αρχές των ατο­μι­κών ελευ­θε­ριών, του υπαρ­ξι­σμού, των φιλει­ρη­νι­κών κινη­μά­των, της πολι­τι­κής στρά­τευ­σης.

Ο Ρον­κα­λιό­λο, όπως όλη η γενιά του, έχει θεό της τη Νέα Υόρ­κη και ό,τι κινεί­ται και γρά­φε­ται εκεί. Την πολυ­πο­λι­τι­σμι­κή και πολυ­φυ­λε­τι­κή Νέα Υόρ­κη που δεν έχει να επι­δεί­ξει πολι­τι­κά κινή­μα­τα αλλά υπε­ρη­φα­νεύ­ε­ται ότι η καρ­διά της χτυ­πά στους ρυθ­μούς του μέλ­λο­ντος.

«Μεγά­λω­σα με τη λογο­τε­χνία του λατι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κου μπουμ, τον Μάρ­κες, τον Λιό­σα, τον Φου­έ­ντες, τον Κορ­τά­σαρ, τον Μπόρ­χες. Τα έργα αυτών των συγ­γρα­φέ­ων απο­τε­λού­σαν τα πρώ­τα μου σοβα­ρά ανα­γνώ­σμα­τα. Ύστε­ρα, από κάποια στιγ­μή και μετά, πέρα­σα στους βορειο­α­με­ρι­κα­νούς συγ­γρα­φείς, και τώρα πια δια­βά­ζω σχε­δόν απο­κλει­στι­κά αγγλο­σα­ξο­νι­κή λογο­τε­χνία: Ροθ, Κιου­ρέι­σι, Μακ­Γιού­αν, Όουτς. Έχω την αίσθη­ση ότι η λογο­τε­χνία στον αγγλο­σα­ξο­νι­κό κόσμο ήταν ανέ­κα­θεν πιο δημο­κρα­τι­κή από ό,τι στον ισπα­νό­φω­νο, με την έννοια ότι υπάρ­χουν πολ­λοί συγ­γρα­φείς που είναι μεστοί και ενδια­φέ­ρο­ντες χωρίς να είναι ελι­τι­στές και δυσ­νό­η­τοι. Οι λατι­νο­α­με­ρι­κα­νοί συγ­γρα­φείς του μπουμ πίστευαν σε έναν καλύ­τε­ρο κόσμο και έγρα­φαν για να βοη­θή­σουν στην οικο­δό­μη­σή του. Εγώ ανή­κω σε μια γενιά που βλέ­πει τα πάντα να έχουν καταρ­ρεύ­σει. Είδα να καταρ­ρέ­ουν τα ιδα­νι­κά της Αρι­στε­ράς που ήθε­λε να αλλά­ξει την κατά­στα­ση στη Λατι­νι­κή Αμε­ρι­κή, κι ύστε­ρα είδα να καταρ­ρέ­ουν και τα ιδα­νι­κά της Δεξιάς που πίστευε ότι θα κρα­τού­σε για πάντα ο θρί­αμ­βος της δεκα­ε­τί­ας του ’90. Ανή­κω σε μια γενιά που δεν πιστεύ­ει πια στην από­λυ­τη αλή­θεια ή σε κάποιο μεγά­λο σχέ­διο, το οποίο θα επι­τύ­χου­με, μια γενιά που δεν πιστεύ­ει ότι θα αλλά­ξου­με τον κόσμο, αλλά το πολύ πολύ ότι θα μπο­ρέ­σου­με να βρού­με ένα επί­πε­δο συνεν­νό­η­σης ώστε να μην τον αφή­σου­με να τινα­χτεί στον αέρα».

Ο κόσμος που καταρ­ρέ­ει· οι παλιές αξί­ες που φθί­νουν· το χρή­μα που παρα­μέ­νει η υπέρ­τα­τη αξία· οι σοσια­λι­στές που συνο­μι­λούν με το κεφά­λαιο, το κεφά­λαιο που τα βρί­σκει με τους δικτά­το­ρες. Το μόνο που σώζει είναι ένα γέλιο – και ο Σαντιά­γο Ρον­κα­λιό­λο έχει μια τρο­με­ρή αίσθη­ση του χιού­μορ και εύκο­λο το γέλιο. Το βιβλίο, που του μοιά­ζει περισ­σό­τε­ρο, από αυτή την άπο­ψη, είναι Οι ανα­μνή­σεις μιας κυρί­ας, ένα μυθι­στό­ρη­μα που επα­να­συν­δέ­ε­ται με την Ντρο­πή αλλά είναι πολύ πιο φιλό­δο­ξο. Ένας νεα­ρός δημο­σιο­γρά­φος που θέλει να γίνει συγ­γρα­φέ­ας (και που μοιά­ζει, είναι φανε­ρό, με τον νεα­ρό Ρον­κα­λιό­λο) απο­φα­σί­ζει, ένα­ντι αδρής αμοι­βής, να βοη­θή­σει μια πλού­σια ηλι­κιω­μέ­νη κυρία να γρά­ψει την αυτο­βιο­γρα­φία της. Η γηραιά κυρία θα αρχί­σει να διη­γεί­ται ιστο­ρί­ες για τη ζωή της, ιστο­ρί­ες που έχουν σχέ­ση με έρω­τες, χρή­μα­τα, δικτά­το­ρες και μαφί­ες, και ο νεα­ρός απέ­ντα­ρος συγ­γρα­φέ­ας θα ζει μια ονει­ρε­μέ­νη ζωή, ενώ θα γρά­φει ένα βιβλίο που δεν τον ενδια­φέ­ρει καθό­λου. Το φινά­λε δεν είναι χάπι εντ.

«Υπάρ­χουν ορι­σμέ­να κοι­νά στοι­χεία σε όλους τους ήρω­ές μου. Μου αρέ­σουν πολύ οι απο­τυ­χη­μέ­νοι και οι ψυχο­πα­θείς. Στον Κόκ­κι­νο Απρί­λη έχου­με έναν απο­τυ­χη­μέ­νο κόντρα σε έναν ψυχο­πα­θή, και φτά­νει μια στιγ­μή που είναι δύσκο­λο να τους ξεχω­ρί­σεις. Αλλά­ζουν συνε­χώς θέσεις. Στην Ντρο­πή όλοι ακρο­βα­τούν ανά­με­σα στις επι­θυ­μί­ες τους και την τρυ­φε­ρό­τη­τα. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα είναι άνθρω­ποι γκρί­ζοι, απο­τυ­χη­μέ­νοι. Όλοι ταλα­ντευό­μα­στε ανά­με­σα στην απο­τυ­χία και την ψυχο­πά­θεια, αν θα πρέ­πει να απο­δε­χό­μα­στε όσα επι­βάλ­λει η κοι­νω­νία ή αν θα πρέ­πει να αδια­φο­ρού­με για τα κοι­νω­νι­κά όρια προ­κει­μέ­νου να ικα­νο­ποι­ή­σου­με ακό­μα και τις πιο ακραί­ες επι­θυ­μί­ες μας».

Με το βρα­βείο Αλφα­γκουά­ρα άνοι­ξαν οι πόρ­τες για τον Ρον­κα­λιό­λο. Το γεγο­νός όμως δεν εξα­φά­νι­σε τον φόβο (πάλι ο πραγ­μα­τι­σμός της γενιάς του;) ότι μπο­ρεί κάποια μέρα να ξανα­γί­νει «άση­μος και απο­τυ­χη­μέ­νος». Με σχε­δόν ιδε­ο­λη­πτι­κό τρό­πο, όπως λέει ο ίδιος, συνε­χί­ζει να δημο­σιο­γρα­φεί, όχι μόνο διό­τι του αρέ­σει το επάγ­γελ­μα αλλά και διό­τι φοβά­ται ότι ίσως κάποια στιγ­μή μεί­νει χωρίς δου­λειά. «Έχω δει ανθρώ­πους να γίνο­νται σημα­ντι­κοί με ένα ή και δύο βιβλία, κι ύστε­ρα να μη βρί­σκουν εκδό­τη», λέει ο ίδιος, «έτσι προ­σπα­θώ να είμαι ήρε­μος και ταπει­νός».

Όποιος τον γνω­ρί­ζει δεν θα έλε­γε ότι είναι ιδιαι­τέ­ρως ήρε­μος και ταπει­νός. Άλλω­στε, η αλή­θεια είναι ότι η δημο­σιο­γρα­φία, έστω έμμε­σα, εξα­κο­λου­θεί να του προ­σφέ­ρει θέμα­τα και ερε­θί­σμα­τα. Μετά το Οι ανα­μνή­σεις μιας κυρί­ας ακο­λού­θη­σε ένα μυθι­στό­ρη­μα που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στην Ιαπω­νία και ξεκί­νη­σε ως δημο­σιο­γρα­φι­κή έρευ­να για την πορ­νεία στο Τόκιο, κι ένα «μη μυθο­πλα­στι­κό μυθι­στό­ρη­μα» για τον φερό­με­νο μεγά­λο έρω­τα του Λόρ­κα με τίτλο Ο ουρου­γουα­νός ερα­στής.

Όπως και ο συμπα­τριώ­της του Λιό­σα, ο Ρον­κα­λιό­λο εγκα­τέ­λει­ψε το Περού για να ζήσει στην Ευρώ­πη. Και όπως ο Λιό­σα, επι­στρέ­φει κάθε τόσο στη γενέ­τει­ρά του, να δει τους χωρι­σμέ­νους και ξανα­πα­ντρε­μέ­νους γονείς του. Στη Βαρ­κε­λώ­νη έχει γυναί­κα και παι­διά: η πόλη αυτή είναι πλέ­ον κάτι περισ­σό­τε­ρο από μια προ­σω­ρι­νή λύση και ο ίδιος ζει τις τυπι­κές αντι­φά­σεις όσων μοι­ρά­ζο­νται μέσα τους δύο πατρί­δες. Άλλω­στε του αρέ­σει να ταξι­δεύ­ει. Μέσα σε πέντε, για παρά­δειγ­μα, χρό­νια επι­σκέ­φτη­κε, για επαγ­γελ­μα­τι­κούς λόγους, την Αθή­να τρεις φορές.

«Όλες αυτές οι μετα­κι­νή­σεις μού χάρι­σαν μια πολύ παρά­ξε­νη θέα­ση των πραγ­μά­των, πολύ χρή­σι­μη για να γρά­φω αλλά καθό­λου καλή για την προ­σω­πι­κή μου ζωή. Οι διαρ­κείς αλλα­γές χώρας σε κάνουν να νιώ­θεις παντού ξένος. Το παρελ­θόν σου μένει μοι­ρα­σμέ­νο. Κι εσύ ανα­γκά­ζε­σαι να το επι­νο­είς διαρ­κώς. Μου συμ­βαί­νει να διη­γού­μαι πράγ­μα­τα που μου συνέ­βη­σαν σε ανθρώ­πους με τους οποί­ους τα μοι­ρά­στη­κα, και μου λένε: όχι, δεν έγι­ναν έτσι τα πράγ­μα­τα. Αυτό σημαί­νει ότι η ζωή γίνε­ται ένα είδος μυθο­πλα­σί­ας που διαρ­κώς το προ­σαρ­μό­ζεις σε νέα δεδο­μέ­να. Και το σημα­ντι­κό είναι ότι υπο­χρε­ώ­νε­σαι να το προ­σαρ­μό­ζεις σε δια­φο­ρε­τι­κούς κόσμους και με δια­φο­ρε­τι­κούς ανθρώ­πους».

Στη Λίμα ο ήλιος δύει μέσα στη θάλασ­σα. Στη Βαρ­κε­λώ­νη όχι. Μια από τις δια­φο­ρές των δύο πόλε­ων που εξα­κο­λου­θούν να τρι­βε­λί­ζουν το μυα­λό του.

Το φινά­λε της ται­νί­ας ήταν και το φινά­λε της συνά­ντη­σής μας στη Λίμα, μπρο­στά στον ήλιο που έβα­φε κόκ­κι­να τα πάντα στο αργό πέρα­σμά του για την άλλη μεριά του ουρα­νού. «Μου είναι όλο και πιο δύσκο­λο να επι­στρέ­φω. Έχω διαρ­κώς την εντύ­πω­ση ότι δεν είμαι αυτός που ήμουν όταν έφυ­γα, κι ότι αυτή η χώρα δεν είναι η χώρα που άφη­σα».

Όλη η ομάδα περιμένει να φάει σεβίτσε. Μπονάτσου, Κοβότσος, Καρακάσης, Χρυσοστομίδης, Χαρτουλάρη, Ρονκαλιόλο, Κορδελάς

Όλη η ομά­δα περι­μέ­νει να φάει σεβί­τσε. Μπο­νά­τσου, Κοβό­τσος, Καρα­κά­σης, Χρυ­σο­στο­μί­δης, Χαρ­του­λά­ρη, Ρον­κα­λιό­λο, Κορ­δε­λάς

Aπό­σπα­σμα από το βιβλίο του Ανταί­ου Χρυ­σο­στο­μί­δη Οι Κεραί­ες της επο­χής μου.

«Η δημο­κρα­τία δεν μπο­ρεί να ελέγ­ξει το χρή­μα» | ΤΟ ΒΗΜΑ

«Μια λεπτή γρα­µµή χωρί­ζει τον ήρωα από το τέρας» | ΤΑ ΝΕΑ