Εδώ είναι το σοκά­κι όπου ζω, η γει­το­νιά μου, ο τόπος μου, η πατρί­δα μου

Καλά, πού είναι; Μια τόσο παλιά πόλη, αυτή η πόλη που της έχουν δώσει τόσα ονό­μα­τα, σχε­δόν όσα έχουν δώσει στο Θεό, δεν έχει καθό­λου φαντά­σμα­τα;
Ανά­κα­τα, λοξά, στρε­βλά, στρι­φο­γυ­ρι­στά σοκά­κια. Θεό­στε­νες, από­το­μες ανη­φο­ριές… Δεν είναι ορα­τά πια τα τεί­χη που περι­τρι­γύ­ρι­ζαν κάπο­τε εννιά φορές σαν τον ποτα­μό της Στυ­γός το Γαλα­τά, αυτή τη συνοι­κία που ρίζω­σε τόσο βαθιά σε μια από­το­μη πλα­γιά… Ερεί­πια. Στο­ές. Μυστι­κά περά­σμα­τα. Πέτρες. Πει­σμα­τά­ρες, ανθε­κτι­κές, κατά­στι­κτες… Πέτρες βου­ε­ρές, μέσ’ από τις ρωγ­μές τους φαί­νε­ται η θάλασ­σα ως πέρα στον ορί­ζο­ντα… Λάσπη ανά­με­σα στις πέτρες, λιμνά­ζο­ντα νερά, δεν επι­στρέ­φουν καμιά εικό­να που πέφτει πάνω τους. Κάτι ολο­ζώ­ντα­νο που περι­πλα­νά­ται ανά­με­σα σε όλη αυτή τη σκό­νη και το σκό­τος, στην εγκα­τά­λει­ψη και στις σκιές.
Ίσως εδώ, στον τόπο που τα ρολό­για όλο δεί­χνουν το παρελ­θόν… Εκεί που ο πύρ­γος λάμπει ολο­μό­να­χος σαν ένα κρύο, παγε­ρό αστέ­ρι και σκαρ­φα­λώ­νει στρι­φο­γυ­ρι­στός προς το μαβί σκο­τά­δι του νυχτε­ρι­νού ουρα­νού… Ίσως πρέ­πει να θεω­ρή­σει κανείς πως αυτό που εκλαμ­βά­νει ως γαλή­νη στη συντρο­φιά της σιω­πής του ουρα­νού και της πέτρας, στην τυραν­νι­κή εκκρε­μό­τη­τα του μέλ­λο­ντος και στις κού­φιες στο­ές του είναι ο παλ­μός του χρό­νου που χτυ­πά.

Εδώ είναι το σοκά­κι όπου έζη­σα κάπο­τε. Μια στά­ση όπου κατέ­λυ­σα, στά­θη­κα και ξανά­σα­να. Το κατα­φύ­γιό μου με σβη­στές τις γραμ­μές των συνό­ρων του, η φυλα­κή μου. Μια γυμνή, θαρ­ρε­τή συκιά που φυλ­λο­βό­λη­σε στη δίνη των αιώ­νων. Ήταν πάντα μακριά, πάντα πιο πέρα, πάντα η άλλη… Ο Γαλα­τάς, η αδέ­σπο­τη αντι­κρι­νή ακτή… Μια αποι­κία περι­βε­βλη­μέ­νη με τα δικά της νερά, που λάτρευε τους δικούς της θεούς και έγλει­φε μόνη της τις πλη­γές της… Τόπος εξο­ρί­ας και κατα­φύ­γιο μετα­να­στών, ένα γκέ­το που μιλού­σε χίλιες δια­φο­ρε­τι­κές γλώσ­σες. Ένα λιμά­νι όπου τα καρά­βια έφερ­ναν δού­λους και μπα­χα­ρι­κά, και απ’ όπου στρα­τιώ­τες κι έμπο­ροι ταξί­δευαν προς τη Μεσό­γειο. Το νεκρο­τα­φείο της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης στις επι­δη­μί­ες πανώ­λης και τις ακα­τά­παυ­στες πολιορ­κί­ες, όταν φυσού­σε ο άνε­μος από βορ­ρά, γέμι­ζε την αρχαία πόλη με την οσμή της σαπί­λας… Ένα μάτι από συμπα­γή πέτρα χωρίς το ζευ­γά­ρι του, που κοί­τα­ζε πάντα νότια… Ο ξεφτι­σμέ­νος καθρέ­φτης της ηττη­μέ­νης πόλης, η πρό­ω­ρα στη­μέ­νη ταφό­πε­τρά της. Μια λαβω­μέ­νη ματιά με την πλά­τη γυρι­σμέ­νη στο μέλ­λον, στραμ­μέ­νη απο­κλει­στι­κά και μόνο στο παρελ­θόν… Σ’ ένα παρελ­θόν βυθι­σμέ­νο βαθιά στη γεμά­τη χαλά­σμα­τα μνή­μη της θάλασ­σας, αδύ­να­τον να αιχ­μα­λω­τι­στεί στο δίχτυ των λέξε­ων…
Εδώ βρί­σκε­ται πια και η δική μου ματιά, με τα μυστι­κά, τις υπο­σχέ­σεις, τα μεστά της όνει­ρα… Με τις ιστο­ρί­ες που τις θαρ­ρώ δικές μου, τις ήττες της… Με τις επο­χές, τις μέρες, τις νύχτες της… Τις χει­μω­νιά­τι­κες νύχτες, όταν πέφτει το σκο­τά­δι, τα σοκά­κια που φωλιά­ζουν το ένα μέσα στ’ άλλο σκε­πά­ζο­νται από μια λεπτε­πί­λε­πτη στρώ­ση χιο­νιού, κι εγώ κρυώ­νω μονί­μως. Τα ομι­χλώ­δη ανοι­ξιά­τι­κα πρω­ι­νά που στέ­κουν αναλ­λοί­ω­τα θαρ­ρείς ως την αιω­νιό­τη­τα. Τα πρω­ι­νά που οι δρο­σο­στα­λί­δες της χαραυ­γής λειώ­νουν στη θλί­ψη της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, εκεί­να τα πρω­ι­νά που με τη μονο­το­νία και τη ρευ­στό­τη­τά τους μοιά­ζουν τόσο πολύ στη ζωή… Ορι­σμέ­νες φθι­νο­πω­ρι­νές βρα­διές ο ουρα­νός σκε­πα­ζό­ταν με ένα θαυ­μα­στό χρυ­σό χρώ­μα, τόσο απί­στευ­το χρώ­μα, που μ’ έκα­νε να σκέ­φτο­μαι «Πρέ­πει να έχω πεθά­νει πλέ­ον». «Ή μπο­ρεί να είναι η γέν­νη­ση ενός ολό­τε­λα δια­φο­ρε­τι­κού σκό­τους». Η βρο­χή χτυ­πά στις πέτρες που αντα­να­κλούν το φεγ­γα­ρό­φω­το, βρεγ­μέ­να μέχρι το κόκ­κα­λο που­λιά δια­γρά­φουν κύκλους κρώ­ζο­ντας στο ξέθω­ρο φως του πύρ­γου, ακού­γο­νται φωνές από μακριά, γνώ­ρι­μες σκιές στους τοί­χους, βήμα­τα που αντη­χούν… Περι­η­γη­τές, ξεπε­σμέ­νοι, δρα­πέ­τες, νεό­τα­τοι ληστές, γυναί­κες μαχαι­ρω­μέ­νες, αδέ­σπο­τοι άνδρες που δια­γρά­φουν κύκλους… Πράγ­μα­τα λησμο­νη­μέ­να, ξανα­βιω­μέ­να, λησμο­νη­μέ­να πάλι… Όλες οι ζωές που περά­σα­νε και φύγα­νε, τελειω­μέ­νες προ πολ­λού, η καθε­μιά τους ανα­σα­λεύ­ει και τρί­ζει σαν παγό­βου­νο στα βάθη της καρ­διάς μου… Θαμποί ορί­ζο­ντες που καθη­με­ρι­νά υπό­σχο­νται μια νέα εξα­φά­νι­ση.
Ίσως να είναι σ’ αυτό το καρα­βο­τσα­κι­σμέ­νο λιμά­νι, στην πέτρα, στη θάλασ­σα… Ίσως, με τα μάτια στραμ­μέ­να στο χαμέ­νο τους παρελ­θόν, ν’ ακού­νε το απο­χαι­ρε­τι­στή­ριο σφύ­ριγ­μα ενός ισχνού καρα­βιού, τα ερω­τι­κά τρα­γού­δια των ναυ­τι­κών σε χίλιες δια­φο­ρε­τι­κές γλώσ­σες… Ένα οποιο­δή­πο­τε πρω­ι­νό του Αράφ στέ­κουν –στον καθαρ­τή­ριο αμμό­λο­φο μετα­ξύ κόλα­σης και παρά­δει­σου– και αφου­γκρά­ζο­νται, ένα οποιο­δή­πο­τε πρωί που δεν μπο­ρείς να δια­κρί­νεις πλέ­ον το κάλε­σμα της θάλασ­σας από της γης, την ιστο­ρία της πέτρας από του ανθρώ­που… Ο χρό­νος, σαν ένας τεχνί­της που ήρθε από τα πέρα­τα του κόσμου και παρέ­μει­νε εδώ, σμι­λεύ­ει πύλες σε βρά­χους που τις ανοί­γουν μόνο οι νεκροί και μπαί­νουν μέσα…
Εδώ, κάθε σπί­τι έχει το κελά­ρι του, κάθε κελά­ρι το πηγά­δι του. Άλλο­τε ανοί­γει μια πόρ­τα στις αυλές που μοιά­ζουν απά­τη­τες για χρό­νια, δια­κρί­νε­ται μια κου­ρα­σμέ­νη σκιά στο παρά­θυ­ρο που έτσι όπως φάνη­κε έτσι χάνε­ται, άλλο­τε ακού­γε­ται ένας σκο­πός που έρχε­ται από τα έγκα­τα της γης, από την ίδια την πέτρα θαρ­ρείς… Ένας γνω­στός σκο­πός που όμως δεν μπο­ρείς ποτέ να τον απο­τε­λειώ­σεις… Άνθρω­ποι καλούν ο ένας τον άλλο, οι φωνές τους αντη­χούν στο κενό, ο αντί­λα­λός τους καλεί και άλλους αντί­λα­λους. Γκρε­μι­σμέ­να σπί­τια, άδεια σπί­τια, εγκα­τα­λειμ­μέ­να σπί­τια, σπί­τια που κατοι­κού­νται μόνο τις νύχτες… Πέτρι­να σπί­τια χτι­σμέ­να από παλιούς μάστο­ρες, που έχουν ξεπε­ρά­σει τόσους σει­σμούς, τόσες πυρ­κα­γιές. Σκου­ρια­σμέ­νες πόρ­τες, μια κρή­νη στε­ρε­μέ­νη πριν από δεκά­δες χρό­νια, μια γάτα περ­πα­τά προ­σε­κτι­κά ανά­με­σα στα θρυ­ψα­λια­σμέ­να κερα­μί­δια στις στέ­γες που έχουν κατα­λη­φθεί από τα περι­στέ­ρια, οι κραυ­γές των γλά­ρων που ανοί­γουν και κλεί­νουν τη μέρα. Πάνω σε σχοι­νιά στη­μέ­να κατά μήκος των δρό­μων κου­νιού­νται ρού­χα, ασώ­μα­τα, γαλή­νια φαντά­σμα­τα. Η ψυχή των περα­σμέ­νων αιώ­νων τρυ­πώ­νει σαν αχνός μέσ’ από τις πολε­μί­στρες, τις γού­βες, τις ρωγ­μές… Ορθώ­νε­ται με μια βαθιά εισπνοή, σου ποτί­ζει τις πατού­σες, το μεδού­λι, σκαρ­φα­λώ­νει στη ραχο­κοκ­κα­λιά σου… Κι εσύ περ­νάς και φεύ­γεις από δρό­μους που τους περι­δια­βαί­νουν πομπές και φέρε­τρα… Βαδί­ζεις σε αένα­ους κύκλους κου­μπω­μέ­νους τον έναν με τον άλλο ανά­με­σα σε μαγι­κές, τρο­μα­κτι­κές, γκρε­μι­σμέ­νες εικό­νες, στους έρη­μους λαβυ­ρίν­θους της ψυχής σου… Προς την ατο­μι­κή, τετριμ­μέ­νη, μεγα­λειώ­δη εξα­φά­νι­σή σου… Μια σε καλεί ετού­τη η φωνή, μια η άλλη, σε νέμε­ται, σε πετά­ει σαν πέτρα κάτω από την πλα­γιά, σε κατρα­κυ­λά προς τη θάλασ­σα, σε παρα­σέρ­νει κι εσέ­να το συλ­λο­γι­κό παρελ­θόν… Επα­να­λαμ­βά­νο­νται για μια ακό­μα φορά οι παλιοί θρύ­λοι στα βήμα­τά σου, με τα κατα­πα­τη­μέ­να όνει­ρα, τους εγκα­τα­λειμ­μέ­νους δρό­μους τους…
Αυτοί οι δρό­μοι, αυτά τα σοκά­κια, αυτά τα άδε­ντρα καλ­ντε­ρί­μια είναι οι φλέ­βες της ζωής στο χρώ­μα της καρ­διάς, πηχτές από αμέ­τρη­τα ριζι­κά… Κάθε λεκές πάνω στην πέτρα είναι μια ματιά που δεν ξέρεις τα όριά της, μια αρχή που δεν θα μάθεις το τέλος της… Τις νύχτες βαδί­ζεις κάτω από μου­ντά κοκ­κα­λω­μέ­να φώτα… Ο Γαλα­τάς παίρ­νει στο μετα­ξύ έναν όλο και πιο σκο­τει­νό ύπνο, κρύα δάχτυ­λα καλύ­πτουν απα­λά το μονα­δι­κό του μάτι, που του μετα­φέ­ρει τα όνει­ρα των ανοι­χτών θαλασ­σών κρύ­βο­ντας την ερη­μιά των δρό­μων ως το πρωί… Βαδί­ζεις σε χλω­μά βρά­δια που φυσά­ει νοτιάς, απο­με­σή­με­ρα στο χρώ­μα του αχά­τη… Βαδί­ζεις στο φεγ­γα­ρό­φω­το, στο φως των αστε­ριών, και στο φως της μέρας που μετα­τρέ­πει το Γαλα­τά σ’ αυτό που είναι, απλά και μόνο μια φτω­χο­γει­το­νιά. Πόσο έχουν ελα­φρύ­νει, πόσο έχουν ελευ­θε­ρω­θεί τα βήμα­τά σου, κι όμως, είναι βαρύ το φορ­τίο από τόσες κατά­ρες, τόσα μοι­ρο­λό­για, τόσους απο­χαι­ρε­τι­σμούς… Ορθώ­νε­σαι με μια βαθιά εισπνοή και συμ­με­τέ­χεις σ’ αυτό τον παρα­τε­τα­μέ­νο περί­πα­το… Ανα­γνω­ρί­ζεις τα χνά­ρια σου, την εικό­να σου, σαστι­σμέ­νη. Δεν μπο­ρείς σε καμία περί­πτω­ση να ξεδια­λύ­νεις τι ήταν αυτό που σας έκα­νε ν’ αντα­μώ­σε­τε, όμως δεν έχεις τίπο­τα να χωρί­σεις πλέ­ον.
Βαδί­ζεις σε σοκά­κια που ήταν κάπο­τε δικά σου. Περ­νάς κατά μήκος των τει­χών όπου τα πτώ­μα­τα σωριά­ζο­νταν το ένα πάνω στ’ άλλο στις επι­δη­μί­ες της πανώ­λης, μπου­κά­ρεις σε αυλές γεμά­τες με αδύ­να­μες γάτες, ξαπο­σταί­νεις σε κόγ­χες με κλεμ­μέ­να τα αγάλ­μα­τα των αγί­ων, και φεύ­γεις. Εδώ είναι το σπί­τι του ποι­η­τή που δολο­φο­νή­θη­κε με απαγ­χο­νι­σμό στη Γαλ­λι­κή Επα­νά­στα­ση. Ακρι­βώς εδώ στη γωνία που το 18ο αιώ­να ζού­σε ένας τεχνί­της ρολο­γιών, μια τρα­βε­στί πήδη­ξε από το κλει­στό παρά­θυ­ρο με πυρο­τε­χνή­μα­τα αναμ­μέ­να στο χέρι. Εδώ είναι το σοκά­κι όπου μια φορά στα εκα­τό χρό­νια, στην παν­σέ­λη­νο, εμφα­νί­ζε­ται το φάντα­σμα μιας δολο­φο­νη­μέ­νης νέας γυναί­κας… Λαξευ­μέ­νος από γνή­σια μονα­ξιά, ο Γενουά­τι­κος Πύρ­γος καθα­γιά­στη­κε μόνο μια φορά, χίλια χρό­νια πριν, από τα κύμα­τα… Σκαρ­φα­λώ­νεις στρι­φο­γυ­ρι­στά στον πύρ­γο όπου έκλει­ναν κάπο­τε τους κατά­δι­κους. Κοι­τά­ζεις σιω­πη­λά προς τα κάτω, στον πύρ­γο που σκαρ­φα­λώ­νουν εκεί­νοι που θέλουν να πετά­ξουν στην αντι­κρι­νή ακτή, στην «Ασία», όπως κι εκεί­νοι που επι­λέ­ξα­νε την τελευ­ταία όχθη. Κοι­τά­ζεις τα σοκά­κια που δεν απο­τυ­πώ­νουν κανέ­να σημά­δι σου, κανέ­να ίχνος από το ταξί­δι σου, τις στέ­γες, τον ορί­ζο­ντα… Τη μέρα που φέγ­γει… Αφο­μοιώ­νεις όλα τα ριζι­κά που δια­σταυ­ρώ­θη­καν εδώ, στέ­κεις στη­τή, μονα­χή, μέσα στην εξα­φά­νι­σή σου και επω­μί­ζε­σαι όλα τα ψεύ­δη της ζωής και του θανά­του.
Θα γύρ­να­γες πίσω, αν ήσουν εσύ στη θέση μου; Για ποιον άγνω­στο ουρα­νό που θέλεις να περι­γρά­ψεις, για ποια ιστο­ρία που θέλεις να ολο­κλη­ρώ­σεις; Για ποια απε­ρα­ντο­σύ­νη που θέλεις να της δώσεις ένα τέλος;
Εδώ, μια αλλό­κο­τη και μακρι­νή εικό­να αιχ­μα­λω­τι­σμέ­νη στα μάτια της πέτρας που τη σμί­λευ­σε υπο­μο­νε­τι­κά ο χρό­νος· ένα όνει­ρο υφα­σμέ­νο από ατό­φιο χρυ­σά­φι και λάσπη σε βαθιά, άδεια μάτια χωρίς αντι­κα­θρέ­φτι­σμα. Περι­μέ­νει ο Γαλα­τάς, κου­λου­ρια­σμέ­νος μες στο χιλιο­τσα­κι­σμέ­νο καβού­κι του… Κοι­τά­ζει μόνο μακριά, προς τους ομι­χλώ­δεις, θολούς, απο­πλα­νη­τι­κούς ορί­ζο­ντες, όμως βλέ­πει μονα­χά το δικό του παρελ­θόν. Μ’ εκεί­νη τη ματιά που ανα­θυ­μά­ται και λησμο­νεί συνά­μα όλες τις ζωές και τους θανά­τους, τις ιστο­ρί­ες και τις ήττες, τις απαρ­χές και τα τέλη… Δεν πιστεύ­ει σε τίπο­τε πια εκτός από το δικό του αιώ­νιο όνει­ρο.
Σαν ντά­μα από αχά­τη στα μάτια τού­της της πανάρ­χαιας πόλης, που σκύ­βει σε ρηχά νερά ανα­ζη­τώ­ντας τον αντι­κα­το­πτρι­σμό της ρυτι­δια­σμέ­νης όψης της, δεν κατα­φέρ­νει με κανέ­να τρό­πο να κυλή­σει στο απέ­ρα­ντο μαβί της θάλασ­σας.
Είσαι εδώ. Στον τόπο όπου συνει­δη­το­ποιείς πως επι­στρο­φή δεν σημαί­νει απο­κλει­στι­κά και μόνο τύψεις, απο­κλει­στι­κά και μόνο απο­γο­ή­τευ­ση… Ανά­με­σα στην πέτρα και στη θάλασ­σα, στο φως και στη λάσπη, στο τέλος και στην αρχή… Στο λιμά­νι όπου οι νεκροί σου τρα­γου­δά­νε απο­χαι­ρε­τι­στή­ρια τρα­γού­δια, έτσι ώστε να μην τους ανα­ζη­τή­σεις ξανά… Στον τόπο όπου αφου­γκρά­ζε­σαι όλες τις άλλες φωνές για να ακού­σεις τη δική σου, εκεί όπου επω­μί­ζε­σαι όλες τις κραυ­γές του κόσμου για να ξανα­γεν­νη­θείς…

Οι ονο­μα­σί­ες της Ισταν­μπούλ

Από την ίδρυ­σή της ως σήμε­ρα, η Ισταν­μπούλ μνη­μο­νεύ­τη­κε με 130 περί­που ονο­μα­σί­ες. Η χρο­νο­λο­γι­κή απα­ρίθ­μη­ση αυτών των ονο­μα­σιών που άλλο­τε εκφρά­ζουν την πόλη ως το κέντρο μιας αυτο­κρα­το­ρί­ας και άλλο­τε ορι­σμέ­να γεω­γρα­φι­κά ή δομι­κά χαρα­κτη­ρι­στι­κά της είναι πολύ δύσκο­λη. Παρ’ όλα αυτά οι ονο­μα­σί­ες Λύκος και Βυζά­ντιο θεω­ρού­νται οι παλαιό­τε­ρες. Εκτός από αυτές τις δύο, οι ονο­μα­σί­ες Αυγού­στα Αντω­νί­να, Ανθού­σα, Δεύ­τε­ρη Ρώμη, Νέα Ρώμη, Άλμους Ρόμα, Μίκλα­γκαρντ-Μίκλα­γκορντ, Τσά­ρι­γκραντ, Ιστιν­πό­λιν (Εις την πόλιν), Αγρα­ντό­νε, Τζε­ζι­ρέ-ι Χεφτ Τζέ­μπελ, Αλιά­να, Βιζάντ Καγάκ, Γιαγ­φού­ρι­γε, Γιαν­κο­βί­τσε, Κον­στα­ντί­νι­γε, Σου­ντέ-ι Σαα­ντέτ (Πύλη της Ευδαι­μο­νί­ας), Σεχρ-ι Αζάμ (Μέγι­στη Πόλη), Τάχτ-ι Ρουμ (Ο θρό­νος των Ρωμαί­ων), Τεκ­φού­ρι­γε (Βυζα­ντι­νό Πρι­γκι­πά­το), Νταρού’ς-Σαλτανά (Έδρα της Αυτο­κρα­το­ρί­ας), Ντερ-ι Ντε­βλέτ (Πύλη του Κρά­τους), Ντερ­γκιάχ-ι Σελα­τίν (Αυτο­κρα­το­ρι­κή Πύλη), Kων­στα­ντι­νού­πο­λη ή απλώς και μόνο Πόλη… απο­τε­λούν ονο­μα­σί­ες που δόθη­καν στην Ισταν­μπούλ σε δια­φο­ρε­τι­κές γλώσ­σες, σε δια­φο­ρε­τι­κούς αιώ­νες.