Τα βου­νά δεσπό­ζουν στη ζωή και στο θάνα­το, όπως κι ετού­τα δω τα σπί­τια τα λου­φαγ­μέ­να πάνω στον Κάβο. Ζού­με στο βάθος μιας λεκά­νης: η μέρα περ­νά­ει, γίνε­ται βρά­δυ· γεμί­ζει αργά αργά από σκο­τά­δια, ύστε­ρα τ’ αστέ­ρια ανά­βουν πάνω από τα κεφά­λια μας όπου τρε­μο­λά­μπουν αιώ­νια, κομι­στές ενός επεί­γο­ντος μηνύ­μα­τος, αλλά τι και από ποιον; Τι γυρεύ­ουν από μας και κυρί­ως: τι γυρεύ­ου­με εμείς από αυτά;

Λιγο­στά ίχνη μας θυμί­ζουν πια το φως. Είμα­στε πιο κοντά στο σκο­τά­δι, είμα­στε σχε­δόν μονά­χα σκο­τά­δι, ό,τι μας έχει απο­μεί­νει είναι οι ανα­μνή­σεις καθώς και η ελπί­δα που, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, έχει χάσει τη λάμ­ψη της, που θαμπώ­νει κι άλλο και σε λίγο θα μοιά­ζει με σβη­στό αστέ­ρι, με σκο­τει­νό βρά­χο. Κι όμως, λιγο­στά πράγ­μα­τα ξέρου­με για τη ζωή, λιγο­στά και για το θάνα­το: κάνα­με όλον αυτόν το δρό­μο για να γητέ­ψου­με εσέ­να και να ξεκου­νή­σου­με το πεπρωμένο.

Θα σου μιλή­σου­με για ανθρώ­πους που έζη­σαν στην επο­χή μας, πριν από εκα­τό χρό­νια και βάλε, για σένα δεν είναι παρά ονό­μα­τα χαραγ­μέ­να σε γερ­τούς σταυ­ρούς και ραγι­σμέ­νες ταφό­πλα­κες. Ζωές και θύμη­σες που έσβη­σαν κάτω απ’ τον άτεγ­κτο νόμο του χρό­νου. Κι αυτό, εμείς θα το αλλά­ξου­με. Τα λόγια μας είναι λόχοι από ναυα­γο­σώ­στες με την αμε­τά­κλη­τη απο­στο­λή να γλι­τώ­σουν περα­σμέ­να συμ­βά­ντα και σβη­σμέ­νες ζωές από τη μαύ­ρη τρύ­πα της λήθης, κι αυτό δεν είναι εύκο­λο εγχεί­ρη­μα· καθ’ οδόν, μπο­ρεί και να βρουν κάποιες απα­ντή­σεις και να μας λυτρώ­σουν προ­τού να είναι πολύ αργά. Αρκού­μα­στε σ’ αυτό για την ώρα, σου στέλ­νου­με τις λέξεις μας, τους λόχους από σκορ­πι­σμέ­νους και πελα­γω­μέ­νους ναυα­γο­σώ­στες. Είναι αβέ­βαιοι για το ρόλο τους, όλες οι πυξί­δες είναι σπα­σμέ­νες, οι χάρ­τες σκι­σμέ­νοι ή απαρ­χαιω­μέ­νοι, εσύ όμως να τους καλο­δε­χτείς. Στη συνέ­χεια, θα δού­με τι θα γίνει.


Από το βιβλίο του Γιον Κάλ­μαν Στέ­φαν­σον Παρά­δει­σος και Κόλαση