Αντρέα Καμι­λέ­ρι: Δεν είναι ντρο­πή να θέλεις να ψυχα­γω­γή­σεις τον κόσμο».

Η συνοι­κία Πρά­τι δεν ανή­κει στα μέρη που προ­τι­μώ από τη Ρώμη. Κτι­σμέ­νη στις αρχές του 20ού αιώ­να, γνώ­ρι­σε μεγά­λες δόξες τον και­ρό του φασι­σμού κι από τότε θεω­ρεί­ται «καλή» περιο­χή για να κατοι­κεί κανείς, παρό­τι για τα γού­στα μου παρα­μέ­νει αδιά­φο­ρη και ελα­φρώς ντε­μο­ντέ. Ο Καμι­λέ­ρι κατοι­κεί σε ένα από τα τυπι­κά παλά­τσιτης συνοι­κί­ας, ακρι­βώς απέ­να­ντι από τα παλιά στού­ντιο του ραδιο­φω­νι­κού σταθ­μού που τον φιλο­ξέ­νη­σαν ως σκη­νο­θέ­τη εκα­το­ντά­δες φορές.

Τη μέρα, όμως, εκεί­νη του Σεπτέμ­βρη του 2008, δεν είχα καθό­λου το μυα­λό μου στα αρχι­τε­κτο­νή­μα­τα της συνοι­κί­ας Πρά­τι. Η αγω­νία μου ήταν να μην αργή­σου­με στο ραντε­βού (πάντα απρό­βλε­πτη η Ρώμη στην κυκλο­φο­ρια­κή της σύγ­χυ­ση), κι ύστε­ρα, ποιος ξέρει για­τί, ανη­συ­χού­σα για το πώς θα πήγαι­νε η συνά­ντη­ση με τον Ιτα­λό συγ­γρα­φέα. Δεν υπήρ­χε κάτι συγκε­κρι­μέ­νο να με αγχώ­νει, ίσα ίσα τα βιβλία του σου δίνουν από την πρώ­τη σελί­δα την αίσθη­ση ενός ανθρώ­που καλο­προ­αί­ρε­του, χιου­μο­ρί­στα και καλο­φα­γά. Εγώ, όμως, ήμουν αγχω­μέ­νος.

Το άγχος κατα­λά­για­σε μόλις έκα­νε την εμφά­νι­σή του στο χολ του μικρού δια­με­ρί­σμα­τος που νοι­κιά­ζει ως γρα­φείο του, στον ίδιο όρο­φο με το δια­μέ­ρι­σμα στο οποίο κατοι­κεί με τη γυναί­κα του. Μας έδει­ξε το δωμά­τιο στο οποίο θα κάνα­με τη συνέ­ντευ­ξη («αυτό είναι το δωμά­τιο· μπο­ρεί­τε να το δια­λύ­σε­τε, μπο­ρεί­τε να μετα­κι­νή­σε­τε τα έπι­πλα, να κάνε­τε ό,τι θέλε­τε») κι ύστε­ρα, όπως ήταν η συμ­φω­νία μας, απο­σύρ­θη­κε στο δωμά­τιο στο οποίο συνή­θως γρά­φει, αφή­νο­ντάς μας μόνους να στή­σου­με φώτα, κάμε­ρες και μικρό­φω­να. Το δωμά­τιο, εκτός από μια μεγά­λη ξύλι­νη σιτσι­λιά­νι­κη κού­κλα από αυτές που ακό­μα φτιά­χνουν στο Παλέρ­μο και η προ­έ­λευ­σή της πάει πίσω στα μεσαιω­νι­κά ιππο­τι­κά έπη, δεν είχε κανέ­να άλλο δια­κο­σμη­τι­κό στοι­χείο. Παντού βιβλία,μόνο βιβλία, μαζί με μια παλιά κου­νι­στή πολυ­θρό­να και έναν κανα­πέ.

Δεν πέρα­σαν ούτε δέκα λεπτά και επα­νεμ­φα­νί­στη­κε. «Θες νατα πού­με λιγά­κι, ενώ περι­μέ­νου­με;» με ρωτά­ει. Μπαί­νω στο άλλο δωμά­τιο. Αυτό, αντί­θε­τα, είναι φορ­τω­μέ­νο με πράγ­μα­τα: αφί­σες, σχέ­δια, λιθο­γρα­φί­ες φίλων του ζωγρά­φων. Σε ένα ράφι το αγαλ­μα­τά­κι ενός μαύ­ρου αγί­ου: ο Σαν Καλό­τζε­ρο, μου εξη­γεί, ο πατρό­νος της ιδιαί­τε­ρης πατρί­δας του, του Πόρ­το Εμπέ­ντο­κλε, ένας μαύ­ρος που γιά­τρευε τους φτω­χούς από την πανού­κλα. «Σεε­πο­χές δια­φο­ρε­τι­κές από τις δικές μας, όταν έμπαι­νες στο σπί­τι των Λιμε­νερ­γα­τών, έβλε­πες το πορ­τρέ­το του Μαρξ, του Στά­λιν, τον Σαν Καλό­τζε­ρο και τη φωτο­γρα­φία του Τζου­ζέ­πε ντι Βιτό­ριο, γραμ­μα­τέα του αρι­στε­ρού συν­δι­κά­του που ήταν ο αρχη­γός του συν­δι­κά­του της CGIL».

Σε ένα άλλο ράφι, πάνω από το γρα­φείο του, μια φωτο­γρα­φία. Μια περί­ερ­γη φωτο­γρα­φία με δύο άντρες, ο ένας ντυ­μέ­νος ως οδα­λί­σκη, ο άλλος μεταμ­φιε­σμέ­νος σε Ταρ­ζάν. «Τους αναγνω­ρίζετε;» με ρωτά­ει. Όχι, δεν τους ανα­γνω­ρί­ζω. «Ο Πιρα­ντέ­λο καιο Αϊν­στάιν. Με δια­σκε­δά­ζει αυτή η φωτο­γρα­φία, μου φτιά­χνει το κέφι».

Ο απέ­να­ντι τοί­χος καλύ­πτε­ται από ένα τερά­στιο ζωγρα­φι­σμέ­νο στο χέρι καρα­βό­πα­νο, χωρι­σμέ­νο σε τετρα­γω­νά­κια, που διη­γού­νται μια ιστο­ρία πάθους: εκεί­νη, εκεί­νος, ο πατέ­ρας, φιλιά,μαχαίρια, αίμα­τα, χωρο­φυ­λά­κοι, χει­ρο­πέ­δες. Ενθου­σιά­ζο­μαι. Εί­ναι ένα παλιό, σπά­νιο πλέ­ον κομ­μά­τι, από αυτά που χρη­σι­μο­ποιού­σαν οι τρο­βα­δού­ροι για να διη­γη­θούν (ουσια­στι­κά για να τρα­γου­δή­σουν) τις παθια­σμέ­νες ιστο­ρί­ες τους που το κοι­νό παρα­κο­λου­θού­σε με ανοι­χτό το στό­μα. Μια παρά­δο­ση που κρά­τη­σε κάποιους αιώ­νες –ουσια­στι­κά μέχρι τα φωτο­ρο­μάν­τσα– για ναπε­θά­νει με την έλευ­ση της τηλε­ό­ρα­σης. «Όταν με ρωτά­νε συχνά πώς αντι­λαμ­βά­νο­μαι την αφη­γη­μα­τι­κό­τη­τα, απα­ντώ: Ιδού, αυτή είναι η ποι­η­τι­κή μου. Αυτή με εμπνέ­ει. Θέλω να φτά­σω να γίνω ένας τρο­βα­δού­ρος που αφη­γεί­ται ιστο­ρί­ες με απλό­τη­τα και επι­δε­ξιό­τη­τα».

Χαί­ρε­ται με τον ενθου­σια­σμό μου. Καθό­μα­στε. Αρχί­ζει, από μέρους του, μια μικρή και δια­κρι­τι­κή ανά­κρι­ση. Πώς και μιλάω τόσο καλά ιτα­λι­κά, πόσα χρό­νια έζη­σα στην Ιτα­λία, πώς είναι σήμε­ρα η κατά­στα­ση στην Ελλά­δα, και άλλα τέτοια. Καταλαβαί­νω ότι θέλει να εντο­πί­σει τις πολι­τι­κές μου από­ψεις. Τον βοηθάω.Μόλις συνει­δη­το­ποιεί ότι είμα­στε ομοϊ­δε­ά­τες, όπως θα έκα­νε οποιοσ­δή­πο­τε Ιτα­λός που σέβε­ται τον εαυ­τό του, κόβει αμέ­σως τον πλη­θυ­ντι­κό. Και γίνε­ται χεί­μαρ­ρος. Κάποια στιγ­μή ανα­γκά­ζο­μαι να τον δια­κό­ψω. Μην τα λες όλα τώρα, κρά­τα και κάτι για τη συνέ­ντευ­ξη. Έχεις δίκιο, μου λέει, αλλά συνε­χί­ζει να μιλά ακά­θεκτος. Αισθά­νο­μαι ότι γνω­ρι­ζό­μα­στε χρό­νια.

«Δεν ξέρω από πού προ­έρ­χε­ται αυτή η έφε­ση για το γρά­ψι­μο, για­τί από τους προ­γό­νους μου κανείς δεν είχε γρά­ψει τίπο­τα πέρα από δια­θή­κες και συμ­βο­λαιο­γρα­φι­κές πρά­ξεις, κεί­με­να που δεν έχουν βεβαί­ως καμιά σχέ­ση με λογο­τε­χνία. Η οικο­γέ­νεια της μητέ­ρας μου εμπο­ρεύ­ο­νταν θειά­φι. Στην οικο­γέ­νεια του πατέ­ρα μου εμπο­ρεύ­ο­νταν επί­σης θειά­φι –είχαν και ένα λατο­μείο θεια­φιού–, αλλά ήταν κυρί­ως ιδιο­κτή­τες γης. Βεβαί­ως, όλοι αυτοί, όταν ήρθαν οι μεγά­λες εται­ρεί­ες, χρε­ο­κό­πη­σαν. Θα μπο­ρού­σαν ίσως να αντι­στα­θούν, αλλά οι Σικε­λοί είναι ατο­μι­κι­στές, οι κοο­πε­ρα­τί­βες ήταν έξω από τη λογι­κή τους, προ­σπα­θού­σαν να αντι­σταθούν παντρεύ­ο­ντας τα παι­διά τους και ενώ­νο­ντας τις περιου­σίες τους. Όπως όμως μπο­ρεί εύκο­λα να κατα­λά­βει κανείς, αυτές ήταν αστεί­ες λύσεις.

»Κρα­τάω ακό­μα στο σπί­τι μου ένα πολύ ενδια­φέ­ρον ντο­κου­μέ­ντο, που έχει τέσ­σε­ρις υπο­γρα­φές: η μία είναι του Στέ­φα­νο Πιρα­ντέ­λο, μπα­μπά του Λουί­τζι· η δεύ­τε­ρη του Τζιου­ζέ­πε Πορ­το­λά­νο, πατέ­ρα της γυναί­κας του Λουί­τζι Πιρα­ντέ­λο, η τρί­τη του παπ­πού μου Τζιου­ζέ­πε Καμι­λέ­ρι και η τέταρ­τη του Βιν­τσέν­τσο Φρα­κα­πά­νι, που ήταν ο άλλος παπ­πούς μου. Έχου­με δηλα­δή
σε ένα φύλ­λο χαρ­τιού δύο “γάμους θεια­φιού”, όπως τους έλε­γαν τότε.

»Θυμά­μαι τον Πιρα­ντέ­λο να έρχε­ται στο σπί­τι μου, όταν είχε ήδη περά­σει τα εβδο­μή­ντα. Εγώ ήμουν δέκα χρο­νών κι εκεί­νος φορού­σε τη στο­λή των Ιτα­λών ακα­δη­μαϊ­κών. Είχα ξανα­δεί παρό­μοιες στο­λές στο Πόρ­το Εμπέ­ντο­κλε, ήταν στο­λές ναυάρ­χων. Όταν λοι­πόν παρου­σιά­στη­κε εκεί­νο το ζεστό από­γευ­μα –τότε δενυ­πήρ­χαν τηλέ­φω­να–, τρό­μα­ξα για­τί βρέ­θη­κα μπρο­στά σε έναν ναύ­αρ­χο με την επί­ση­μη στο­λή του. Κι εκεί­νος μου είπε στα σιτσι­λιά­νι­κα: “Ποιος είσαι εσύ;” “Ο Νενέ Καμι­λέ­ρι”. “Η για­γιά σου­εί­ναι η Καρο­λί­να;” “Ναι”. “Θα τη φωνά­ξεις; Πες της ότι ήρθε ο Λουι­τζί­νο Πιρα­ντέ­λο”. Έτρε­ξα, ξύπνη­σα τη για­γιά μου που έπαιρ­νε τον μεση­με­ρια­νό της ύπνο και της είπα: “Ήρθε ένας ναύαρ­χος που ονο­μά­ζε­ται Λουι­τζί­νο Πιρα­ντέ­λο”. Έγι­νε βεβαί­ως το παν­δαι­μό­νιο, όλοι έτρε­χαν να ντυ­θούν, ο Πιρα­ντέ­λο είχε ήδη πάρει το Νόμπελ, ήταν διά­ση­μος. Η επί­σκε­ψή του αυτή έγι­νε ένα χρό­νο πριν από το θάνα­τό του, το 1935. Πολύ αργό­τε­ρα ανα­κά­λυ­ψα πως ήταν πρώ­τα ξαδέλ­φια με τη για­γιά μου, παι­διά δύο αδελ­φά­δων.

»Δεν μπο­ρού­σα να φαντα­στώ τότε ότι θα γινό­μουν ένας από τους σημα­ντι­κό­τε­ρους στην Ιτα­λία μελε­τη­τές του έργου του και ότι θα αφιέ­ρω­να πάνω από σαρά­ντα θεα­τρι­κές μου σκη­νο­θε­σί­ες σε αυτόν.

»Άρχι­σα να γρά­φω όταν έγι­να έξι εφτά χρο­νών. Ήμουν μονα­χο­γιός και είχα μάθει να δια­βά­ζω μόνος μου. Ο πατέ­ρας μου δεν ήταν λόγιος, αλλά τα δια­βά­σμα­τά του ήταν εξαι­ρε­τι­κά εκλε­πτυ­σμέ­να. Τότε η ιατρι­κή δεν είχε κάνει τις προ­ό­δους που έχει κάνει σήμε­ρα. Την επο­χή μου κολ­λού­σα­με όλες τις παι­δι­κές αρρώ­στιες, κι αυτό σήμαι­νε ότι κάθε φορά μένα­με του­λά­χι­στον δώ­δεκα μέρες στο κρε­βά­τι και χου­ζου­ρεύ­α­με. Τότε δεν υπήρ­χε τηλε­ό­ρα­ση, το ραδιό­φω­νο ήταν ένα τερά­στιο κου­τί που δεν μετα­φε­ρό­ταν, άρα η μόνη σωτη­ρία μας ήταν η ανά­γνω­ση. Κι εγώ, ήδηα­πό τότε, διά­βα­ζα πολύ γρή­γο­ρα. Κάποια στιγ­μή βρέ­θη­κα να έχω δια­βά­σει όλα τα γνω­στά κόμικ της επο­χής: τον Μαντρέικ, τον Γκόρ­ντον, τον Σού­περ­μαν. Τι άλλο μπο­ρού­σα να κάνω; Ρώτη­σα λοι­πόν τον πατέ­ρα μου: “Μπο­ρώ να δια­βά­σω ένα μυθι­στό­ρη­μα;” “Ναι”. “Ποιο;” “Όποιο θες”. Το πρώ­το λοι­πόν μυθι­στό­ρη­μα που διά­βα­σα στη ζωή μου ήταν Η τρέ­λα του Αλμά­γιερτου Τζό­ζεφ Κόν­ραντ. Στη συνέ­χεια διά­βα­σα το Μόμπι Ντικκι ύστε­ρα ένα μυθι­στό­ρη­μα κάποιου Ζoρζ Σιμ, που αργό­τε­ρα ανα­κά­λυ­ψα ότι ήταν ο Ζoρζ Σιμε­νόν. Εννο­εί­ται, με όλα αυτά τα ερε­θί­σμα­τα, άρχι­σα να γρά­φω: ποι­ή­μα­τα στη μαμά μου, στον Μπε­νί­το Μου­σο­λί­νι…

»Τότε ήμα­σταν όλοι φασί­στες. Ανα­φέ­ρο­μαι στην περί­ο­δο 1930–1935. Βρι­σκό­μα­στε στο από­γειο του φασι­σμού. Θυμά­μαι ότι το 1935, όταν η Ιτα­λία κήρυ­ξε τον πόλε­μο στην Αβησ­συ­νία, έγρα­ψα, κρυ­φά από τους δικούς μου, ένα γράμ­μα στον Μου­σο­λί­νι ζη­τώντας του να με πάρουν εθε­λο­ντή. Ο Μου­σο­λί­νι μου απά­ντη­σε, με εκεί­νο το χαρα­κτη­ρι­στι­κό Μ με το οποίο υπέ­γρα­φε, λέγο­ντάς μου ότι ήμουν πολύ μικρός για πόλε­μο, και ότι δεν θα έλει­παν οι ευκαι­ρί­ες να το κάνω… Και κρά­τη­σε την υπό­σχε­σή του!

»Βεβαί­ως όταν έγι­να δεκα­ο­κτώ δεκα­εν­νιά χρο­νών τα ποι­ή­μα­τά μου έγι­ναν λιγό­τε­ρο ναΐφ. Είχα αρχί­σει να δια­βά­ζω Μοντά­λε, Ουν­γκα­ρέ­τι, τους σύγ­χρο­νους ποι­η­τές που μου άρε­σαν πολύ,επομένως η γρα­φή μου έγι­νε, ας πού­με, πιο ώρι­μη. Το 1945, μετά την απε­λευ­θέ­ρω­ση, άρχι­σα να τα στέλ­νω σε κάποια μεγά­λα λογο­τε­χνι­κά περιο­δι­κά που τότε κυκλο­φο­ρού­σαν, ιδιαί­τε­ρα στο πε­ριοδικό Mercurio. Κι αυτά άρχι­σαν να δημο­σιεύ­ουν τα ποι­ή­μα­τα, χωρίς καν να με γνω­ρί­ζουν. Ύστε­ρα έλα­βα μέρος σε έναν μεγά­λο ποι­η­τι­κό δια­γω­νι­σμό, στο Πρέ­μιο Σαν Βεν­σά­νο, με πρό­ε­δρο­τον Ουν­γκα­ρέ­τι, και ο Ουν­γκα­ρέ­τι με έβα­λε σε μια ανθο­λο­γία που ετοί­μα­σε νέων ποι­η­τών. Ήμουν πανευ­τυ­χής διό­τι, από την αρχή, δεν είχα καμιά πρό­θε­ση να γίνω καθη­γη­τής σε Γυμνά­σιο.

»Αυτός ήταν κι ο λόγος που καθυ­στε­ρού­σα να παρου­σιά­σω την πτυ­χια­κή μου εργα­σία στο Πανε­πι­στή­μιο του Παλέρ­μο όπου σπού­δα­ζα σύγ­χρο­νη Φιλο­λο­γία. Φοβό­μουν ότι οι δικοί μου θα μου έβρι­σκαν κάποια θέση και θα ανα­γκα­ζό­μου­να να μεί­νω στη Σικε­λία, ενώ εγώ ήθε­λα να φύγω. Έτυ­χε τότε να γρά­ψω ένα θεα­τρικό με τίτλο Κρί­ση τα μεσά­νυ­χτα. Απο­φά­σι­σα να το στεί­λω σε έναν δια­γω­νι­σμό που γινό­ταν στη Φλω­ρε­ντία και, εντε­λώς ανα­πά­ντε­χα, κέρ­δι­σα το πρώ­το βρα­βείο. Τότε ο Σίλ­βιο Ντ’ Αμί­κο, πρό­ε­δρος της Ακα­δη­μί­ας Θεα­τρι­κής Τέχνης και ένας από τους σπου­δαιό­τε­ρους κρι­τι­κούς θεά­τρου της Ιτα­λί­ας, μου έγρα­ψε μια επι­στο­λή παρο­τρύ­νο­ντάς με να πάω να σπου­δά­σω σκη­νο­θε­σία. Μια υπο­τρο­φία θα μου επέ­τρε­πε να ζήσω στη Ρώμη. Έκα­να την αίτη­ση και ήμουν ο μόνος τον οποίο έκα­ναν δεκτό εκεί­νη τη χρο­νιά. Από εκεί­νη τη μέρα όμως δεν έγρα­ψα πλέ­ον ούτε γραμ­μή. Αφιε­ρώ­θη­κα ψυχή τε και σώμα­τι στη θεα­τρι­κή σκη­νο­θε­σία.

»Ως σκη­νο­θέ­της ήμουν ο πρώ­τος που ανέ­βα­σε Θέα­τρο του Παρα­λό­γου στην Ιτα­λία: Μπέ­κετ, Αντά­μοφ, Ιονέ­σκο, Πίντερ… Παράλ­λη­λα με ενδιέ­φε­ραν πολύ οι σύγ­χρο­νοι Ιτα­λοί συγγραφείς.Και, βεβαί­ως, ο Πιρα­ντέ­λο. Αυτές ήταν οι τρεις κατευ­θύν­σεις της θεα­τρι­κής μου πορεί­ας. Ύστε­ρα πήρα τη θέση του καθη­γη­τή μου στην Ακα­δη­μία Θεα­τρι­κής Τέχνης και δίδα­ξα επί είκο­σι χρό­νια σκη­νο­θε­σία. Ταυ­τό­χρο­να δίδα­σκα υπο­κρι­τι­κή και σκη­νο­θε­σία στο Πει­ρα­μα­τι­κό Κέντρο Κινη­μα­το­γρά­φου. Είχα μάλι­στα μαθη­τές για τους οποί­ους μπο­ρώ να είμαι υπε­ρή­φα­νος. Ο Μάρ­κο Μπε­λό­κιο, για παρά­δειγ­μα, ήταν μαθη­τής μου».

Η κου­νι­στή πολυ­θρό­να είναι το αγα­πη­μέ­νο του έπι­πλο σε εκεί­νο­το δια­μέ­ρι­σμα. Σε όλη τη διάρ­κεια της συνέ­ντευ­ξης κου­νιέ­ται, μιλά­ει και κου­νιέ­ται. Κι αυτό το συνε­χές λίκνι­σμα δίνει μια παι­γνιώ­δη διά­θε­ση στα λεγό­με­νά του, κι έρχε­ται να ενι­σχύ­σει μια φυσι­κή αίσθη­ση του χιού­μορ που είναι το πιο εμφα­νές χαρα­κτη­ρι­στι­κό του.

Είναι παρά­ξε­νο, αλλά οι δύο πιο «εύθυ­μες» συνε­ντεύ­ξεις, οι συνε­ντεύ­ξεις στις οποί­ες γελού­σα σχε­δόν όλη την ώρα, ήταν με δύο συγ­γρα­φείς αστυ­νο­μι­κών έργων. Η μία ήταν η Ντό­να Λεόν, στη Βενε­τία, ο άλλος ήταν ο Αντρέα Καμι­λέ­ρι, στη Ρώμη. Η ηλι­κία του, η αφη­γη­μα­τι­κή του δει­νό­τη­τα, η τερά­στια εμπει­ρία του,η αυτο­πε­ποί­θη­σή του, η αέναη διά­θε­ση να διη­γη­θεί παλιές ιστο­ρί­ες, όλα αυτά θα μπο­ρού­σαν να σπρώ­ξουν κάποιον να αρχί­σει λυρι­κούς παραλ­λη­λι­σμούς με έναν παπ­πού που χαί­ρε­ται να διη­γεί­ται ιστο­ρί­ες. Όμως οι παπ­πού­δες δεν έχουν συνή­θως χιούμορ,στους παπ­πού­δες είναι η νοσταλ­γία αυτή που παίρ­νει το πάνω χέρι. Ο Καμι­λέ­ρι δεν νοσταλ­γεί, γυρί­ζει στο παρελ­θόν, παίρ­νει ό,τι του είναι χρή­σι­μο, και επα­νέρ­χε­ται στο σήμε­ρα. Να είναι αυτή η ερμη­νεία της ακα­τά­βλη­της ζωντά­νιας του, μιας ζωντά­νιας που τον κάνει να γρά­φει, ακό­μα σήμε­ρα, τρία περί­που βιβλια­ρά­κια τον χρό­νο;

«Ξανάρ­χι­σα να γρά­φω το 1967. Ξαφ­νι­κά μου ήρθε η διά­θε­ση να γρά­ψω ένα μυθι­στό­ρη­μα. Δεν είχα επι­χει­ρή­σει ποτέ να γρά­ψω­μυ­θι­στό­ρη­μα. Το επι­χεί­ρη­σα, εντε­λώς ανε­ξή­γη­τα, το 1967. Και γρά­φω το Η ροή των πραγ­μά­των. Το τελεί­ω­σα το 1968, το έστει­λα σε δέκα ιτα­λι­κούς εκδο­τι­κούς οίκους, και οι δέκα, με μια πρωτο­φανή σύμπνοια, μου απά­ντη­σαν ότι το βιβλίο μου δεν μπο­ρού­σε να εκδο­θεί λόγω της ιδιό­τυ­πης γλώσ­σας του.

»Το μυθι­στό­ρη­μα έμει­νε για δέκα χρό­νια αδη­μο­σί­ευ­το. Ύστε­ρα, ένας φίλος που είχε δια­βά­σει το χει­ρό­γρα­φο, μου ζήτη­σε την άδεια να κάνει μια τηλε­ο­πτι­κή προ­σαρ­μο­γή με τίτλο Το χέρι στα μάτια. Οι εφη­με­ρί­δες έγρα­ψαν πολ­λά γι’ αυτή την εκπο­μπή, και ένας επί πλη­ρω­μή εκδό­της, ο Άλι, μου είπε: “Θα το εκδώ­σω εγώ, χωρίς να σας πάρω χρή­μα­τα, μου αρκεί να βάλω το όνο­μα του εκδο­τι­κού στο εξώ­φυλ­λο”. Δέχτη­κα. Όταν πήρα στα χέρια μου το βιβλίο ήταν σαν να άνοι­γα ένα μπου­κά­λι σαμπά­νιας.

»Έτσι έγρα­ψα αμέ­σως το δεύ­τε­ρο μυθι­στό­ρη­μα, το Καπνός στον ορί­ζο­ντα. Τότε ο φίλος μου Ρου­τζιέ­ρο Για­κό­μπι το πήρε πα­ραμάσχαλα και πήγε στον Λίβιο Γκαρ­τζά­ντι, τον γνω­στό εκδό­τη. Το διά­βα­σε η γυναί­κα του Γκαρ­τζά­ντι, η συγ­γρα­φέ­ας Τζί­να Λογκό­ριο, και απο­φά­σι­σαν να το εκδώ­σουν.

»Το πρώ­το μου αστυ­νο­μι­κό γρά­φτη­κε το 1994. Θυμά­μαι, ενώ έγρα­φα το τρί­το μου “ιστο­ρι­κό” μυθι­στό­ρη­μα, το Ο ζυθο­ποιός του Πρέ­στον, δεν μπο­ρού­σα να λύσω κάποια προ­βλή­μα­τα με τη δομή του. Τότε έπε­σα πάνω στο μυθι­στό­ρη­μα του Μάνου­ελ Βάθ­κεθ Μονταλ­μπάν Ο πια­νί­στας, που δεν ήταν αστυ­νο­μι­κό. Η ανά­γνωση αυτού του βιβλί­ου με βοή­θη­σε να διαρ­θρώ­σω το δικό μου­μυ­θι­στό­ρη­μα. Κι ένιω­σα ευγνώ­μων προς τον Μονταλ­μπάν, γι’ αυτή την έμμε­ση βοή­θεια. Τότε έθε­σα στον εαυ­τό μου το ερώ­τη­μα: “Εσύ Αντρέα, θα μπο­ρού­σες ποτέ να γρά­ψεις ένα μυθι­στό­ρη­μα από το Αως το Ω, από την αρχή δηλα­δή μέχρι το τέλος;” Για­τί εγώ ξεκι­νού­σα π.χ. από το προ­τε­λευ­ταίο κεφά­λαιο. Και τότε έβα­λα τον εαυ­τό μου μέσα στο κλου­βί του αστυ­νο­μι­κού μυθι­στο­ρή­μα­τος (για­τί το αστυ­νο­μι­κό είναι ένα κλου­βί, με συγκε­κρι­μέ­νους κανό­νες) για να δω αν ήμουν ικα­νός να γρά­ψω μυθι­στό­ρη­μα χωρίς λογι­κά ή χρο­νι­κά άλμα­τα. Κι έγρα­ψα έτσι το πρώ­το αστυ­νο­μι­κό μου μυθι­στό­ρη­μα, τη Μορ­φή του νερού. Βεβαί­ως αμέ­σως τέθη­κε το θέμα του ονό­μα­τος του αστυ­νό­μου. Είχα δύο ονό­μα­τα: ένα τυπι­κό σικε­λι­κό όνο­μα, το Τζε­τζέ Κολού­ρα, και το Μονταλ­μπά­νο. Διά­λε­ξα το Μονταλ­μπά­νο, ως φόρο τιμής στον Μονταλ­μπάν.

»Στη συνέ­χεια, κι επει­δή σε αυτό το πρώ­το μυθι­στό­ρη­μα η φιγού­ρα του πρω­τα­γω­νι­στή μού φαι­νό­ταν κάπως ανο­λο­κλή­ρω­τη, απο­φά­σι­σα να γρά­ψω ένα δεύ­τε­ρο, το Σκύ­λος από τερα­κό­τα. Μετά από αυτό είπα: “Αυτό ήταν, τελεί­ω­σα με τα αστυ­νο­μι­κά”, και συνέ­χι­σα να γρά­φω άλλα πράγ­μα­τα. Όταν έστει­λα την επό­με­νη δου­λειά μου στην εκδό­τρια Ελβί­ρα Σελέ­ριο, εκεί­νη με ρώτη­σε πότε θα της έστελ­να έναν και­νούρ­γιο Μονταλ­μπά­νο. “Τελεί­ω­σα με τον Μονταλ­μπά­νο”, της είπα. “Είσαι τρε­λός; Όχι μόνο που­λά­με τον Μονταλ­μπά­νο σε απί­στευ­τους αριθ­μούς αλλά λει­τουρ­γεί και ως ατμο­μη­χα­νή: όσο περισ­σό­τε­ροι Μονταλ­μπά­νο φεύ­γουν, τόσο περισ­σό­τε­ρα ιστο­ρι­κά μυθι­στο­ρή­μα­τα που­λά­με”. Έτσι, σχε­δόν από υπο­χρέ­ω­ση, έγρα­ψα το τρί­το.

»Τα αστυ­νο­μι­κά ήταν τα αγα­πη­μέ­να ανα­γνώ­σμα­τα του πατέ­ρα μου. Είχε όλη τη σει­ρά των αστυ­νο­μι­κών του Mondadori, σει­ρά που είχε ξεκι­νή­σει τη δεκα­ε­τία του ’30. Επο­μέ­νως το σπί­τι ήταν­γε­μά­το αστυ­νο­μι­κά μυθι­στο­ρή­μα­τα. Αυτό όμως που με βοή­θη­σε να γρά­ψω το πρώ­το αστυ­νο­μι­κό, δεν ήταν η αγά­πη του πατέ­ρα μου γι’ αυτό το είδος, αλλά μια τηλε­ο­πτι­κή εμπει­ρία. Στη RΑΙ­δεν ήμουν μόνο σκη­νο­θέ­της αλλά και παρα­γω­γός τηλε­ο­πτι­κών σει­ρών. Έτσι υπήρ­ξα παρα­γω­γός μιας τηλε­ο­πτι­κής σει­ράς με περι­πέ­τειες του Μαι­γκρέ, του ήρωα του Σιμε­νόν. Το σενά­ριο έγρα­φε ο Ντιέ­γκο Φάμπρι, σπου­δαί­ος σενα­ριο­γρά­φος. Τι έκα­νε ο Φάμπρι; Αγό­ρα­ζε πάντα το ίδιο βιβλίο τέσ­σε­ρις πέντε φορές, κι ύστε­ρα καθό­ταν και έσκι­ζε τις σελί­δες του. Τι συμ­βαί­νει συνή­θως σε ένα μυθι­στό­ρη­μα; Ξεκι­νά με το επει­σό­διο Ατο οποίο, κάποια στιγ­μή, δια­κό­πτε­ται· μπαί­νει το επει­σό­διο Β, ύστε­ρα ακο­λου­θεί το Γ· μετά επι­στρέ­φει το Α, κ.ο.κ. Έπαιρ­νε λοι­πόν τις σελί­δες του επει­σο­δί­ου Α, τις έβα­ζε όλες μαζί. Ύστε­ρα έπαιρ­νε το επει­σό­διο Β, και έφτια­χνε μια στοί­βα με αυτό. Συνέ­χι­ζε την ίδια ιστο­ρία με το Γ, κ.ο.κ. Ύστε­ρα άρχι­ζε να κάνει συν­δυα­σμούς και να κρα­τά­ει σημειώ­σεις. Τι έκα­νε, με άλλα λόγια; Απο­δο­μού­σε το μυθι­στό­ρη­μα και το ανα­δο­μού­σε σε τηλε­ο­πτι­κή μορ­φή. Για μένα ήταν σαν να επι­σκε­πτό­μουν το εργα­στή­ριο ενός ρολο­γά, έβλε­πα πώς λει­τουρ­γού­σε ο μηχα­νι­σμός. Έμα­θα μια τέχνη, όπως λέμε στην Ιτα­λία, κι ύστε­ρα την άφη­σα κατά μέρος. Τη θυμή­θη­κα όταν, τριά­ντα χρό­νια αργό­τε­ρα, έγρα­ψα το πρώ­το μου μυθι­στό­ρη­μα».

Ας μεί­νου­με λίγο σε αυτό τον χαρα­κτή­ρα, στον Μονταλ­μπά­νο, ο οποί­ος έχει πλέ­ον γρά­ψει ιστο­ρία όχι μόνο στην ιτα­λι­κή λογο­τε­χνία αλλά και στο αστυ­νο­μι­κό είδος γενι­κό­τε­ρα. Αυτό το πρό­σω­πο εξα­κο­λου­θεί να πιστεύ­ει σε ορι­σμέ­νες αξί­ες, δεν τον ενδια­φέ­ρουν τα χρή­μα­τα, δεν τον ενδια­φέ­ρει η φήμη, τον ενδια­φέ­ρει η δικαιο­σύ­νη, είναι ένας ηρω­ι­κός αντι­ή­ρω­ας, μαγει­ρεύ­ει μόνος του σπαγ­γέ­τι για το δεί­πνο του, νιώ­θει μερι­κές φορές να μισεί την αιώ­νια αρρα­βω­νιά­ρα του η οποία ζει στην άλλη άκρη της Ιτα­λί­ας και την οποία ούτε απο­φα­σί­ζει να παντρευ­τεί ούτε να χωρί­σει… Θα έλε­γα πως είναι ένας τυπι­κός Ιτα­λός, που συγκε­ντρώ­νει όμως πάνω του μόνο τα καλά χαρα­κτη­ρι­στι­κά των Ιτα­λών. Δια­βά­ζο­ντάς τον σήμε­ρα, με όλες αυτές τις αλλα­γές που έγι­ναν τα τελευ­ταία είκο­σι χρό­νια στην Ιτα­λία, έχεις την αίσθη­ση ότι πρό­κει­ται για ένα είδος Ιτα­λού που έχει αρχί­σει να εκλεί­πει, που καμιά σχέ­ση δεν έχει με τους σύγ­χρο­νους Ιτα­λούς.

Να οφεί­λε­ται, άρα­γε, σε μια νοσταλ­γι­κή διά­θε­ση η τερά­στια επι­τυ­χία του στην Ιτα­λία και στον κόσμο ολό­κλη­ρο;

«Πράγ­μα­τι, ο ήρω­άς μου, μπρο­στά σε αυτή την τρο­με­ρή διαφθο­ρά, μπρο­στά σε όλους αυτούς του πολι­τι­κούς και κοι­νω­νι­κούς συμ­βι­βα­σμούς, στέ­κε­ται όλο και πιο αμή­χα­νος. Η αμη­χα­νία του είναι όλο και πιο φανε­ρή. Ευτυ­χώς, όλο και συχνό­τε­ρα, λέει τη γνώ­μη του. Κι όταν, όπως στο Υπο­χρε­ω­τι­κή πορεία, βρέ­θη­κε μπρο­στά σε μια απί­στευ­τα χυδαία στά­ση της αστυ­νο­μί­ας, αυτός, πολύ σωστά, ήθε­λε να παραι­τη­θεί. Τα άτο­μα όμως που έχουν εκεί­νο που ο Χάμετ ονό­μα­ζε “η από­λαυ­ση του κυνη­γιού”, δύσκο­λα εγκα­τα­λεί­πουν τη θέση τους. Ξέρε­τε, οι πολι­τι­κές πεποι­θή­σεις του Μονταλ­μπά­νο δεν βρί­σκουν πάντα σύμ­φω­νους τους ανα­γνώ­στες. Λαβαί­νω δεκά­δες γράμ­μα­τα που μου γρά­φουν ότι δεν μπο­ρώ να δίνω τις πολι­τι­κές μου ιδέ­ες στον Μονταλ­μπά­νο. Για­τί, λένε, ο Μονταλ­μπά­νο ανή­κει πλέ­ον σε όλους.

»Ο Μονταλ­μπά­νο τώρα πια είναι ένα δια­χρο­νι­κό πρό­σω­πο. Να πω κάτι; Μετά τον Μονταλ­μπά­νο γνώ­ρι­σα πολ­λούς αστυ­νό­μους, και πρέ­πει να πω ότι τελι­κά υπάρ­χουν περισ­σό­τε­ροι Μονταλ­μπά­νο από όσους νομί­ζου­με. Κι αυτό είναι προς τιμήν τους. Να προ­σθέ­σω ότι το Υπο­χρε­ω­τι­κή πορεία είναι το μόνο μυθι­στό­ρη­μα που έγι­νε αντι­κεί­με­νο συζή­τη­σης ανά­με­σα στα τρία συν­δι­κά­τα της Αστυ­νο­μί­ας όταν αυτά συγκε­ντρώ­θη­καν σε θέα­τρο της Ρώμης. Κι εκεί κατέ­λη­ξαν ότι χρειά­ζε­ται καθη­με­ρι­νή δου­λειά για να μεί­νει ζωντα­νή η δημο­κρα­τία στην αστυ­νο­μία, πράγ­μα βεβαί­ως ιδιαι­τέ­ρως θετι­κό για ένα τέτοιο συμπό­σιο…

»Με ρωτάς ποια είναι η σχέ­ση μου με τον Μονταλ­μπά­νο. Θα έλε­γα έρω­τα και μίσους… Κατα­λα­βαί­νεις, είναι ένας εκβια­στής, διό­τι έχει πραγ­μα­τι­κά πολύ μεγά­λη επι­τυ­χία και το ξέρει. Ακό­μα­και στο εξω­τε­ρι­κό το πρώ­το πράγ­μα που μετα­φρά­ζουν είναι τα μυθι­στο­ρή­μα­τα του Μονταλ­μπά­νο. Μόνο μετά μετα­φρά­ζουν τα υπό­λοι­πα, κι αυτό είναι κάτι που δεν μου αρέ­σει. Μπο­ρείς όμως να απε­λευ­θε­ρω­θείς από ένα τέτοιο πρό­σω­πο; Το 2005έγραψα, μετά από μια έκλαμ­ψη που είχα, το τέλος του. Κι ήταν μια έκλαμ­ψη που λει­τούρ­γη­σε σαν ξόρ­κι. Κάπο­τε ήμουν στο Παρί­σι με δύο καλούς φίλους: ο ένας ήταν ο Μανό­λο Βάθ­κεθ Μονταλ­μπάν και ο άλλος ο Ζαν-Κλοντ Ιζζό. Κάποια στιγ­μή αρχί­σα­με να συζη­τά­με τον τρό­πο με τον οποίο θα απε­λευ­θε­ρω­νό­μα­σταν από τους ήρω­ές μας. Ο Ιζζό είπε ότι θα τον εγκα­τέ­λει­πε σε μια βάρ­κα, κι ας έβγα­ζε μόνος του την άκρη. Ο Μονταλ­μπάν έλε­γε πως σκε­φτό­ταν πολύ σοβα­ρά τον τρό­πο με τον οποίο θα σκό­τω­νε τον Πέπε Καρ­βά­λιο. Επει­δή όμως και οι δύο πέθα­ναν πριν από τους ήρω­ές τους, δεν έχω καμιά πρό­θε­ση να βάλω τον Μονταλ­μπά­νο να πεθά­νει. Δεν είμαι τρε­λός να πάθω τα ίδια! Σκέ­φτη­κα λοι­πόν έναν τρό­πο να τον εξα­φα­νί­σω – πράγ­μα δια­φο­ρε­τι­κό από τον θάνα­το. Έτσι κάθι­σα και έγρα­ψα αμέ­σως ένα μυθι­στό­ρη­μα, που ο θρύ­λος λέει ότι ο εκδο­τι­κός οίκος Sellerio το έχει κρύ­ψει σε ένα χρη­μα­το­κι­βώ­τιο. Δεν υπάρ­χουν χρη­μα­το­κι­βώ­τια στον οίκο Sellerio. Αλλά πράγ­μα­τι, το φυλά­νε σε κάποιο συρ­τά­ρι…

»Ποια πρό­τυ­πα είχα; Θα έλε­γα, κατ’ αρχάς, τον Σιμε­νόν. Και κάποια έργα του Ντί­ρεν­ματ, όπως η Υπό­σχε­ση. Στην Ιτα­λία ήμα­σταν τυχε­ροί και είχα­με τον Γκά­ντα και τον Σάσα. Ο Γκά­ντα έγρα­ψε το Εκεί­νη η βρω­μο­ϋ­πό­θε­ση της οδού Μερου­λά­να που ουσια­στι­κά είναι ένα αστυ­νο­μι­κό αλλά χωρίς λύση στο τέλος. Η Μέρα της κου­κου­βά­γιαςτου Σάσα μιλά­ει για τη Μαφία, αλλά παρα­μέ­νει ένα αστυ­νο­μι­κό μυθι­στό­ρη­μα. Εμέ­να λοι­πόν, με την εξαί­ρεση των δύο μεγά­λων Αμε­ρι­κά­νων, του Τσά­ντλερ και του Χάμετ, για τους οποί­ους το αστυ­νο­μι­κό ήταν μια πρό­φα­ση, ο τυπι­κός Αμε­ρι­κα­νός ντέ­τε­κτιβ με κάνει να γελώ: το πρωί τον πυρο­βο­λούν στον ώμο· το από­γευ­μα τον σπά­νε στο ξύλο με ένα ρόπα­λο του μπέιζ­μπολ, μετά τον πάνε στο νοσο­κο­μείο, και στις δέκα το βρά­δυ κάνει έρω­τα με την ξαν­θιά, ενώ ο οποιοσ­δή­πο­τε στη θέση του θα ούρ­λια­ζε από τον πόνο. Όλοι αυτοί οι διά­φο­ροι Μίκι Σπι­λέιν με κάνουν να γελώ. Ο ευρω­παί­ος ήρω­ας αντί­θε­τα είναι ένας αντι­ή­ρω­ας, ένας μεσο­α­στός.

»Δεν μου αρέ­σουν ούτε οι ήρω­ες της Άγκα­θα Κρί­στι, όπως δεν μου αρέ­σει η επι­στη­μο­σύ­νη του Σέρ­λοκ Χολμς. Εγώ θέλω τους ήρω­ες καθη­με­ρι­νούς, αντι­η­ρω­ι­κούς. Υπάρ­χει πιο αντι­ή­ρω­α­ςα­πό τον Χαρί­το του Μάρ­κα­ρη; Και οι Ισπα­νοί, επί­σης, έχουν ωραί­ους ήρω­ες… Στον μεσο­γεια­κό αστυ­νο­μι­κό ο κάθε συγγρα­φέας τελι­κά ασχο­λεί­ται με τις κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κές κατα­στά­σεις της χώρας του. Εγώ συνη­θί­ζω να λέω ότι αν θέλε­τε να κατα­λά­βε­τε την πολυ­πο­λι­τι­σμι­κή και πολυ­ε­θνι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της Μασ­σα­λί­ας, δια­βά­στε Ιζζό. Τα μυθι­στο­ρή­μα­τά του είναι πιο κατα­το­πι­στι­κά από οποιο­δή­πο­τε δοκί­μιο μπο­ρεί να γρα­φτεί για το μέρος αυτό. Κι αν η αστυ­νο­μι­κή λογο­τε­χνία σήμε­ρα έχει τη σημα­σία που έχει, είναι διό­τι το πλαί­σιο έχει την ίδια, αν όχι μεγα­λύ­τε­ρη, αξία από το ίδιο το κεί­με­νο.

»Ο Μονταλ­μπά­νο αγα­πά­ει τα εγκλή­μα­τα που έχουν μια ιστο­ρία, μια προϊ­στο­ρία… Του αρέ­σει ιδιαί­τε­ρα να επι­στρέ­φει στο πα­ρελθόν, να στρέ­φει προς τα εκεί τις έρευ­νές του. Και βιώ­νει έντο­να ένα είδος απο­γο­ή­τευ­σης. Διό­τι μια δολο­φο­νία είναι μια πρά­ξη­η­λι­θιό­τη­τας. Κι αν πρέ­πει διαρ­κώς να συλ­λαμ­βά­νεις δολοφόνους,σημαίνει ότι ασχο­λεί­σαι με ηλί­θιους σε όλη σου τη ζωή. Κι αυτό, με τον και­ρό, σε κου­ρά­ζει. Εγώ, ξέρε­τε, δεν επι­νοώ τίπο­τα. Δια­βά­ζω τα αστυ­νο­μι­κά ρεπορ­τάζ, κόβω κάποια κομ­μά­τια από τις εφη­με­ρί­δες, τα βάζω στην άκρη. Ύστε­ρα τρο­πο­ποιώ τις ιστορίες,μέχρι να μου δώσουν ένα ερέ­θι­σμα που θα είναι κάπως πρω­τό­τυ­πο.

»Πριν αρχί­σω να γρά­φω ένα βιβλίο μου, έχω απλώς μια γενι­κή ιδέα γι’ αυτό. Βεβαί­ως, με τον Μονταλ­μπά­νο, υπάρ­χει μια προ­ερ­γα­σία. Αν προ­σέ­ξε­τε καλά, θα δεί­τε ότι έχουν όλα το ίδιο μέγε­θος, δεκα­ο­κτώ κεφά­λαια, δέκα σελί­δων το καθέ­να. Κάνω ό,τι κάνουν οι αρχι­τέ­κτο­νες που αρχί­ζουν να σχε­διά­ζουν μια βίλα, με τα κενά, τους τοί­χους, τα παρά­θυ­ρα. Εγώ, αυτό, το ονο­μά­ζω “α­νάσα” του μυθι­στο­ρή­μα­τος: πρέ­πει να έχω πολύ καθα­ρή ιδέα της δομής πριν αρχί­σω να γρά­φω, να βρω την κατάλ­λη­λη­δο­μή για το κάθε βιβλίο. Τι είναι Η εξα­φά­νι­ση του Πατό αν όχι ένα ντο­σιέ από κεί­με­να; Η δομή εκεί­νη ήταν η πιο σωστή για την ιστο­ρία που ήθε­λα να αφη­γη­θώ. Άλλα έχουν μια πιο παρα­δο­σια­κή δομή.

»Η δομή λοι­πόν έχει πρω­τεύ­ου­σα σημα­σία. Ύστε­ρα, γρά­φο­ντας σιγά σιγά, αν έχω πετύ­χει σωστά το στό­χο μου, οι σελί­δες γρά­φο­νται μόνες τους – κι αυτό ενέ­χει ένα μεγά­λο κίν­δυ­νο, γι’ αυτό συχνά στα­μα­τώ, τις διορ­θώ­νω, τις επε­ξερ­γά­ζο­μαι ξανά, ώστε να ακού­γο­νται καλά στο αυτί, σαν να είναι προ­φο­ρι­κή αφή­γη­ση. Μετά, όταν τελειώ­σω το γρά­ψι­μο, αφή­νω το μυθι­στό­ρη­μα να παλιώ­σει όπως κάνου­με με το κρα­σί, και μετά από τρεις τέσ­σε­ρις μήνες το ξανα­δια­βά­ζω και κάνω τις διορ­θώ­σεις μου. Δου­λεύω πολύ, κι αυτό μου αρέ­σει. Τις ημέ­ρες που αισθά­νο­μαι χωρίς ιδέ­ες, δεν γρά­φω. Ρεφά­ρω την επό­με­νη μέρα. Ξυπνάω νωρίς, στις έξι το πρωί, κοι­μά­μαι καλά… Έχω μονά­χα μια εμμο­νή σχε­τι­κά με το γρά­ψι­μο: πρέ­πει να είμαι ξυρι­σμέ­νος και ντυ­μέ­νος σαν­να πρό­κει­ται να βγω έξω. Είναι αδύ­να­το να γρά­ψω φορώ­ντας παντό­φλες και πιτζά­μα. Κάθο­μαι στο κομπιού­τερ και δου­λεύω τέσ­σε­ρις συνε­χείς ώρες. Το από­γευ­μα ξανα­κοι­τά­ζω τα γρα­φτά, αλλά οι απο­δο­τι­κές ώρες είναι εκεί­νες οι πρώ­τες τέσ­σε­ρις».

Η επι­τυ­χία όμως δεν συνά­ντη­σε τον Καμι­λέ­ρι στην ιδιαί­τε­ρη πατρί­δα του, τη Σικε­λία, αλλά παρα­δό­ξως στον ιτα­λι­κό βορ­ρά, στην Τερ­γέ­στη, στο Μπολ­τσά­νο, στη Βαλ ντ’ Αόστα, σε μέρη που­δεν κρύ­βουν τα ρατσι­στι­κά τους αισθή­μα­τα για τους νότιους.Το γεγο­νός, στην αρχή, είχε τρο­μο­κρα­τή­σει τον συγ­γρα­φέα μας, ο οποί­ος είχε αρχί­σει να ανα­ρω­τιέ­ται με τρό­μο μήπως ήταν… μεσευ­ρω­παί­ος συγ­γρα­φέ­ας!

Ύστε­ρα κατά­λα­βε ότι άρε­σε στους βόρειους επει­δή δεν χρη­σι­μο­ποιού­σε την κανο­νι­κή σικε­λι­κή διά­λε­κτο αλλά ένα μείγ­μα σικε­λι­κής δια­λέ­κτου με την ιτα­λι­κή γλώσ­σα, ένα μείγ­μα που επι­νό­η­σε ο ίδιος και που, με τα χρό­νια, γέν­νη­σε και ένα σωρό εξει­δι­κευ­μέ­να λεξι­κά που απευ­θύ­νο­νται στους φανα­τι­κούς αναγνώ­στες του Καμι­λέ­ρι και που ερμη­νεύ­ουν το γλωσ­σι­κό ιδί­ω­μα του Μονταλ­μπά­νο.

Εννο­εί­ται, η ιδέα δεν ενθου­σί­α­σε τους Σικε­λούς οι οποί­οι δεν κατα­λά­βαι­ναν για­τί ο συμπα­τριώ­της τους συγ­γρα­φέ­ας δεν χρη­σι­μο­ποιού­σε την κανο­νι­κή διά­λε­κτο.

«Κάθε φορά που έγρα­φα κάποιο κεί­με­νο στα ιτα­λι­κά κι αναγκα­ζόμουνα για κάποιο λόγο να το στα­μα­τή­σω, μετά δυσκο­λευό­μου­να πολύ να το συνε­χί­σω. Ήταν όπως όταν δυο δια­φο­ρε­τι­κές εται­ρεί­ες αρχί­ζουν να κτί­ζουν μια γέφυ­ρα κι όταν η γέφυ­ρα φτά­νει να ενω­θεί, τότε ανα­κα­λύ­πτουν ότι υπάρ­χει μια δια­φο­ρά ύψου­ςσα­ρά­ντα εκα­το­στών της μιας πλευ­ράς από την άλλη. Δεν μπο­ρού­σα, με άλλα λόγια, να ξανα­βρώ τον τόνο, για­τί η γλώσ­σα αυτή δεν ήταν η δική μου γλώσ­σα. Εμείς, η μικρή αστι­κή τάξη της Σικε­λί­ας, μιλού­σα­με πάντα ένα μείγ­μα ιτα­λι­κών και σικε­λι­κών. Για και­ρό προ­σπα­θού­σα να κατα­λά­βω πότε χρη­σι­μο­ποιού­σα­με την επί­ση­μη γλώσ­σα και πότε τη διά­λε­κτο. Και ξαφ­νι­κά είχα μια επι­φοίτηση: θυμή­θη­κα μια φρά­ση που μου είχε πει η μάνα μου όταν ήμουν δεκα­ε­πτά χρο­νών. Είχα κλει­διά του σπι­τιού και επέ­στρε­φα αργά τη νύχτα στο σπί­τι. Μια μέρα λοι­πόν η μάνα μου άρχι­σε να παρα­πο­νιέ­ται μιλώ­ντας σε διά­λε­κτο: “Κοί­τα, γιε μου, μην αργείς τη νύχτα, διό­τι μένω ξάγρυ­πνη μέχρι να ακού­σω να βάζεις το κλει­δί στην πόρ­τα”. Και συνέ­χι­σε στα ιτα­λι­κά: “Κι αν συνε­χί­σεις αυτό το βιο­λί, δεν θα σου ξανα­δώ­σω χρή­μα­τα, και άντε μετά να δω τι θα κάνεις μέχρι τις τρεις τη νύχτα έξω από το σπί­τι”. Το πρώ­το μέρος, στα σικε­λι­κά, ήταν η συγκί­νη­ση του συναι­σθή­μα­τος. Το δεύ­τε­ρο μέρος, στα ιτα­λι­κά, ήταν ο νόμος.

»Σήμε­ρα, όχι μόνο οι Σικε­λοί, αλλά και οι Μπο­λο­νιέ­ζοι άρχι­σαν να γρά­φουν στη διά­λε­κτό τους. Θεω­ρώ σημα­ντι­κή αυτή την εξέ­λι­ξη. Η γλώσ­σα είναι κεντρο­μό­λος και η περι­φέ­ρεια δεν μιλά­ει­πια τη γλώσ­σα της, μιλά­ει τη γλώσ­σα της τηλε­ό­ρα­σης. Όταν λοι­πόν η κεντρι­κή γλώσ­σα δεν έχει τη λύμ­φη που θα τη τρο­φο­δο­τή­σει με τους χυμούς της, υπάρ­χει ο κίν­δυ­νος να παρα­δο­θεί αμα­χητί σε μια ξένη γλώσ­σα, π.χ. στα αγγλι­κά. Η ανά­κτη­ση της διαλέ­κτου είναι ανά­κτη­ση της ζωτι­κής λύμ­φης για την ιτα­λι­κή γλώσ­σα. Με ρωτά­νε: “Μα δεν χαί­ρε­σαι που είσαι Ευρω­παί­ος;” Βεβαί­ως και χαί­ρο­μαι. Είμαι ένας γέρος άνθρω­πος που ξυπνά­ει κάθε πρωί και λέει: “Tι τυχε­ρά που είναι τα εγγό­νια μου που δεν θα ζήσουν έναν πόλε­μο με τη Γερ­μα­νία ή τη Γαλ­λία!”. Όμως, λέω, επί­σης, ότι θα νιώ­θω περισ­σό­τε­ρο Ευρω­παί­ος αν κάτω από το ευρω­παϊ­κό κοστού­μι που φοράω, θα συνε­χί­σω να φοράω ένα βρα­κί και μια φανέ­λα ιτα­λι­κής κατα­σκευ­ής».

Ο Καμι­λέ­ρι όμως συνε­χί­ζει να εναλ­λάσ­σει τα μυθι­στο­ρή­μα­τά του που έχουν ήρωα τον Μονταλ­μπά­νο με άλλα, που συνή­θως δεν είναι καν αστυ­νο­μι­κά. Τα περισ­σό­τε­ρα έχουν να κάνουν με την ιστο­ρία της Σικε­λί­ας ή της Ιτα­λί­ας, αλλά κάποια είναι γραμ­μέ­να μόνο για τη χαρά της αφή­γη­σης, όπως το απο­λαυ­στι­κό Η εξα­φά­νι­ση του Πατό, ένα σύντο­μο μυθι­στό­ρη­μα στο οποίο ο Καμι­λέ­ρι παί­ζει και πάλι με τη γλώσ­σα, σατι­ρί­ζο­ντας τη γλώσ­σα (άρα­και τη συμπε­ρι­φο­ρά) των δημο­σί­ων υπαλ­λή­λων, των καρα­μπι­νιέ­ρων, των επαρ­χια­κών δικη­γό­ρων κ.ά. Από τα ιστο­ρι­κά του μυθι­στο­ρή­μα­τα, ιδιαί­τε­ρη θέση έχει Η άλω­ση του Μακαλ­λέ, ένα βιβλίο το οποίο δια­δρα­μα­τί­ζε­ται τον και­ρό του φασι­σμού και επα­ναφέρει στην επι­και­ρό­τη­τα ένα θέμα που θα άρε­σε στον Μο­ράβια του Κομ­φορ­μι­στή, τη σχέ­ση φασι­σμού και σεξ, τη σχέ­ση υπο­λανθάνοντος ερω­τι­σμού και πολι­τι­κής κατα­πί­ε­σης.

Μολο­νό­τι, όπως λέει ο ίδιος, πολ­λοί το αντι­με­τώ­πι­σαν περί­που ως ένα πορ­νο­γρα­φι­κό μυθι­στό­ρη­μα, Η άλω­ση του Μακαλ­λέγεν­νή­θη­κε από ένα σημε­ρι­νό θέμα που απα­σχο­λεί τον συγ­γρα­φέα: τους εκα­το­ντά­δες Άρα­βες καμι­κά­ζι που, θύμα­τα μιας πολι­τι­κής και θρη­σκευ­τι­κής προ­πα­γάν­δας, ζώνο­νται βόμ­βες και πάνε να σκο­τω­θούν πιστεύ­ο­ντας ότι έτσι επι­τα­χύ­νουν την είσο­δό τους στον Παρά­δει­σο. Και θυμά­ται τον εαυ­τό του και τους φίλους του, που έχο­ντας υπο­στεί την πλύ­ση εγκε­φά­λου της φασι­στι­κής προ­πα­γάν­δας, ήταν έτοι­μοι να σκο­τω­θούν για μια μεγά­λη πατρί­δα, μια μεγά­λη Ιδέα.

Ιδιαί­τε­ρο ενδια­φέ­ρον, ανά­με­σα στα «άλλα» έργα του Καμι­λέ­ρι, παρου­σιά­ζει ένα σύντο­μο διή­γη­μα από τη συλ­λο­γή Τα πορ­το­κά­λια του Μονταλ­μπά­νο, με τίτλο «Ο Μονταλ­μπά­νο αρνεί­ται», όπου ο Μονταλ­μπά­νο εξε­γεί­ρε­ται κατά του δημιουρ­γού του: «Όχι,κύριε Καμι­λέ­ρι, ορι­σμέ­να πράγ­μα­τα δεν θα με ανα­γκά­σε­τε να τακά­νω». Στο ειρω­νι­κό αυτό διή­γη­μα από τη μια έχου­με την απά­ντη­ση του Καμι­λέ­ρι σε ορι­σμέ­νους κατη­γό­ρους του που τον θεω­ρούν υπερ­βο­λι­κά «αγα­θών προ­θέ­σε­ων», υπερ­βο­λι­κά «light», καια­πό την άλλη έχου­με την άπο­ψή του για τα σπλά­τερ, τα αιμο­χα­ρή θρί­λερ. Ένα καλό αστυ­νο­μι­κό βιβλίο δεν έχει ανά­γκη ούτε από­σι­ντρι­βά­νια αίμα­τος ούτε από περι­γρα­φές κομ­μέ­νων χεριών.

«Υπάρ­χουν ορι­σμέ­να πράγ­μα­τα στα οποία πιστεύω, και για τα οποία κατά και­ρούς με έχουν λοι­δο­ρή­σει. Για παρά­δειγ­μα πιστεύω ότι το αλη­θι­νό αστυ­νο­μι­κό πρέ­πει να είναι άσκη­ση ευφυ­ΐ­ας, όχι άσκη­ση ανα­το­μί­ας. Κάποια στιγ­μή, στην Ιτα­λία, ήταν πολύ της μόδας οι λεγό­με­νοι “Κανί­βα­λοι”, οι οποί­οι όμως κάποια­στιγ­μή άλλα­ξαν πορεία. Ο Αμα­νί­τι ξεκί­νη­σε ως “κανί­βα­λος” κι ύστε­ρα έγι­νε ο άξιος συγ­γρα­φέ­ας που είναι σήμε­ρα. Ενώ ο Αλντο­νό­βε ξεκί­νη­σε ως “κανί­βα­λος” και κατέ­λη­ξε να γρά­φει ποι­ή­μα­τα για την Παρ­θέ­νο Μαρία. Υπήρ­ξε λοι­πόν μια περί­ο­δος που με κορόι­δευαν για τη στά­ση μου. Το διή­γη­μα εκεί­νο είναι η απά­ντη­σή μου, το μανι­φέ­στο μου. Δεν βρί­σκω κανέ­να λόγο να πρέ­πει να περι­γρά­ψω με κάθε λεπτο­μέ­ρεια πώς βγαί­νει ένα μάτι, ή πώς ρέει ένα ποτά­μι αίμα­τος.

»Πιστεύω επί­σης ότι δεν είναι ντρο­πή να θέλεις να ψυχα­γω­γή­σεις τον κόσμο. Θα έλε­γε κανείς ότι για ορι­σμέ­νους ιτα­λούς κρι­τι­κούς η λογο­τε­χνία πρέ­πει να είναι σωφρο­νι­στι­κή, να δια­βά­ζεις και να κάνεις μετά­νοιες. Όσο περισ­σό­τε­ρο ένα μυθι­στό­ρη­μα είναι ανια­ρό, και υπο­φέ­ρεις να το τελειώ­σεις, τόσο περισ­σό­τε­ρο κατά τη γνώ­μη τους είναι λογο­τε­χνία. Και υπάρ­χει μια ολό­κληρη σει­ρά από συγ­γρα­φείς οι οποί­οι, ακρι­βώς επει­δή έγρα­ψα­νευ­χά­ρι­στα πράγ­μα­τα, κόβο­νται μονί­μως από κάποιες ανθο­λο­γί­ε­ςκαι ιστο­ρί­ες της λογο­τε­χνί­ας. Είναι διό­τι πιστεύ­ουν σε μια λογο­τε­χνία για λίγους, σε μια ιερα­τι­κή λογο­τε­χνία, στον συγ­γρα­φέα που χορο­στα­τεί σε μια τελε­τουρ­γία στην οποία λίγοι μπο­ρούν να λάβουν μέρος. Βλα­κεί­ες! Όταν ο Βοκά­κιος έγρα­ψε το Δεκα­ή­με­ροκυκλο­φό­ρη­σαν τετρα­κό­σια αντί­γρα­φα γραμ­μέ­να όλα στο χέρι. Που σημαί­νει ότι δίπλα στα μορ­φω­τι­κά βιβλία υπήρ­χε κι ένα δια­σκε­δα­στι­κό βιβλίο, το οποίο όλοι ήταν σε θέση να κατα­λά­βουν και να ευχα­ρι­στη­θούν…

»Θεω­ρώ τον εαυ­τό μου ένα είδος τρο­βα­δού­ρου. Δεν τρα­γου­δώ επει­δή είμαι φάλ­τσος, αλλά διη­γού­μαι ιστο­ρί­ες όπως εκεί­νοι που πήγαι­ναν από χωριό σε χωριό, έλε­γαν τις ιστο­ρί­ες τους, κι ύστε­ρα έβγα­ζαν το καπέ­λο και μάζευαν χρή­μα­τα. Όσο μεγα­λύ­τε­ρο κοι­νό είχαν, τόσα περισ­σό­τε­ρα χρή­μα­τα έβγα­ζαν. Αν γρά­ψεις ένα μυθι­στό­ρη­μα και το αφη­γη­θείς μονά­χα στη γυναί­κα σου,είναι κάπως θλι­βε­ρό. Αν το διη­γη­θείς σε όλη την οικο­γέ­νεια είναι­κά­πως καλύ­τε­ρα, κι αν το πεις σε ανθρώ­πους που δεν γνω­ρί­ζεις προ­σω­πι­κά γίνε­ται ακό­μα καλύ­τε­ρο. Στους συγ­γρα­φείς που αυτο­α­πα­κα­λού­νται δύσκο­λοι και λένε “εμέ­να δεν με ενδια­φέ­ρει το κοι­νό”, εγώ απα­ντώ “παι­δί μου, τότε μη γρά­φεις. Γρά­ψε ένα ημε­ρολόγιο και βάλ’ το στο συρ­τά­ρι. Θα το ανα­κα­λύ­ψουν ίσως μετά­θά­να­τον, εσύ όμως θα έχεις απο­φύ­γει την πολ­λή συνά­φεια”. Για παρά­δειγ­μα, δεν κατα­λα­βαί­νω τους συγ­γρα­φείς που γκρι­νιά­ζουν όταν χρειά­ζε­ται να υπο­γρά­ψουν αυτό­γρα­φα. Εγώ θα υπο­γρά­φω αυτό­γρα­φα μέχρι να παρα­λύ­σει το χέρι μου. Για­τί βρί­σκω ότι πρό­κει­ται για μια εκπλη­κτι­κή σχέ­ση με τον ανα­γνώ­στη».

Ο Αντρέα Καμι­λέ­ρι έγι­νε κομου­νι­στής με την απε­λευ­θέ­ρω­ση. Ιτα­λός βεβαί­ως κομου­νι­στής, που σημαί­νει χωρίς τις ιδιαί­τε­ρες εκεί­νες δογ­μα­τι­κές αγκυ­λώ­σεις και τον φιλο­σο­βιε­τι­σμό των ελλή­νων κομου­νι­στών. Για αρκε­τά χρό­νια, μάλι­στα, ήταν γραμ­μα­τέ­ας σε μια οργά­νω­ση βάσης του κόμ­μα­τος, τότε που το Ιτα­λι­κό Κ.Κ.ήταν το μεγα­λύ­τε­ρο της Ευρώ­πης και οι οργα­νώ­σεις βάσης ένας πυρή­νας έντο­νων πολι­τι­κών και πολι­τι­στι­κών δρα­στη­ριο­τή­των.

Σήμε­ρα είναι απο­γοη­τευ­μέ­νος με την πολυ­διά­σπα­ση της Αρι­στεράς, και με την έλλει­ψη ενός ανθρώ­που ικα­νού να ηγη­θεί με επι­τυ­χία ενός μεγά­λου αρι­στε­ρού κόμ­μα­τος. Αυτό δεν σημαί­νει ότι κάθε­ται σιω­πη­λός στο σπί­τι του περι­μέ­νο­ντας πότε θα αλλά­ξει η κατά­στα­ση. Σε όλη τη διάρ­κεια των κυβερ­νή­σε­ων Μπερλου­σκόνι έπαιρ­νε πρω­το­βου­λί­ες με άλλους δια­νο­ού­με­νους, η Ιτα­λία που έβλε­πε δεν ήταν η δική του Ιτα­λία, η κατά­στα­ση έπρε­πε να αλλά­ξει.

«Η αλή­θεια είναι ότι στην Ιτα­λία επέ­στρε­ψαν, σερ­νά­με­νοι, ο φασι­σμός και ο ρατσι­σμός. Τις προ­άλ­λες ένας νεα­ρός Ιτα­λός δολο­φο­νή­θη­κε στο Μιλά­νο με σιδε­ρο­λο­στούς, μονά­χα επει­δή ήταν μαύ­ρος. Σε ένα χωριό κοντά στη Νάπο­λη έδιω­ξαν τους Ρομ χρη­σι­μο­ποιώ­ντας βόμ­βες μολό­τοφ. Δυστυ­χώς η Ιτα­λία και οι Ιτα­λοί χει­ρο­τε­ρεύ­ουν μέρα με τη μέρα. Την πλειο­ψη­φία στον Μπερ­λου­σκό­νι την έδω­σαν οι Ιτα­λοί, επει­δή ταυ­τί­ζο­νται μαζί του: στην­πο­νη­ριά του, στο ότι είναι ένας άνθρω­πος που κατορ­θώ­νει να μην τον πιά­νει η δικαιο­σύ­νη… Σήμε­ρα στην Ιτα­λία ισχύ­ει ο νόμο­ςτου μοτο­πο­δή­λα­του: ο καθέ­νας μπο­ρεί με το μηχα­νά­κι του να πάει κόντρα στην αντί­θε­τη κατεύ­θυν­ση, να περά­σει με κόκ­κι­νο, να ανέ­βει πάνω στα πεζο­δρό­μια. Η ηθι­κή λοι­πόν του μοτο­πο­δή­λα­του, να κάνεις δηλα­δή πράγ­μα­τα που δεν πρέ­πει να κάνεις, έγι­νε πλέ­ον ο ιτα­λι­κός κανό­νας. Κι όποιος τον ακο­λου­θεί χωρίς να πλη­ρώ­νει πρό­στι­μο, χωρίς να τον πιά­νει η δικαιο­σύ­νη, είναι άξιος, είναι πονη­ρός. Αυτή, κατά τη γνώ­μη μου, είναι η συνέ­πεια τριά­ντα χρό­νων μπερ­λου­σκο­νι­σμού.

»Όχι, ο μπερ­λου­σκο­νι­σμός δεν έχει σχέ­ση με τον κλα­σι­κό φασι­σμό. Είναι κάτι και­νούρ­γιο. Είναι ένας άλλος τύπος φασι­σμού. Τότε οι φασί­στες έδερ­ναν, υπήρ­χαν οι μελα­νο­χί­τω­νες, αν έλε­γες κάτι, πήγαι­νες φυλα­κή… Βλέ­πε­τε, εγώ εξα­κο­λου­θώ να μιλώ άσκη­μα για τον Μπερ­λου­σκό­νι, όμως βρί­σκο­μαι εδώ και μιλώ μαζί σας. Πρό­κει­ται για έναν τύπο φασι­σμού που πρέ­πει να μελε­τη­θεί…, ίσως αντί για φασι­σμό θα πρέ­πει να μιλά­με για ένα άλλο, ιδιαί­τε­ρου τύπου καθε­στώς».

Όποιος έχει πάει στον Ακρά­γα­ντα, το σημε­ρι­νό Αγκρι­τζέ­ντο, ξέρει ότι η Κοι­λά­δα των Ναών είναι από τα σπου­δαιό­τε­ρα αρχαιο­λο­γι­κά μέρη που έχουν δια­σω­θεί στην Ευρώ­πη (και ο ναός της Ομό­νοιας, ο καλύ­τε­ρος δια­τη­ρη­μέ­νος ναός της αρχαιότητας).Είναι μια μαγι­κή δια­δρο­μή αυτή που κάνει κανείς ξεκι­νώ­ντας από τον ναό του Κάστο­ρα και του Πολυ­δεύ­κη μέχρι τον τελευ­ταίο στη σει­ρά ναό, αυτόν της Ήρας, που βρί­σκε­ται στην κορυ­φή του λόφου. Στη δια­δρο­μή άλλοι ναοί, και αρχαί­οι τάφοι και αμέ­τρη­τες συστά­δες αθά­να­των, αθά­να­τοι με σκα­λι­σμέ­να στα σαρ­κώδη φύλ­λα τους εκα­τομ­μύ­ρια ονό­μα­τα επι­σκε­πτών που θέλη­σαν, στο διά­βα των χρό­νων, σώνει και καλά να απα­θα­να­τί­σουν κάπου το όνο­μά τους, κι ευτυ­χώς δεν το έκα­ναν πάνω στα αρχαία μάρ­μα­ρα.

Μόνο που πρέ­πει να κοι­τά­ζεις απο­κλει­στι­κά προς τη μεριά της θάλασ­σας, εκεί που ο λόφος κατε­βαί­νει από­το­μα προς την πεδιά­δα. Διό­τι από την άλλη πλευ­ρά, λες και ο φρο­ντι­στής του θεά­τρου τα μπέρ­δε­ψε και έβα­λε λάθος σκη­νι­κό, εκτεί­νε­ται πάνω­στις πλά­γιες ενός τερά­στιου βρά­χου η σύγ­χρο­νη πόλη, ένα απί­στευ­το συνον­θύ­λευ­μα από μεσαιω­νι­κά κτί­ρια και σύγ­χρο­νες φρι­χτές πολυ­κα­τοι­κί­ες που τραυ­μα­τί­ζουν την όρα­ση και την αισθη­τι­κή σου.

Είναι ίσως η πιο χει­ρο­πια­στή εικό­να της σικε­λι­κής μαφί­ας που­μπο­ρεί να δει ο ανί­δε­ος του­ρί­στας, έργο της δεκα­ε­τί­ας του ’60, όταν η μαφία έκα­νε λεφτά κυρί­ως με τις οικο­δο­μι­κές της δρα­στη­ριό­τη­τες κατα­στρέ­φο­ντας (το ίδιο κάνα­με όμως κι εμείς στην Ελλά­δα, την ίδια περί­που περί­ο­δο, χωρίς τη βοή­θεια καμιάς τοπι­κής μαφί­ας, απλώς με τη συνε­νο­χή του νόμου περί αντι­πα­ρο­χής) ό,τι έβρι­σκε μπρο­στά της.

Ο Καμι­λέ­ρι, στη λογο­τε­χνία του, ελά­χι­στα ασχο­λή­θη­κε με τηνορ­γα­νω­μέ­νη μαφία. Μπο­ρείς όμως να μην τον ρωτή­σεις τι συμ­βαί­νει σήμε­ρα με τη μαφία, πού αρχί­ζει ο μύθος και πού τελειώ­νει η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα;

«Η μαφία; Είναι μια χαρά στην υγεία της μολο­νό­τι έχει διαφορο­ποιήσει συμπε­ρι­φο­ρά και κανό­νες. Εξα­κο­λου­θεί να σκο­τώ­νει αλλά με έναν πιο καθω­σπρέ­πει τρό­πο. Ξέρε­τε, μετά τη σύλ­λη­ψη του Προ­βεν­τσά­νο, έγρα­ψα ένα βιβλίο με τίτλο Εσείς δεν ξέρε­τε, ένα είδος λεξι­κού με τις λέξεις που περισ­σό­τε­ρο χρη­σι­μο­ποιού­σε ο Προ­βεν­τσά­νο στα σημειώ­μα­τά του. Νομί­ζω ότι είναι ένα καλό ντο­κου­μέ­ντο για τη Μαφία παλαιού τύπου. Δέχτη­κα να το κάνω από τη στιγ­μή που συνει­δη­το­ποί­η­σα ότι, ενώ οι καρα­μπι­νιέ­ροι έχουν ένα ειδι­κό ταμείο για τους συνα­δέλ­φους τους που πεθαί­νουν εν ώρα υπη­ρε­σί­ας, η αστυ­νο­μία δεν έχει. Ίδρυ­σα λοι­πόν έναν οργα­νι­σμό με το όνο­μά μου, όπου όλα τα χρή­μα­τα από τις πωλή­σεις αυτού του βιβλί­ου θα δίνο­νται, με τη μορ­φή υπο­τρο­φιών, στα παι­διά των αστυ­νο­μι­κών που σκο­τώ­νο­νται από τη μαφία. Είπα λοι­πόν στον εκδό­τη: “Δεν έχω την πρό­θε­ση να κερ­δί­σω από την ιστο­ρία της μαφί­ας ούτε μια λίρα. Αν δέχε­στε τους όρους μου, αν δέχε­στε να μην κερ­δί­σε­τε ούτε εσείς, θα το γρά­ψω”. Το δέχτη­καν και το βιβλίο πάει πολύ καλά.Εγώ ο ίδιος το δια­φη­μί­ζω συνε­χώς, για να μαζευ­τούν περισ­σό­τε­ρα χρή­μα­τα, αφού το ιτα­λι­κό κρά­τος δίνει μονά­χα μια απλή σύντα­ξη στις χήρες των ανθρώ­πων που σκο­τώ­νο­νται στον αγώ­να κατά της μαφί­ας.

»Για­τί η μαφία εμφα­νί­στη­κε μόνο στη Σικε­λία και όχι π.χ. στην Κρή­τη ή σε άλλους τόπους της Μεσο­γεί­ου; Δίνο­νται διά­φο­ρες εξη­γή­σεις. Πρώ­τα απ’ όλα όμως πρέ­πει να πού­με ότι η Σικε­λία είχε τους περισ­σό­τε­ρους κατα­κτη­τές, μετρά­ει δεκα­τέσ­σε­ρις κατα­κτη­τές στη μέχρι σήμε­ρα γνω­στή ιστο­ρία της. Ήταν επο­μένως λογι­κό ότι κάποια στιγ­μή οι αυτό­χθο­νες θα έβρι­σκαν έναν δικό τους νόμο, μια μορ­φή αντί­στα­σης. Κι επει­δή μετά την ενο­ποί­η­ση της Ιτα­λί­ας, το κρά­τος σχε­δόν απου­σί­α­ζε, ήταν φανε­ρό ότι θα βρι­σκό­ταν κάποιος που θα δια­χει­ρι­ζό­ταν τη Δικαιο­σύνη. Κι έτσι δημιουρ­γή­θη­κε μια τερά­στια εξου­σία. Η αλή­θεια είναι ότι το φασι­στι­κό καθε­στώς κατά­φε­ρε να μπλο­κά­ρει για μια περί­ο­δο τη Μαφία. Αμέ­σως, μετά όμως, το πρώ­το πράγ­μα που έκα­ναν οι Αμε­ρι­κά­νοι μόλις απο­βι­βά­στη­καν, ήταν να βάλουν μα­φιόζους σε θέσεις εξου­σί­ας. Κι αυτό δεν είναι μύθος, είναι πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Για να κατα­λά­βε­τε, δεκα­έ­ξι δήμαρ­χοι της επαρ­χί­ας του Παλέρ­μο ήταν μαφιό­ζοι. Το ίδιο στον Ακρά­γα­ντα, το ίδιο κι αλλού. Για κάποια περί­ο­δο, η σικε­λι­κή Χρι­στια­νο­δη­μο­κρα­τία δεν ήταν μαφιό­ζι­κη, για­τί οι μαφιό­ζοι ήταν αυτο­νο­μι­στές. Όταν όμως η ιστο­ρία της αυτο­νο­μί­ας μπή­κε στο μπα­ού­λο της Ιστο­ρί­ας, όλη η Μαφία μπή­κε στους χρι­στια­νο­δη­μο­κρά­τες. Κι έτσι άρχι­σε η πολι­τι­κή μόλυν­ση της Ιτα­λί­ας.

»Όταν ήμουν νέος, όλοι γνω­ρί­ζα­με τους αρχη­γούς της τοπι­κής Μαφί­ας. Μάλι­στα, ο Αμε­ρι­κα­νός ιστο­ρι­κός Τζον Ντί­κι στην ιστο­ρία του για τη Μαφία μετα­φέ­ρει έναν ολό­κλη­ρο διά­λο­γο που είχα με τον αρχη­γό της Μαφί­ας του Ακρά­γα­ντα όταν ήμουν είκο­σι δύο ετών. Μια εκτε­τα­μέ­νη, πολύ σοβα­ρή, συζή­τη­ση γι’ αυτό που ήταν η παλιά και η νέα Μαφία. Εγώ ήμουν αδελ­φι­κός φίλος ενός αρχη­γού της Μαφί­ας. Είχα­με μεγα­λώ­σει μαζί στην εξο­χή, στη συνέ­χεια εκεί­νος κλη­ρο­νό­μη­σε τη θέση από τον πατέ­ρα του και συνέ­χι­σε να διοι­κεί μέχρι που μια άλλη μαφιό­ζι­κη ομά­δα του σκό­τω­σε και τα τρία του παι­διά…

»Ήταν μια περί­ο­δος που σκο­τώ­νο­νταν μετα­ξύ τους. Μια φορά, το 1990, στο χωριό μου το Πόρ­τε Εμπέ­ντο­κλε, βρέ­θη­κα κι εγώ­στη μέση μιας μάχης, και οι σφαί­ρες πέρα­σαν ξυστά από το κεφά­λι μου. Εκεί­νη τη μέρα σκό­τω­σαν έξι άτο­μα και τραυ­μά­τι­σαν άλλα έξι. Καθό­μουν σε ένα από τα καφε­νεία του χωριού, κι αυτοί που κάθο­νταν δίπλα μου, σκο­τώ­θη­καν όλοι. Ήταν μια άσκη­μη εμπει­ρία. Ένιω­σα ταυ­τό­χρο­να ντρο­πή και θυμό. Έτρε­μα από τον θυμό μου. Ο φόβος ήρθε μετά. Κι ύστε­ρα, για τρεις μήνες, δεν μπο­ρού­σα να δω αμε­ρι­κά­νι­κη ται­νία με πιστο­λί­δι».

Το Πόρ­το Εμπέ­ντο­κλε, αυτό το λιμά­νι με το αρχαίο ελλη­νι­κό όνο­μα, είναι το επί­νειο του Ακρά­γα­ντα και η ιδιαί­τε­ρη πατρί­δα του Καμι­λέ­ρι. Δεν έχει σχέ­ση με του­ρι­σμούς και τέτοια, αφού δενέ­χει τίπο­τα που να ενδια­φέ­ρει τον βια­στι­κό και αδη­φά­γο ξένο επι­σκέπτη. Ήταν πάντα ένα μέρος στο οποίο φόρ­τω­ναν το θειά­φι, τόπος κατοι­κί­ας όσων είχαν σχέ­ση με τα λατο­μεία, είτε αυτοί ήταν αφε­ντι­κά, είτε εργά­τες.

Το χωριό είναι μοι­ρα­σμέ­νο σε δύο μέρη, το πάνω χωριό και το κάτω χωριό. Στο κάτω μέρος, προ­φυ­λαγ­μέ­νη από τους ανέ­μους της θάλασ­σας και την υγρα­σία, είναι η βία Ρόμα, ο κεντρι­κός δρό­μος του χωριού. Μια εκκλη­σία, ένα περί­ερ­γο καμπα­να­ριό, το άγαλ­μα του Πιρα­ντέ­λο και δύο ή τρία καφέ. Το τελευ­ταίο στη σει­ρά, ανα­και­νι­σμέ­νο και με ιδιο­κτή­τες κάποιους νέους που τοπο­θέ­τη­σαν δίπλα στην μπά­ρα μια μικρή βιβλιο­θή­κη γεμά­τη με βιβλία του Καμι­λέ­ρι, είναι αυτό στο οποίο, πριν από πολ­λά χρό­νια, ο συγ­γρα­φέ­ας κόντε­ψε να χάσει τη ζωή του.

Στρί­βου­με σε ένα στε­νό ψάχνο­ντας το σπί­τι στο οποίο έζη­σε για κάποια χρό­νια. Όλοι ξέρου­νε τι ζητά­με, μας το δεί­χνουν χωρίς να ρωτή­σου­με τίπο­τα. Πιο δύσκο­λα βρί­σκου­με, στο πάνω χωριό, το εστια­τό­ριο στο οποίο προ­τι­μά να πηγαί­νει ο Καμι­λέ­ρι. Είναι κάτι σαν παρά­γκα με ένα κανο­νι­κό­τα­το καΐ­κι στη στέ­γη. Είναι όμως κλει­στό. Ο ιδιο­κτή­της του είναι στη φυλα­κή, μας εξη­γεί ένας κύριος που στα­μα­τά με το αμά­ξι του για να δει αν μπο­ρεί να μας εξυ­πη­ρε­τή­σει σε κάτι. Είναι λίγο περα­σμέ­νη η ώρα, δύ­σκολα θα βρεί­τε να φάτε, ελά­τε στο δικό μου, μας λέει. Είναι –σι­κελικές συμ­πτώ­σεις– ο πατέ­ρας του φυλα­κι­σμέ­νου, και το εστια­τό­ριό του βρί­σκε­ται στην παρα­λία. Βάζει τη γυναί­κα του να ανά­ψει πάλι τις φωτιές για να μας ταΐ­σει. Ενώ τρώω μια υπέ­ρο­χη μα­καρονάδα με γαρί­δες βου­τηγ­μέ­νες σε μια έντο­να κόκ­κι­νη σάλ­τσα, κοι­τά­ζω στον τοί­χο, πάνω από το κεφά­λι μου. Δύο φωτο­γρα­φί­ες: η μία του πάπα Βοϊ­τί­λα, δίπλα της αυτή του Καμι­λέ­ρι.

«Η πρώ­τη μετά­φρα­ση έργου μου, του Καπνός στον ορί­ζο­ντα, έγι­νε σε μια γλώσ­σα που μιλιέ­ται από ελά­χι­στους, στα παλιά ιρλαν­δι­κά. Και ήταν κάτι που μου άρε­σε. Την πιο δυνα­τή συγκί­νη­ση όμως την ένιω­σα με τις ελλη­νι­κές μετα­φρά­σεις – φυσι­κό για έναν άνθρω­πο που μεγά­λω­σε στη σκιά των ναών της Ομό­νοιας ή των Διό­σκου­ρων στον Ακρά­γα­ντα.

»Άλλη μεγά­λη συγκί­νη­ση ένιω­σα όταν είδα ένα διή­γη­μά μου να μετα­φρά­ζε­ται στα σουα­χί­λι και να διδά­σκε­ται στα σχο­λεία της Ταν­ζα­νί­ας, του Μπου­ρού­ντι. Το διή­γη­μα αυτό ήταν μια παραγ­γε­λία, μου το είχε ζητή­σει μια φίλη μου για­τρός που πηγαί­νει στην Αφρι­κή για να φρο­ντί­σει τα παι­δά­κια που πάσχουν από AIDS. “Τα παι­δά­κια αυτά”, μου είπε, “δεν έχουν παι­χνί­δια, δεν έχουν τίπο­τα”. Τότε θυμή­θη­κα μια δική μου ιστο­ρία και την έγρα­ψα. Όταν ήμουν παι­δί, έξι ή επτά χρο­νών, πήρα μια μέρα από πίσω μια αγρό­τισ­σα που τάι­ζε τα κλω­σό­που­λα που είχα­με. Τα κλω­σό­που­λα ήταν σε ένα είδος κλου­βιού. Εγώ το άνοι­ξα, κι ένα κλω­σό­που­λο βγή­κε και με ακο­λού­θη­σε μέχρι το σπί­τι. Να μηντα πολυ­λο­γώ, το κλω­σό­που­λο έγι­νε φίλος μου, έμε­νε μαζί μου, κοι­μό­ταν στο κρε­βά­τι μου. Μια μέρα πάτη­σε το κλω­σό­που­λο ένα­ά­λο­γο, και του έσπα­σε το ένα πόδι. Εγώ έβα­λα τα κλά­μα­τα, κι ένας τρε­λός θεί­ος μου έφτια­ξε με ένα καλά­μι ένα τεχνη­τό πόδι για­το κλω­σό­που­λο το οποίο είχα ονο­μά­σει “τοπι­πί”. Το πρό­βλη­μα όμως ήταν ότι το κλω­σό­που­λο μεγά­λω­νε και κάθε μήνα έπρε­πε να μεγα­λώ­νει και το τεχνη­τό πόδι του. Με λίγα λόγια, ήμουν το μόνο παι­δί στον κόσμο που είχε φίλη του μια κότα που μεγά­λω­σε με ξύλι­νο πόδι. Αυτή είναι η ουσία του διη­γή­μα­τος και άρε­σε πολύ στους Αφρι­κα­νούς».


Ολό­κλη­ρη η συνέ­ντευ­ξη του Αντρέα Καμι­λέ­ρι στον Ανταίο Χρυ­σο­στο­μί­δη, όπως δημιο­σιεύ­θη­κε στον τόμο Οι κεραί­ες της επο­χής μας (2012)