Η ομι­λία απο­δο­χής του Βρα­βεί­ου Νόμπελ του Αλμπέρ Καμύ το 1957

Μετά­φρα­ση: Θανά­σης Θ. Νιάρ­χος

Ενώ δεχό­μουν τη διά­κρι­ση με την οποία η ελεύ­θε­ρη ακα­δη­μία σας θέλη­σε να με τιμή­σει, η ευγνω­μο­σύ­νη μου γινό­ταν τόσο πιο βαθιά όσο ανα­με­τρού­σα ως ποιο σημείο η αντα­μοι­βή αυτή ξεπερ­νού­σε την προ­σω­πι­κή μου αξία. Κάθε άνθρω­πος και, κατά μεί­ζο­να λόγο, κάθε καλ­λι­τέ­χνης θέλει ν’ ανα­γνω­ρι­στεί. Το θέλω κι εγώ. Αλλά μου ήταν αδύ­να­τον να δεχτώ την από­φα­σή σας χωρίς να συγκρί­νω την απή­χη­σή της σε σχέ­ση μ’ αυτό που πραγ­μα­τι­κά είμαι. Πώς ένας άνθρω­πος σχε­δόν νέος, με μονα­δι­κό πλού­το τις αμφι­βο­λί­ες του κι ένα έργο που ακό­μη πλά­θε­ται, συνη­θι­σμέ­νος να ζει μέσα στη μονα­ξιά της εργα­σί­ας ή το κατα­φύ­γιο της φιλί­ας, θα μπο­ρού­σε να μην πανι­κο­βλη­θεί από μια από­φα­ση που τον έφερ­νε ξαφ­νι­κά, αυτόν το μονα­χι­κό και κλει­σμέ­νο στον εαυ­τό του άνθρω­πο, στο φως των προ­βο­λέ­ων; Με ποια καρ­διά επί­σης μπο­ρού­σε να δεχτεί αυτήν την τιμή, την ίδια ώρα που στην Ευρώ­πη άλλοι συγ­γρα­φείς, απ’ τους καλύ­τε­ρους, είναι κατα­δι­κα­σμέ­νοι στη σιω­πή, κι ακό­μη, την ίδια επο­χή που η γενέ­θλια γη του γνω­ρί­ζει ατέ­λειω­τη δυστυ­χία;

Γνώ­ρι­σα αυτήν τη σύγ­χυ­ση κι αυτήν την εσω­τε­ρι­κή ταρα­χή. Για να ξανα­βρώ την ειρή­νη έπρε­πε να στα­θώ στο ύψος της γεν­ναιό­δω­ρης μοί­ρας μου. Κι επει­δή δεν μπο­ρού­σα να τη φτά­σω με το να στη­ρί­ζο­μαι στην προ­σω­πι­κή μου αξία, δεν ανα­κά­λυ­ψα τίπο­τε άλλο για να με βοη­θή­σει παρά αυτό που με είχε στη­ρί­ξει στις πιο αντί­ξο­ες συν­θή­κες, σε όλο το μάκρος της ζωής μου: την ιδέα που έχω για την τέχνη μου και για το ρόλο του συγ­γρα­φέα. Επι­τρέψ­τε μου μονά­χα να σας πω, με αίσθη­μα τιμής και φιλί­ας, όσο πιο απλά μπο­ρώ, ποια είναι αυτή η ιδέα.

Προ­σω­πι­κά δεν μπο­ρώ να ζήσω χωρίς την τέχνη μου, αλλά δεν τοπο­θέ­τη­σα ποτέ την τέχνη αυτήν πάνω απ’ όλα. Αν, αντί­θε­τα, μου είναι απα­ραί­τη­τη, αυτό συμ­βαί­νει για­τί είναι άρρη­κτα συν­δε­δε­μέ­νη με τους ανθρώ­πους, και μου επι­τρέ­πει να ζω, έτσι όπως είμαι, στο ίδιο επί­πε­δο με όλους τους άλλους. Η τέχνη δεν είναι στα μάτια μου μονα­χι­κή από­λαυ­ση, είναι μέσο να συγκι­νεί κανείς το μεγα­λύ­τε­ρο δυνα­τό αριθ­μό ανθρώ­πων, προ­σφέ­ρο­ντάς τους προ­νο­μιού­χα εικό­να των κοι­νών πόνων και ευχα­ρι­στή­σε­ων – δεν επι­τρέ­πει στον καλ­λι­τέ­χνη ν’ απο­μο­νω­θεί, τον υπο­τάσ­σει στην πιο ταπει­νή και την πιο παγκό­σμια αλή­θεια. Και συχνά αυτός που διά­λε­ξε τη μοί­ρα του καλ­λι­τέ­χνη, για­τί αισθα­νό­ταν δια­φο­ρε­τι­κός, μαθαί­νει πολύ γρή­γο­ρα πως δεν θα θρέ­ψει την τέχνη του όντας δια­φο­ρε­τι­κός, αλλά ομο­λο­γώ­ντας την ομοιό­τη­τά του με τους άλλους. Ο καλ­λι­τέ­χνης σφυ­ρη­λα­τεί­ται μέσα σ’ αυτό το συνε­χές πηγαι­νέ­λα από τον εαυ­τό του στους άλλους, ανά­με­σα στην ομορ­φιά, που δεν μπο­ρεί να την αρνη­θεί, και την κοι­νό­τη­τα, απ’ όπου δεν μπο­ρεί να ξερι­ζω­θεί. Γι’ αυτόν το λόγο οι αλη­θι­νοί καλ­λι­τέ­χνες δεν περι­φρο­νούν τίπο­τε· υπο­χρε­ώ­νο­νται να κατα­νο­ή­σουν αντί να κρί­νουν. Και αν πρέ­πει να πάρουν μια θέση σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν μπο­ρεί να είναι παρά η θέση σε μια κοι­νω­νία όπου, σύμ­φω­να με το μεγά­λο λόγο του Νίτσε, δεν θα βασι­λεύ­ει πια ο κρι­τής αλλά ο δημιουρ­γός, είτε είναι δια­νο­ού­με­νος είτε εργά­της.

Μ’ αυτήν την έννοια ο ρόλος του συγ­γρα­φέα δεν είναι άμοι­ρος υπο­χρε­ώ­σε­ων – από τη φύση του δεν μπο­ρεί να μπει σήμε­ρα στην υπη­ρε­σία αυτών που δημιουρ­γούν την ιστο­ρία: είναι στην υπη­ρε­σία αυτών που την υπο­μέ­νουν· δια­φο­ρε­τι­κά μένει μόνος του και η τέχνη του δεν έχει καμιά σημα­σία. Όλα τα στρα­τεύ­μα­τα της τυραν­νί­ας με τα εκα­τομ­μύ­ρια των ανθρώ­πων τους δεν θα τον απαλ­λά­ξουν από τη μονα­ξιά, ακό­μη κι αν στέρ­ξει ν’ ακο­λου­θή­σει το βημα­τι­σμό τους. Αλλά η σιω­πή ενός φυλα­κι­σμέ­νου, άγνω­στου, εγκα­τα­λειμ­μέ­νου στους εξευ­τε­λι­σμούς, στην άλλη άκρη του κόσμου, αρκεί για να βγά­λει ένα συγ­γρα­φέα απ’ την απο­μό­νω­ση, υπό τον όρο του­λά­χι­στον, κάθε φορά που ο ίδιος απο­λαμ­βά­νει το προ­νό­μιο της ελευ­θε­ρί­ας, να μη λησμο­νεί αυτήν τη σιω­πή, να την κάνει ν’ αντι­λα­λεί με τα μέσα της τέχνης.

Κανείς από μας δεν είναι αρκε­τά μεγά­λος για ανά­λο­γη απο­στο­λή. Αλλά μέσα σ’ όλες τις συν­θή­κες της ζωής, αφα­νής ή προ­σω­ρι­νά διά­ση­μος, ριγ­μέ­νος στα σίδε­ρα της τυραν­νί­ας ή ελεύ­θε­ρος για ένα διά­στη­μα να εκφρα­στεί, ο συγ­γρα­φέ­ας μπο­ρεί να ξανα­βρεί το αίσθη­μα μιας ζωντα­νής κοι­νό­τη­τας που θα τον δικαιώ­σει, με το μονα­δι­κό όρο πως απο­δέ­χε­ται, όσο μπο­ρεί, τα δυο βάρη που απο­τε­λούν το μεγα­λείο του επαγ­γέλ­μα­τός του: την υπη­ρε­σία της αλή­θειας και την υπη­ρε­σία της ελευ­θε­ρί­ας. Αφού το καθή­κον του είναι να συνε­νώ­σει το μεγα­λύ­τε­ρο δυνα­τό αριθ­μό ανθρώ­πων, δεν μπο­ρεί να ευχα­ρι­στιέ­ται με το ψέμα και με τη δου­λεία, τα οποία, όπου βασι­λεύ­ουν, ευνο­ούν τη μονα­ξιά. Οποιεσ­δή­πο­τε κι αν είναι οι προ­σω­πι­κές μας δοκι­μα­σί­ες, η ευγέ­νεια του επαγ­γέλ­μα­τός μας θα έχει πάντα τις ρίζες της στις δυο δυσβά­στα­χτες υπο­χρε­ώ­σεις: την άρνη­ση να πει ψέμα­τα για κάτι που γνω­ρί­ζει και την αντί­στα­ση στην κατα­πί­ε­ση.

Χαμέ­νος μέσα σε μια ιστο­ρία που κρά­τη­σε πάνω από είκο­σι χρό­νια, χωρίς βοή­θεια, όπως όλοι οι άνθρω­ποι της ηλι­κί­ας μου, μέσα στις πολι­τι­κές ταρα­χές της επο­χής, με στή­ρι­ξε η κρυ­φή αίσθη­ση πως το να γρά­φει κανείς ήταν τιμή, τόσο περισ­σό­τε­ρο μάλι­στα που η πρά­ξη αυτή δημιουρ­γού­σε υπο­χρε­ώ­σεις κι όχι μόνο την υπο­χρέ­ω­ση να γρά­ψεις. Με υπο­χρέ­ω­νε ιδιαί­τε­ρα να υπο­μέ­νω, όποιος κι αν ήμουν και όποιες κι αν ήταν οι δυνά­μεις μου, μαζί μ’ όλους αυτούς που ζού­σαν την ίδια ιστο­ρία, τη δυστυ­χία και την ελπί­δα που μοι­ρα­ζό­μα­σταν. Αυτοί οι άνθρω­ποι που γεν­νή­θη­καν στην αρχή του Α΄ Παγκο­σμί­ου Πολέ­μου, που ήταν είκο­σι χρό­νων τη στιγ­μή που αναρ­ρή­θη­κε ο Χίτλερ στην εξου­σία και έγι­ναν οι πρώ­τες δίκες των επα­να­στα­τών, που συμ­με­τεί­χαν μετά, για να «τελειο­ποι­η­θεί» η «εκπαί­δευ­σή» τους, στον ισπα­νι­κό εμφύ­λιο πόλε­μο, στο Β΄ Παγκό­σμιο Πόλε­μο, που βρέ­θη­καν στην οικου­μέ­νη των στρα­το­πέ­δων συγκέ­ντρω­σης, στην Ευρώ­πη των βασα­νι­στη­ρί­ων και των φυλα­κών, οφεί­λουν σήμε­ρα ν’ ανα­θρέ­ψουν τα παι­διά τους και να δημιουρ­γή­σουν το έργο τους σ’ έναν κόσμο που απει­λεί­ται με πυρη­νι­κή κατα­στρο­φή. Κανείς, νομί­ζω, δεν μπο­ρεί να τους ζητή­σει να είναι αισιό­δο­ξοι. Και είμαι της γνώ­μης πως οφεί­λου­με να κατα­νο­ή­σου­με, χωρίς να στα­μα­τή­σου­με ν’ αγω­νι­ζό­μα­στε ενα­ντί­ον της, την πλά­νη αυτών που σε μια κρί­ση απελ­πι­σί­ας έχα­σαν την εντι­μό­τη­τά τους και ξέπε­σαν στο μηδε­νι­σμό της επο­χής. Αλλά οι περισ­σό­τε­ροι από μας, στη χώρα μου και στην Ευρώ­πη, αρνή­θη­καν αυτόν το μηδε­νι­σμό και ανα­ζή­τη­σαν δημιουρ­γι­κή νομι­μό­τη­τα. Χρειά­στη­κε να σφυ­ρη­λα­τή­σουν μια τέχνη για να επι­ζή­σουν απ’ την κατα­στρο­φή, να γεν­νη­θούν για δεύ­τε­ρη φορά και ν’ αγω­νι­στούν μετά, χωρίς καμιά προ­φύ­λα­ξη, ενά­ντια στο ένστι­κτο του θανά­του, που είναι πανί­σχυ­ρο στην ιστο­ρία μας.

Κάθε γενιά, αναμ­φι­σβή­τη­τα, θεω­ρεί τον εαυ­τό της προ­ο­ρι­σμέ­νο να ξανα­φτιά­ξει τον κόσμο. Η δική μου γνω­ρί­ζει πως δεν θα τον ξανα­φτιά­ξει. Ίσως όμως η απο­στο­λή της να είναι δυσκο­λό­τε­ρη: να εμπο­δί­σει να κατα­στρα­φεί ο κόσμος. Κλη­ρο­νό­μος μιας διε­φθαρ­μέ­νης ιστο­ρί­ας, όπου συνυ­πάρ­χουν ανά­μει­κτα ξεπε­σμέ­νες επα­να­στά­σεις, παρά­φρο­νες τεχνο­λο­γί­ες, πεθα­μέ­νοι θεοί και απο­δυ­να­μω­μέ­νες ιδε­ο­λο­γί­ες, όπου ακό­μη και μέτριες δυνά­μεις μπο­ρούν να κατα­στρέ­ψουν τα πάντα, αλλά δεν μπο­ρούν πια να πεί­σουν, όπου η νοη­μο­σύ­νη ταπει­νώ­θη­κε ως το σημείο να γίνει υπη­ρέ­τρια του μίσους και της κατα­πί­ε­σης, η γενιά αυτή όφει­λε, τόσο στον εαυ­τό της όσο και στους άλλους, ν’ απο­κα­τα­στή­σει με τις αρνή­σεις της κάτι απ’ αυτό που δίνει αξιο­πρέ­πεια στη ζωή και στο θάνα­το. Σ’ έναν κόσμο που απει­λεί­ται με διά­λυ­ση, όπου υπάρ­χει ο κίν­δυ­νος ο μεγά­λοι μας ιερο­ε­ξε­τα­στές να εγκα­τα­στή­σουν για πάντα το βασί­λειο του θανά­του, η γενιά μας γνω­ρί­ζει πως πρέ­πει, μετά από μια ξέφρε­νη κούρ­σα ενά­ντια στο χρό­νο, να παγιώ­σει ανά­με­σα στα έθνη μια ειρή­νη που να μην ταυ­τί­ζε­ται με τη δου­λεία, να συμ­φι­λιώ­σει πάλι την εργα­σία και την πνευ­μα­τι­κή καλ­λιέρ­γεια και να ξανα­φτιά­ξει μ’ όλους τους ανθρώ­πους ένα ενιαίο τόξο. Δεν είναι βέβαιο αν θα μπο­ρέ­σει να ολο­κλη­ρώ­σει ποτέ αυτό το τερά­στιο έργο, είναι όμως βέβαιο πως παντού μέσα στον κόσμο υπάρ­χει ήδη το διπλό στοί­χη­μα της αλή­θειας και της ελευ­θε­ρί­ας και, σε κάθε περί­πτω­ση, γνω­ρί­ζει να πεθαί­νει χωρίς μίσος γι’ αυτό. Αυτή η γενιά αξί­ζει να επευ­φη­μεί­ται και να ενθαρ­ρύ­νε­ται παντού όπου βρί­σκε­ται, ιδιαί­τε­ρα όταν θυσιά­ζε­ται. Σίγου­ρος για την ανε­πι­φύ­λα­κτη συμ­φω­νία σας, θα ήθε­λα να μετα­θέ­σω την τιμή που μου κάνα­τε σ’ αυτήν τη γενιά.

Με τον ίδιο τρό­πο, αφού μίλη­σα για την ευγέ­νεια του επαγ­γέλ­μα­τος του συγ­γρα­φέα, θα επα­να­το­πο­θε­τή­σω τον τελευ­ταίο στην αλη­θι­νή του θέση· αυτόν το συγ­γρα­φέα που δεν έχει άλλους τίτλους από κεί­νους που μοι­ρά­ζε­ται με τους συντρό­φους του στον αγώ­να, τρω­τός αλλά πεί­σμων, άδι­κος αλλά παθια­σμέ­νος με το δίκιο, που οικο­δο­μεί το έργο του χωρίς ντρο­πή ή περη­φά­νια μπρο­στά στα μάτια όλων, ενώ νιώ­θει τον εαυ­τό του μοι­ρα­σμέ­νο ανά­με­σα στην οδύ­νη και την ομορ­φιά αλλά και προ­ο­ρι­σμέ­νο να βγά­λει απ’ αυτήν τη διφυή του ύπαρ­ξη τα έργα που προ­σπα­θεί απε­γνω­σμέ­να να ανα­σύ­ρει μέσα από τον κατα­στρο­φι­κό ρου της ιστο­ρί­ας. Ποιος μετά απ’ αυτά θα μπο­ρού­σε να περι­μέ­νει απ’ αυτόν λύσεις πλή­ρεις και ανε­πί­λη­πτες ηθι­κά; Η αλή­θεια είναι μυστη­ριώ­δης, ασύλ­λη­πτη, απρό­σι­τη. Η ελευ­θε­ρία είναι επι­κίν­δυ­νη, σκλη­ρή να τη ζει κανείς αλλά και υψη­λό­φρων. Οφεί­λου­με να εργα­στού­με για την εκπλή­ρω­ση αυτών των σκο­πών, επί­μο­να και απο­φα­σι­στι­κά. Ποιος συγ­γρα­φέ­ας από δω και μπρος θα τολ­μού­σε, με καθα­ρή συνεί­δη­ση, να γίνει κήρυ­κας της αρε­τής; Όσο για μένα, πρέ­πει για μια ακό­μη φορά να πω ότι δεν είμαι τίπο­τε απ’ όλα αυτά. Δεν μπό­ρε­σα ποτέ να παραι­τη­θώ από το φως, την ευτυ­χία της ύπαρ­ξης, της ελευ­θε­ρί­ας με την οποία μεγά­λω­σα. Αλλά αν αυτή η νοσταλ­γία εξη­γεί πολ­λές από τις πλά­νες και τα λάθη μου, με βοή­θη­σε αναμ­φι­σβή­τη­τα να κατα­λά­βω καλύ­τε­ρα τη δου­λειά μου, με βοη­θά ακό­μη να κρα­τιέ­μαι τυφλά στο πλάι όλων αυτών των σιω­πη­λών ανθρώ­πων που κατα­φέρ­νουν να επι­βιώ­νουν μέσα στη δύσκο­λη ζωή, που άλλοι τους έχουν επι­βά­λει, μόνο με την ανά­μνη­ση ή την επι­στρο­φή σε σύντο­μες, ελεύ­θε­ρες, ευτυ­χι­σμέ­νες στιγ­μές.

Επι­στρέ­φο­ντας έτσι σ’ αυτό που πραγ­μα­τι­κά είμαι, στα όριά μου, στις υπο­χρε­ώ­σεις μου και στη δύσκο­λη πίστη μου, αισθά­νο­μαι περισ­σό­τε­ρο ελεύ­θε­ρος να σας δεί­ξω, τελειώ­νο­ντας, την έκτα­ση και τη μεγα­λο­ψυ­χία της διά­κρι­σης που μου απο­νεί­μα­τε, περισ­σό­τε­ρο ελεύ­θε­ρος να σας πω ότι θα ήθε­λα να τη δεχτώ ως μια διά­κρι­ση που απο­δί­δε­ται σ’ όλους εκεί­νους που μοι­ρά­ζο­νται τον ίδιο αγώ­να, χωρίς να έχουν δεχτεί κανέ­να προ­νό­μιο, αλλά γνώ­ρι­σαν, αντί­θε­τα, τη δυστυ­χία και την κατα­δί­ω­ξη. Μου μένει λοι­πόν να σας ευχα­ρι­στή­σω απ’ το βάθος της καρ­διάς και να σας δώσω δημό­σια, ως προ­σω­πι­κή μαρ­τυ­ρία ευγνω­μο­σύ­νης, την ίδια και παλιά υπό­σχε­ση πίστης που κάθε αλη­θι­νός καλ­λι­τέ­χνης, κάθε μέρα, επα­να­λαμ­βά­νει στον εαυ­τό του μέσα στη σιω­πή.

Η ομι­λία απο­δο­χής του Βρα­βεί­ου Νόμπελ του Αλμπέρ Καμύ συμπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στο βιβλίο Ένας αιώ­νας Νόμπελ — Οι ομι­λί­ες των συγ­γρα­φέ­ων που τιμή­θη­καν με το βρα­βείο Νόμπελ στον 20ό αιώ­να.