Άκου­σα πρώ­τη φορά το όνο­μά του στην Έκθε­ση της Φραν­κφούρ­της. Είχε μόλις κυκλο­φο­ρή­σει το δεύ­τε­ρο βιβλίο του Απλές ιστο­ρί­ες, με ένα πολύ­χρω­μο εξώ­φυλ­λο που σου εντυ­πω­νό­ταν αμέ­σως στο νου, και είχε θεω­ρη­θεί από την αρχή διε­θνής επι­τυ­χία, αφού σχε­δόν παράλ­λη­λα με την έκδο­σή του στη Γερ­μα­νία, είχε αρχί­σει να μετα­φρά­ζε­ται σε πάνω από είκο­σι πέντε γλώσ­σες. Το από­λυ­το όνει­ρο για κάθε νέο συγ­γρα­φέα, και μάλι­στα για ένα βιβλίο που δεν διέ­θε­τε ούτε ένα από τα συνή­θη συστα­τι­κά που κάνουν ένα βιβλίο επι­τυ­χία.

Μια σει­ρά από απλές ιστο­ρί­ες, πολύ απλές ιστο­ρί­ες –τώρα πια θα τις χαρα­κτη­ρί­ζα­με μινι­μα­λι­στι­κές–, που ακο­λου­θούν αλυ­σι­δω­τά η μια την άλλη και που στο τέλος ενώ­νο­νται με έναν χαλα­ρό τρό­πο ώστε να δικαιο­λο­γή­σουν και τον υπό­τι­τλο του βιβλί­ου Ένα μυθι­στό­ρη­μα από την Ανα­το­λι­κή Γερ­μα­νία. Αυτές όμως οι απλές –και σχε­δόν χωρίς πλο­κή– ιστο­ρί­ες, κατά­φερ­ναν να σου δώσουν τη ζοφε­ρή ατμό­σφαι­ρα μιας χώρας έτσι όπως δεν την έδι­νε καμιά αρθρο­γρα­φία και καμιά πολι­τι­κή ή κοι­νω­νιο­λο­γι­κή ανά­λυ­ση. Η λέξη ξάφ­νια­σμα είναι, μάλ­λον, αυτή που περισ­σό­τε­ρο από οποια­δή­πο­τε άλλη μπο­ρεί να χαρα­κτη­ρί­σει την αντί­δρα­ση του απρο­ε­τοί­μα­στου ανα­γνώ­στη που θα βρε­θεί με το πόνη­μα του Σούλ­τσε στο χέρι.

Απλός, γελα­στός, άμε­σος, και ο συγ­γρα­φέ­ας του. Το 2000 έρχε­ται στην Αθή­να μετά από πρό­σκλη­ση των Εκδό­σε­ων Καστα­νιώ­τη. Δεν θυμά­μαι πολ­λά πράγ­μα­τα από εκεί­νη την πρώ­τη συνά­ντη­ση, θυμά­μαι μόνο ότι ήταν απέ­ντα­ρος, ότι δεν ήξε­ρε ποιο θα ήταν το επό­με­νο βιβλίο του, ότι του άρε­σε πολύ η ελλη­νι­κή κου­ζί­να και ότι μου είχε αφή­σει τις καλύ­τε­ρες εντυ­πώ­σεις.

«Στην οικο­γέ­νειά μας, απ’ όσο ξέρω, δεν έγρα­φε κανείς. Η πλευ­ρά της μητέ­ρας μου είχε πάντα πολύ περισ­σό­τε­ρο ταλέ­ντο στα τεχνι­κά, η πλευ­ρά του πατέ­ρα μου είχε ένα “ζυθο­ποι­η­τι­κό οίκο”. Είναι αστείο, αλλά στα γερ­μα­νι­κά έχου­με την ίδια λέξη για τον εκδο­τι­κό οίκο και για τον “ζυθο­ποι­η­τι­κό οίκο”, την εται­ρεία δηλα­δή που ανα­λαμ­βά­νει τη δια­νο­μή της μπί­ρας από το ζυθο­ποιείο στα κατα­στή­μα­τα και στα εστια­τό­ρια. Δεν είμαι, δηλα­δή, καθό­λου επι­βα­ρυ­μέ­νος από προ­γό­νους καλ­λι­τέ­χνες ή συγ­γρα­φείς. Ο ίδιος ήθε­λα να γρά­ψω από σχε­τι­κά μικρή ηλι­κία – θα ήμουν γύρω στα δεκα­τρία έως δεκα­τέσ­σε­ρα. Βεβαί­ως, η επι­θυ­μία μου δεν ήταν τόσο να γρά­ψω, αλλά να γίνω όσο το δυνα­τόν γρη­γο­ρό­τε­ρα γνω­στός, ώστε να μη χρεια­στεί να πάω φαντά­ρος. Νόμι­ζα ότι αν στα δεκα­ο­χτώ μου γινό­μουν γνω­στός και αντι­φρο­νών, δεν θα χρεια­ζό­ταν να πάω στρα­τιώ­της. Δυστυ­χώς δεν έγι­νε έτσι. Η επι­θυ­μία ωστό­σο υπήρ­χε από πολύ νωρίς. Έτσι στα δεκα­έ­ξι με δεκα­ε­φτά μου έγρα­ψα μερι­κά ποι­ή­μα­τα, όπως οι περισ­σό­τε­ροι κάνου­με σε αυτές τις ηλι­κί­ες. Τις πρώ­τες μου ιστο­ρί­ες τις έγρα­ψα αργό­τε­ρα, την περί­ο­δο της στρα­τιω­τι­κής εκπαί­δευ­σης. Χαί­ρο­μαι που δεν εκδό­θη­καν, δεν το προ­σπά­θη­σα άλλω­στε ποτέ. Έγρα­φα λοι­πόν για την περί­ο­δο του στρα­τιω­τι­κού – ήταν άλλω­στε μια πολύ σημα­ντι­κή περί­ο­δος, ένας σταθ­μός στη ζωή μου, διό­τι τότε συνει­δη­το­ποί­η­σα ότι ο στρα­τός δεν ήταν πολύ δια­φο­ρε­τι­κός από τη ζωή μας εκτός των τει­χών του στρα­το­πέ­δου. Η τάση της κοι­νω­νί­ας της ΓΛΔ ήταν μιλι­τα­ρι­στι­κή, μόνο που έξω τα περι­θώ­ρια κίνη­σης ήταν μεγα­λύ­τε­ρα απ’ ό,τι στο στρα­τό­πε­δο.

»Δια­βά­ζα­με ό,τι μπο­ρού­σα­με να δια­βά­σου­με. Διά­βα­σα φυσι­κά τους ανα­το­λι­κο­γερ­μα­νούς συγ­γρα­φείς: Φόλ­κερ Μπρά­ουν, Κρί­στοφ Χάιν, Κρί­στα Βολφ. Εκεί­νος που ήταν πολύ σημα­ντι­κός για μένα ήταν ο Φραντς Φίμαν, ένας πολύ σημα­ντι­κός συγ­γρα­φέ­ας, ο οποί­ος σήμε­ρα είναι ελά­χι­στα γνω­στός. Ένας άλλος που επί­σης ήταν πολύ σημα­ντι­κός για μένα, παρό­λο που τον διά­βα­σα σε βιβλία της Δυτι­κής Γερ­μα­νί­ας, ήταν ο Βόλφ­γκανγκ Χίλ­μπιχ, ο Ούβε Γιόν­σον. Στη ΓΛΔ είχε κανείς τη δυνα­τό­τη­τα να πηγαί­νει στις βιβλιο­θή­κες. Υπήρ­χαν σχε­δόν τα πάντα, και ό,τι δεν υπήρ­χε στη βιβλιο­θή­κη το έβρι­σκε κανείς από φίλους και γνω­στούς. Είχα την τύχη να δια­βά­σω τότε πάρα πολ­λά βιβλία – κι όσα βιβλία δεν βρί­σκα­με, κατα­φέρ­να­με να μας τα στέλ­νουν από τη Δυτι­κή Γερ­μα­νία. Τα τελευ­ταία, όμως, τέσ­σε­ρα ή πέντε χρό­νια ύπαρ­ξης της ΓΛΔ μπο­ρού­σες να βρεις Μπέ­κετ, Νίτσε, Αντόρ­νο, Ούβε Γιόν­σον, Φου­κώ… Φυσι­κά η πρό­σβα­ση δεν ήταν τόσο εύκο­λη όσο στη Δυτι­κή Γερ­μα­νία, ούτε υπήρ­χε όλη εκεί­νη η πλη­θώ­ρα βιβλί­ων, όμως όταν άνοι­ξαν τα σύνο­ρα, το 1989, δεν βρε­θή­κα­με πνευ­μα­τι­κά μπρο­στά σε έναν και­νούρ­γιο, άγνω­στο κόσμο. Τους σημα­ντι­κούς συγ­γρα­φείς τους ξέρα­με ήδη όλους από πριν.

»Όταν είσαι παι­δί, βλέ­πεις τα πράγ­μα­τα δια­φο­ρε­τι­κά απ’ ό,τι όταν είσαι ενή­λι­κας. Μεγα­λώ­σα­με πιστεύ­ο­ντας ότι ναι, στη Δυτι­κή Γερ­μα­νία είναι όλα πολύ καλύ­τε­ρα κι ότι υπάρ­χουν τα πάντα, από τα αυτο­κι­νη­τά­κια της Matchbox και τα μπλου­τζίν μέχρι τη μου­σι­κή και αργό­τε­ρα τα βιβλία, όλα όσα λαχτα­ρού­σα­με στην Ανα­το­λι­κή Γερ­μα­νία. Μέχρι το 1989 εξα­κο­λου­θού­σα­με να υπε­ρε­κτι­μού­με τη Δυτι­κή Γερ­μα­νία, πράγ­μα πολύ φυσι­κό άλλω­στε. Αν δεν μπο­ρείς να πας κάπου, τότε αυτό το “κάπου” φτά­νει να φαντά­ζει σαν έναν Άλλο Κόσμο, απο­κτά σχε­δόν θρη­σκευ­τι­κή σημα­σία: εμείς είμα­στε εδώ, εκεί είναι ο Άλλος Κόσμος κι εκεί δεν μπο­ρώ να πάω. Πιστεύω πως η κάθε και­νούρ­για εμπει­ρία μας δεί­χνει δια­φο­ρε­τι­κά και το παρελ­θόν, επει­δή με κάθε και­νούρ­για εμπει­ρία βλέ­που­με το παρελ­θόν μας και από άλλη οπτι­κή γωνία. Γι’ αυτό και η ματιά μου για τη ΓΛΔ ήταν δια­φο­ρε­τι­κή το 1990 απ’ ό,τι ήταν το 2000 ή απ’ ό,τι είναι σήμε­ρα. Τότε θέλα­με να πέσει το Τεί­χος, θέλα­με δημο­κρα­τία, θέλα­με να ψηφί­ζου­με ελεύ­θε­ρα, δεν θέλα­με να μας πατρο­νά­ρουν.

»Πιστεύω ότι υπήρ­ξε μια πολύ μικρή περί­ο­δος πραγ­μα­τι­κής επα­νά­στα­σης· η περί­ο­δος αυτή άρχι­σε τότε που ο κόσμος έπα­ψε να φωνά­ζει “Θέλου­με να φύγου­με”, αλλά άρχι­σε να λέει “θα μεί­νου­με εδώ, και θα προ­σπα­θή­σου­με να αλλά­ξου­με εδώ κάτι”. Ύστε­ρα ήρθε το σύν­θη­μα “Είμα­στε ο λαός”. Ήταν μια περί­ο­δος δύο μηνών περί­που, από τα μέσα Σεπτέμ­βρη μέχρι τα μέσα Νοέμ­βρη, τότε που είχα­με την αίσθη­ση ότι κάτι και­νούρ­γιο θα γεν­νη­θεί. Έπει­τα το σύν­θη­μα “Είμα­στε ο λαός” αντι­κα­τα­στά­θη­κε με το σύν­θη­μα “Είμα­στε ΕΝΑΣ λαός”, ένας ενιαί­ος λαός, και άρα η πολυ­δια­φη­μι­σμέ­νη ένω­ση των δύο Γερ­μα­νιών ήταν, ουσια­στι­κά, η προ­σχώ­ρη­ση της Ανα­το­λι­κής Γερ­μα­νί­ας στη Δυτι­κή Γερ­μα­νία. Έτσι όλες οι ιδέ­ες που είχα­με ανα­πτύ­ξει στην Ανα­το­λι­κή Γερ­μα­νία, όλα εκεί­να που πιστεύ­α­με πως θα μπο­ρού­σα­με τώρα πια να κάνου­με πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, απο­δεί­χθη­καν άστο­χα, αφού –κι αυτό φάνη­κε σχε­δόν αμέ­σως– γίνα­με μέρος της υπάρ­χου­σας Ομο­σπον­δια­κής Δημο­κρα­τί­ας κι όχι μιας νέας ενο­ποι­η­μέ­νης Γερ­μα­νί­ας. Το μέλ­λον μας θα ήταν έτσι όπως το είχαν προ­γραμ­μα­τί­σει στην ΟΔΓ.

»Σε δύο πρό­σφα­τα βιβλία μου, στο Και­νούρ­γιες ζωές και στο Αδάμ και Εύε­λιν, ξανα­γυ­ρί­ζω πίσω, επει­δή το 1989–1990 είναι φυσι­κά ένας σταθ­μός στη ζωή μου. Νομί­ζω ότι θα μπο­ρού­σε να είχε συμ­βεί οπου­δή­πο­τε, όχι μόνο στην Ευρώ­πη. Μερι­κές φορές σκέ­φτο­μαι ότι η πτώ­ση του Τεί­χους είχε για την Αφρι­κή πολύ πιο σκλη­ρές επι­πτώ­σεις απ’ ό,τι είχε για τη Γερ­μα­νία ή την Ευρώ­πη. Το παρά­ξε­νο είναι ότι δεν με ενδια­φέ­ρει τόσο η εξα­φά­νι­ση της ΓΛΔ όσο η εξα­φά­νι­ση της Δυτι­κής Γερ­μα­νί­ας. Το τι συνέ­βη δηλα­δή στη Δύση με την κατάρ­γη­ση του ανα­το­λι­κού μπλοκ. Ήμουν είκο­σι επτά χρο­νών όταν έπε­σε το Τεί­χος. Έμα­θα να περ­πα­τάω, θα λέγα­με, σε ένα εντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κό σύστη­μα συντε­ταγ­μέ­νων από αυτό που ζω σήμε­ρα. Το θεω­ρού­σα όμως πάντα μεγά­λο πλε­ο­νέ­κτη­μα να ξέρει κανείς και τα δύο πράγ­μα­τα. Για να κατα­λά­βεις, η πρώ­τη φορά στη ζωή μου που προ­βλη­μα­τί­στη­κα σε σχέ­ση με το χρή­μα ήταν στα είκο­σι οκτώ μου. Από τη μία πλευ­ρά σε απε­λευ­θε­ρώ­νει πολύ το να μην σε ενδια­φέ­ρει το χρή­μα για τόσο και­ρό, από την άλλη όμως, όταν αρχί­ζει να σε απα­σχο­λεί μόνο στα είκο­σι οκτώ σου, είσαι άπει­ρος και αφε­λής – είτε το απορ­ρί­πτεις, είτε θέλεις να το απο­κτή­σεις. Αλλά για πολύ και­ρό πίστευα ότι, υπό αυτές τις ιδε­ο­λο­γι­κές συν­θή­κες, στη ΓΛΔ ο κόσμος είχε μια πολύ λεπτή αίσθη­ση για το τι είναι δυνα­τόν και τι αδύ­να­το, για το μέχρι πού μπο­ρού­σε να κινη­θεί, ποια ήταν τα όριά του. Όλα αυτά όμως άλλα­ξαν, ο καθέ­νας έπρε­πε να ξεπε­ρά­σει αυτά τα όρια, να μάθει μια άλλη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

»Υπάρ­χει ένα αστείο που λέγα­με παλιά: μέχρι το 1989 μπο­ρού­σες να πεις ό,τι κακό θέλεις για τον προϊ­στά­με­νό σου, τίπο­τα όμως για τον Γενι­κό Γραμ­μα­τέα του Ενιαί­ου Σοσια­λι­στι­κού Κόμ­μα­τος· μετά το 1989 μπο­ρείς να πεις ό,τι θέλεις για τον Καγκε­λά­ριο, τίπο­τα όμως για τον προϊ­στά­με­νό σου. Κι αυτή η αλλα­γή συσχε­τι­σμών, που περι­γρά­φε­ται βέβαια πολύ χοντρι­κά με το αστείο αυτό, ανέ­κα­θεν με ενδιέ­φε­ρε. Το επί­πε­δο ζωής, για παρά­δειγ­μα, στη Δύση ήταν έτσι κι αλλιώς υψη­λό­τε­ρο, αλλά τη στιγ­μή που καταρ­γεί­ται το ανα­το­λι­κό μπλοκ καταρ­γού­νται και πάρα πολ­λά πράγ­μα­τα που συγκρα­τού­σαν, που χαλι­να­γω­γού­σαν τον καπι­τα­λι­σμό. Και το απο­τέ­λε­σμα το βλέ­που­με κυρί­ως σ’ αυτό που συμ­βαί­νει τους τελευ­ταί­ους μήνες.

»Είναι πραγ­μα­τι­κά μια απο­γο­ή­τευ­ση που το 1989–1990 χάθη­κε η ευκαι­ρία να υπάρ­ξει μια ανα­μόρ­φω­ση και στη Δυτι­κή Γερ­μα­νία. Και κάτι τέτοιο ήταν φυσι­κά απα­ραί­τη­το, αν δού­με π.χ. το σύστη­μα υγεί­ας. Όταν πλέ­ον πηγαί­νω στο για­τρό αισθά­νο­μαι άσχη­μα, επει­δή ξέρω ότι ο για­τρός πρέ­πει να είναι και επι­χει­ρη­μα­τί­ας. Δεν είμαι ποτέ σίγου­ρος αν κάνει το καλύ­τε­ρο για μένα ή αυτό που θα του απο­φέ­ρει περισ­σό­τε­ρα χρή­μα­τα. Ακού­γε­ται βέβαια πολύ συχνά ότι η ΓΛΔ ήταν ένα κρά­τος αδι­κί­ας, και βεβαί­ως κανείς δεν μπο­ρού­σε να εμπι­στευ­τεί τη Δικαιο­σύ­νη. Μπο­ρού­με όμως να πού­με ότι το Οικο­γε­νεια­κό Δίκαιο και το Εργα­τι­κό Δίκαιο ήταν καλύ­τε­ρα απ’ ό,τι στην ΟΔΓ, και πολ­λά από εκεί­να τα πράγ­μα­τα θα μπο­ρού­σαν να είχαν υιο­θε­τη­θεί και στην ενο­ποι­η­μέ­νη Γερ­μα­νία. Πολ­λά πράγ­μα­τα που απο­τε­λού­σαν κρα­τι­κή ιδιο­κτη­σία, όπως η παρο­χή ηλε­κτρι­κού ρεύ­μα­τος, η παρο­χή νερού, ολό­κλη­ρη η βιο­μη­χα­νία παρα­γω­γής ηλε­κτρι­κού ρεύ­μα­τος, θα μπο­ρού­σαν να είχαν παρα­μεί­νει στα χέρια του κρά­τους. Έκα­ναν όμως διαρ­κώς ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεις, λέγο­ντας ότι η ιδιω­τι­κο­ποί­η­ση είναι η μόνη λύση. Με στε­να­χω­ρεί αυτό. Το μόνο που κρά­τη­σαν από το Ανα­το­λι­κό Βερο­λί­νο είναι το ανθρω­πά­κι των φανα­ριών, και διά­φο­ρα άλλα φολ­κλο­ρι­κά στοι­χεία της ΓΛΔ: δεν έχω απο­λύ­τως κανέ­να πρό­βλη­μα με αυτά αλλά και δεν τα έχω ανά­γκη.

»Το 1989–1990 όμως πολ­λές ιδέ­ες που υπήρ­χαν και στη Δυτι­κή Γερ­μα­νία τέθη­καν στο περι­θώ­ριο, έλε­γαν ότι ο καπι­τα­λι­σμός, η οικο­νο­μία της αγο­ράς, νίκη­σε και όλα τα άλλα δεν αξί­ζει καν να τα συζη­τά­με. Πρό­κει­ται για ένα θέμα που περιο­ρί­στη­κε στη Γερ­μα­νία, εκεί­νο όμως που δεν περιο­ρί­στη­κε στη Γερ­μα­νία είναι, νομί­ζω, το γεγο­νός ότι το 1989–1990 τέθη­καν στο περι­θώ­ριο πολ­λές ιδέ­ες, εννοώ και σοσια­λι­στι­κές ιδέ­ες, ενώ σήμε­ρα ακού­γε­ται ότι ίσως να πρέ­πει όντως να κρα­τι­κο­ποι­ή­σου­με τις τρά­πε­ζες, ότι μπο­ρεί να πρέ­πει όντως πολ­λά πράγ­μα­τα να περά­σουν στα χέρια του κρά­τους. Σήμε­ρα, νομί­ζω, πρέ­πει να ασχο­λη­θού­με πολύ περισ­σό­τε­ρο με τα οικο­νο­μι­κά θέμα­τα, με τις σχέ­σεις ιδιο­κτη­σί­ας, εκεί νομί­ζω ότι κρί­νε­ται η ελευ­θε­ρία μας. Διό­τι δεν υπάρ­χει ελευ­θε­ρία χωρίς κοι­νω­νι­κή ισό­τη­τα και δικαιο­σύ­νη».

Σπά­νια θα βρει σήμε­ρα κανείς ένα δια­νο­ού­με­νο που να μεγά­λω­σε στο ανα­το­λι­κό μπλοκ και να έχει τις από­ψεις του Σούλ­τσε. Οι περισ­σό­τε­ροι, θαμπω­μέ­νοι από την πολυ­χρω­μία της κοι­νω­νί­ας της αγο­ράς αλλά και μην μπο­ρώ­ντας να ξεχά­σουν την γκρι­ζά­δα και την κατα­πί­ε­ση των αυταρ­χι­κών καθε­στώ­των του «υπαρ­κτού» σοσια­λι­σμού, προ­σπερ­νούν σχε­τι­κά εύκο­λα το σημείο στο οποίο στέ­κε­ται ο Σούλ­τσε: ότι ουσια­στι­κά δεν είχα­με ενο­ποί­η­ση των δύο Γερ­μα­νιών αλλά προ­σχώ­ρη­ση της μιας Γερ­μα­νί­ας στην (ισχυ­ρή) άλλη. Και πρέ­πει να πω ότι, όσο περ­νούν τα χρό­νια, από τον και­ρό που τον γνώ­ρι­σα, ο Σούλ­τσε γίνε­ται όλο και λιγό­τε­ρο καταγ­γελ­τι­κός για το γκρί­ζο και ανε­λεύ­θε­ρο καθε­στώς που σφρά­γι­σε τα παι­δι­κά του χρό­νια (ως γιος δια­νο­ου­μέ­νων δεν έζη­σε ίσως μεγά­λες φτώ­χιες αλλά σίγου­ρα έζη­σε από κοντά τη δυσπι­στία του καθε­στώ­τος απέ­να­ντι στους σκε­πτό­με­νους ανθρώ­πους) και αυξά­νει τις δόσεις των καταγ­γε­λιών του για την ασυ­δο­σία και το ανε­λεύ­θε­ρο της κοι­νω­νί­ας της αγο­ράς. «Τώρα πια θα μπο­ρού­σα εύκο­λα να γίνω κομου­νι­στής», έφτα­σε να πει σε μια συνέ­ντευ­ξή του στην Όλγα Σελ­λά (Καθη­με­ρι­νή) θέλο­ντας να τονί­σει τη δυσφο­ρία του για το σήμε­ρα, όταν ήρθε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη το 2009, προ­σκε­κλη­μέ­νος του Ινστι­τού­του Γκαί­τε, με αφορ­μή την Έκθε­ση Βιβλί­ου.

Στα βιβλία του όμως δεν χρη­σι­μο­ποιεί τον καταγ­γελ­τι­κό λόγο. Εκεί χρη­σι­μο­ποιεί το γκρο­τέ­σκο, την ειρω­νεία, τις χαμη­λό­φω­νες αλλά εξαι­ρε­τι­κά διεισ­δυ­τι­κές περι­γρα­φές. Ήδη στο πρώ­το του βιβλίο, 33 στιγ­μές ευτυ­χί­ας, ο ανα­γνώ­στης αντι­λαμ­βά­νε­ται ότι η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μερι­κές φορές απο­δί­δε­ται καλύ­τε­ρα όταν η περι­γρα­φή είναι ελά­χι­στα ρεα­λι­στι­κή.

«Ελπί­ζω ότι σε κανέ­να από τα βιβλία που θα γρά­ψω δεν θα πλα­σά­ρω ως λογο­τε­χνία τα πολι­τι­κά συν­θή­μα­τα. Όχι πως ένας χαρα­κτή­ρας βιβλί­ου δεν μπο­ρεί να εκστο­μί­σει κάποιο πολι­τι­κό σύν­θη­μα, όμως δεν μπο­ρεί να είναι μονο­διά­στα­τος. Αυτό που περισ­σό­τε­ρο με ενδιέ­φε­ρε, όταν πήγα στην Αγία Πετρού­πο­λη στα τέλη του 1992, ήταν η πολυ­πλο­κό­τη­τα της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας: δεν είχες παρά να περ­πα­τή­σεις στη λεω­φό­ρο Νέφ­σκι κι έβλε­πες αμέ­σως τις οικο­νο­μι­κές αντι­φά­σεις πάρα πολύ κοντά τη μία στην άλλη, το και­νούρ­γιο αρω­μα­το­πω­λείο της Lancôme δίπλα στο άδειο μανά­βι­κο, το κρα­τι­κό μανά­βι­κο. Αλλά και σε πολι­τι­κό επί­πε­δο έβλε­πες τα πάντα: φασί­στες, δημο­κρά­τες, κομου­νι­στές, βασι­λι­κούς, άθε­ους και ορθό­δο­ξους, καθο­λι­κούς ιερα­πό­στο­λους, μέχρι και νεα­ρούς Χάρε Κρίσ­να… Οι αντι­φά­σεις συνυ­πήρ­χαν πάρα πολύ κοντά η μία στην άλλη. Και ήταν σαν να ζού­σες δια­φο­ρε­τι­κές επο­χές στον ίδιο τόπο: ήταν ακό­μα παρού­σα η τσα­ρι­κή επο­χή, το Εργα­στή­ρι της Σύγ­χρο­νης Επο­χής, το Πιέ­τρο­γκραντ της επα­νά­στα­σης, ήταν παρόν το Λένιν­γκραντ του απο­κλει­σμού, το Λένιν­γκραντ της επο­χής του Μπρέζ­νιεφ που το είχα γνω­ρί­σει ως του­ρί­στας, και ήταν παρών κι αυτός ο και­νούρ­γιος άγριος καπι­τα­λι­σμός.

»Κατ’ ουσί­αν δεν είναι όλες οι ιστο­ρί­ες που έχω γρά­ψει παρά­λο­γες ή γκρο­τέ­σκες. Όμως συχνά έβλε­πες την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα να χαρα­κτη­ρί­ζε­ται από μια υπερ­βο­λή, να υπάρ­χει μια τέτοια κλι­μά­κω­ση αντι­θέ­σε­ων και αλλη­λο­συ­γκρουό­με­νων εμπει­ριών που ήταν αδύ­να­τον να αντι­με­τω­πι­στούν με κανο­νι­κά, ρεα­λι­στι­κά μέσα. Ήταν πάντα ένα ερώ­τη­μα για μένα το πώς μπο­ρεί να τελειώ­σει μια ιστο­ρία, ποιο μπο­ρεί να είναι το τέλος της. Κι εδώ υπάρ­χει μια μακρά παρά­δο­ση, ειδι­κά στη ρώσι­κη, τη σοβιε­τι­κή λογο­τε­χνία του 20ού αι. Μπο­ρού­με ουσια­στι­κά να ανα­τρέ­ξου­με μέχρι και στον Γκό­γκολ. Σε μια πόλη δηλα­δή όπου μια μύτη μπο­ρεί να κυκλο­φο­ρεί πάνω σε μια άμα­ξα, όλα μπο­ρούν να είναι πιθα­νά. Πιστεύω πως αυτό το γκρο­τέ­σκο, αυτή η καρ­να­βα­λι­στι­κή κουλ­τού­ρα που συνα­ντά­με και στον Ντο­στο­γιέφ­σκι, έχει τις ρίζες του στον Γκό­γκολ, αλλά και στον Δανι­ήλ Χαρμς, που ήταν πολύ σημα­ντι­κός για μένα, φτά­νο­ντας μέχρι και τον μοσχο­βί­τι­κο κον­σε­πτουα­λι­σμό: Σορό­κιν, Πρί­γκοφ, Ρου­μπιν­στάιν. Όλα αυτά ήταν πράγ­μα­τα που μπό­ρε­σα να κάνω κτή­μα μου και να τα χρη­σι­μο­ποι­ή­σω για να περι­γρά­ψω αυτή την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

»Ξεκι­νά­με πάντα από το γεγο­νός ότι η λογο­τε­χνία μιμεί­ται τη ζωή, αλλά συμ­βαί­νει και το αντί­στρο­φο. Σκέ­φτο­μαι τελι­κά ότι αυτά τα δύο στέ­κο­νται ισό­τι­μα το ένα δίπλα στο άλλο, λ.χ. όλα όσα συμ­βαί­νουν στη Βίβλο, όλα όσα περι­γρά­φο­νται από τον Όμη­ρο. Είναι πράγ­μα­τα που, όπως θα έλε­γα τώρα, δεν συνέ­βη­σαν πραγ­μα­τι­κά, παρ’ όλα αυτά έχουν μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και η επί­δρα­σή τους φτά­νει μέχρι τις μέρες μας και τελι­κά είναι πολύ πιο πραγ­μα­τι­κά απ’ αυτό που συνέ­βη τότε και που σήμε­ρα πια δεν το ξέρου­με. Μου έκα­νε πολύ μεγά­λη εντύ­πω­ση όταν πριν από μερι­κά χρό­νια πήγα να δω ένα φίλο που ήταν πολύ άρρω­στος, ετοι­μο­θά­να­τος. Κοί­τα­ξε λοι­πόν τα βιβλία που υπήρ­χαν στη βιβλιο­θή­κη του και είπε: “Αυτό το έχω δια­βά­σει, αυτό το έχω δια­βά­σει, αυτό το έχω δια­βά­σει, αυτό το έχω δια­βά­σει” και το ότι είχε δια­βά­σει αυτά τα βιβλία ήταν για κεί­νον η εκπλη­ρω­μέ­νη ζωή. Κι αυτό με συγκί­νη­σε πολύ, επει­δή οι ίδιοι από μόνοι μας έχου­με μόνο μια περιο­ρι­σμέ­νη δυνα­τό­τη­τα να γνω­ρί­ζου­με πράγ­μα­τα, και με τα βιβλία διευ­ρύ­νου­με τους ορί­ζο­ντές μας και δεν μένου­με εγκλω­βι­σμέ­νοι στις προ­σω­πι­κές μας εμπει­ρί­ες. Κι αυτό νομί­ζω πως είναι το σημα­ντι­κό.

»Όταν έγρα­ψα το πρώ­το μου βιβλίο, τις 33 στιγ­μές ευτυ­χί­ας, πήρα ερε­θί­σμα­τα από πολ­λές δια­φο­ρε­τι­κές πλευ­ρές. Βρί­σκει λοι­πόν κανείς σ’ αυτό, από υφο­λο­γι­κή σκο­πιά, επιρ­ρο­ές από τους ειδω­λο­λα­τρι­κούς θρύ­λους και το διά­λο­γο του παρα­λό­γου ως τον Χέμιν­γου­εϊ. Ήταν μια προ­σπά­θεια να αντα­πο­κρι­θώ στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της Ρωσί­ας της δεκα­ε­τί­ας του ’90, μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που, όπως έλε­γα προη­γου­μέ­νως, είχε πολ­λά δια­φο­ρε­τι­κά στοι­χεία.

»Έπει­τα επι­χεί­ρη­σα να γρά­ψω για την Ανα­το­λι­κή Γερ­μα­νία μετά το 1990. Στην αρχή είχα την αίσθη­ση ότι δεν μπο­ρού­σα να γρά­ψω για όλα αυτά, τίπο­τε απ’ όσα είχα επι­χει­ρή­σει να κάνω δεν με ικα­νο­ποιού­σε. Ώσπου κατά τύχη βρή­κα τελι­κά αυτό το ύφος των short stories, το παρα­δο­σια­κό ύφος των short stories που έχει τις ρίζες του στον Χέμιν­γου­εϊ, τον Σέρ­γουντ Άντερ­σον, τον Κάρ­βερ, τον Ρίτσαρντ Φορντ. Και ξαφ­νι­κά, μ’ αυτόν τον πολύ απλό, τον μίνι­μαλ τρό­πο αφή­γη­σης, κατά­φε­ρα να μιλή­σω για την Ανα­το­λι­κή Γερ­μα­νία. Ανα­ρω­τιό­μουν: για­τί ειδι­κά με αυτό το ύφος των short stories, τι σχέ­ση έχει με την Ανα­το­λι­κή Γερ­μα­νία; Πιστεύω όμως ότι από τη μια μέρα στην άλλη βρε­θή­κα­με σε ένα δια­φο­ρε­τι­κό κοι­νω­νι­κό σύστη­μα, από τη μια μέρα στην άλλη βρε­θή­κα­με να έχου­με το γερ­μα­νι­κό μάρ­κο, βρε­θή­κα­με ξαφ­νι­κά με άλλους νόμους. Ξαφ­νι­κά όλα μετριού­νταν με το χρή­μα, και είχα ανέ­κα­θεν την αίσθη­ση ότι υπήρ­χε μια στε­νή σχέ­ση μετα­ξύ της Ανα­το­λι­κής Γερ­μα­νί­ας των αρχών της δεκα­ε­τί­ας του ’90 και της Δυτι­κής Γερ­μα­νί­ας της δεκα­ε­τί­ας του ’50, ή του ’60. Μπο­ρού­σα χωρίς κανέ­να πρό­βλη­μα να μετα­θέ­σω όλες εκεί­νες τις παλιές ται­νί­ες με τον Μάρ­λον Μπρά­ντο στην επαρ­χία της Ανα­το­λι­κής Γερ­μα­νί­ας. Κι αυτό μου φαι­νό­ταν ενδια­φέ­ρον, επει­δή το ύφος είναι πάντα ένα είδος πορί­σμα­τος, το ύφος πάντα λέει κάτι, και το γεγο­νός ότι εκεί­νη την επο­χή μπό­ρε­σα να περι­γρά­ψω όλα αυτά, κατά τη γνώ­μη μου αρκε­τά καλά, ειδι­κά με αυτό το ύφος, έχει τη σημα­σία του. Ο Άλφρεντ Ντέ­μπλιν, ο γνω­στός συγ­γρα­φέ­ας του Βερο­λί­νο Αλε­ξά­ντερ­πλατς, έλε­γε ότι το ύφος πρέ­πει να προ­κύ­πτει από το θέμα. Αν δηλα­δή στρα­φώ σ’ αυτόν τον τόπο και σ’ αυτήν την επο­χή από αυτή τη χρο­νι­κή από­στα­ση, τότε θα πρέ­πει να βρω μια δομή, μια φωνή, ένα ύφος που να είναι ανά­λο­γο. Αν γρά­ψω για κάτι άλλο, θα πρέ­πει να βρω έναν και­νούρ­γιο συσχε­τι­σμό, ένα είδος αρχής της συνή­χη­σης».

Τι είναι αυτό που περισ­σό­τε­ρο σου αρέ­σει στον Σούλ­τσε; είχα ρωτή­σει τη Γιώ­τα Λαγου­δά­κου, τη μια από τις δύο μετα­φρά­στριές του (η άλλη είναι η Αλε­ξάν­δρα Παύ­λου) στην Ελλά­δα. Οι εκπλή­ξεις που επι­φυ­λάσ­σει στον ανα­γνώ­στη, μου είχε απα­ντή­σει, ενώ περ­πα­τού­σα­με στο Στρά­λεν, μια μικρή γερ­μα­νι­κή πόλη κοντά στα σύνο­ρα με την Ολλαν­δία, όπου είχαν βρε­θεί δεκα­εν­νιά μετα­φρα­στές από όλο τον κόσμο που ήδη μετα­φρά­ζα­νε ή επρό­κει­το να μετα­φρά­σου­νε το Ο Αδάμ και η Εύε­λιν, για να συζη­τή­σουν με τον συγ­γρα­φέα τυχόν απο­ρί­ες. Κατά κάποιον τρό­πο σε προ­δια­θέ­τει, σκέ­φτο­μαι «τώρα θα με πάει εντε­λώς αλλού κι όχι εκεί που φαί­νε­ται να με πηγαί­νει», παρ’ όλα αυτά τελι­κά εκπλήσ­σο­μαι το ίδιο, συνε­χί­ζει η Γιώ­τα.

Σκέ­φτο­μαι ένα από τα διη­γή­μα­τα στο τέλος του μυθι­στο­ρή­μα­τος Και­νούρ­γιες ζωές. Ο Σούλ­τσε γρά­φει για μια σχο­λι­κή εκδρο­μή. Ένα από τα παι­δά­κια είναι πιο ζωη­ρό από τα άλλα. Ο δάσκα­λος του κάνει παρα­τη­ρή­σεις, το παι­δά­κι συνε­χί­ζει να είναι άτα­κτο, ο δάσκα­λος επα­νέρ­χε­ται, απει­λεί ότι θα το τιμω­ρή­σει, το αγό­ρι τίπο­τα, συνε­χί­ζει να είναι απεί­θαρ­χο. Και τότε ο δάσκα­λος, μαζί με τα άλλα παι­δά­κια, απο­φα­σί­ζουν να τιμω­ρή­σουν τον σκαν­δα­λιά­ρη. Και τον τρώ­νε.

Κάποιοι θα σκε­φτού­νε ότι αυτές οι ακραί­ες αφη­γη­μα­τι­κές λύσεις είναι εύκο­λες λύσεις. Πόσο όμως πιο απο­τε­λε­σμα­τι­κά μπο­ρεί ένας συγ­γρα­φέ­ας να περι­γρά­ψει το κλί­μα ολο­κλη­ρω­τι­σμού και ανε­λευ­θε­ρί­ας ενός γρα­φειο­κρα­τι­κού καθε­στώ­τος, το κλί­μα του μικρο­α­στι­κού φθό­νου που μπο­ρεί να τρέ­φει ο γεί­το­νας για τον διπλα­νό του, ο οποί­ος έχει το θάρ­ρος να κατα­πα­τεί νόρ­μες και στοι­χι­σμέ­νες γραμ­μές;

«Αυτό που πλά­θει κανείς με τη φαντα­σία του δεν είναι λιγό­τε­ρο πραγ­μα­τι­κό από ένα ατύ­χη­μα που συμ­βαί­νει στον δρό­μο», λέει στο βιβλίο του 33 στιγ­μές ευτυ­χί­ας ο Σούλ­τσε.

Από την άλλη, τα βιβλία του μοιά­ζουν να καταρ­ρί­πτουν την κλα­σι­κή αντί­λη­ψη ότι λογο­τε­χνία φτιά­χνουν μονά­χα οι συγκρού­σεις. Πάλι στις Και­νούρ­γιες ζωές μια μύγα πάει και κάθε­ται στο μπρά­τσο του ήρωα. Κι αυτός, βλέ­πο­ντας τη μύγα, θυμά­ται μια άλλη μύγα από το παρελ­θόν κι ο νους του ταξι­δεύ­ει προς τα πίσω, σε μια ζωή που έχει χαθεί ανε­πι­στρε­πτί. Καμιά σύγκρου­ση, κανέ­να δρα­μα­τι­κό στοι­χείο. Μόνο μια μύγα.

«Νομί­ζω ότι τελι­κά αυτό είναι λογο­τε­χνία: όταν μια μετα­φο­ρά, μια εικό­να, ένας συσχε­τι­σμός, γεν­νά κάτι το εντε­λώς καθη­με­ρι­νό αλλά που έχει ταυ­τό­χρο­να τη δύνα­μη να ξεπερ­νά τον εαυ­τό του, να δια­σπά, θα λέγα­με, για μια στιγ­μή το αυτο­νό­η­το της καθη­με­ρι­νό­τη­τας. Και τότε, ξαφ­νι­κά, αντι­λαμ­βά­νε­ται κανείς το θαύ­μα της ζωής, πόσο μεγά­λο θαύ­μα είναι ότι ζού­με, ότι ακού­με, βλέ­που­με, γευό­μα­στε, αισθα­νό­μα­στε – πράγ­μα που ούτε καν σκε­φτό­μα­στε στην καθη­με­ρι­νό­τη­τά μας. Νομί­ζω ότι το μόνι­μο θέμα της λογο­τε­χνί­ας είναι αυτή η απο­κά­λυ­ψη: μας δεί­χνει με τα πιο καθη­με­ρι­νά μέσα τι είναι η ζωή μας, σε τι συνί­στα­ται.

»Χαί­ρο­μαι πολύ που ανα­φερ­θή­κα­τε στη συγκε­κρι­μέ­νη ιστο­ρία. Δεν είναι ένα σύντο­μο διή­γη­μα μέσα σε μια συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, αλλά ανή­κει σε ένα επι­στο­λι­κό μυθι­στό­ρη­μα, στις Και­νούρ­γιες ζωές, και δεί­χνει τη συγ­γρα­φι­κή δου­λειά εκεί­νου που έχει γρά­ψει αυτές τις επι­στο­λές. Το σημα­ντι­κό για μένα ήταν να δεί­ξω πώς η γρα­φή γλι­στρά­ει από το χέρι του κεντρι­κού χαρα­κτή­ρα και τον ωθεί να επι­νο­ή­σει κάτι που θυμί­ζει Μπο­νιου­έλ ή, ακό­μα περισ­σό­τε­ρο, Δανι­ήλ Χαρμς, αυτό δηλα­δή το είδος της λογο­τε­χνί­ας του παρα­λό­γου, με τους μοσχο­βί­τες κον­σε­πτουα­λι­στές. Παρου­σιά­ζω, με άλλα λόγια, κάτι που αντι­στοι­χεί στον σοσια­λι­στι­κό ρεα­λι­σμό κι έπει­τα ξαφ­νι­κά ανα­τρέ­πε­ται και γίνε­ται κάτι τελεί­ως δια­φο­ρε­τι­κό, προ­κα­λώ­ντας έτσι ένα σοκ. Στις ιστο­ρί­ες αυτές δεν εμφα­νί­ζο­μαι καθό­λου ως συγ­γρα­φέ­ας, παρά μετα­βι­βά­ζω τη συγ­γρα­φι­κή μου ιδιό­τη­τα σε κάποιον άλλον και κατ’ ουσί­αν γρά­φω από τη δική του σκο­πιά. Κι αυτό ήταν πολύ συναρ­πα­στι­κό για μένα, κάτι το και­νούρ­γιο.

»Πρέ­πει να πω ότι δυσκο­λεύ­ο­μαι να σκε­φτώ με βάση τις γενιές. Αντι­λαμ­βά­νο­μαι τη λογο­τε­χνία με βάση τα μεμο­νω­μέ­να βιβλία και τους μεμο­νω­μέ­νους συγ­γρα­φείς. Και πολύ συχνά συγ­γρα­φείς που είναι μεγα­λύ­τε­ροι από μένα ή που ίσως και να έχουν πεθά­νει, μού είναι πολύ πιο οικεί­οι από τους συγ­γρα­φείς της δικής μου γενιάς. Πιστεύω ότι η λογο­τε­χνία χτί­ζε­ται πάντα πάνω στη λογο­τε­χνία, είτε πρό­κει­ται για συναί­νε­ση είτε για απόρ­ρι­ψη. Για μένα κάθε βιβλίο που δια­βά­ζω και που μου αρέ­σει απο­τε­λεί ουσια­στι­κά ένα ερέ­θι­σμα, το οποίο άλλο­τε εκφρά­ζε­ται άμε­σα στη δική μου γρα­φή και άλλο­τε δεν γίνε­ται καν αντι­λη­πτό. Πραγ­μα­τι­κά όμως, κάθε βιβλίο που μου αρέ­σει απο­τε­λεί ερέ­θι­σμα.

»Η λογο­τε­χνία πρέ­πει να επι­χει­ρεί να εκφρά­σει κάτι που σχε­τί­ζε­ται με έναν συγκε­κρι­μέ­νο τόπο και μια συγκε­κρι­μέ­νη επο­χή. Δυσκο­λεύ­ο­μαι πάντα με τους συγ­γρα­φείς που γρά­φουν για μια επο­χή την οποία δεν έζη­σαν, με κάνει πάντα να νιώ­θω κάπως αμή­χα­να. Ξέρω ότι ένα μεγά­λο μέρος της παγκό­σμιας λογο­τε­χνί­ας ανα­φέ­ρε­ται, θα λέγα­με, σε επο­χές που οι ίδιοι οι συγ­γρα­φείς δεν τις έχουν ζήσει. Θέλω όμως να μαθαί­νω πάντα από τον συγ­γρα­φέα πώς βίω­σε τη συγκε­κρι­μέ­νη επο­χή στον συγκε­κρι­μέ­νο τόπο, για να μπο­ρώ να κάνω συγκρί­σεις. Ανα­ζη­τώ λοι­πόν πάντα συνα­δέλ­φους που έχουν να μου πουν κάτι για το δικό μας σήμε­ρα και το δικό μας τώρα. Το ωραίο είναι ότι δεν είμαι μόνο συγ­γρα­φέ­ας, είμαι πολύ περισ­σό­τε­ρο ανα­γνώ­στης απ’ ό,τι συγ­γρα­φέ­ας, και φυσι­κά ανα­ζη­τώ βιβλία που να μου αρέ­σουν. Είμαι πεπει­σμέ­νος ότι αφη­γού­μα­στε πάντα την ίδια ιστο­ρία αγά­πης και θανά­του, έχο­ντας την ελπί­δα ότι θα μπο­ρέ­σου­με να προ­σθέ­σου­με σ’ αυτήν κάτι από τη δική μας επο­χή. Η δική μου επο­χή θα έλε­γα πως ξεκι­νά από τα τέλη της δεκα­ε­τί­ας του ’60 και φτά­νει μέχρι σήμε­ρα.

»Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, όταν άρχι­ζα να γρά­φω δεν ήξε­ρα ποτέ αν θα βγει κάτι στο τέλος. Όχι, δεν είμαι δυσα­ρε­στη­μέ­νος με τα βιβλία μου, δια­φο­ρε­τι­κά δεν θα τα εξέ­δι­δα. Υπάρ­χει όμως και κάτι που με κάνει να σκέ­φτο­μαι το εξής: Ναι, κάτι βγή­κε· πόσο όμως έχει να κάνει με μένα τον ίδιο; Ξέρω, φυσι­κά, ότι εγώ ο ίδιος το έγρα­ψα, αλλά τη στιγ­μή που έχεις μια ιδέα, τη στιγ­μή που γεν­νάς κάτι το οποίο προη­γου­μέ­νως δεν υπήρ­χε… το πώς τελειώ­νεις μια ιστο­ρία, το πώς τελειώ­νεις ένα μυθι­στό­ρη­μα – όλα αυτά έχουν να κάνουν με μια συγκε­κρι­μέ­νη κατά­στα­ση, με την αυτό­νο­μη κίνη­ση των χαρα­κτή­ρων, έτσι συχνά έχω την αίσθη­ση ότι δεν το έγρα­ψα εγώ, ο Ίνγκο, αλλά κάποιος με τα χαρα­κτη­ρι­στι­κά μου που στο τέλος νιώ­θει τυχε­ρός που τελι­κά τα κατά­φε­ρε. Και η δυσκο­λία είναι πάντα να περά­σεις από το ένα βιβλίο στο άλλο. Κι έχω τη μεγά­λη ελπί­δα ότι σύντο­μα θα μπο­ρέ­σω να περά­σω στο επό­με­νο βιβλίο. Αν θα τα κατα­φέ­ρω όμως ή αν θα πρέ­πει να περι­μέ­νω άλλα τρία χρό­νια, όπως περί­με­να για να μπο­ρέ­σω να γρά­ψω το Ο Αδάμ και η Εύε­λιν, αυτό δεν το ξέρω. Ελπί­ζω όμως ότι θα ακο­λου­θή­σουν μερι­κά βιβλία ακό­μα».

Το επό­με­νο βιβλίο του, η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των Το κινη­τό δεν περί­με­νε τρία χρό­νια για να εκδο­θεί. Όμως οι συγ­γρα­φείς πρέ­πει να νιώ­θουν ανα­σφα­λείς. Όποιος δεν νιώ­θει ανα­σφα­λής δεν είναι συγ­γρα­φέ­ας, είναι απλός πωλη­τής προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νων συναι­σθη­μά­των. Ο Σούλ­τσε δεν φοβά­ται να εκθέ­τει τις ανα­σφά­λειές του, παρό­λο που σήμε­ρα κανέ­νας πλέ­ον δεν αμφι­σβη­τεί αυτό που είχε πει πριν από πολ­λά χρό­νια ο Γκί­ντερ Γκρας, ότι δηλα­δή ο Σούλ­τσε είναι ο σπου­δαιό­τε­ρος Γερ­μα­νός συγ­γρα­φέ­ας της γενιάς του. Κι αυτό συνέ­βη χωρίς ο ίδιος να γίνει μόδα, χωρίς να σαρώ­νει βρα­βεία, χωρίς να κάνει εκπτώ­σεις στα θέμα­τά του, χωρίς να μασά­ει τα λόγια του για τη σημε­ρι­νή ενο­ποι­η­μέ­νη Γερ­μα­νία, και χωρίς βεβαί­ως να γίνει πλού­σιος.

Η συζή­τη­σή μας έγι­νε στο σπί­τι του, σε ένα όχι μεγά­λο δια­μέ­ρι­σμα σε μια ωραία –ακό­μα σχε­τι­κά λαϊ­κή– συνοι­κία του Ανα­το­λι­κού Βερο­λί­νου, όχι μακριά από ένα πάρ­κο του οποί­ου οι λόφοι κτί­στη­καν με τα μπά­ζα των ερει­πί­ων του πολέ­μου κι όχι μακριά από τον εκδο­τι­κό του οίκο, ανα­το­λι­κο­γερ­μα­νι­κής προ­έ­λευ­σης κι αυτός.

«Βιώ­νω την πραγ­μα­τι­κό­τη­τά μας πιστεύ­ο­ντας ότι εμείς, η Γερ­μα­νία, η Ελλά­δα, ολό­κλη­ρη η Δυτι­κή Ευρώ­πη, ζού­με με μια κάποια ασφά­λεια, αλλά κι ότι αυτή η ασφά­λεια στη­ρί­ζε­ται σε μια πολύ λεπτή κρού­στα. Πιστεύω ότι σε όλα αυτά τα πράγ­μα­τα που έζη­σε κατά και­ρούς η ανθρω­πό­τη­τα, σε αυτά δηλα­δή που έζη­σαν με τον εμφύ­λιο στη Γιου­γκο­σλα­βία, σε αυτά που ζήσα­με εμείς με τον εθνι­κο­σο­σια­λι­σμό, σε αυτά που έζη­σαν στη Ρωσία με τον στα­λι­νι­σμό, σε αυτά που ζήσα­τε στην Ελλά­δα με τη δικτα­το­ρία των συνταγ­μα­ταρ­χών, θεω­ρή­θη­καν φυσιο­λο­γι­κά και δίκαια κάποια πράγ­μα­τα που δεν είναι ούτε φυσιο­λο­γι­κά ούτε δίκαια. Γι’ αυτό έχω την εντύ­πω­ση ότι δεν υπάρ­χει καμία πραγ­μα­τι­κή προ­στα­σία, ότι τη δημο­κρα­τία, την κοι­νω­νι­κή δικαιο­σύ­νη, την ευη­με­ρία, πρέ­πει να τις υπε­ρα­σπι­ζό­μα­στε καθη­με­ρι­νά. Με σόκα­ρε κυριο­λε­κτι­κά όταν π.χ., πριν από μερι­κά μόνο χρό­νια, άρχι­σε με αφορ­μή το Ιράκ να συζη­τιέ­ται αν θα πρέ­πει να επι­τρέ­πο­νται τα βασα­νι­στή­ρια. Ήμουν πολύ σοκα­ρι­σμέ­νος, ήταν μια εμπει­ρία που με έκα­νε να σκε­φτώ: Μα πώς είναι δυνα­τόν να συζη­τά­με τέτοια πράγ­μα­τα; Κάποια πράγ­μα­τα υπο­τί­θε­ται ότι είναι αυτο­νό­η­τα και απο­τε­λούν τη βάση της κοι­νω­νί­ας μας. Ύστε­ρα πάλι οι λεγό­με­νοι “προ­λη­πτι­κοί πόλε­μοι”, από τον πόλε­μο στο Κόσο­βο μέχρι τον πόλε­μο στο Ιράκ, σε κάνουν να σκέ­φτε­σαι: Μα τι γίνε­ται εδώ; Ποιος νομι­μο­ποιεί τέτοιες πρά­ξεις; Αλλά και κάποια προ­βλή­μα­τα που έχει σήμε­ρα η Ευρώ­πη και τα οποία σπρώ­χνουν κάποιους ανθρώ­πους να φέρο­νται εγκλη­μα­τι­κά ενώ, υπο­τί­θε­ται, θέλουν να προ­στα­τευ­τούν από την εγκλη­μα­τι­κό­τη­τα. Κοι­τάξ­τε τον τρό­πο με τον οποίο στην Ιτα­λία φέρο­νται σήμε­ρα σους ξένους, κοι­τάξ­τε πώς αντι­με­τω­πί­ζουν στην Ανα­το­λι­κή Ευρώ­πη τους τσιγ­γά­νους… Ιστο­ρί­ες που συμ­βαί­νουν στην καθη­με­ρι­νό­τη­τά μας και που, χωρίς να το αντι­λαμ­βα­νό­μα­στε, γκρε­μί­ζουν πράγ­μα­τα που λέγα­με ότι ήταν πλέ­ον παγιω­μέ­να στις χώρες μας…»