Η τελευ­ταία εικό­να που έχω από τον Άμος Οζ στο κιμπούτς Χούλ­ντα ήταν να φωτο­γρα­φί­ζε­ται μαζί μου μπρο­στά σε ένα σκου­ρια­σμέ­νο τρα­κτέρ, στη­μέ­νο εν είδει μνη­μεί­ου στη μέση ενός κατα­πρά­σι­νου λιβα­διού, πραγ­μα­τι­κό καμά­ρι των ανθρώ­πων που το φρο­ντί­ζουν καθη­με­ρι­νά. Έχει μόλις τελειώ­σει η συνέ­ντευ­ξη, σε λίγα λεπτά ο Οζ θα πάρει το λεω­φο­ρείο που θα τον γυρί­σει στο σπί­τι του, πρώ­τα όμως στη­νό­μα­στε για τη φωτο­γρα­φία, εκεί­νος περ­νά­ει το χέρι του φιλι­κά στον ώμο μου, κοι­τά­ζου­με τον φακό σοβα­ροί αλλά ανα­κου­φι­σμέ­νοι, η δου­λειά μας τελεί­ω­σε, δεν το δεί­χνω, αλλά είμαι συγκι­νη­μέ­νος, ο Οζ είναι ο πρώ­τος συγ­γρα­φέ­ας που δέχτη­κε να ανοί­ξει τον χορό αυτών των εκπο­μπών κι ήταν εξαι­ρε­τι­κός, κάλυ­ψε κάθε κενό της τηλε­ο­πτι­κής απει­ρί­ας μου, και νιώ­θω ότι η ιστο­ρία ξεκί­νη­σε καλά χάρη σ’ αυτόν.

Στο Χούλ­ντα, ο Οζ έζη­σε από το 1954 ως το 1986, όταν λόγω του σοβα­ρού άσθμα­τος του γιου του ο για­τρός υπο­χρέ­ω­σε την οικο­γέ­νεια να κατα­φύ­γει σε κλί­μα ξηρό, δηλα­δή στην έρη­μο, στην πόλη Αράντ, όπου ο συγ­γρα­φέ­ας κατοι­κεί ακό­μα με τη σύζυ­γό του Νίλ­λυ. Η μετα­κό­μι­ση, λέει ο ίδιος, δεν ήταν εύκο­λη: στο Χούλ­ντα ο Οζ έγι­νε αυτό που έγι­νε, στο Χούλ­ντα ερω­τεύ­τη­κε και παντρεύ­τη­κε, εκεί έκα­νε τα παι­διά του, εκεί από­κτη­σε τους πιο καρ­δια­κούς του φίλους. Και ξαφ­νι­κά έπρε­πε να φύγει, να εγκα­τα­λεί­ψει μια κατα­πρά­σι­νη όαση που έφτια­ξαν αυτός και οι άλλοι σύντρο­φοί του στο κιμπούτς –μου δεί­χνει γεμά­τος καμά­ρι μερι­κά δέν­δρα που είχε φυτέ­ψει ο ίδιος πριν από είκο­σι πέντε, τριά­ντα χρό­νια–, για να πάει σε μια πόλη από αυτές που κτί­στη­καν κατ’ εντο­λήν του Μπεν Γκου­ριόν από το τίπο­τα, σε μια έρη­μο δίπλα στην έρη­μο της Ιου­δαί­ας, χιλιό­με­τρα μακριά από το πλη­σιέ­στε­ρο δέν­δρο, χιλιό­με­τρα μακριά από την πλη­σιέ­στε­ρη πηγή, χιλιό­με­τρα μακριά από την πλη­σιέ­στε­ρη πόλη. (Κατα­πλη­κτι­κές οι ασπρό­μαυ­ρες, ιστο­ρι­κές φωτο­γρα­φί­ες που δεί­χνουν τη μετα­μόρ­φω­ση αυτού του χέρ­σου κομ­μα­τιού γης σε πόλη, με τους άντρες και τις γυναί­κες και τα παι­διά να κτί­ζουν με το ίδιο πεί­σμα που πρέ­πει να είχαν και οι πρώ­τοι άποι­κοι των Ηνω­μέ­νων Πολι­τειών. Ο Γκου­ριόν, πιστός στις αρι­στε­ρές κατα­βο­λές του, δεν ήθε­λε να πάρει εδά­φη των Παλαι­στι­νί­ων, ήθε­λε να κτί­σει τις πόλεις του λαού του στην έρη­μο, στη γη του κανε­νός, κι ο ίδιος έδω­σε το παρά­δειγ­μα, πήγε να ζήσει σε ένα μικρό κιμπούτς μέσα στην έρη­μο, σε ένα σπι­τά­κι που δεν θύμι­ζε με τίπο­τα πρω­θυ­πουρ­γι­κή κατοι­κία, ένα μικρό τριά­ρι, καθι­στι­κό, δωμά­τιο της γυναί­κας του, βιβλιο­θή­κη. Ο ίδιος κοι­μό­ταν στον διά­δρο­μο, προ­τι­μού­σε να έχει το δικό του δωμά­τιο γεμά­το βιβλία και προ­το­μές αρχαί­ων Ελλή­νων φιλο­σό­φων και τρα­γι­κών.)

Η λέξη κιμπούτς, μας εξη­γεί ο Οζ, είναι συνώ­νυ­μο των λέξε­ων συντρο­φι­κό­τη­τα, κοι­νω­νία. Με την επι­θε­τι­κή πολι­τι­κή των τελευ­ταί­ων δεκα­ε­τιών του Ισρα­ήλ, τεί­νου­με να ξεχά­σου­με ότι αυτό το κρά­τος αλλιώς δημιουρ­γή­θη­κε, με άλλες προ­δια­γρα­φές και άλλες προσ­δο­κί­ες, και ότι τα κιμπούτς ήταν ουσια­στι­κά η πρώ­τη εφαρ­μο­γή των σοσια­λι­στι­κών ιδε­ών για μια νέα συλ­λο­γι­κό­τη­τα σε όλο τον κόσμο. Στο κιμπούτς κατέ­φυ­γε ο Οζ όταν ακό­μα ονο­μα­ζό­ταν Άμος Κλά­ουσ­νερ και ήταν δεκα­πέ­ντε χρο­νών. Δυό­μι­σι χρό­νια πριν, η μητέ­ρα του είχε αυτο­κτο­νή­σει και από τότε είχε χαθεί κάθε ισορ­ρο­πία ανά­με­σα στους δύο άρρε­νες, ανά­με­σα στον πατέ­ρα και τον δωδε­κά­χρο­νο γιο του. Κατά πάσα πιθα­νό­τη­τα ο γιος επέρ­ρι­πτε την ευθύ­νη της μητρι­κής απο­νε­νοη­μέ­νης πρά­ξης στον πατέ­ρα, ο οποί­ος πρέ­πει να ήταν εξαι­ρε­τι­κά γοη­τευ­τι­κός και ευαί­σθη­τος στα θέλ­γη­τρα του γυναι­κεί­ου φύλου. Η σύγκρου­ση ανα­πό­φευ­κτη. Μόλις νιώ­θει ικα­νός να φύγει από το σπί­τι ο νεα­ρός Άμος παρου­σιά­ζε­ται στο κιμπούτς Χούλ­ντα και ζητά­ει να γίνει μέλος της κοι­νό­τη­τας. Μαθαί­νει να δου­λεύ­ει το τρα­κτέρ, αλλά­ζει το όνο­μά του (Οζ στα εβραϊ­κά σημαί­νει θάρ­ρος, δύνα­μη, απο­φα­σι­στι­κό­τη­τα) και κρυ­φά τη νύχτα αρχί­ζει να γρά­φει τα πρώ­τα του κεί­με­να, ποι­ή­μα­τα κυρί­ως αλλά και κάποια μικρά διη­γή­μα­τα.

Πριν βγά­λου­με την τελευ­ταία ανα­μνη­στι­κή φωτο­γρα­φία μπρο­στά στο σκου­ρια­σμέ­νο τρα­κτέρ της εισό­δου και φύγου­με, ο Οζ μας πηγαί­νει στην αίθου­σα υπο­δο­χής του κιμπούτς, που είναι ταυ­τό­χρο­να, ακό­μα σήμε­ρα, αίθου­σα τελε­τών, ψυχα­γω­γί­ας και δια­σκέ­δα­σης. Εκεί, ξέμε­νε μέχρις αργά ο νεα­ρός Οζ και έγρα­φε κρυ­φά, μην τον πάρουν είδη­ση και αρχί­σουν τα πει­ράγ­μα­τα και οι κρι­τι­κές. Λίγο πριν μας είχε δεί­ξει και το παλιό του σπί­τι, εκεί όπου έμε­νε, μέχρι την ανα­χώ­ρη­σή του από το κιμπούτς, με τη γυναί­κα του και τα παι­διά του. Είναι ένα μικρό ισό­γειο ξύλι­νο σπί­τι με υπό­στε­γο, τελευ­ταίο μιας σει­ράς από άλλα πανο­μοιό­τυ­πα και εξί­σου χει­ρο­ποί­η­τα κτί­σμα­τα, όμοιο με το σπί­τι κάποιων παλιών του φίλων, που έμα­θαν ότι θα ερχό­μα­σταν και μας περί­με­ναν. Εκεί­νος, παλιά, ήταν ο ταμί­ας του κιμπούτς, εκεί­νη δασκά­λα. Μέλη της οικο­γέ­νειάς μου, δηλώ­νει μεγα­λό­φω­να ο Οζ, και μοιά­ζει πραγ­μα­τι­κά συγκι­νη­μέ­νος. Το σπί­τι μού φέρ­νει ξαφ­νι­κά στο νου κάποια παλιά αρι­στε­ρά σπί­τια που έβρι­σκες και στην Αθή­να τη δεκα­ε­τία του ’60: φτη­νά έπι­πλα, βιβλία τοπο­θε­τη­μέ­να άναρ­χα όπου υπήρ­χε λίγος χώρος, σου­βε­νίρ από κάποια λαϊ­κή δημο­κρα­τία. Κέντρο του σπι­τιού το μεγά­λο τετρά­γω­νο τρα­πέ­ζι, καλυμ­μέ­νο με φτη­νό εμπρι­μέ βελού­δο. Καθό­μα­στε, το ηλι­κιω­μέ­νο ζευ­γά­ρι είναι πολύ φιλό­ξε­νο, πιά­νου­με την πολι­τι­κή συζή­τη­ση (οι δεξιές κυβερ­νή­σεις δυσφη­μούν το Ισρα­ήλ, αυτοί με άλλα όνει­ρα ξεκί­νη­σαν να κτί­ζουν αυτό το κρά­τος, λέει εκεί­νη φανε­ρώ­νο­ντας ένα αγω­νι­στι­κό παρελ­θόν και μια πικρία όμοια με αυτή εκα­τομ­μυ­ρί­ων αρι­στε­ρών της γενιάς της στις τέσ­σε­ρις γωνιές της γης) κι ύστε­ρα, όπως ήταν φυσι­κό, έρχο­νται οι ανα­μνή­σεις.

Όταν δημο­σί­ευ­σε μετά πολ­λών επαί­νων τα πρώ­τα του κεί­με­να σε μια δυο εφη­με­ρί­δες, ο νεα­ρός Οζ πήγε στη Γραμ­μα­τεία του κιμπούτς και ζήτη­σε να εξαι­ρε­θεί από τη σκλη­ρή χει­ρω­να­κτι­κή δου­λειά μια φορά την εβδο­μά­δα για να μπο­ρέ­σει να συνε­χί­σει και να βελ­τιώ­σει τα γρα­ψί­μα­τά του. Δεν ήταν εύκο­λη η από­φα­ση. Όποιος δεν δού­λευε, δεν έτρω­γε και δεν είχε θέση στο κιμπούτς. Πώς να εξαι­ρε­θεί ο Οζ, έστω για μια μέρα; Το θέμα πέρα­σε στη γενι­κή συνέ­λευ­ση, όπου έγι­νε και η σχε­τι­κή ψηφο­φο­ρία. Εντά­ξει, αφού τόσο σοβα­ρές εφη­με­ρί­δες δημο­σί­ευ­σαν κεί­με­νά του σημαί­νει πως κάτι αξί­ζει, ας του δοθεί ένα από­γευ­μα ελεύ­θε­ρο για να γρά­φει. Η από­φα­ση είναι ομό­φω­νη. Όταν εκδί­δε­ται το πρώ­το του βιβλίο, ο Οζ ζήτη­σε να αφή­νει το τρα­κτέρ για δύο μέρες. Το δέχτη­καν. Ύστε­ρα, όταν με το βιβλίο του Ο Μιχα­έλ μου άρχι­σε να γίνε­ται γνω­στός συγ­γρα­φέ­ας σε όλο τον κόσμο, και τα χρή­μα­τα συνέρ­ρε­αν άφθο­να στο ταμείο του κιμπούτς, ο ταμί­ας έκα­νε τους υπο­λο­γι­σμούς του, βρή­κε ότι τα βιβλία ήταν πολύ πιο απο­δο­τι­κά από το τρα­κτέρ και τότε απο­φά­σι­σαν να του δώσουν όλη την εβδο­μά­δα για γρά­ψι­μο. Πρό­τει­ναν, μάλι­στα, να του δώσουν και δύο βοη­θούς ώστε να γρά­φει περισ­σό­τε­ρο!

Το σπί­τι του στο Αράντ δεν έχει καμιά σχέ­ση με αυτό που στη Δύση θεω­ρού­με πολυ­τέ­λεια – και πάλι μου θύμι­σε, από την πρώ­τη φορά που το είχα επι­σκε­φτεί, τα ελλη­νι­κά σπί­τια των αρι­στε­ρών δια­νο­ού­με­νων της δεκα­ε­τί­ας του ’60 και του ’70. Έχει ένα σαλό­νι-κου­ζί­να που βλέ­πει σε έναν μικρο­σκο­πι­κό κήπο. Κατε­βαί­νο­ντας μια μικρή σκά­λα, βρί­σκε­σαι στο γρα­φείο του συγ­γρα­φέα, ανε­βαί­νο­ντας μερι­κά άλλα σκα­λιά βρί­σκε­σαι στα δύο υπνο­δω­μά­τια του σπι­τιού. Ο κήπος είναι το καμά­ρι του Οζ. Κι επει­δή ο κάθε κάτοι­κος του Αράντ μπο­ρεί να κατα­να­λώ­σει συγκε­κρι­μέ­νη ποσό­τη­τα νερού, η οικο­γέ­νεια το έχει πάρει από­φα­ση ότι θα πλη­ρώ­νει συνε­χώς πρό­στι­μα. Ο Οζ όμως θέλει να γρά­φει και να βλέ­πει πρά­σι­νο, κι είναι το πρώ­το πράγ­μα που θα σου δεί­ξει από το σπί­τι – πριν ακό­μα κι από το γρα­φείο του, ένα κανο­νι­κό δωμά­τιο, ούτε μεγά­λο ούτε μικρό γεμά­το, γύρω γύρω με βιβλία.

Πάνω στο τρα­πέ­ζι του γρα­φεί­ου του μία μόνο φωτο­γρα­φία: ο ίδιος μικρό παι­δί, ο πατέ­ρας, η μητέ­ρα.

Είχα απο­φα­σί­σει ότι θα ξεκι­νού­σα­με τις εκπο­μπές με δύο συγ­γρα­φείς που γνώ­ρι­ζα και προ­σω­πι­κά: τον Αντό­νιο Ταμπού­κι και τον Άμος Οζ. Άνθρω­ποι και οι δύο που έχουν εύκο­λο τον λόγο, άνθρω­ποι που θα συγ­χω­ρού­σαν το οποιο­δή­πο­τε πιθα­νό λάθος, άνθρω­ποι εξαι­ρε­τι­κά θερ­μοί ως χαρα­κτή­ρες που θα έσπευ­δαν να δώσουν ό,τι τους ζητού­σες. Άνθρω­ποι, με λίγα λόγια, που με έκα­ναν να νιώ­θω πιο ασφα­λής στο ξεκί­νη­μα αυτής της σει­ράς, η οποία έπρε­πε να βρει τον βημα­τι­σμό της πέρα από κάθε σχε­δια­σμό επί χάρ­του.

Τόσο ο ένας όσο και ο άλλος αφιέ­ρω­σαν τρεις ολό­κλη­ρες μέρες από τη ζωή τους στα γυρί­σμα­τα της εκπο­μπής. Αν προ­σθέ­σου­με και δύο άλλες μέρες γυρι­σμά­των στην Ελλά­δα, μία στη Βέροια και μία στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, ο Οζ αφιέ­ρω­σε συνο­λι­κά πέντε μέρες.

Η περι­διά­βα­ση από το Αράντ ως το κιμπούτς Χούλ­ντα είχε μια πρώ­τη στά­ση στα ερεί­πια του Τελ Αράντ (μια ακρό­πο­λη που κτί­στη­κε πάνω σ’ έναν υπο­τυ­πώ­δη λόφο, όπως λένε, στα χρό­νια του Σολο­μώ­ντα), μια δεύ­τε­ρη στά­ση στην έρη­μο της Ιου­δαί­ας, σε ένα τοπίο που έχει μια άγρια ομορ­φιά και σου δίνει την αίσθη­ση της απε­ρα­ντο­σύ­νης, κι ύστε­ρα συνε­χί­στη­κε στην Ιερου­σα­λήμ, σε ανα­ζή­τη­ση αυτού του «μικρού υπο­βρύ­χιου που ήταν γεμά­το με βιβλία γραμ­μέ­να σε δεκα­έ­ξι γλώσ­σες», όσες δηλα­δή διά­βα­ζε ο πατέ­ρας του. Ένα μικρό ισό­γειο σπι­τά­κι των δύο δωμα­τί­ων, κτι­σμέ­νο με την γκρί­ζα γυα­λι­στε­ρή πέτρα της Ιερου­σα­λήμ σε μια συνοι­κία που κάπο­τε ήταν γεμά­τη πρό­σφυ­γες από την Ευρώ­πη, και τώρα κατοι­κεί­ται σχε­δόν απο­κλει­στι­κά από ορθό­δο­ξους Εβραί­ους. Είναι το σκη­νι­κό του βιβλί­ου του Ιστο­ρία αγά­πης και σκό­τους, το μέρος στο οποίο αυτο­κτό­νη­σε η μάνα και συνέ­χι­σε να ζει ο πατέ­ρας. Τελευ­ταία στά­ση πριν από το κιμπούτς το Τελ Αβίβ, η πόλη που, σε αντί­θε­ση με την Ιερου­σα­λήμ, συγκε­ντρώ­νει το πιο σύγ­χρο­νο και το πιο προ­ο­δευ­τι­κό Ισρα­ήλ. Εκεί, σε ένα μικρό δια­μέ­ρι­σμα, σε έναν χαμη­λό ουρα­νο­ξύ­στη, ο Οζ έρχε­ται για να δει τα παι­διά και τα εγγό­νια του. Παρό­λο που το πόδι του κου­τσαί­νει, ανέ­βη­κε για χάρη μας βου­νά, ακό­μα και μέσα στα σκο­τά­δια, απαρ­νή­θη­κε τον μεση­με­ρια­νό του ύπνο και μίλη­σε συνε­χώς για πολ­λές ώρες.

Ο Άμος Οζ είναι ένας εξαι­ρε­τι­κός ομι­λη­τής. Όπως όλοι οι πολύ καλοί συγ­γρα­φείς, έχει μια άψο­γα οργα­νω­μέ­νη σκέ­ψη, και κάποια λεκτι­κά σχή­μα­τα τα οποία έρχο­νται κι επα­νέρ­χο­νται και απο­τε­λούν τμή­μα της πολι­τι­σμι­κής του απο­σκευ­ής. Θα έλε­γε κανείς –το ίδιο παρα­τη­ρώ και σε άλλους συγ­γρα­φείς, π.χ. στον Ταμπού­κι– ότι πριν εμφα­νι­στεί δημό­σια είτε για να μιλή­σει για την ειρή­νη στη Μέση Ανα­το­λή, είτε για να παρου­σιά­σει ένα βιβλίο του, έχει μελε­τή­σει τις φρά­σεις-κλει­διά που θα πει και που θα τον βοη­θή­σουν να ξετυ­λί­ξει τη σκέ­ψη του.

Ο Άμος Οζ είναι ένας γοη­τευ­τι­κός ομι­λη­τής. Ανή­κο­ντας χρό­νια σε μια μειο­ψη­φία που βάλ­λε­ται από παντού (όλοι όσοι έχουν σκύ­ψει πάνω από το μπερ­δε­μέ­νο αυτό κου­βά­ρι που λέγε­ται Μέση Ανα­το­λή ξέρουν ότι οι προ­ο­δευ­τι­κοί Ισραη­λι­νοί συγ­γρα­φείς –με προ­ε­ξάρ­χου­σα την «αγία τριά­δα», όπως απο­κα­λούν, τους Οζ, Γεο­σούα και Γκρό­σμαν– βάλ­λο­νται τόσο από τους δεξιούς εθνι­κι­στές συμπα­τριώ­τες τους, όσο και από τους ακραί­ους Παλαι­στί­νιους της Χαμάς, που τους θεω­ρούν, ακρι­βώς επει­δή είναι ειρη­νι­στές, «χει­ρό­τε­ρους» και «πιο επι­κίν­δυ­νους» από το επί­ση­μο και σφό­δρα επι­θε­τι­κό προς τους Παλαι­στί­νιους Ισρα­ήλ…), μοιά­ζει να έχει ανα­πτύ­ξει έναν ήρε­μο τρό­πο να εκθέ­τει τα επι­χει­ρή­μα­τά του, με τα οποία πεί­θει, αργά ή γρή­γο­ρα, το κοι­νό ή τους συνο­μι­λη­τές του. Ο Οζ λέει πράγ­μα­τα που δεν χαϊ­δεύ­ουν τα αυτιά των άλλων, όμως δεν γίνε­ται προ­κλη­τι­κός, δεν θέλει να σε πεί­σει, θέλει να πει­στείς μόνος σου από τα λεγό­με­νά του. Αν το Ισρα­ήλ ήταν ένα δια­φο­ρε­τι­κό κρά­τος, θα έπρε­πε, αντί να επι­τί­θε­ται στον Οζ, να τον έχει ως τον υπ’ αριθ­μόν ένα πρε­σβευ­τή του στο εξω­τε­ρι­κό.

Ο Άμος Οζ είναι ένας έντο­να πολι­τι­κο­ποι­η­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας ο οποί­ος όμως δια­χω­ρί­ζει το λογο­τε­χνι­κό κεί­με­νο από το πολι­τι­κό μανι­φέ­στο. Στην εκπο­μπή είπε κάτι που επα­νέ­λα­βε σε μια ομι­λία του στο Πανε­πι­στή­μιο της Θεσ­σα­λο­νί­κης: ότι έχει δύο στι­λό πάνω στο γρα­φείο του, ένα μπλε και ένα μαύ­ρο. Με το μπλε γρά­φει τα λογο­τε­χνι­κά του έργα, με το μαύ­ρο τα πολι­τι­κά του άρθρα. Τον δια­χω­ρι­σμό αυτόν, που με εντυ­πω­σί­α­σε από την πρώ­τη στιγ­μή που τον άκου­σα, τον χρη­σι­μο­ποί­η­σα, με τη μορ­φή ερω­τή­μα­τος, σε αρκε­τές άλλες συνε­ντεύ­ξεις, με άλλους συγ­γρα­φείς, χωρίς όμως να έχω πάντα εξί­σου ενδια­φέ­ρου­σες απα­ντή­σεις.

Βεβαί­ως αυτό δεν σημαί­νει ότι η πολι­τι­κή και η ιστο­ρία λεί­πουν από τα μυθι­στο­ρή­μα­τά του. Το αντί­θε­το, υπάρ­χουν παντού. Ήδη από το Ο Μιχα­έλ μου (1968), το βιβλίο που τον έκα­νε διά­ση­μο σε όλο τον κόσμο, οι δύο ερω­τευ­μέ­νοι πρω­τα­γω­νι­στές κινού­νται σε μια Ιερου­σα­λήμ που βρί­σκε­ται σε εμπό­λε­μη κατά­στα­ση, λίγο πριν από την κρί­ση του Σου­έζ. Στην Τέλεια γαλή­νη (1982) η έννοια της γαλή­νης ακού­γε­ται ειρω­νι­κά σε ένα περι­βάλ­λον, σε μια χώρα, όπου τίπο­τα δεν μπο­ρεί να είναι γαλή­νιο και ήρε­μο, αφού τα «υπαρ­ξια­κά» προ­βλή­μα­τα του Ισρα­ήλ είναι άμε­σα συνυ­φα­σμέ­να με τα υπαρ­ξια­κά προ­βλή­μα­τα των ηρώ­ων του μυθι­στο­ρή­μα­τος. Στο Μαύ­ρο κου­τί (1987), παρό­τι δια­βά­ζου­με την ιστο­ρία ενός οδυ­νη­ρού δια­ζύ­γιου, το μυα­λό μας δεν μπο­ρεί να ξεφύ­γει από το γεγο­νός ότι όλα συμ­βαί­νουν μετά από έναν ακό­μα πόλε­μο, τον πόλε­μο του Πομ Κιπούρ. Και στο Φίμα (1991) ο πρω­τα­γω­νι­στής σκέ­φτε­ται να επι­σκε­φτεί τον πρω­θυ­πουρ­γό της χώρας και να τον ρωτή­σει: «Και, στο κάτω κάτω της γρα­φής, τι το κακό έχει ένας συμ­βι­βα­σμός, κύριε Σαμίρ; Η κάθε πλευ­ρά παίρ­νει ένα μόνο μέρος εκεί­νου που πιστεύ­ει πως της αξί­ζει, αλλά ο εφιάλ­της θα έχει πια τελειώ­σει». Στο Νύχτα στο Τελ Κένταρ (1994) η πολι­τι­κή είναι παρού­σα σε κάθε συζή­τη­ση που γίνε­ται στη μικρή πόλη, σε κάθε δελ­τίο ειδή­σε­ων που ακού­ει συνε­χώς ο πρω­τα­γω­νι­στής. Όσο για το Ιστο­ρία αγά­πης και σκό­τους(2002), το αρι­στούρ­γη­μα του Οζ, δεν υπάρ­χει σελί­δα που να μην είναι βου­τηγ­μέ­νη στην υγρα­σία της ίδρυ­σης του κρά­τους του Ισρα­ήλ. Διό­τι δεν υπάρ­χει προ­σω­πι­κό (η ιστο­ρία της μάνας του και του πατέ­ρα του, που ήρθαν από την Πολω­νία στην άνυ­δρη Παλαι­στί­νη, αλλά το μυα­λό τους έμει­νε για πάντα εκεί, στις βρο­χές και στην κουλ­τού­ρα της Ευρώ­πης) χωρίς το πολι­τι­κό. Και δεν υπάρ­χει πολι­τι­κό που να μην εξαρ­τά­ται και από το προ­σω­πι­κό. Ο Οζ ανή­κει σ’ εκεί­νες τις γενιές που έκα­ναν βίω­μά τους το αξί­ω­μα αυτό.

«Όταν ήμουν μικρό παι­δί στη δεκα­ε­τία του ’40, στην Ιερου­σα­λήμ, η ζωή ήταν εξαι­ρε­τι­κά αβέ­βαιη. Κυκλο­φο­ρού­σαν φήμες ότι στην Ευρώ­πη σχε­δια­ζό­ταν η σφα­γή όλων των Εβραί­ων, και ότι το ίδιο θα γινό­ταν και στο Ισρα­ήλ, ότι οι Άρα­βες δεν θα άφη­ναν Εβραίο ζωντα­νό. Ήμουν μικρό παι­δί, δεν κατα­λά­βαι­να πολ­λά πράγ­μα­τα, όμως οι φήμες αυτές μου δημιουρ­γού­σαν ανα­σφά­λεια, φοβό­μουν ότι μπο­ρεί να μη μεγά­λω­να ποτέ, να μην ενη­λι­κιω­νό­μου­να ποτέ. Κι έβλε­πα γύρω μου βου­νά τα βιβλία του πατέ­ρα μου, αυτά δεν θα τα πεί­ρα­ζε κανείς σκε­φτό­μουν, κι έτσι ήθε­λα να γίνω βιβλίο. Δεν σκε­φτό­μου­να να γίνω συγ­γρα­φέ­ας, όχι, σκε­φτό­μουν να γίνω βιβλίο.

»Όχι, δεν πιστεύω αυτό που λέγε­ται, ότι ένας συγ­γρα­φέ­ας μπο­ρεί να ζήσει για πάντα. Ίσως λίγο περισ­σό­τε­ρο από τους άλλους, άντε το πολύ μια δια­κο­σα­ριά χρό­νια. Η έκφρα­ση “για πάντα” είναι πολύ βαριά ακό­μα και για τον Σαίξ­πηρ, πόσο μάλ­λον για συγ­γρα­φείς σαν κι εμέ­να. Βέβαια, όταν γρά­φω τα βιβλία μου, ο νους μου πηγαί­νει καμιά φορά στους ανθρώ­πους που δεν έχουν ακό­μα γεν­νη­θεί. Σκέ­φτο­μαι ποια άρα­γε γνώ­μη θα έχουν για μας, αν τύχει να μας δια­βά­σουν. Αν θα μας αγα­πή­σουν ή αν θα μας αντι­με­τω­πί­σουν ως τους από­λυ­τους ηλί­θιους.

»Τι σημαί­νει για μένα συγ­γρα­φέ­ας; Κατά τη γνώ­μη μου δεν έχει μεγά­λη δια­φο­ρά από το να είσαι ένας προ­φο­ρι­κός αφη­γη­τής ιστο­ριών. Ακό­μα και σήμε­ρα μου αρέ­σει να κάθο­μαι με κόσμο και να αφη­γού­μαι ιστο­ρί­ες. Αυτό είναι κάτι που το έκα­να από μικρό παι­δί, το χρη­σι­μο­ποί­η­σα μάλι­στα πολ­λές φορές για να εντυ­πω­σιά­σω τις κοπέ­λες, αφού δεν μπο­ρού­σα να τις εντυ­πω­σιά­σω με το παρου­σια­στι­κό μου. Το γρά­ψι­μο είναι περί­που η ίδια δια­δι­κα­σία αλλά με μεγα­λύ­τε­ρο κοι­νό. Ουσια­στι­κά ξεκι­νώ πάντα από εκεί­νο το κλα­σι­κό “μια φορά κι έναν και­ρό” κι ύστε­ρα προ­σθέ­τω, ανά­λο­γα την περί­πτω­ση, “ήταν ένας άντρας, μια γυναί­κα, μια έρη­μος, ένα σπί­τι…”

»Πρέ­πει να τρα­βή­ξου­με μια γραμ­μή ανά­με­σα στην αυτο­βιο­γρα­φία και την εξο­μο­λό­γη­ση. Εγώ δεν γρά­φω εξο­μο­λο­γή­σεις, εγώ επι­νοώ. Οτι­δή­πο­τε όμως επι­νοώ είναι, κατά κάποιον τρό­πο, αυτο­βιο­γρα­φι­κό. Ακό­μα κι αν γρά­ψω μια ερω­τι­κή ιστο­ρία, ας πού­με ανά­με­σα στη Μητέ­ρα Τερέ­ζα και τον Τζορτζ Μπους, θα είναι κι αυτή αυτο­βιο­γρα­φι­κή. Οτι­δή­πο­τε μπο­ρώ να επι­νο­ή­σω προ­έρ­χε­ται πάντα από τις εμπει­ρί­ες μου.

»Πιστεύω ότι είμαι ένας “οικο­γε­νεια­κός” (domestic) συγ­γρα­φέ­ας. Βρί­σκω ότι η οικο­γέ­νεια είναι ο πιο μυστή­ριος, ο πιο παρά­δο­ξος, ο πιο σου­ρε­α­λι­στι­κός, ο πιο τρα­γι­κο­κω­μι­κός θεσμός που υπάρ­χει στη ζωή μας. Για μένα η οικο­γέ­νεια, η δική μου και των άλλων, είναι η πηγή από όπου αντλώ τα θέμα­τά μου. Βεβαί­ως, όταν λέμε οικο­γέ­νεια πρέ­πει να συμπε­ρι­λά­βου­με και όλες τις πολι­τι­κές και κοι­νω­νι­κές της παρα­μέ­τρους, το ιστο­ρι­κό φόντο στο οποίο αυτή κινεί­ται. Ιδιαί­τε­ρα στο Ισρα­ήλ, όπου η Ιστο­ρία απο­τε­λεί ανα­πό­σπα­στο τμή­μα της καθη­με­ρι­νό­τη­τας της κάθε οικο­γέ­νειας».

Θα είχε γίνει συγ­γρα­φέ­ας αν δεν είχε αυτο­κτο­νή­σει η μάνα του, κι αν η πρά­ξη της αυτή δεν τον πετύ­χαι­νε σε τόσο ευαί­σθη­τη ηλι­κία; Ναι, απα­ντά, θα είχε γίνει. Η αυτο­κτο­νία έπαι­ξε ρόλο στο είδος του συγ­γρα­φέα που έγι­νε, θα συμπλη­ρώ­σει.

(Πάλι αυτοί οι υπέ­ρο­χοι αφο­ρι­σμοί του Οζ. «Αν μου ζητή­σεις να σου περι­γρά­ψω με μια λέξη γύρω από τι στρέ­φο­νται τα βιβλία μου, θα σου απα­ντή­σω: Την οικο­γέ­νεια. Αν μου ζητή­σεις να κάνω το ίδιο με δυο λέξεις, θα σου απα­ντή­σω: Τη δυστυ­χι­σμέ­νη οικο­γέ­νεια. Κι αν μου ζητή­σεις με τρεις λέξεις, θα σου ζητή­σω με τη σει­ρά μου να δια­βά­σεις τα βιβλία μου».)

Ο Οζ είναι το είδος του συγ­γρα­φέα που έχει πλή­ρη επί­γνω­ση της διε­θνούς του φήμης, και την εκμε­ταλ­λεύ­ε­ται για να προ­ω­θή­σει τις ιδέ­ες του για την ειρή­νευ­ση της Μέσης Ανα­το­λής. Δεν την έχει όμως ανά­γκη στην καθη­με­ρι­νό­τη­τά του. Όταν περ­πα­τά στους δρό­μους του Αράντ (είπα­με: μια αδιά­φο­ρη επαρ­χια­κή πόλη που μοιά­ζει να μην ξέφυ­γε ποτέ από το σχε­δια­στή­ριο του πολε­ο­δό­μου που τη σχε­δί­α­σε), κανέ­νας δεν φαί­νε­ται να τον ανα­γνω­ρί­ζει, ή και αν ακό­μα τον ανα­γνω­ρί­ζει, κανέ­νας δεν αισθά­νε­ται την ανά­γκη να του κάνει ιδιαί­τε­ρες χαρές ή τσι­ρι­μό­νιες. Δεν μοιά­ζουν καν να εντυ­πω­σιά­ζο­νται από την κάμε­ρα που τον ακο­λου­θεί. «Δεν μου συμπε­ρι­φέ­ρο­νται σαν να είμαι διά­ση­μος συγ­γρα­φέ­ας, κι αυτό μου αρέ­σει». Η παλιά πιο­νέ­ρι­κη αντί­λη­ψη όπου όλοι, διά­ση­μοι και άση­μοι, είναι ίσοι; Ο κυνι­σμός ενός λαού που έχει να στρέ­ψει αλλού την προ­σο­χή του; Η αντι­πά­θεια στις ειρη­νι­στι­κές του αντι­λή­ψεις; Ίσως όλα αυτά μαζί, ίσως απλώς το γεγο­νός ότι συνή­θι­σαν να τον βλέ­πουν σε αυτή τη μικρή πόλη, όπως συνή­θι­σαν να βλέ­πουν τα παι­δά­κια να τρέ­χουν πάνω κάτω στην πλα­κό­στρω­τη κεντρι­κή πλα­τεία με το σου­περ­μάρ­κετ και τα παγκά­κια.

Τρώ­με σε ένα αμε­ρι­κά­νι­κου ύφους μπαρ-εστια­τό­ριο. Είναι το μονα­δι­κό εστια­τό­ριο του Αράντ. Στους τοί­χους αθλη­τι­κές σημαί­ες από όλο τον κόσμο. Τηλε­ο­ρά­σεις σε κάθε γωνία μετα­δί­δουν ποδο­σφαι­ρι­κούς αγώ­νες. Το φαγη­τό χάμπουρ­γκερ και κάποιοι αρα­βι­κοί μεζέ­δες. Το ενδια­φέ­ρον δεν το συγκε­ντρώ­νει ο Οζ, το ενδια­φέ­ρον το συγκε­ντρώ­νουν οι Έλλη­νες που έκα­ναν την εμφά­νι­σή τους σε αυτή την ερη­μιά που δεν βλέ­πει ποτέ κανέ­ναν του­ρί­στα. Πανα­θη­ναϊ­κός, Ολυ­μπια­κός. Τα γνω­στά. Ο Οζ χαμο­γε­λά, το δια­σκε­δά­ζει.

«Δεν ξεκι­νώ ποτέ ένα μυθι­στό­ρη­μα βασι­σμέ­νος σε κάποια ιδέα. Ξεκι­νώ πάντα από τους χαρα­κτή­ρες. Τους ακούω στο κεφά­λι μου. Μου μιλά­νε και τους μιλώ. Για αρκε­τό και­ρό δεν γρά­φω τίπο­τα. Ύστε­ρα αρχί­ζω να τους βλέ­πω: πώς ντύ­νο­νται, ποιος φορά­ει γυα­λιά, ποιος είναι κοντός και ποιος ψηλός. Και συλ­λέ­γω τις στιγ­μές που συγκρού­ο­νται μετα­ξύ τους. Η σύγκρου­ση αυτή θα απο­τε­λέ­σει το κου­κού­τσι της πλο­κής του βιβλί­ου».

Η λογο­τε­χνία του Οζ είναι μια λογο­τε­χνία που δεν αγα­πά­ει τον ελι­τι­σμό (κανέ­να, άλλω­στε, βιβλίο του δεν είναι δύσβα­το στην ανά­γνω­σή του, εκτός ίσως από το Η ίδια θάλασ­σα (1999), ένα σχε­δόν πει­ρα­μα­τι­κό μυθι­στό­ρη­μα που δανεί­ζε­ται από την ποί­η­ση τη φόρ­μα και την αίσθη­ση, και που δεν είχε απο­γό­νους στο μετέ­πει­τα έργο του). Ακό­μα και το δοκί­μιό του Η αρχή της ιστο­ρί­ας (1996) που ανα­λύ­ει τις αρχές μιας σει­ράς λογο­τε­χνι­κών έργων για να βρει ποιο μπο­ρεί να είναι το πιο πετυ­χη­μέ­νο ξεκί­νη­μα ενός βιβλί­ου, είναι προ­σι­τό στους πάντες, ακό­μα και σε αυτούς που δεν έχουν καλές σχέ­σεις με τη λογο­τε­χνία.

«Μια λευ­κή σελί­δα είναι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ένας ασβε­στω­μέ­νος τοί­χος χωρίς πόρ­τα και παρά­θυ­ρο. Το να ξεκι­νή­σεις μια ιστο­ρία είναι σαν να προ­σπα­θείς να πιά­σεις κου­βέ­ντα σε ένα εστια­τό­ριο με κάποιον που σου είναι τελεί­ως άγνω­στος. Θυμά­στε τον Γκού­ροφ του Τσέ­χοφ στην Κυρία με το σκυ­λά­κι; Ο Γκού­ροφ γνέ­φει στο σκυ­λά­κι κου­νώ­ντας το δάχτυ­λό του πάνω κάτω, μέχρι που η κυρία λέει κοκ­κι­νί­ζο­ντας “Δεν δαγκώ­νει”, οπό­τε ο Γκού­ροφ ζητά­ει την άδειά της να δώσει στον σκύ­λο ένα κόκα­λο. Τόσο ο Γκού­ροφ όσο κι ο Τσέ­χοφ έχουν τώρα στη διά­θε­σή τους από κάπου να πια­στούν για να προ­χω­ρή­σουν· το φλερτ αρχί­ζει και η ιστο­ρία απο­γειώ­νε­ται. Το ξεκί­νη­μα σχε­δόν κάθε ιστο­ρί­ας είναι, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ένα κόκα­λο, κάτι για να καλο­πιά­σεις τον σκύ­λο, γεγο­νός που μπο­ρεί να σε φέρει πιο κοντά στην κυρία».

Το 2001 ο Άμος Οζ είχε έρθει στην Αθή­να με την ευκαι­ρία της έκδο­σης του μυθι­στο­ρή­μα­τος Η ίδια θάλασ­σα. Ένα μέρος του χρό­νου του το αφιέ­ρω­σε στην παρου­σί­α­ση του βιβλί­ου, τον υπό­λοι­πο σε πολι­τι­κές ομι­λί­ες. Ήταν η επο­χή που μερι­κοί από εμάς ανα­κα­λύ­πτα­με με σχε­τι­κή έκπλη­ξη δύο πράγ­μα­τα: 1) ότι υπήρ­χαν και «καλοί» Ισραη­λι­νοί, όπως υπήρ­χαν και «κακοί» Παλαι­στί­νιοι, «κακοί» με την έννοια ότι ήθε­λαν να διαιω­νί­ζε­ται ο πόλε­μος και απέρ­ρι­πταν ασυ­ζη­τη­τί οποια­δή­πο­τε συμ­φω­νία ή δια­πραγ­μά­τευ­ση για ενδε­χό­με­νη συμ­φω­νία, και 2) ότι υπήρ­χε ένα δυνα­τό κίνη­μα μετα­ξύ των Ισραη­λι­νών δια­νο­ού­με­νων που πάλευε για την ειρή­νη και την ανα­γνώ­ρι­ση ενός αυτό­νο­μου παλαι­στι­νια­κού κρά­τους, προ­κα­λώ­ντας το μίσος των εθνι­κι­στών και φανα­τι­κών Ισραη­λι­νών, μίσος που μπο­ρεί να συγκρι­θεί μονά­χα με εκεί­νο το μετεμ­φυ­λια­κό μίσος που έτρε­φαν πολ­λοί Έλλη­νες «πατριώ­τες» ενα­ντί­ον της Αρι­στε­ράς, στις δεκα­ε­τί­ες του ’50 και του ’60.

Ο Οζ ήταν ο άνθρω­πος που μπο­ρού­σε να συμπυ­κνώ­νει καλύ­τε­ρα τις θέσεις αυτού του κόσμου (το ίδιο έκα­ναν και οι άλλοι δύο περί­φη­μοι Ισραη­λι­νοί συγ­γρα­φείς, ο Γεο­σούα και ο Γκρό­σμαν, μόνο που ο πρώ­τος θυμώ­νει εύκο­λα και δεν έχει τη ρητο­ρι­κή δει­νό­τη­τα του Οζ, ενώ ο δεύ­τε­ρος, νεό­τε­ρος σε ηλι­κία, χρεια­ζό­ταν ακό­μα λίγο χρό­νο για να επι­βά­λει το κύρος που τον περι­βάλ­λει σήμε­ρα). Ο Οζ, μέλος σήμε­ρα ενός μικρού αρι­στε­ρού κόμ­μα­τος, κατά και­ρούς είχε δεχτεί πιέ­σεις από φίλους να ασχο­λη­θεί πιο ενερ­γά με την πολι­τι­κή. Δεν το έκα­νε ποτέ. Πιο πολι­τι­κός όμως από πολ­λούς πολι­τι­κούς, ο Οζ είναι ο άνθρω­πος που με τις ομι­λί­ες του σε όλο τον κόσμο και τα πολι­τι­κά δοκί­μιά του, εξή­γη­σε όσο κανείς το σύν­θε­το πρό­βλη­μα της Παλαι­στί­νης. Και νομί­ζω ότι ήταν τότε, στις ομι­λί­ες του στην Αθή­να και τη Θεσ­σα­λο­νί­κη το 2001, που άκου­σα για πρώ­τη φορά την περί­φη­μη εικό­να που επι­νό­η­σε ο Οζ για να εξη­γή­σει τις θέσεις του: οι Ισραη­λι­νοί και οι Παλαι­στί­νιοι πρέ­πει να κτί­σουν από ένα σπι­τά­κι, να μπού­νε μέσα και να κλει­δώ­σουν ο καθέ­νας την πόρ­τα του. Πολύ πιθα­νό, τα πρώ­τα χρό­νια μετα­ξύ τους να μην υπάρ­χουν σχέ­σεις καλής γει­το­νί­ας. Δεν πει­ρά­ζει. Ύστε­ρα, όταν περά­σουν κάποια χρό­νια και ξεχα­στούν ορι­σμέ­να πράγ­μα­τα, θα μπο­ρέ­σουν να γίνουν καλοί γεί­το­νες και, ποιος ξέρει;, ίσως και καλοί φίλοι.

Σε ομι­λία του, στο Πανε­πι­στή­μιο της Θεσ­σα­λο­νί­κης, τον Μάρ­τιο του 2006 (από­σπα­σμά της υπάρ­χει και στην ται­νία), ο Οζ θα προ­χω­ρή­σει παρα­πέ­ρα: «Η σύγκρου­ση Ισραη­λι­νών και Παλαι­στι­νί­ων είναι μια σύγκρου­ση του δίκαιου με το δίκαιο. Έχουν και οι δύο πλευ­ρές το δικό τους δίκιο. Οι Παλαι­στί­νιοι ζουν εδώ επει­δή αυτή είναι η πατρί­δα τους. Και οι Ισραη­λι­νοί αγω­νί­ζο­νται να ζήσουν εδώ για­τί αυτή είναι η μόνη πατρί­δα που τους έχει επι­τρα­πεί να έχουν».

Με φόντο την Ιερου­σα­λήμ, στην ται­νία, θα ανα­φερ­θεί στο θέμα του φανα­τι­σμού (θέμα στο οποίο αφιέ­ρω­σε κι ένα βιβλια­ρά­κι με τίτλο Κατά του φανα­τι­σμού. Τρία κεί­με­να που αντι­δρούν στην παγκό­σμια ρητο­ρεία, με πρό­λο­γο της Ναντίν Γκόρ­ντι­μερ): «Το βασι­κό πρό­βλη­μα του 21ου αιώ­να θα είναι ο φανα­τι­σμός. Ο φανα­τι­σμός έχει σχέ­ση με το γεγο­νός ότι είμα­στε συνε­χώς και από­λυ­τα πεπει­σμέ­νοι ότι οφεί­λου­με να αλλά­ξου­με τον άλλον. Ο φανα­τι­κός είναι πάντα αλτρουι­στής: θέλει να σε αλλά­ξει, ακό­μα κι αν εσύ δεν το θέλεις. Κι αν δεν σε σώσει, σε σκο­τώ­νει για το καλό σου, επει­δή θεω­ρεί ότι σε αγα­πά­ει…»

Η λύση δεν βρί­σκε­ται στον φανα­τι­σμό, βρί­σκε­ται στην κατα­νό­η­ση της αξί­ας του συμ­βι­βα­σμού. Νομί­ζω ότι από τον και­ρό του Ενρί­κο Μπερ­λιν­γκου­έρ και του περί­φη­μου Ιστο­ρι­κού Συμ­βι­βα­σμού, δεν άκου­σα ποτέ άλλο άνθρω­πο να μη φοβά­ται να εκθειά­ζει μια έννοια που στην Ελλά­δα (αλλά και στο Ισρα­ήλ και σε δεκά­δες άλλες χώρες και πολι­τι­σμούς) ακού­γε­ται σχε­δόν ως ύβρις. «Ο συμ­βι­βα­σμός είναι ζωή. Το αντί­θε­το του συμ­βι­βα­σμού είναι ο φανα­τι­σμός και ο θάνα­τος. Συμ­βι­βα­σμός σημαί­νει να βρεις μια λύση η οποία δεν θα κάνει καμιά πλευ­ρά ευτυ­χή, αλλά θα επι­τρέ­ψει και στις δύο πλευ­ρές να ζήσουν».

Ο ειρη­νι­στής Οζ πολέ­μη­σε σε δύο πολέ­μους. Οι ανα­φο­ρές του για τον πόλε­μο είναι από τα πιο ωραία πράγ­μα­τα που ακού­γο­νται στην ται­νία. «Πολέ­μη­σα σε δύο πολέ­μους, επει­δή με ανά­γκα­σαν να το κάνω, επει­δή έπρε­πε να υπε­ρα­σπι­στώ τη γυναί­κα και τα παι­διά μου. Αρνού­μαι όμως να πολε­μή­σω για οτι­δή­πο­τε άλλο, για παρα­πά­νω εδά­φη του Ισρα­ήλ, για τους Άγιους Τόπους, για τα εθνι­κά συμ­φέ­ρο­ντα. Δεν θα ξεχά­σω ποτέ την εμπει­ρία του πολέ­μου, διό­τι σε μετα­μορ­φώ­νει σε κάτι που δεν είσαι. Βλέ­πεις ται­νί­ες για τον πόλε­μο, δια­βά­ζεις βιβλία για μάχες, ακούς ιστο­ρί­ες για το πεδίο της μάχης, αλλά δεν μπο­ρείς να φαντα­στείς την μπό­χα του πολέ­μου. Η πιο δυνα­τή μου ανά­μνη­ση είναι αυτή, η μπό­χα από καμέ­νο μέταλ­λο, από καμέ­να λάστι­χα, από καμέ­να ανθρώ­πι­να σώμα­τα. Ακό­μα και σήμε­ρα ξυπνώ συχνά τις νύχτες από εφιάλ­τες που έχουν τη βάση τους στη μύτη μου, στα ρου­θού­νια μου. Τώρα ξέρω ότι ο πόλε­μος βρο­μά­ει. Όχι μετα­φο­ρι­κά, αλλά αλη­θι­νά».

Όταν τον Οκτώ­βριο του 2006 πηγαί­νου­με στο Ισρα­ήλ για να ολο­κλη­ρώ­σου­με την ται­νία του Οζ που είχα­με ξεκι­νή­σει με γυρί­σμα­τα στην Έδεσ­σα, τη Βερ­γί­να και τη Θεσ­σα­λο­νί­κη, είχε γίνει μια ακό­μα επέμ­βα­ση του ισραη­λι­νού στρα­τού στο νότιο Λίβα­νο. Η αντί­δρα­ση των τριών συγ­γρα­φέ­ων, εκεί­νη τη φορά, δεν ήταν από την αρχή κατα­δι­κα­στι­κή, πράγ­μα που είχε δώσει την ευκαι­ρία σε όσους εξα­κο­λου­θού­σαν να είναι δύσπι­στοι απέ­να­ντί τους, να επα­να­λά­βουν ότι ήταν, κι αυτοί, λύκοι με προ­βιά προ­βά­του. Οι τρεις υπε­ρα­σπί­στη­καν τον εαυ­τό τους λέγο­ντας ότι η επι­θε­τι­κή δύνα­μη σε εκεί­νη την περί­πτω­ση δεν ήταν το Ισρα­ήλ αλλά η Χεζ­μπο­λάχ. Βεβαί­ως, μια ή δυο εβδο­μά­δες αργό­τε­ρα, σε νέα ανα­κοί­νω­σή τους, οι τρεις είχαν καταγ­γεί­λει αυτό που πήγαι­νε να εξε­λι­χθεί σε νέο πόλε­μο κατη­γο­ρώ­ντας την ισραη­λι­νή κυβέρ­νη­ση ότι είχε αρπά­ξει την ευκαι­ρία για να μετα­τρέ­ψει έναν αμυ­ντι­κό πόλε­μο σε επι­θε­τι­κό.

(Η ειρω­νεία της Ιστο­ρί­ας –«η Ιστο­ρία είναι μια πόρ­νη», έχει πολ­λές φορές πει ο Οζ– είναι ότι σε εκεί­νη την περί­πτω­ση, τη μόνη που οι τρεις υπο­στή­ρι­ξαν κατά κάποιον τρό­πο μια πολε­μι­κή πρά­ξη, ο γιος του Ντά­βιντ Γκρό­σμαν σκο­τώ­θη­κε στη μάχη, λίγες μέρες πριν γίνει πολί­της. Τη δεύ­τε­ρη μέρα του πέν­θους οι δύο, ο Γεο­σούα και ο Οζ, πήγαν να επι­σκε­φτούν τον απα­ρη­γό­ρη­το φίλο τους. Τον βρή­καν σε κακά χάλια, να ανα­ρω­τιέ­ται πώς θα συνε­χί­σει να ζει, πώς θα συνε­χί­σει να γρά­φει. Την απά­ντη­ση, διη­γεί­ται σήμε­ρα ο Γκρό­σμαν, του την έδω­σε ο Οζ. «Συνε­χί­ζο­ντας το βιβλίο που έχεις ήδη ξεκι­νή­σει. Αυτό θα σε κρα­τή­σει στη ζωή». Το βιβλίο αυτό, πράγ­μα­τι, κρά­τη­σε στη ζωή τον Γκρό­σμαν. Κι όταν εκδό­θη­κε, σε όλο τον κόσμο αντι­με­τω­πί­στη­κε ως το αρι­στούρ­γη­μά του. Είναι το Στο τέλος της γης.)

Τον Οζ τον ήξε­ρα πια αρκε­τά χρό­νια, είχα­με συζη­τή­σει πολ­λές φορές για χιλιά­δες πράγ­μα­τα σε διά­φο­ρα μέρη του κόσμου, κι όμως είχα μια αγω­νία για το πώς θα αντι­δρού­σε στο εύλο­γο ερώ­τη­μά μου, «μα καλά όλα αυτά, αλλά υπάρ­χουν καλοί και κακοί πόλε­μοι;». Τα γυρί­σμα­τα γινό­ντου­σαν σ’ ένα λόφο δίπλα στο όρος των Ελαιών, ήταν μεση­μέ­ρι, έκα­νε ζέστη, και οι του­ρί­στες μπλέ­κο­νταν διαρ­κώς στα πόδια μας και τα κινη­τά τους χτυ­πού­σαν συνε­χώς. Δεν ήταν ό,τι καλύ­τε­ρο για μια δύσκο­λη ερώ­τη­ση.

Η αίσθη­ση που μου έδω­σε ο Οζ ήταν ότι την περί­με­νε, ότι την είχε ξανά απα­ντή­σει σε άλλους και στον εαυ­τό του. «Δεν υπάρ­χουν καλοί και κακοί πόλε­μοι, υπάρ­χουν όμως πόλε­μοι επι­θε­τι­κοί και πόλε­μοι αμυ­ντι­κοί. Κι επει­δή δεν ανή­κω σε αυτούς που πιστεύ­ουν το Make love not war, διό­τι αν είχαν όλοι αυτή την άπο­ψη ο Χίτλερ θα είχε θριαμ­βεύ­σει, σου λέω ότι το μόνο που κατά τη γνώ­μη μου δικαιο­λο­γεί έναν πόλε­μο, είναι η ανα­χαί­τι­ση της επι­θε­τι­κό­τη­τας του άλλου. Κι εδώ υπήρ­χε η επι­θε­τι­κό­τη­τα της Χεζ­μπο­λάχ. Μόλις όμως κατα­λά­βα­με ότι ο ισραη­λι­νός στρα­τός έγι­νε από αμυ­νό­με­νος επι­θε­τι­κός, το καταγ­γεί­λα­με αμέ­σως».

Όταν ο σκη­νο­θέ­της Στέ­λιος Χαρα­λα­μπό­που­λος ζήτη­σε να πάμε να κάνου­με γυρί­σμα­τα στο Μου­σείο του Ολο­καυ­τώ­μα­τος, ο Οζ αντέ­δρα­σε. «Το έργο μου δεν έχει σχέ­ση με το Ολο­καύ­τω­μα, έχει σχέ­ση με το σύγ­χρο­νο Ισρα­ήλ, με τους Παλαι­στί­νιους», είπε την αντίρ­ρη­σή του. Ο Χαρα­λα­μπό­που­λος όμως επέ­με­νε, και ο Οζ υπο­χώ­ρη­σε. «Δεν θα μιλή­σω όμως για το Ολο­καύ­τω­μα», πρό­σθε­σε. Κι αυτό έγι­νε. Στά­θη­κε μπρο­στά σε έναν τοί­χο πάνω στον οποίο προ­βάλ­λο­νταν εικό­νες από παλιές εβραϊ­κές συνοι­κί­ες χωρών της Ευρώ­πης, μοντα­ρι­σμέ­νες με εικό­νες από τη σύλ­λη­ψη και μετα­φο­ρά Εβραί­ων στα στρα­τό­πε­δα συγκέ­ντρω­σης. Τον κοί­τα­ζα, ήταν ο τέλειος επαγ­γελ­μα­τί­ας συγ­γρα­φέ­ας που ξέρει καλά το παι­χνί­δι της προ­βο­λής, ακό­μα κι όταν ανα­γκά­ζε­ται να κάνει κάτι με το οποίο δεν συμ­φω­νεί από­λυ­τα.

Λίγους μήνες πριν, μπαί­νο­ντας στην παλιά ανα­και­νι­σμέ­νη συνα­γω­γή της συνοι­κί­ας Μπαρ­μπού­τα στην Έδεσ­σα, ήταν πραγ­μα­τι­κά συγκι­νη­μέ­νος. Μολο­νό­τι οι πρό­γο­νοί του δεν είχαν καμιά σχέ­ση με τους Έλλη­νες Εβραί­ους, η συνα­γω­γή έμοια­ζε με τις παλιές συνα­γω­γές της υπό­λοι­πης Ευρώ­πης, έμοια­ζε με τις συνα­γω­γές στις οποί­ες πήγαι­ναν οι παπ­πού­δες του στην Πολω­νία και την Ουκρα­νία.

Συγκι­νη­μέ­νος ήταν κι όταν κάνα­με κάποια γυρί­σμα­τα στο λιμά­νι της Θεσ­σα­λο­νί­κης, την πόλη που υπήρ­ξε από τις πρω­τεύ­ου­σες του ευρω­παϊ­κού εβραϊ­σμού. Εξο­μο­λο­γεί­ται ότι, όταν ήταν μικρός, οι Θεσ­σα­λο­νι­κείς κατοι­κού­σαν στο μυα­λό του περί­που ως μυθι­κοί ήρω­ες: ρωμα­λέ­οι, ωραί­οι, γλεν­τζέ­δες, ικα­νοί να χτί­σουν στο άψε σβή­σε ένα μεγά­λο λιμά­νι σαν αυτό της Χάι­φας. Και αυτή η γοη­τεία που του ασκού­σαν οι Έλλη­νες ερχό­ταν σε σύγκρου­ση με αυτό που του δίδα­σκε ένας καθη­γη­τής στο σχο­λείο και που μοιά­ζει ειρω­νι­κή παραλ­λα­γή ενός άλλου γνω­στού γνω­μι­κού: «Φοβού τη σοφία των Ελλή­νων, είναι γεμά­τη άνθη αλλά χωρίς καρ­πούς».

Όμως όλα αυτά αφο­ρούν ένα παρελ­θόν που έχει ορι­στι­κά χαθεί. Και αυτό που κυρί­ως απα­σχο­λεί τον Οζ είναι το μέλ­λον. Και στο θέμα αυτό, πίσω από το χαμο­γε­λα­στό πρό­σω­πο κρύ­βε­ται ένας απο­φα­σι­στι­κός άνθρω­πος. Πώς κλεί­νει το αμε­τά­φρα­στο ακό­μα στην Ελλά­δα βιβλίο του Σκη­νές από τη ζωή ενός χωριού (2009); Πρό­χει­ρη η μετά­φρα­ση: «Ο γερο-νεκρο­θά­φτης είπε: Πολ­λή κου­βέ­ντα γίνε­ται. Ο ήλιος έχει πια σηκω­θεί, ο λευ­κός άνθρω­πος που ήταν εδώ ή που νομί­ζα­με ότι ήταν εδώ εξα­φα­νί­στη­κε πίσω από τον βάλ­το, οι πολ­λές κου­βέ­ντες δεν χρη­σι­μεύ­ουν σε τίπο­τα, αρχί­ζει μια άλλη ζεστή μέρα και πρέ­πει να πάμε να δου­λέ­ψου­με. Όποιος μπο­ρεί να δου­λέ­ψει, να δου­λέ­ψει, να κου­ρα­στεί και να σωπά­σει. Όποιος δεν αντέ­χει άλλο, τον παρα­κα­λώ να έχει την αξιο­πρέ­πεια να πεθά­νει. Τίπο­τε άλλο».

Με τον Άμος Οζ στο κιμπούτς Χούλ­ντα
(φωτό Δημή­τρης Κορ­δε­λάς)