Από­σπα­σμα από το βιβλίο του Ανταί­ου Χρυ­σο­στο­μί­δη Οι κεραί­ες της επο­χής μου

Τον Οκτώ­βριο του 2004, στην Έκθε­ση της Φραν­κφούρ­της, η Αγγλί­δα ατζέ­ντισ­σα προ­σπα­θού­σε να με πεί­σει να αγο­ρά­σω ένα γκέι μυθι­στό­ρη­μα που είχε βρε­θεί στη βρα­χεία λίστα των βρα­βεί­ων Μπού­κερ της χρο­νιάς. «Θέλω να είμαι ειλι­κρι­νής μαζί σου», μου είχε πει, «λόγω θέμα­τος δεν υπάρ­χει περί­πτω­ση να κερ­δί­σει το βρα­βείο. Όμως πρό­κει­ται για το καλύ­τε­ρο αγγλι­κό μυθι­στό­ρη­μα της τελευ­ταί­ας δεκα­ε­τί­ας». Εκτί­μη­σα την ειλι­κρί­νειά της, πεί­στη­κα ότι ήταν πράγ­μα­τι ένα πολύ καλό μυθι­στό­ρη­μα που, πέρα από το έντο­να ομο­φυ­λο­φι­λι­κό στοι­χείο του, σκια­γρα­φού­σε με ειρω­νεία την Αγγλία της Θάτσερ, και συμ­φώ­νη­σα να το πάρω.

Λίγες μέρες αργό­τε­ρα, προς έκπλη­ξη όλων, η επι­τρο­πή εκεί­νης της χρο­νιάς του συνή­θως συντη­ρη­τι­κού Μπού­κερ, ξεπέ­ρα­σε τον εαυ­τό της και βρά­βευ­σε τη Γραμ­μή της ομορ­φιάς, προ­τεί­νο­ντας έτσι στο πλα­τύ κοι­νό ένα μυθι­στό­ρη­μα με τολ­μη­ρές ομο­φυ­λο­φι­λι­κές σκη­νές. Μια μικρή επα­νά­στα­ση: η χώρα που είχε φυλα­κί­σει τον Όσκαρ Ουάιλντ έδει­χνε να ξεπερ­νά ακό­μα κι αυτό, το τελευ­ταίο ίσως μεγά­λο ταμπού. Γρή­γο­ρα Η γραμ­μή της ομορ­φιάς άρχι­σε να που­λά­ει χιλιά­δες αντί­τυ­πα, και λίγο και­ρό αργό­τε­ρα το BBC ανα­κοί­νω­νε ότι θα έκα­νε μια τηλε­ο­πτι­κή δια­σκευή του μυθι­στο­ρή­μα­τος. Ο Άλαν Χόλιν­γκ­χερστ, ο ομο­φυ­λό­φι­λος μυθι­στο­ριο­γρά­φος που δεν έκρυ­βε την αγά­πη του για τον Χέν­ρι Τζέιμς και του οποί­ου τα μυθι­στο­ρή­μα­τα δεν είχαν καμιά σχέ­ση με αυτά της γκέι υπο­κουλ­τού­ρας, μπο­ρού­σε πλέ­ον να θεω­ρη­θεί ένας ανα­γνω­ρι­σμέ­νος συγ­γρα­φέ­ας.

Ένα χρό­νο αργό­τε­ρα, τον Δεκέμ­βριο του 2005, ο Χόλιν­γκ­χερστ ήρθε να παρου­σιά­σει το βιβλίο του στην Αθή­να προ­σκε­κλη­μέ­νος των Εκδό­σε­ων Καστα­νιώ­τη. Η αίθου­σα ήταν γεμά­τη, το κοι­νό ετε­ρό­κλη­το, οι διά­δρο­μοι γεμά­τοι ορθί­ους, ο Από­στο­λος Δοξιά­δης πολύ καλός στην παρου­σί­α­σή του. Κι όταν ήρθε η σει­ρά του, ο Χόλιν­γκ­χερστ κατά­φε­ρε να εξη­γή­σει την αντι­δογ­μα­τι­κή προ­σω­πι­κή στά­ση ενός συγ­γρα­φέα που δηλώ­νει γκέι, γρά­φει για γκέι θέμα­τα, αλλά δεν θέλει σε καμιά περί­πτω­ση η λογο­τε­χνία του να αντι­με­τω­πί­ζε­ται ως μια λογο­τε­χνία περι­θω­ρί­ου, ως μια λογο­τε­χνία που πρέ­πει να δια­βά­ζε­ται μόνο από ομο­φυ­λό­φι­λους ανα­γνώ­στες.

Την επό­με­νη μέρα τον συνό­δευ­σα στον Πολύ­χρω­μο πλα­νή­τη, το μονα­δι­κό γκέι βιβλιο­πω­λείο της Αθή­νας. Εκεί αυτο­σχε­δί­α­σε μια μικρή ομι­λία, απά­ντη­σε σε μερι­κές ερω­τή­σεις και υπέ­γρα­ψε κάποια βιβλία. Τον παρα­τη­ρού­σα και σκε­φτό­μου­να ότι τίπο­τα στο σχε­δόν ντρο­πα­λό, συγκρα­τη­μέ­νο ύφος του δεν προ­ε­τοι­μά­ζει για τις τολ­μη­ρές ερω­τι­κές σκη­νές που έχει στα βιβλία του, για το ψωνι­στή­ρι στα δημό­σια ουρη­τή­ρια, για τα νυχτε­ρι­νά αγκα­λιά­σμα­τα στα πάρ­κα, για τα πάρ­τι με ομα­δι­κό σεξ και ναρ­κω­τι­κά. Να μια περί­πτω­ση, κατέ­λη­ξα, στην οποία –ίσως– τα φαι­νό­με­να πράγ­μα­τι απα­τούν.

Η ίδια αίσθη­ση τρία χρό­νια αργό­τε­ρα στο σπί­τι του στο Σάουθ Χιλ της συνοι­κί­ας Χάμ­στεντ. Μένει σε ένα τριώ­ρο­φο κτί­ριο του τέλους του 19ου αιώ­να, από αυτά που συνα­ντάς συνε­χώς στο Λον­δί­νο. Του ανή­κουν μόνο οι δύο πάνω όρο­φοι, όχι το ισό­γειο. Όταν τον επι­σκε­φτή­κα­με, μόλις είχε τελειώ­σει την ανα­καί­νι­ση – κάποιοι, μάλι­στα, κου­βά­δες με χρώ­μα ήταν ακό­μα παρα­τη­μέ­νοι σε μια δυο γωνί­ες. Η περιέρ­γεια που ο Χόλιν­γκ­χερστ μου είχε προ­κα­λέ­σει στην Αθή­να, και που εν μέρει θα μπο­ρού­σε να απα­ντη­θεί κοι­τά­ζο­ντας τη δια­κό­σμη­ση του σπι­τιού του (το σπί­τι μας, ως γνω­στόν, είμα­στε εμείς), θα έμε­νε απλή περιέρ­γεια. Άδειοι λευ­κοί τοί­χοι, ελά­χι­στα έπι­πλα, βιβλία. Πάνω στο τζά­κι μερι­κές καρτ ποστάλ από έργα τέχνης απο­τε­λούν το μονα­δι­κό δια­κο­σμη­τι­κό στοι­χείο. Δυο μεγά­λα παρά­θυ­ρα βλέ­πουν στο πάρ­κο του Χάμ­στεντ. «Μετά το Μπού­κερ θα μπο­ρού­σα να πάρω ένα μεγα­λύ­τε­ρο σπί­τι, αλλά μου αρέ­σει αυτό εδώ», είπε κάποια στιγ­μή ενώ έφτια­χνε καφέ­δες στη μικρή κου­ζί­να, από την άλλη μεριά της εσω­τε­ρι­κής ξύλι­νης σκά­λας.

Δεν ήταν εύκο­λο να κανο­νί­σω το ραντε­βού μαζί του. Στην αρχή δεν ήθε­λε, είχε δώσει αρκε­τές συνε­ντεύ­ξεις τον τελευ­ταίο και­ρό, δεν είχε τίπο­τα το και­νούρ­γιο να πει, βρι­σκό­ταν σε μια περί­ερ­γη φάση, είχε αρχί­σει να γρά­φει ένα νέο μυθι­στό­ρη­μα που τον δυσκό­λευε, άλλω­στε δεν ήθε­λε πια να αντι­με­τω­πί­ζουν την ομο­φυ­λο­φι­λία του ως κάτι αξιο­πε­ρί­ερ­γο, δεν ήθε­λε να τον ρωτά­νε συνε­χώς και να απα­ντά­ει μόνο γι’ αυτό το θέμα. Επέ­με­να. Το ελλη­νι­κό κοι­νό δεν τον ήξε­ρε, στην Ελλά­δα δεν είχε δώσει πολ­λές συνε­ντεύ­ξεις, άρα δεν υπήρ­χε ο φόβος επα­να­λή­ψε­ων, επι­πλέ­ον ετοι­μα­ζό­ταν η νέα μετά­φρα­ση του μυθι­στο­ρή­μα­τός του Η βιβλιο­θή­κη της πισί­νας και μια συνέ­ντευ­ξη θα βοη­θού­σε, κι ο ίδιος θα απα­ντού­σε σε όποια ερώ­τη­ση ήθε­λε αυτός, δεν θα επι­κε­ντρώ­να­με την κου­βέ­ντα μας στην ομο­φυ­λο­φι­λία, αν ο ίδιος δεν ήθε­λε.

Ενώ πηγαί­να­με στο Χάμ­στεντ, η Μικέ­λα ανα­ρω­τιό­ταν –δικαί­ως– πώς άρα­γε θα τα κατα­φέ­ρου­με να μιλή­σου­με για τα βιβλία του χωρίς να ανα­φερ­θού­με στο θέμα της ομο­φυ­λο­φι­λί­ας. Άσε τον ίδιο να το χει­ρι­στεί όπως θέλει, της απά­ντη­σα· αργά ή γρή­γο­ρα, τι θα κάνει; θα πάει μόνος του εκεί. Και είχα δίκιο. Τίπο­τα στην κου­βέ­ντα που ακο­λού­θη­σε δεν φανέ­ρω­νε τους προη­γού­με­νους δισταγ­μούς του. Ήταν πρό­θυ­μος να απα­ντή­σει σε όλες τις ερω­τή­σεις, να φάει μαζί μας παρέα με τις κάμε­ρες, να περ­πα­τή­σει στη συνοι­κία του. Και το σπου­δαιό­τε­ρο: δέχτη­κε να πάμε μαζί του την επό­με­νη μέρα στο Ντόρ­σετ, στο παλιό του σχο­λείο, το περί­φη­μο Κάν­φορντ, στην ετή­σια συνά­ντη­ση με τους παλιούς συμ­μα­θη­τές του. Έτσι θα τους εντυ­πω­σιά­σω, είπε μετα­ξύ σοβα­ρού και αστεί­ου.

Άρχι­σε να γρά­φει στα δεκα­τρία του. Ποι­ή­μα­τα. Είναι ακό­μα μαθη­τής του γυμνα­σί­ου όταν αρχί­ζει να δοκι­μά­ζει τον εαυ­τό του και στο μυθι­στό­ρη­μα. Έχει δύο τρία στα σκα­ριά, δεν τελειώ­νει κανέ­να.

«Κανείς από την οικο­γέ­νειά μου, πριν από μένα, δεν είχε πάει στο πανε­πι­στή­μιο. Γι’ αυτό, από την αρχή, η οικο­γέ­νειά μου είχε βάλει στό­χο να σπου­δά­σω. Επτά χρο­νών με έστει­λαν στο οικο­τρο­φείο. Έκλαι­γα γοε­ρά για μια εβδο­μά­δα, ύστε­ρα όμως απο­φά­σι­σα ότι δεν ήταν τόσο άσκη­μα. Είχα βρε­θεί για πρώ­τη φορά –ήμουν μονα­χο­παί­δι– σε ένα κόσμο γεμά­το συντρο­φιές και ενδια­φέ­ρο­ντα που δεν είχα στο σπί­τι. Ήμουν, τελι­κά, τυχε­ρός για­τί το σχο­λείο ήταν πραγ­μα­τι­κά καλό. Κι ύστε­ρα στο κολέ­γιο, στο Κάν­φορντ, είχα καθη­γη­τές που μου άνοι­ξαν τα μάτια, με έσπρω­ξαν να ανα­κα­λύ­ψω τη λογο­τε­χνία, τη ζωγρα­φι­κή, την αρχι­τε­κτο­νι­κή. Για μένα οι άνθρω­ποι αυτοί έγι­ναν σύμ­βο­λα ενός αντι­συμ­βα­τι­κού κόσμου, έγι­ναν πόλοι έλξης».

Σε έναν κόσμο εφή­βων όπου ο πιο δυνα­τός και ο πιο καβγα­τζής γίνε­ται συνή­θως ο αρχη­γός, ο έφη­βος Άλαν έχει τον δικό του τρό­πο να επη­ρε­ά­ζει τους συμ­μα­θη­τές του. Μια φορά, μάλι­στα, τον καλεί στο γρα­φείο του ο διευ­θυ­ντής ο οποί­ος τον παρα­κα­λεί να χρη­σι­μο­ποι­ή­σει την επιρ­ροή του αυτή «σωστά». Το γεγο­νός κολά­κε­ψε, βεβαί­ως, τον νεα­ρό Χόλιν­γκ­χερστ.

Το Κάν­φορντ είναι ένα κολέ­γιο όπως φαντα­ζό­μα­στε τα κολέ­για, τα καλά αγγλι­κά κολέ­για. Κτί­σμα­τα σε νεο­γοτ­θι­κό ύφος, τερά­στια οργα­νω­μέ­να λιβά­δια, σιντρι­βά­νια, χαλι­κό­στρω­τα μονο­πά­τια, γήπε­δα για κρί­κετ. Τα αγό­ρια φορούν τουίντ σακά­κι και γρα­βά­τα, τα κορί­τσια μπλε που­λό­βερ και καρό φού­στες. Τον και­ρό του Χόλιν­γκ­χερστ το κολέ­γιο είχε μόνο αγό­ρια. Ένα κτί­ριο χρη­σι­μο­ποιεί­ται ως κοι­τώ­νας, ένα άλλο (το πιο παλιό και το πιο ωραίο) φιλο­ξε­νεί τα γρα­φεία της διοί­κη­σης και το εστια­τό­ριο, ένα τρί­το λει­τουρ­γεί ως τόπος δια­μο­νής των καθη­γη­τών. Στα υπό­λοι­πα στε­γά­ζο­νται οι διά­φο­ρες αίθου­σες και τα ανα­γνω­στή­ρια. Σε ένα άλλο κτί­ριο, μοντέρ­νο αυτό, ένα μεγά­λο auditorium.

Εκεί συγκε­ντρώ­νο­νται οι παλιοί συμ­μα­θη­τές, όλοι μεσή­λι­κες σήμε­ρα, με τις συζύ­γους τους. Πριν αρχί­σει η δια­δι­κα­σία των ομι­λιών και των χαι­ρε­τι­σμών, κάποιος σηκώ­νε­ται και με από­λυ­το βρε­τα­νι­κό φλέγ­μα ανα­κοι­νώ­νει ότι οι παρι­στά­με­νοι «ενδε­χο­μέ­νως θα πρό­σε­ξαν» ότι ένα τηλε­ο­πτι­κό συνερ­γείο κυκλο­φο­ρεί ανά­με­σά τους. «Ήρθε για να κινη­μα­το­γρα­φή­σει τον Άλαν Χόλιν­γκ­χερστ ο οποί­ος, όπως ίσως γνω­ρί­ζε­τε, έχει τιμη­θεί με το βρα­βείο Μπού­κερ, είναι από­φοι­τος του κολε­γί­ου μας και βρί­σκε­ται σήμε­ρα εδώ μαζί μας. Όσο για το συνερ­γείο, μη σας ανη­συ­χεί, δεν θα σας ενο­χλή­σει, θα τρα­βά­ει μονά­χα γενι­κά πλά­να και πλά­να του Άλαν».

Ένα τηλε­ο­πτι­κό συνερ­γείο δεν ενο­χλεί πλέ­ον ούτε τα παρα­δο­σια­κά βρε­τα­νι­κά κολέ­για, άρα μας αφή­νουν ήσυ­χους να κάνου­με τη δου­λειά μας. Ο Χόλιν­γκ­χερστ αισθά­νε­ται κάπως αμή­χα­να, νιώ­θει όμως και ικα­νο­ποι­η­μέ­νος, σαν να παίρ­νει το αίμα του πίσω από πιθα­νές κακές στιγ­μές που μπο­ρεί να έζη­σε εκεί μέσα.

«Σίγου­ρα έχω δια­γρά­ψει από τη μνή­μη μου αρκε­τά γεγο­νό­τα. Σε γενι­κές γραμ­μές όμως έχω την αίσθη­ση πως ήμουν χαρού­με­νος εδώ, ότι μου άρε­σε που επέ­στρε­φα σε αυτό το κολέ­γιο. Δεν νομί­ζω ότι ένιω­θαν έτσι τα άλλα αγό­ρια. Τα περισ­σό­τε­ρα το έβλε­παν σαν μια φρι­κτή, παγω­μέ­νη τρύ­πα».

Ήταν τα τέλη της δεκα­ε­τί­ας του ’60, οι αρχές του ’70. Τα μακριά μαλ­λιά, οι Μπι­τλς, το Βιετ­νάμ, το Αν του Λίν­τσεϊ Άντερ­σον.

«Σίγου­ρα το σημα­ντι­κό­τε­ρο γεγο­νός που συν­δε­ό­ταν με την επο­χή ήταν τα μακριά μαλ­λιά, τα οποία κρύ­βα­με μέσα στο για­κά του που­κα­μί­σου. Υπήρ­χε ένας τρο­με­ρός κου­ρέ­ας που ερχό­ταν στο σχο­λείο κάθε εβδο­μά­δα, και όλοι προ­σπα­θού­σα­με να τον απο­φύ­γου­με. Γενι­κώς όμως το σχο­λείο ήταν εξαι­ρε­τι­κά συντη­ρη­τι­κό. Ούτε ο από­η­χος του πολέ­μου στο Βιετ­νάμ δεν κατόρ­θω­νε να δια­πε­ρά­σει τους τοί­χους του κολε­γί­ου. Παρ’ όλα αυτά μπο­ρού­σες να ανα­πνεύ­σεις ένα αέρα αλλα­γής, και πότε πότε υπήρ­χαν ανα­λα­μπές αντι­συμ­βα­τι­σμού. Δεν ήσουν πια υπο­χρε­ω­μέ­νος να πηγαί­νεις στη σχο­λή αξιω­μα­τι­κών, αν δεν ήθε­λες. Ούτε στην εκκλη­σία. Ήταν ένα φιλε­λεύ­θε­ρο σχο­λείο».

Ο ίδιος είχε μεγα­λώ­σει σε ένα συντη­ρη­τι­κό περι­βάλ­λον. Ο πατέ­ρας του, όπως λέει ο ίδιος, ήταν το καμά­ρι του τοπι­κού συντη­ρη­τι­κού συλ­λό­γου, και όλοι, στην οικο­γέ­νεια, ψήφι­ζαν Συντη­ρη­τι­κούς. Η κατά­στα­ση, για τον Χόλιν­γκ­χερστ, θα αλλά­ξει στην Οξφόρ­δη: εκεί θα πολι­τι­κο­ποι­η­θεί, εκεί θα εγκα­τα­λεί­ψει και κάθε συντη­ρη­τι­κή θέση.

Στην Οξφόρ­δη σπου­δά­ζει αγγλι­κή φιλο­λο­γία. Με το τέλος των σπου­δών του κερ­δί­ζει μια υπο­τρο­φία που θα του επέ­τρε­πε να γρά­ψει ένα βιβλίο. Δεν τα κατα­φέρ­νει. Σε αντι­στάθ­μι­σμα δια­βά­ζει πολύ (π.χ. Προυστ στα γαλ­λι­κά), και κολυ­μπά πολύ. Ύστε­ρα, με τη βοή­θεια του ιδρυ­τή της Λον­δρέ­ζι­κης Επι­θε­ώ­ρη­σης Βιβλί­ων αρχί­ζει να γρά­φει κρι­τι­κές στο TLS, το λογο­τε­χνι­κό ένθε­το των Times. Έτσι μετα­κο­μί­ζει στο Λον­δί­νο.

Όταν εκδί­δει το πρώ­το του βιβλίο, τη Βιβλιο­θή­κη της πισί­νας, ο Χόλιν­γκ­χερστ είναι τριά­ντα τεσ­σά­ρων ετών και έχει ήδη πετά­ξει στα σκου­πί­δια τέσ­σε­ρα ή πέντε μυθι­στο­ρή­μα­τα που είχε ξεκι­νή­σει και δεν είχε ολο­κλη­ρώ­σει ποτέ.

«Η αλή­θεια είναι ότι τα μυθι­στο­ρή­μα­τα που είχα παρα­τή­σει, δεν οδη­γού­σαν που­θε­νά. Νομί­ζω ότι το βιβλίο που παρά­τη­σα πριν από τη Βιβλιο­θή­κη της πισί­νας ήταν αρκε­τά επι­τη­δευ­μέ­νο. Δια­δρα­μα­τι­ζό­ταν στη Βενε­τία. Μιλού­σε για την ερω­τι­κή σχέ­ση ενός νεα­ρού με τον πατέ­ρα της ερω­μέ­νης του. Προ­σπα­θού­σα, με άλλα λόγια, να γρά­ψω κάτι το σεξουα­λι­κά παρα­βα­τι­κό, αντί να κατα­πια­στώ με αυτό που πραγ­μα­τι­κά ήθε­λα, την ομο­φυ­λο­φι­λία.

»Όταν ολο­κλή­ρω­σα τη Βιβλιο­θή­κη της πισί­νας κι άρχι­σα να ψάχνω για εκδό­τη, βρέ­θη­κα μπρο­στά σε αδιέ­ξο­δο. Κανείς δεν το ήθε­λε κι εγώ είχα εντε­λώς απο­θαρ­ρυν­θεί. Ύστε­ρα, όταν βρέ­θη­κε εκδό­της και κυκλο­φό­ρη­σε, άρχι­σε να έχει μια απρό­σμε­νη επι­τυ­χία. Βρι­σκό­ταν στη λίστα με τα ευπώ­λη­τα για δυο μήνες. Κι ένα χρό­νο αργό­τε­ρα κέρ­δι­σα το βρα­βείο Σόμερ­σετ Μομ».

Η Μικέ­λα παρα­τη­ρεί ότι κάποιοι τότε είχαν πει ότι είναι το καλύ­τε­ρο βιβλίο που έχει γρα­φτεί στην αγγλι­κή γλώσ­σα για την ταυ­τό­τη­τα των ομο­φυ­λο­φί­λων.

«Ίσως επει­δή δεν είχαν υπάρ­ξει και πολ­λά πριν από αυτό», απα­ντά ήρε­μα εκεί­νος.

Ήδη από τη Βιβλιο­θή­κη της πισί­νας ο Χόλιν­γκ­χερστ δεί­χνει το είδος του συγ­γρα­φέα που θέλει να είναι. Ένας γκέι συγ­γρα­φέ­ας που θέλει να περι­γρά­ψει τον κόσμο του, ή τον συγ­γε­νι­κό κόσμο άλλων γκέι, χωρίς συμπλέγ­μα­τα κατω­τε­ρό­τη­τας ή ψεύ­τι­κες ντρο­πές. Όχι, δεν ωραιο­ποιεί αυτόν τον κόσμο. Αλλά και δεν τον περι­γρά­φει ως κάτι το περι­θω­ρια­κό, κάτι το βρό­μι­κο. Ερε­θι­στι­κό ναι, βρό­μι­κο όχι. Οι χαρα­κτή­ρες του είναι συνή­θως νέοι, πολ­λοί από αυτούς μαύ­ροι, οι οποί­οι νιώ­θουν επι­τα­κτι­κή την ανά­γκη να συνευ­ρε­θούν, να κάνουν σεξ, να αγα­πη­θούν. Ταυ­τό­χρο­να είναι άτσα­λοι, άπια­στοι, άπι­στοι. Προ­δί­δουν και προ­δί­δο­νται με πάθος, αγα­πά­νε και αγα­πιού­νται με έντα­ση, εγκα­τα­λεί­πουν και εγκα­τα­λεί­πο­νται με την αδια­φο­ρία όσων δεν φοβού­νται το αύριο.

Οι περι­γρα­φές των σεξουα­λι­κών σκη­νών δεν έχουν, βεβαί­ως, καμιά σχέ­ση με που­ρι­τα­νι­σμούς και τέτοια, ούτε όμως έχουν σκο­πό να προ­κα­λέ­σουν ή να εντυ­πω­σιά­σουν τον μικρο­α­στό ανα­γνώ­στη. Άλλω­στε, η τολ­μη­ρό­τη­τα των σκη­νών αυτών έρχε­ται να αναι­ρε­θεί από ένα είδος γρα­φής μπο­λια­σμέ­νης με χιλιά­δες φιλο­λο­γι­κές και πολι­τι­κές ανα­φο­ρές, συνή­θως ανα­φο­ρές στην καλή λογο­τε­χνία ή στην κλα­σι­κή μου­σι­κή, γι’ αυτό και δύσκο­λα θα μπο­ρού­σε κανείς να χαρα­κτη­ρί­σει τη Βιβλιο­θή­κη της πισί­νας (αυτό όμως ισχύ­ει και για το επό­με­νο βιβλίο του, την Έλξη, και βεβαί­ως για την άψο­γα γραμ­μέ­νη Γραμ­μή της ομορ­φιάς), πορ­νο­γρά­φη­μα. Ο Χόλιν­γκ­χερστ γρά­φει για τη ζωή των γκέι και τη σεξουα­λι­κή τους συμπε­ρι­φο­ρά απρο­κά­λυ­πτα, αλλά με τη φυσι­κό­τη­τα που άλλοι γρά­φουν για τη ζωή των γυναι­κών στις λαϊ­κές συνοι­κί­ες του Λον­δί­νου ή για τη ζωή των φοι­τη­τών που κάνουν αθλη­τι­σμό στην Οξφόρ­δη.

Τη δεκα­ε­τία του ’80, όλα αυτά δεν ήταν δεδο­μέ­να – αν υπο­θέ­σου­με βέβαια ότι είναι δεδο­μέ­να σήμε­ρα.

«Κάπο­τε υπήρ­χε η αντί­λη­ψη ότι δεν πρέ­πει να υπάρ­χουν σεξουα­λι­κές περι­γρα­φές στα μυθι­στο­ρή­μα­τα. Αυτό άρχι­σε να αλλά­ζει τη δεκα­ε­τία του ’60. Οι σεξουα­λι­κές σχέ­σεις των ανθρώ­πων άρχι­σαν να τρα­βά­νε την προ­σο­χή των συγ­γρα­φέ­ων, όσο και οι άλλες ανθρώ­πι­νες σχέ­σεις. Σήμε­ρα η ειλι­κρί­νεια γύρω από αυτά τα θέμα­τα τεί­νει να γίνει κανό­νας.

»Όταν, όμως, ξεκί­νη­σα, δεν συνέ­βαι­νε αυτό. Όταν εκδό­θη­κε η Βιβλιο­θή­κη της πισί­νας πολύ κόσμος έγρα­ψε γι’ αυτό σαν να είχε ανθρω­πο­λο­γι­κό ενδια­φέ­ρον. Είχαν αιφ­νι­δια­στεί. Το λιγό­τε­ρο που μπο­ρού­σαν να πουν ήταν πως είχε ενδια­φέ­ρον ως ανά­λυ­ση της συγκε­κρι­μέ­νης υπο­κουλ­τού­ρας.

»Ξεκί­νη­σα να γρά­φω τη Βιβλιο­θή­κη το 1984, λίγο πριν ενσκή­ψει το πρό­βλη­μα του AIDS και οι τρο­με­ρές αλλα­γές που αυτό έφε­ρε στη ζωή και στην ομο­φυ­λό­φι­λη κουλ­τού­ρα. Κι επει­δή δεν ήθε­λα να απει­κο­νί­σω αυτή την κρί­ση, επει­δή δεν ήμουν έτοι­μος να μιλή­σω γι’ αυτή την κρί­ση, απο­φά­σι­σα να τοπο­θε­τή­σω το βιβλίο στο 1983. Όταν όμως εκδό­θη­κε το βιβλίο πέντε χρό­νια μετά, ήδη εκεί­νη η περί­ο­δος φάντα­ζε μακρι­νή. Στη διάρ­κεια της δεκα­ε­τί­ας του ’80 πολ­λοί γκέι συγ­γρα­φείς έγρα­ψαν για το AIDS με διά­φο­ρους και συχνά ενδια­φέ­ρο­ντες τρό­πους. Εγώ όμως ήξε­ρα πως δεν ήμουν έτοι­μος να γρά­ψω γι’ αυτό το θέμα με έναν τρό­πο που θα ήταν καλ­λι­τε­χνι­κά ικα­νο­ποι­η­τι­κός για μένα. Έπρε­πε να περι­μέ­νω, να βρω τον δικό μου τρό­πο».

Στη Βιβλιο­θή­κη της πισί­νας βασι­κοί ήρω­ες είναι δύο Άγγλοι ομο­φυ­λό­φι­λοι αρι­στο­κρά­τες. Ο ένας είκο­σι πέντε χρο­νών, ο άλλος μιας κάποιας ηλι­κί­ας. Ένα ανα­πά­ντε­χο γεγο­νός θα τους φέρει κοντά δίνο­ντας στον συγ­γρα­φέα την ευκαι­ρία να ξετυ­λί­ξει δύο δια­φο­ρε­τι­κούς κόσμους, τον κόσμο των αρχών του 20ού αιώ­να και της βρε­τα­νι­κής αποι­κιο­κρα­τί­ας, και τον κόσμο των «ελεύ­θε­ρων ηθών» του σημε­ρι­νού Λον­δί­νου. Στην Έλξη, αντί­θε­τα, έχου­με κάτι που μοιά­ζει με κωμω­δία παρε­ξη­γή­σε­ων, με έργο δωμα­τί­ου. Οι ήρω­ες είναι τέσ­σε­ρις άντρες με αρκε­τά μπερ­δε­μέ­νες μετα­ξύ τους σχέ­σεις: ένας πενη­ντά­χρο­νος αρχι­τέ­κτο­νας που έχει ερω­τι­κές σχέ­σεις με έναν νεα­ρό επί­δο­ξο ηθο­ποιό, και ο γιος του αρχι­τέ­κτο­να που τα φτιά­χνει με τον πρώ­ην ερα­στή του ηθο­ποιού. Θέμα του ο φόβος της δέσμευ­σης που χαρα­κτη­ρί­ζει πολ­λούς γκέι παρά τη βαθύ­τε­ρη ανά­γκη τους για μονι­μό­τε­ρες σχέ­σεις.

«Ποτέ δεν θεώ­ρη­σα τον εαυ­τό μου μυθι­στο­ριο­γρά­φο ιδε­ών, μυθι­στο­ριο­γρά­φο με θεω­ρη­τι­κό υπό­βα­θρο. Με ενδιέ­φε­ρε περισ­σό­τε­ρο να αφη­γού­μαι ιστο­ρί­ες ιδιαί­τε­ρων ανθρώ­πων, οι οποί­ες, βεβαί­ως, αντα­να­κλούν κάθε είδους γενι­κό­τε­ρα προ­βλή­μα­τα. Γι’ αυτό και πάντα με δυσκό­λευε η ερώ­τη­ση “τι πραγ­μα­τεύ­ε­ται το βιβλίο”. Δεν ξέρω ποτέ τι να απα­ντή­σω σε αυτό το ερώ­τη­μα.

»Αυτό που με ενδια­φέ­ρει είναι να δημιουρ­γώ ένα είδος καθρέ­φτη της ηθι­κής πολυ­πλο­κό­τη­τας της ζωής. Μου αρέ­σει να φέρ­νω τον ανα­γνώ­στη μπρο­στά σε μια σει­ρά από ηθι­κά θέμα­τα, θα ήθε­λα να τον κάνω να αλλά­ξει την προ­κα­θο­ρι­σμέ­νη γνώ­μη που μπο­ρεί να έχει για έναν χαρα­κτή­ρα, και για τη συμπε­ρι­φο­ρά του…»

Η ματιά του Χόλιν­γκ­χερστ για τον ομο­φυ­λό­φι­λο κόσμο γίνε­ται ακό­μα πιο διεισ­δυ­τι­κή σε αυτό που είναι το γνω­στό­τε­ρο βιβλίο του, τη Γραμ­μή της ομορ­φιάς, ενώ η γρα­φή του φτά­νει σε επί­πε­δα που δεν είχε αγγί­ξει ποτέ μέχρι τότε. Εδώ η εικό­να της θατσε­ρι­κής Βρε­τα­νί­ας έχει την ίδια βαρύ­τη­τα στην ιστο­ρία με τις ερω­τι­κές περι­πέ­τειες του νεα­ρού φιλό­δο­ξου ήρωα του μυθι­στο­ρή­μα­τος ο οποί­ος θα πιστέ­ψει ότι με όπλα την ομορ­φιά και τη γοη­τεία του θα μπο­ρέ­σει να κατα­κτή­σει τον κόσμο, προ­σπερ­νώ­ντας ταξι­κά εμπό­δια και υπο­κρι­σί­ες αιώ­νων. Όλος ο βρε­τα­νι­κός Τύπος έγρα­ψε ότι, μετα­ξύ άλλων, η Γραμ­μή της ομορ­φιάς είναι μια ζωντα­νή, πολύ­χρω­μη τοι­χο­γρα­φία της σημε­ρι­νής Αγγλί­ας, ένα βαθύ­τα­τα πολι­τι­κό μυθι­στό­ρη­μα που απο­φεύ­γει την πολι­τι­κο­λο­γία.

«Προ­τι­μώ οι κατα­στά­σεις που ζού­με να δια­φαί­νο­νται υπαι­νι­κτι­κά στα βιβλία μου. Ήξε­ρα ότι στη Γραμ­μή της ομορ­φιάς δεν ήθε­λα να γρά­ψω απλώς ένα μυθι­στό­ρη­μα που να απο­τε­λεί μια κατά μέτω­πο επί­θε­ση στα χρό­νια και στη λογι­κή της Θάτσερ. Αυτό που είχε ενδια­φέ­ρον για μένα ήταν να κατα­φέ­ρω να δρα­μα­το­ποι­ή­σω κατα­στά­σεις που όλοι έχου­με βιώ­σει και που συνέ­βαι­ναν εκεί­νη την περί­ο­δο, έτσι όπως τα αντι­λαμ­βά­νε­ται μια μικρή ομά­δα ανθρώ­πων.

»Έχω την αίσθη­ση ότι στά­θη­κα αρκε­τά τυχε­ρός, αφού τα βιβλία μου έπαι­ξαν τελι­κά τον ρόλο που ήθε­λα να παί­ξουν. Να μην είναι, δηλα­δή, βιβλία που να απευ­θύ­νο­νται μονά­χα στο ομο­φυ­λό­φι­λο ανα­γνω­στι­κό κοι­νό. Έχει υπάρ­ξει μια ολό­κλη­ρη λογο­τε­χνία από ομο­φυ­λό­φι­λους συγ­γρα­φείς για ομο­φυ­λό­φι­λους ανα­γνώ­στες. Τα βιβλία αυτά που­λιό­ντου­σαν συνή­θως απο­κλει­στι­κά σε βιβλιο­πω­λεία με γκέι θεμα­το­λο­γία. Εγώ ήθε­λα κάτι περισ­σό­τε­ρο. Ειδι­κά με τη Γραμ­μή της ομορ­φιάς είχα στα χέρια μου ένα θέμα που πίστευα ότι όλοι θα ενδια­φέ­ρο­νταν να δια­βά­σουν. Κι είχα δίκιο, αφού πήγε πολύ καλύ­τε­ρα από όλα τα βιβλία μου ήδη πριν μπει στη βρα­χεία λίστα του Μπού­κερ. Νομί­ζω, άλλω­στε, ότι έχουν επέλ­θει μεγά­λες αλλα­γές στην κοι­νω­νία. Στην εικο­σα­ε­τία που έχει περά­σει από την έκδο­ση του πρώ­του μου βιβλί­ου, άλλα­ξε και η στά­ση του κόσμου απέ­να­ντι στην ομο­φυ­λο­φι­λία. Αυτό οφεί­λε­ται και στην κρί­ση του AIDS, η οποία, παρό­λο που έφε­ρε στην επι­φά­νεια τις γνω­στές εχθρι­κές τάσεις προς τις σεξουα­λι­κές μειο­νό­τη­τες, μακρο­πρό­θε­σμα λει­τούρ­γη­σε θετι­κά, αφού όλοι ξαφ­νι­κά ανα­κά­λυ­ψαν πως όλο και κάποιον γνώ­ρι­ζαν που είχε προ­σβλη­θεί από την αρρώ­στια. Οι νέοι σήμε­ρα είναι πολύ πιο χαλα­ροί. Έχουν γκέι φίλους. Κι αυτό δεν απο­τε­λεί πλέ­ον ζήτη­μα όπως παλιά».

Και τα θέμα­τά του; Πώς τα επι­λέ­γει;

«Ακού­γε­ται τετριμ­μέ­νο, όμως είναι αυτά που με επι­λέ­γουν. Ανα­δύ­ο­νται με έναν μυστη­ριώ­δη τρό­πο. Μόλις νιώ­σω ότι έχει αρχί­σει να δια­φαί­νε­ται η πιθα­νό­τη­τα ενός νέου βιβλί­ου, αγο­ρά­ζω ένα και­νούρ­γιο σημειω­μα­τά­ριο και κατα­γρά­φω οτι­δή­πο­τε σχε­τί­ζε­ται με αυτό. Το από­σπα­σμα ενός δια­λό­γου, ή κάποιες σκέ­ψεις για τη δομή του. Έτσι, σιγά σιγά, τα πράγ­μα­τα συγκε­ντρώ­νο­νται. Δεν νομί­ζω ότι σκέ­φτη­κα ποτέ “να μια έξο­χη ιδέα για μυθι­στό­ρη­μα!” και να κάθι­σα αμέ­σως να γρά­ψω.

»Έχω την τάση να ξεκι­νώ από τις μικρές λεπτο­μέ­ρειες. Θα μπο­ρού­σα να πω ότι μέχρι τέλους δεν ξέρω για ποιο πράγ­μα μιλά­ει ακρι­βώς το βιβλίο που γρά­φω. Μονά­χα όταν το ολο­κλη­ρώ­σω και το δια­βά­σουν κάποιοι άνθρω­ποι, κατα­λα­βαί­νω τι έχω γρά­ψει. Διό­τι, τελι­κά, ένα βιβλίο εμπε­ριέ­χει πολύ περισ­σό­τε­ρα πράγ­μα­τα από όσα είχε την πρό­θε­ση να πει ο συγ­γρα­φέ­ας.

»Μου αρέ­σει πάντως να επε­ξερ­γά­ζο­μαι τα πάντα προ­τού αρχί­σω να γρά­φω. Να έχω μια αίσθη­ση της μορ­φής, της αρχι­τε­κτο­νι­κής του βιβλί­ου, και οπωσ­δή­πο­τε τις σημα­ντι­κό­τε­ρες σκη­νές. Μερι­κοί συγ­γρα­φείς λένε “θα αρχί­σω να γρά­φω και θα δω στην πορεία τι γίνε­ται”. Μου φαί­νε­ται αδια­νό­η­το! Εγώ θέλω να τα έχω σκε­φτεί όλα από πριν, χωρίς όμως και να καθο­ρί­ζω υπερ­βο­λι­κά την πορεία του βιβλί­ου. Είναι ένα είδος παι­χνι­διού ανά­με­σα σε ένα προ­σχε­δια­σμέ­νο υλι­κό και στον αυτο­σχε­δια­σμό.

»Δυσκο­λεύ­ο­μαι πάντα να γρά­ψω την πρώ­τη φρά­ση του πρώ­του κεφα­λαί­ου. Η πρώ­τη σελί­δα είναι αυτή που μου παίρ­νει περισ­σό­τε­ρο χρό­νο για να γρα­φτεί. Πάντο­τε νιώ­θω ότι η πρώ­τη σελί­δα ενός μυθι­στο­ρή­μα­τος πρέ­πει να εμπε­ριέ­χει κάπως όλο το βιβλίο, να υπο­ψιά­ζει τον ανα­γνώ­στη για το τι πρό­κει­ται να ακο­λου­θή­σει. Την ίδια στιγ­μή πρέ­πει να είναι ερε­θι­στι­κή, να προ­σκα­λεί τον ανα­γνώ­στη να μπει μέσα στο βιβλίο. Η σωστή γρα­φή της πρώ­της σελί­δας απαι­τεί μεγά­λη προ­σο­χή και αυτο­συ­γκέ­ντρω­ση».

Πόσο αυτο­βιο­γρα­φι­κός είναι όταν γρά­φει; (Το ερώ­τη­μα αυτό, που το έχω κάνει τόσες φορές σε τόσους συγ­γρα­φείς, εδώ, ίσως λόγω των έντο­νων ερω­τι­κών σκη­νών που συνή­θως βάζει στα βιβλία του ο Χόλιν­γκ­χερστ, με κάνει λίγο αμή­χα­νο, σαν να του ζητάω να μου πει λεπτο­μέ­ρειες από τη δική του ερω­τι­κή ζωή. Εκεί­νος όμως απα­ντά­ει με την ίδια φυσι­κό­τη­τα που απα­ντού­σε και στις άλλες ερω­τή­σεις.)

«Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δεν έχω γρά­ψει ποτέ πράγ­μα­τα που έχω ζήσει ή έχω κάνει στη ζωή μου. Ούτε ποτέ έβα­λα ανθρώ­πους που γνω­ρί­ζω με τον ένα ή τον άλλο τρό­πο στα βιβλία μου. Όλα όσα γρά­φω είναι επι­νοη­μέ­να. Υπάρ­χουν κατα­πλη­κτι­κοί μυθι­στο­ριο­γρά­φοι που στη­ρί­ζο­νται κατά κύριο λόγο στις εμπει­ρί­ες τους. Εγώ δεν είμαι έτσι. Επι­νοώ εξ ολο­κλή­ρου τον χαρα­κτή­ρα, την ιστο­ρία και τις ιστο­ρί­ες του κάθε ήρωά μου. Βεβαί­ως πάντα υπάρ­χουν τα βιώ­μα­τα του συγ­γρα­φέα και μερι­κές φορές κατα­λα­βαί­νω ότι βάζω πλευ­ρές του εαυ­τού μου σε δια­φο­ρε­τι­κούς χαρα­κτή­ρες· έτσι το βιβλίο μετα­βάλ­λε­ται σε μια δια­λε­κτι­κή συζή­τη­ση ανά­με­σα στις δια­φο­ρε­τι­κές εκφάν­σεις της προ­σω­πι­κό­τη­τάς μου».

Και η άπο­ψή του για τη λογο­τε­χνία ποια μπο­ρεί να είναι; Πιστεύ­ει ότι η λογο­τε­χνία βοη­θά­ει τους ανθρώ­πους να ανα­κα­λύ­πτουν άλλους κόσμους, κόσμους που οι ίδιοι δεν ζουν; Πιστεύ­ει ότι τους βοη­θά­ει να αντι­με­τω­πί­σουν καλύ­τε­ρα τη ζωή που ζουν;

«Αυτό που θέλω είναι ο κόσμος, όταν δια­βά­ζει ένα βιβλίο μου, να περ­νά­ει καλά. Να απο­λαύ­σει τις ενδια­φέ­ρου­σες πλη­ρο­φο­ρί­ες που ελπί­ζω πως βάζω στη σελί­δα. Με ενδια­φέ­ρει λιγό­τε­ρο η αφή­γη­ση, αν και ξέρω πως είναι σημα­ντι­κή. Δεν νομί­ζω όμως ότι αφή­νω τον εαυ­τό μου να παρα­συρ­θεί από την ιστο­ρία. Είναι πάντο­τε το τελευ­ταίο που με απα­σχο­λεί. Ανα­πτύσ­σω πρώ­τα τους χαρα­κτή­ρες του βιβλί­ου, τον κόσμο του, την ατμό­σφαι­ρά του. Θέλω να τον κάνω να ενδια­φερ­θεί για τον κόσμο που έχω πλά­σει.

»Πιστεύω ότι τα βιβλία μπο­ρούν να διευ­ρύ­νουν τις γνώ­σεις των ανθρώ­πων. Κι αυτός είναι ένας ικα­νός και πει­στι­κός λόγος για να δια­βά­ζει κανείς λογο­τε­χνία. Να απο­κτά γνώ­σεις για πράγ­μα­τα που δεν ξέρει. Γενι­κά νομί­ζω πως οι ανα­γνώ­στες ενδια­φέ­ρο­νται για το στοι­χείο της ανα­κά­λυ­ψης σε ένα μυθι­στό­ρη­μα. Γι’ αυτό ο κόσμος θέλει να δια­βά­ζει μετα­φρα­σμέ­νη λογο­τε­χνία: η λογο­τε­χνία άλλων πολι­τι­σμών του προ­σφέ­ρει δια­φο­ρε­τι­κές οπτι­κές. Έπει­τα, όπως λέγα­με και πριν, υπάρ­χει και η ηθι­κή διά­στα­ση, η ηθι­κή αμφι­ση­μία της λογο­τε­χνί­ας. Μπο­ρεί να κάνει έναν ανα­γνώ­στη να σκε­φτεί με τρό­πο δια­φο­ρε­τι­κό απ’ ό,τι συνη­θί­ζει για συγκε­κρι­μέ­νες εκφάν­σεις συμπε­ρι­φο­ράς. Αλλά θα δίστα­ζα να πω ότι ένα μυθι­στό­ρη­μα μπο­ρεί πράγ­μα­τι να αλλά­ξει τη ζωή των ανθρώ­πων. Θα μπο­ρού­σε ενδε­χο­μέ­νως να τρο­πο­ποι­ή­σει τον τρό­πο σκέ­ψης τους.

»Συνή­θως νιώ­θω πολύ μελαγ­χο­λι­κός όταν έχω τελειώ­σει ένα βιβλίο. Μετά τις στιγ­μές ανά­τα­σης έρχε­ται ένα φρι­κτό συναί­σθη­μα, σχε­δόν πέν­θι­μο: Ότι έχεις απο­κλεί­σει πια από τη ζωή σου έναν τόπο στον οποίο πήγαι­νες και έπαι­ζες. Μου παίρ­νει λίγο χρό­νο μέχρι να ανα­συ­ντά­ξω τις δυνά­μεις μου, να αρχί­σω να γεμί­ζω πάλι το σημειω­μα­τά­ριό μου, και να συνε­χί­σω. Νομί­ζω πως είμαι ένας συγ­γρα­φέ­ας χωρίς ιδιαί­τε­ρο πλε­ό­να­σμα ιδε­ών».

Χωρίς ιδιαί­τε­ρο πλε­ό­να­σμα ιδε­ών;

Ο Χόλιν­γκ­χερστ χρειά­στη­κε εφτά χρό­νια για να γρά­ψει το επό­με­νο βιβλίο του, το Παι­δί του ξένου. Το βιβλίο ήδη τον απα­σχο­λού­σε από τον και­ρό που τον επι­σκε­φτή­κα­με στο σπί­τι του, στο Χάμ­στεντ. Ήθε­λε, μας είχε πει τότε, να γρά­ψει ένα βιβλίο που δεν θα είχε καμιά σχέ­ση με την ομο­φυ­λο­φι­λία.

Το μυθι­στό­ρη­μα κυκλο­φό­ρη­σε τελι­κά το 2011 και γνώ­ρι­σε από την αρχή μεγά­λη επι­τυ­χία μολο­νό­τι, προς μεγά­λη έκπλη­ξη όλων, όχι μόνο δεν πήρε το βρα­βείο (το θεω­ρού­σαν οι πάντες σίγου­ρο) αλλά δεν τον έβα­λαν ούτε καν στη βρα­χεία λίστα του βρα­βεί­ου. Το γεγο­νός μάλι­στα πυρο­δό­τη­σε άφθο­νες συζη­τή­σεις και πολε­μι­κές για τον τρό­πο που επι­λέ­γο­νται οι κρι­τι­κές επι­τρο­πές και για την «εμπο­ρι­κή» πορεία που έχει πάρει τα τελευ­ταία τρία ή τέσ­σε­ρα χρό­νια το Μπού­κερ. Ο ίδιος πάντως κέρ­δι­σε το στοί­χη­μά του. Μονά­χα ένας αμφι­φυ­λό­φι­λος υπάρ­χει στο νέο του μυθι­στό­ρη­μα. Τώρα τον φαντά­ζο­μαι να κάθε­ται στο μικρό καθι­στι­κό του λιγό­τε­ρο αγχω­μέ­νος, να κοι­τά­ζει το πρά­σι­νο του πάρ­κου που κυκλώ­νει το σπί­τι του, να ακού­ει Βάγκνερ και να ανοί­γει το σημειω­μα­τά­ριο που μόλις αγό­ρα­σε για να γρά­ψει – το τι, θα το μάθου­με σε λίγα χρό­νια.

Φινάλε συνέντευξης με χαμόγελα (φωτό Σταύρος Μελέας)

Φινά­λε συνέ­ντευ­ξης με χαμό­γε­λα
(φωτό Σταύ­ρος Μελέ­ας)